Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Αυγούστου 2013

Η ιπτάμενη εικόνα



Χθές μιλούσα για την ξεχωριστή εμπειρία να δέχομαι και να αναρτώ τις φωτογραφίες που μου έστελνε με το κινητό του, όλη τη μέρα, ένας φίλος από το ταξίδι της επιστροφής του στο Παρίσι. Για όσους δεν γεννήθηκαν με κινητό στην τσέπη και το ίντερνετ ήταν περίπου μύηση στο υπερβατικό, η σύγχρονη τηλεπικοινωνία δεν είναι απλό και αυτονόητο παιχνίδι. Από τις αρχές του 20ού αιώνα ήδη, οι διάφορες εφαρμογές της αντιμετωπίστηκαν με θαυμασμό και δέος και δεν θα πάψουν, πιστεύω, ποτέ να μας εκπλήσσουν οι καινοτομίες, έστω κι αν στα βάθη μας κατοικεί ο τυμπανιστής τού ταμ-ταμ.

Περιμένοντας έναν έλεγχο στο ΚΤΕΟ, χθές το απόγευμα, διάβαζα τη "Μέθη της μεταμόρφωσης", μυθιστόρημα του Τσβάιχ (1881-1942), σημειώνοντας και υπογραμμίζοντας πού και πού. Είναι μια ιστορία του 1926. Στις πρώτες ήδη σελίδες περιγράφεται η αποστολή ενός τηλεγραφήματος από τη Γαλλία, πράξη που καθορίζει την υπόθεση. Δεν περνά απαρατήρητος ο τρόπος που ο αφηγητής παρακολουθεί το αθέατο δρομολόγιο των τηλεγραφικών κυμάτων, μια πορεία μαγική και παραμυθένια. Ο θαυμασμός που προσπαθεί να δώσει με τη μεταφορά του ανθρωπομορφισμού τους, προκαλείται από το ξάφνιασμα του νέου (είμαστε στις αρχές του αιώνα), που, όσο κι αν σε βαραίνουν οι αμετακίνητες βεβαιότητες, είναι πάντα ένας θρίαμβος για το κομμάτι της συνείδησης που παραμένει αισιόδοξο και παιδικό.

"...Ο γκρουμ εμφανίστηκε με ένα έντυπο για τηλεγραφήματα. Έφυγε σε λίγο για το ταχυδρομείο με το γραμμένο χαρτί στο χέρι. Λίγα λεπτά αργότερα τα σήματα ξεχύθηκαν από τον τηλέγραφο, σκαρφάλωσαν το ένα πίσω από το άλλο στη στέγη, γλίστρησαν μέσα στα παλλόμενα χάλκινα σύρματα. Ταξιδεύοντας από τηλεγραφόξυλο σε τηλεγραφόξυλο πιο γρήγορα και από αμαξοστοιχίες, ταχύτερα από τα αυτοκίνητα με το γρήγορο πέρασμά τους, το μήνυμα διένυσε αστραπιαία τα χίλια χιλιόμετρα. Οι μεταμορφωμένες λέξεις είχαν κιόλας δρασκελίσει ως δια μαγείας τα σύνορα, άφηναν πίσω τους χίλιες βουνοκορφές, το γραφικό Λιχτενστάιν, τις κοιλάδες του Τιρόλου, για να ξεχυθούν από τους αιώνιους παγετώνες των Άλπεων σε έναν μετασχηματιστή στο κέντρο του Λιντς. Από κει το μήνυμα συνέχισε τη φρενιασμένη πορεία του ταχύτερα απ' ότι προφέρουμε τη λέξη 'ολοταχώς', βούτηξε μέσα απ' τη στέγη του ταχυδρομείου του Κλάιν-Ράιφλινγκ, για να καταλήξει στη συσκευή λήψης και από εκεί σε μια έκπληκτη, σαστισμένη από την περιέργεια ψυχή."

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

το διακριτικά σκανδαλώδες



Προσπαθώ να θυμηθώ σε ποια τάξη διδάχτηκα την "Ιφιγένεια". Είχαμε πάντως απομνημονεύσει αρκετές αράδες της αρχής, εξαιτίας του μικρού "σκανδάλου" από το γνωστό ρήμα. Έκτοτε σκέφτηκα αρκετά και είχα πολλές φορές την ευκαιρία να επιβεβαιώσω τη χρησιμότητά του: το "σκάνδαλο" ως μέσον να στερεωθεί κάτι στην αφήγηση.

Στο "Η ζωή με εχθρούς" (Μελάνι, 2008), έγραφα επ' ευκαιρία μιας επισκέψεως στην Ολυμπία: " Μετά, η Ολυμπία, η αρχαία Πίσα. Θυμάμαι την 'Ιφιγένεια εν Ταύροις', τα λίγα που συγκρατεί ο παλιός μαθητής με αφορμή, κυρίως, διάφορες σκανδαλιστικές συγκυρίες, όπως, για παράδειγμα, εκείνο το 'φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας' του 'Επιταφίου'. Με τον ίδιο τρόπο, έχοντας νικήσει το χρόνο που με χωρίζει απ' τα θρανία, συγκρατώ ακέραιο το 'Πέλοψ ο Ταντάλειος εις Πίσαν μολών θοαίσιν ίπποις Οινομάου γαμεί κόρην εξ ης Ατρεύς έβλαστεν [...] Σκέπτομαι πόσο το σκάνδαλο γονιμοποιεί τη μνήμη, παρέχει εγγυήσεις διάρκειας στο αντικείμενό του, αποσπά την προσοχή. Είναι αυτονόητο πως τίποτε δεν θα θυμόμουν από την Αμάντα, που ο Ζυλιέν Σορέλ του 'Κόκκινου και του Μαύρου' (Στεντάλ) γνωρίζει στο καφενείο της Μπεζανσόν, εάν αυτή δεν ονομαζόταν 'Μπινέ'. Σε όποιον δημιουργικό χώρο κι αν αναφερθούμε, το διακριτικά σκανδαλώδες, με δόσεις ορθά υπολογισμένες (με βήματα γάτας όπως λένε), είναι απαραίτητο στοιχείο για την προβολή του αντικειμένου, ακόμα και για την αντοχή της μνήμης ενός έργου [...]"

Αυτά με τη χρήση του "σκανδάλου" και τη σημασία του στη μνημοτεχνική. Τα σκέφτηκα σήμερα, γιατί βρήκα μπροστά μου και αγόρασα μια ωραία γερμανική έκδοση του 1926: "Iphigenie bei den Taurern". Άνοιξα και διάβασα τις πρώτες αράδες με τους ωραίους χαρακτήρες της Λειψίας. Στη θέση τους όλα, ανεξίτηλα, από τη δεκαετία του '60

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Οι μυθικές μας αλήθειες


Γράφτηκε πριν από ένα μήνα, στην ατμόσφαιρα του περίφημου Ζαλόγγου και της "εθνικής ανησυχίας" για τον κλονισμό της ιστορικής τάξης και των αληθειών της. Το κείμενο αυτό ήταν η τακτική δεκαπενθήμερη συνεργασία μου στο ΕΘΝΟΣ του Σαββάτου.

.....................................................................

Οι κατασκευασμένες αλήθειες της Ιστορίας, όπως συμβαίνει με όλους τους μύθους, αφορούν μια παιδική ηλικία: της συλλογικής μας ταυτότητας. Όπως κάθε παιδική ηλικία, αναζητεί κι αυτή βεβαιότητες. Χρειάστηκε χρόνος για να κοιτάξουμε την Ιστορία και τις αφηγήσεις της με επιφύλαξη. Να τη δούμε, δηλαδή, ως επιστήμη και όχι ως μαρτυρία αυτοεπιβεβαίωσης ή παραγωγής φρονήματος. «Αν οι Γάλλοι θέλουν να πληροφορηθούν για τους Ναπολεόντειους πολέμους, θα ήταν χρήσιμο να διαβάσουν τον αγγλικό Τύπο της εποχής», έλεγε ο Ράσελ. Αυτό σημαίνει διδασκαλία της Ιστορίας (και) από τις πηγές του αντιπάλου, συνθήκη που καλλιεργεί τη σ χ ε τ ι- κ ό τ η τ α και τη γόνιμη αμφιβολία, λειτουργώντας συγχρόνως αποτρεπτικά στην εμπάθεια και τις άκριτες προσηλώσεις.

Θα πει κανείς, και ορθά, ότι εφόσον ο καθημερινός πολιτισμός είναι μια συνισταμένη από συνειδήσεις, το πνεύμα της πρωτογένειας πάντοτε θα προέχει, θα εμφανίζεται ως κυρίαρχη κλίση, πολύ ισχυρότερη από τη δειλά διδασκόμενη αμφιβολία, που προσβλέπει στο μοντέλο του κριτικού ανθρώπου. Ποια οργανωμένη παιδεία, άλλωστε, μπορεί να αγνοήσει τον εθνικό ρόλο της Ιστορίας ή να ελέγξει τις σχεδόν ορμέμφυτες ιδέες της υπεροχής; Χρειάζεται πνευματική περιέργεια, αίσθημα ταυτοτικής ασφάλειας, αυτογνωσία και ευφάνταστα αντανακλαστικά, για να πεις κάτι σαν αυτό που διάβαζα πρόσφατα: ότι «Ιστορία είναι η βεβαιότητα που εμφανίζεται στο σημείο όπου η ατέλεια της μνήμης συναντά την ανεπάρκεια της τεκμηρίωσης».

Θέλουμε την αλήθεια για τα γεγονότα; Πρέπει να θυμηθούμε το πρώτο κεφάλαιο στο «Μοναστήρι της Πάρμας» του Σταντάλ. Εκεί ο νεαρός Φαμπρίτσιο ντελ Ντόγκο, γοητευμένος απ’ τη Ναπολεόντεια περιπέτεια, φτάνει από το Μιλάνο στις παρυφές του Βατερλό, βοηθάει τυχαία στη μάχη και παρακολουθεί σκηνές από την πιο κρίσιμη στιγμή της Ευρώπης χωρίς να καταλάβει ότι έλαβε μέρος, ότι έχει συμβεί κάτι κοσμοϊστορικό, που το παρακολούθησε και το είδε! Δεν υπάρχει, πιστεύω, πιο σπαρταριστή αμφισβήτηση ιστορικής αυτοψίας απ’ τις συγκεκριμένες σελίδες.

Αν δούμε προς το μέρος μας, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ότι σε μια χώρα που το παρελθόν διδάσκεται χωρίς κριτική διάθεση (και συχνά η επιφύλαξη ισοδυναμεί με σκάνδαλο), η διόγκωση του φαντασιακού είναι το αναπόφευκτο παρεπόμενο. Κι αυτή, με τη σειρά της, οδηγεί στην ιδέα της τελεσίδικης εθνικής μοίρας, μιας κουλτούρας όπου φίλοι, αντίπαλοι και αξίες, σαν πεπρωμένο αδράνειας, είναι όροι για πάντα σταθεροί, οφειλή και εσαεί ομηρεία σε αμετάβλητα στερεότυπα.

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Οι προθέσεις του Γκαγκάριν

Αυτό το κείμενο είχε αναρτηθεί στο blog μου, κατέβηκε για να φιλοξενηθεί σε ένα ηλεκτρονικό περιοδικό, αλλά θεωρήθηκε πλέον εκτός επικαιρότητος (η "επικαιρικότητα",  αξία και κριτήριο για την ανάγνωση που δεν κατάλαβα ποτέ!...). Αναρτάται και πάλι στον οικείο χώρο.



Γεννήθηκα στη μετεμφυλιακή περίοδο. Η πρώτη συνωμοσία για την οποία άκουσα ήταν η δολοφονία του Μεταξά από τον οδοντογιατρό του και δύο ξανθούς πράκτορες της ιντέλιτζενς Σέρβις. Δεν ξέρω γιατί, ίσως επειδή ακολουθούσα πάντα τους μεγάλους, δεν έχασα ποτέ την ευκαιρία να γνωρίζω για τα πίσω απ' την αυλαία. Λίγα χρόνια μετά τις εκλογές του '52, άκουσα έκπληκτος ότι Πλαστήρας σύρθηκε στην αναμέτρηση από ένα σατανικό σχέδιο της αμερικανικής πρεσβείας. Ο πρέσβης, συγκεκριμένα, γνώριζε το δεισιδαίμον πνεύμα του πρωθυπουργού και έβαλε μια καφετζού να τον πείσει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τον Παπάγο με εξοντωτικό πλειοψηφικό. Διέλυσε τη βουλή και προκήρυξε εκλογές. Μερικοί, ελάχιστοι όπως πάντα, "ήξεραν" γύρω μας το πραγματικό αίτιο της πανωλεθρίας του Κέντρου!

Πολλά χρόνια αργότερα, στο Γυμνάσιο, κάποιος μας επισκέφτηκε από την Αθήνα και αποκάλυψε στα ανοιχτά μας στόματα ότι το φέρετρο του βασιλιά Παύλου ήταν γεμάτο με πέτρες. Οι αυλικοί, είπε, έκαναν λάθος στην ποσότητα και ζύγιζε όσο δύο νεκροί. "Να ξέρετε", πρόσθεσε, "τον Παύλο τον κάρφωσε με ξίφος ο αυλάρχης μετά από φιλονικία. Είχε πεθάνει και είχε ταφεί πριν από ένα μήνα". Δεν έλειπε η ενημέρωση. Οι απόψεις και οι πληροφορίες του παρασκηνίου κυκλοφορούσαν ανεμπόδιστα. "Πού ζούμε"; θυμάμαι να αυτοοικτίρεται ένας οικογενειακός φίλος, για την άγνοια και την απομόνωση της μικρής πόλης.

Ένα καλοκαίρι του '60, στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου γνώρισα τον Ηλία, έναν γλυκύτατο μάγειρο που ήρθε με τον αδελφό του στο νησί να εργαστεί για δυο μήνες. Με είδε ιδεολογικά ανήσυχο και άρχισε να μου μου μιλά για πολιτική. Ήταν μαχητικός συνδικαλιστής. Όταν η γνωριμία μας έγινε στενότερη, δεν έχανε την ευκαιρία να μου δανείζει την κομματική εφημερίδα και μετά από καιρό θέλησε να μου αποκαλύψει κάτι, εντελώς άγνωστο στον πολύ κόσμο. "Ξέρεις γιατί ήρθε ο Γκαγκάριν στην Αθήνα;" με ρώτησε, αφού μου είχε αφηγηθεί με συγκινητικές λεπτομέρειες την παλαική υποδοχή, την χωρίς προηγούμενο κοσμοπλημμύρα. "Όχι, βέβαια", είπα. Χαμήλωσε τη φωνή και ψιθύρισε: "Πρόκειται να δει τον Γλέζο. Θα υπάρξουν σύντομα εξελίξεις σε προοδευτική κατεύθυνση. Νομίζεις πως για τις παρελάσεις έκανε το ταξίδι;"

Κάποιος γνωστός (ένας εξαιρετικός χειρουργός) μου εξήγησε προ καιρού, στο ίδιο περίπου πνεύμα, το σχέδιο που έχει εξυφανθεί για την μπιρ παρά αγορά του νεοελληνικού πλούτου. Πρωταγωνιστής ο Γ. Παπανδρέου, η Μαργαρίτα και αμερικανικοί κύκλοι. 

Δεν αιφνιδιάζομαι εύκολα. Κυκλοφορώ σε κάθε είδους τόπο. Ακούω τα πάντα, που όλο συχνότερα πια με παραπέμπουν στην περίφημη αντίδραση του Άμλετ, το βλέμμα που διακρίνει πίσω απ' την κουρτίνα, την τσακωτή συνωμοτική πράξη, την ευφυία ενός προικισμένου πλήθους που δεν κοιμάται, που οσμίζεται από χιλιόμετρα τα αθέατα αίτια. Γιατί, τι άλλο κινεί τον κόσμο και την ιστορία απ' τη συνωμοσία;

Πριν από λίγο μου τηλεφώνησε ένας γνωστός, πρόσωπο που σημειωτέον θαυμάζω και εκτιμώ για πολλούς λόγους. Ήθελε τη γνώμη μου για την ΕΡΤ. Αυτό το τηλεφώνημα, μάλιστα, είναι το πραγματικό κίνητρο αυτής της αναρτήσεως και όχι η ροπή σε αναπόληση, νεύρωση που όντως εμφανίζεται μετά από κάποια ηλικία, όπως θα σκεφθεί κανείς. Στην ουσία επιθυμούσε να μου πει τι εξυφαίνεται με την αιφνίδια απόφαση. Να φωτίσει ένα επίπεδο πίσω απ’ το προφανές. "Υπάρχει σχέδιο", είπε. "Τα Αρχεία είναι όλο το ζήτημα, Κώστα, τα Αρχεία". "Τα αρχεία, τι δηλαδή"; ρώτησα. "Τα αρχεία της ΕΡΤ, που έχει υποσχεθεί, προεκλογικά, ο Σαμαράς στον Μπόμπολα και τηρεί στο ακέραιο τη δέσμευσή του".

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Το μικροβιβλίο ως πρόγονος

Τα μικροβιβλία (6 εκ. επί 4 το πρώτο της φωτογραφίας) ασκούν τη γοητεία που έχει σε όλα τα είδη η μινιατούρα του αυθεντικού, η αναπαράσταση, σε βρεφικές διαστάσεις, του κάθε είδους. Δεν ξέρω από πότε χρονολογούνται, θυμάμαι όμως ότι σε διάφορα μουσεία υπήρχε πάντοτε το έκθεμα του "απόλυτου" μικρού, το Κοράνι συγκεκριμένα, γραμμένο σε κόκο ρυζιού. Βρισκόταν κάτω από ένα μεγεθυντικό φακό, αλλά πάντα απομακρυνόσουν με την εντύπωση της ταχυδακτυλουργίας και της παραμυθένιας απάτης.

Σήμερα, στις τουριστικές περιοχές, πάντα βρίσκεις κάποιον που γράφει σε ρύζι το ονοματεπώνυμό σου (στην Αποστόλου Παύλου έχω παρακολουθήσει να γράφουν το όνομα Ελένη Ρίζου σε έναν κόκο) μικρό κατόρθωμα σε σχέση με το βιβλίο. Πρόσφατα μου έδωσαν ένα βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε πριν από χρόνια με πολλούς άλλους τίτλους στα περίπτερα και είδα ότι μπορεί να διαβαστεί εύκολα. Συμπτωματικά ήταν το αγαπημένο ανάγνωσμα του πατέρα μου που, μολονότι το δάνειζε συνεχώς, παρέμεινε εντέλει στη βιβλιοθήκη του. Ο "Αρχισιδηρουργός", του Ονέ, σε μια φτηνή έκδοση Δαρεμά.

Σκεπτόμουν, χωρίς να ερευνήσω το θέμα, ότι αυτή η οικονομία με το παιχνίδι του μικρού είναι πρόγονος ή έστω προφήτης, του ψηφιακού βιβλίου, και βέβαια κάθε πληροφορίας που χωρά σήμερα και μεταφέρεται στο μαγικό αξεσουάρ ενός φλας. Η διαδρομή δεν είναι ίδια, αλλά η ιδέα, η ανάμνηση, το πλατωνικό, ας πούμε, αρχέτυπο, νομίζω ότι βρίσκεται εκεί.

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Βάγκνερ

Κάποια επέτειος Βάγκνερ πρέπει να είναι, είδα μεταξύ άλλων και ένα σχόλιο για το συνθέτη στις σελίδες του προσεχούς ΔΕΝΤΡΟΥ. Το πρώτο που έρχεται πάντα στη σκέψη μου ακούγοντας το όνομα Βάγκνερ δεν είναι, δυστυχώς, το ειδύλλιο του Ζίγκφριντ, όπως συμβαίνει υποθέτω σε κάθε σοβαρό μουσόφιλο, ούτε κάποια βιογραφική του λεπτομέρεια, ένας διάλογος, π.χ., με τον θαυμαστή και θύμα του Λουδοβίκο της Βαυαρίας. Είναι δύο βιτριολικές φράσεις. Η μία του Γούντι Άλεν, ετεροχρονισμένη απάντηση στον αντισημίτη συνθέτη: "Όταν ακούω Βάγκνερ θέλω να εισβάλω στην Πολωνία", και η άλλη, απενοχοποιημένη ιδεολογικά, από τον Ροσίνι."Έχει υπέροχες στιγμές αλλά άθλιες ώρες"

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΠΡΟΣΕΧΕΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ "ΔΕΝΤΡΟΥ" ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ.



Στη χώρα μας, στα γράμματά μας πιο συγκεκριμένα, επειδή δεν θα πάψει ποτέ των ποτών να μας απασχολεί και να μας συγκινεί η ηθογραφία, να είμαστε δηλαδή ένας ηθογραφικός λαός με βαθύτατα καλλιεργημένες ηθογραφικές κλίσεις, καλό είναι να ανατρέχουμε --όσοι έχουν τις προυποθέσεις--, σε εικόνες και σκέψεις, όπως, ας πούμε, σε μιαν όχι τόσο αθώα φράση ενός κριτικού Αλεξανδρινού, του Γιώργου Βρισιμιτζάκη (σκοτώθηκε στο Ανεσύ της Γαλλίας --τι ωραία πόλη--, το 1947). 

Είπε κάτι για την ποίηση του Καβάφη, χρήσιμο εν σχέσει με στάσεις, αντιλήψεις και διαθέσεις κατά παράδοσιν "εθνικές". Είπε το εξής, για να μην βασανίζεται ο αναγνώστης με το φλύαρο γαιτανάκι μας: "Ο Καβάφης δεν είναι αγροτικός ποιητής, ως θα ήθελαν πολλοί. Το  α ρ ν ί, για παράδειγμα, λείπει εντελώς απ' την ποίησή του". 

Τα παλαιά αυτά ζητήματα όχι μόνο δεν έχουν λυθεί οριστικά από το χρόνο, αλλά είναι πάντοτε επίκαιρα στη γραμματεία μας. Μας κυβερνά, ως φαίνεται, ένα άγρυπνο μεταβουκολικό ασυνείδητο. Γι αυτό, ας ακούσουμε την ευτράπελη φράση του παλιού κριτικού, και ας μη τη χαρούμε μόνο ως ευφυολόγημα, αλλά και  ως ιδέα που μπορεί να απαντά και να δείχνει, μαζί με άλλες προσεγγίσεις του έργου του (η ειρωνική γλώσσα, η τόσο μοντέρνα σήμερα πεζολογία, η παραδειγματική ιστορικότητα) σε ποια στοιχεία βασίζεται το ανθεκτικό αυτό ποιητικό ιδίωμα.




Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

«IL GATOPARDO» («Ο ΓΑΤΟΠΑΡΔΟΣ»)

Aπό τη συνεργασία μου με την εφημερίδα Έθνος, 20-10-12


Το Il Gatopardo (1957), μοναδικό βιβλίο του συγγραφέα Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα (Παλέρμο, 1896-Ρώμη, 1957), είναι σημαίνον μυθιστόρημα του 20ού αιώνα. Το 1860 τα κράτη της ιταλικής χερσονήσου ενοποιούνται. Η Σικελία προσαρτάται, κι αυτή, στο νέο βασίλειο. Η κεντρική κυβέρνηση του Τορίνο, θέλοντας να διορίσει έναν επιφανή Σικελό ως γερουσιαστή, στέλνει στο Παλέρμο κάποιον, για να πείσει τον γηραιό πρίγκιπα Δον Φαμπρίτσιο να αποδεχθεί τον διορισμό. Συναντά έναν φινετσάτο και καλλιεργημένο φεουδάρχη, άνθρωπο που αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα την εποχή. Ο Γκαριμπάλντι ενοποιεί την Ιταλία, η γερασμένη αριστοκρατία και ο κόσμος της αργοπεθαίνει. Ο χρόνος των προνομίων του είναι ελάχιστος πια. Για τον νεοέλληνα αναγνώστη, ο διάλογος ανάμεσα στον πρίγκιπα και τον απεσταλμένο είναι λόγος με δραστικούς συνειρμούς, για να μην πω ότι μας αφορά περισσότερο από έμμεσα.

Να γιατί: «Τι χρειάζεται στη Γερουσία κάποιος που δεν ξέρει να εξαπατά τον εαυτό του, αναγκαία προϋπόθεση για όσους καθοδηγούν τους άλλους»; απάντησε ο Δον Φαμπρίτσιο αιτιολογώντας την άρνησή του [...] Οι Σικελοί δεν θα θελήσουν ποτέ να βελτιωθούν, γιατί πιστεύουν πως είναι τέλειοι. Η ματαιοδοξία τους είναι πιο ισχυρή από την εξαθλίωσή τους. Κάθε παρέμβαση ξένου ή Σικελού διαταράσσει τη φαντασίωση της τελειότητας, αναστατώνει τη φιλάρεσκη προσμονή τους για το τίποτε. Οι Σικελοί πιστεύουν στο ένδοξο παρελθόν τους.[...] Νομίζετε πως είστε ο πρώτος που προσπαθεί να μας εντάξει στον ρου της παγκόσμιας Ιστορίας; Μουσουλμάνοι, ιππότες του Ρογήρου, βαρώνοι των Ανζού, Ισπανοί μεταρρυθμιστές και πόσοι άλλοι... Η Σικελία επέλεξε τον ύπνο, παρ' όλες τις εκκλήσεις, γιατί είναι σοφή, τίμια, πλούσια, που... όλοι τη ζηλεύουν και τη θαυμάζουν [...] και βέβαια, αυτό που εμείς νομίζουμε υπερηφάνεια είναι εθελοτυφλία. [...].

Το επόμενο πρωί ο Σεβαλιέ αναχώρησε νωρίς. Οι πόρτες κάποιων σπιτιών είχαν ήδη ανοίξει και η δυσωδία που ανέδιδαν τα στοιβαγμένα σώματα έφτανε στο δρόμο. Ο Σεβαλιέ σκεπτόταν: «όλα αυτά κάποτε θα αλλάξουν». Ο πρίγκιπας ήταν κατηφής: «Κι όμως, όλα αυτά θα διαρκέσουν για πάντα. Με τους ανθρώπινους νόμους, αυτό σημαίνει ένα-δυο αιώνες. Μετά όλα θα γίνουν χειρότερα. Ήμασταν οι Γατόπαρδοι, οι λέοντες. Θα μας αντικαταστήσουν τα τσακάλια. Όλοι μαζί, τσακάλια, Γατόπαρδοι και πρόβατα, θα εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι είμαστε το άλας της γης».


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

14 Ιουλίου 2009


Για την επέτειο και την ιστορία σήμερα

Σ'έναν κόσμο χωρίς μαγεία, χωρίς πίστη, χωρίς ελπίδα, χωρίς θεό και μοναδική αλήθεια, σ΄έναν κόσμο χαώδη και κατακερματισμένο, πως μπορεί η ιστορία να είναι ή να φαντάζει επική; Ούτε και να καμώνεται μπορεί. Στη νεότητά της η ιστορία υπήρξε επική. Τώρα όμως στην ωριμότητά της δεν μπορεί παρά να είναι ειρωνική, σαρκαστική, σχετιστική, τραγική. Ίσως οι επικοί τρόποι να ξανακάνουν την εμφάνισή τους στη σκηνή της ιστοριογραφίας όταν φουσκώσουν τα πανιά των οραματιστών και το ποτάμι της δικαιοσύνης κυλήσει ορμητικό, όταν οι άνθρωποι πιστέψουν στις δυνάμεις τους και εκφράσουν τη συλλογική σκέψη και δημιουργικότητά τους, όταν κατορθώσουν να λυτρωθούν από το άγος και το άχθος του παρελθόντος, όταν η ουτοπία αρχίσει να θαμποχαράζει.


Γιώργος Κόκκινος ( καθηγητής ιστορίας)

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

Οι αφιερώσεις



Ψάχνοντας στο οδόστρωμα, ανάμεσα σε αντικείμενα που οι ρακοσυλλέκτες εκθέτουν στην κυριακάτικη αγορά (απέναντι από το Γκάζι), θέλω να ανακαλύψω αφιερωμένα βιβλία που έχουν πεταχτεί από ιδιώτες ή έχουν πουληθεί από βιβλιοθήκες. Εδώ και χρόνια, μ’ ενδιαφέρει το βιβλίο με τη χειρόγραφη αφιέρωση που έχασε τη στέγη του. Που δεν βρίσκεται πια στη θαλπωρή των ραφιών και στην κατοχή εκείνου στον οποίο απευθυνόταν, τιμητικά ή από συναδελφική υποχρέωση.

Όπως είναι φυσικό τα περισσότερα από τα αφιερωμένα βιβλία που ανακαλύπτω είναι νέα. Γίνεται όλο και σπανιότερη η πιθανότητα να βρεθείς μπροστά στο έργο ενός προπολεμικού συγγραφέα που, άλλωστε, από τους ανύποπτους πωλητές του θα αντιμετωπιζόταν σαν οποιοδήποτε έντυπο: με κριτήριο το μέγεθός του. Δεν εξαιρείται κανένα βιβλίο και κανένα είδος γραφής απ’ αυτή τη μοίρα. Όλα, μπορούν να είναι αντικείμενα περισυλλογής από τους δημόσιους κάδους και, μέσω του ρακοσυλλέκτη ερευνητή (κατά κανόνα τσιγγάνου), να περιέλθουν στην κατοχή ενός νέου κτήτορα. Γι’ αυτούς που έχουν άγνοια του αντικειμένου, να διευκρινίσω ότι η κυριότερη αιτία που κάνει το βιβλίο αδέσποτο είναι ο θάνατος του κατόχου και το άδειασμα του σπιτιού που αμέσως ακολουθεί. Δεύτερη, στη σειρά, αιτία, φαίνεται να είναι η ανεπάρκεια χώρου στις σύγχρονες κατοικίες. Δεν είναι άσκοπο να πω ότι το αντίτιμο αυτών των αγορών είναι πενιχρό, όταν το βιβλίο βρίσκεται στον εκτεθειμένο άτακτο σωρό και δεν έχει ακόμη πάει από το παζάρι στο παλαιοβιβλιοπωλείο.

Έχω αγοράσει, το 2004, εκτεθειμένο στο οδόστρωμα της οδού Άστιγγος, μεγάλο μέρος από τη βιβλιοθήκη ενός νέου πεζογράφου, με δεκάδες αφιερώσεις συναδέλφων του. Τα είχε πουλήσει, μου είπε, εξαιτίας οικονομικών δυσκολιών. Έχω βρεί, πριν από πέντε χρόνια, ποιητικά βιβλία της δεκαετίας του ’50, από την βιβλιοθήκη του Ροζέ Μιλλιέξ, με αφιερώσεις σ’ αυτόν από τον Αλέξη Ασλάνογλου, τον ξεχασμένο Νίκο Παππά, τον Άρη Δικταίο, τον Θέμελη, τον Αναγνωστάκη. Ήταν η εποχή που, ως φαίνεται, ο γάλλος διανοούμενος, άρρωστος και ανήμπορος, άδειαζε το σπίτι του. Έχω βρει βιβλίο με αφιέρωση νέου ποιητή (που πρωτοεμφανίστηκε μάλιστα από τις σελίδες του Δέντρου), αφιερωμένο στη …μητέρα του. Στα χρόνια που έχουν περάσει, έχω αποκτήσει αφιερωμένα βιβλία (πρωτότυπα και μεταφράσεις) πολλών συγγραφέων. Του Πρεβελάκη, του Θεοτοκά, του Καζαντζάκη, του Τέλλου Άγρα, του Αυγέρη, του Διονύσιου Ρώμα, του Βάρναλη, του Λειβαδίτη, του Μπεράτη, του Ρώτα, της Ρίτας Μπούμη, προχθές τον Λοιμό του Αντρέα Φραγκιά. Βρήκα κάποτε και πήρα με δέκα δραχμές, ένα τεύχος της Enciclopedia grafica για την Salamanca. Είναι αφιερωμένο a Costas Palamas, poeta nacional de Grecia, από τον Juan D. Barrueta στις 25-8-1934. Γραμμένο στη δεύτερη σελίδα. Ακόμα δεν αναζήτησα τον ισπανό λόγιο στο ίντερνετ, να δω ποιος ήταν. Για τη δικαιοσύνη και την ακρίβεια που πρέπει να συνοδεύει κάθε μαρτυρία, ας προσθέσω ότι δύο από τις πιο πείσμονες και ποιητικές μορφές συλλεκτών στο Μοναστηράκι είναι ο σκηνοθέτης Τάκης Σπετσιώτης και ο παλιός ηθοποιός του Κρατικού Βορείου Ελλάδος Κώστας Ματσακάς. «Να σας χαρίσω αυτόν τον Βόιτσεκ» μου είπε ένα κυριακάτικο πρωινό ο τελευταίος, χωρίς καλά-καλά να με γνωρίζει, προτείνοντάς μου ένα βιβλίο του Μπίχνερ που μόλις είχε βρει μέσα στο σωρό. «Πιστεύουν πως μπορούν να κάνουν θέατρο με τους μοντέρνους, αγνοώντας αυτό το κεφάλαιο….» πρόσθεσε.

Με υπομονή και με υπολογίσιμη δαπάνη χρόνου μπορεί κανείς να συναντηθεί με κάθε είδους έντυπο, που δεν κράτησε ο αποδέκτης. Έχω δει το βιβλίο ενός συγγραφέα αφιερωμένο στη σύζυγό του, κι ακόμα άλλου συγγραφέα σε σύζυγο συνεργάτη του. Πολύ πρόσφατα βρήκα βιβλίο του Τάσου Γουδέλη, αφιερωμένο σε φίλο του πανεπιστημιακό. Προ δύο ετών επανήλθε στα χέρια μου ένα δικό μου βιβλίο (Το δάνειο του χρόνου), αφιερωμένο σε δημοσιογράφο των Νέων. Πέρσι έδωσα σε φίλο μου την πρώτη ποιητική συλλογή του (1965) που είχε στείλει τότε στον Μάρκο Αυγέρη. Το βιβλίο εκείνο, κατάστικτο από σημειώσεις , έδειχνε πως είχε προσεχτεί από τον γνωστό κριτικό. Άρα, συμπεραίνει κανείς, δεν είναι πάντα η αδιαφορία που, στα υπαίθρια παζάρια, μπορεί να κάνει το βιβλίο έναν περιφρονημένο κλοσάρ των αντικειμένων. Δεν είναι πάντα η «αναισθησία» για τον διπλανό μας, που όσο πιο κοντά μας βρίσκεται τόσο πιο αδιάφορος, συχνά, γίνεται ο λόγος του. Υπάρχουν πολλά και διαφορετικά αίτια που εκπατρίζουν ένα βιβλίο και είναι απρόβλεπτες οι κινήσεις του όταν απομακρυνθεί από τον πρώτο κάτοχο.

Η αφιέρωση (ακόμα και η ανέμπνευστη, και η αυτοσχεδιαστική) παραπέμπει σto χρονικό σημείο της δωρεάς. Είναι η αναπνοή μιας στιγμής, που  ο παραγωγός της γνωρίζει το φευγαλέο της χαρακτήρα. Το βιβλίο-αντικείμενο, αντίθετα, ανεξάρτητα από την αξία του, μάχεται να εξασφαλίσει το επιχείρημα της αθανασίας στον δημιουργό του). Υποθετικά αιώνιο, συνδέεται (στο σημείο εκείνο) με την ελάχιστη στιγμή της αφιέρωσης, που μένει στο χαρτί όπως το θαύμα της φωτογραφίας. Τα δύο μελάνια, της πένας και του τυπογραφείου, είναι τόπος σιωπηρής έντασης, όπου δίνουν τα χέρια  δύο διαφορετικά δαιμόνια. Η δεύτερη σελίδα του βιβλίου είναι μια π α ρ ο δ ι κ ή συγκυρία που συνοδεύει ένα σύμβολο δ ι ά ρ κ ε ι α ς.

Θέλησα προ ετών να οργανώσω μιαν έκθεση αφιερωμένων βιβλίων, που έχουν πια καινούργιο κάτοχο: εμένα. Θα ήταν ένα μνημόσυνο σε πολλά πρόσωπα. Μαρτυρία γι’ αυτά και για το στίγμα του παρελθόντος που οι αφιερώσεις τους φέρνουν στην επιφάνεια. Με απέτρεψε όμως ο φόβος της «παρανάγνωσης». Το γεγονός τού να εκτίθεται συμβολικά αυτή η καταγραφή του χρόνου και το ανύποπτο ταξίδι του βιβλίου (η αλλαγή των νομέων του), θα μπορούσε να εισπραχθεί, ηθελημένα ή όχι, σαν μικρό σκάνδαλο. Έτοιμοι καθώς είμαστε να πέσουμε στην ευτέλεια μετά από το ρεμβασμό μας στο «πνευματικό», δεν είναι δύσκολο να δούμε την αφιέρωση με κοινωνική περιέργεια. Να εισπράξουμε τη μακρινή στιγμή σαν κουτσομπολιό, σαν απλή πληροφορία, που μιλά δυνατότερα από την απουσία του διαθέτη και από τη μοίρα του ανέστιου αντικειμένου.


Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

Χθεσινοί παραθεριστές



Το σχόλιο που ακολουθεί είναι κείμενο του σκηνοθέτη και συγγραφέα Τάκη Σπετσιώτη, τακτικού συνεργάτη του Δέντρου. Θα δημοσιευθεί στο προσεχές τεύχος, Νο 165-166, που θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο.

Ανθρώπους της πόλης σαν κι εμάς τους βρίσκει απρόθυμους να μετακινηθούνε
το καλοκαίρι. Τα μακρινά ταξίδια τούς φέρνουν άγχος, η καθημερινή ρουτίνα
έντεκα-εντεκάμισυ μηνών (για την οποία κάποιες φορές τον χρόνο, κουρασμένοι,
γκρινιάζουν κιόλας), μοιάζει πολύτιμη ακόμη κι όταν ο υδράργυρος, η συνήθεια, ή οι προτροπές των γύρω τους τούς καλούν –εκεί, κοντά στα μέσα του δεκαπενταύγουστου–, χωρίς άλλη αναβολή, επιτέλους, για καμιά δεκαπενταριά είκοσι μέρες κι εκείνοι να ξεσηκωθούνε: «Καλά, μην μου πεις ότι θα κάτσεις να ψηθείς, μ’ αυτούς τους καύσωνες! Τι city boy και πρασινάλογα μου τσαμπουνάς, σαράντα υπό σκιάν θα φτάσει, και με την τρύπα του όζοντος ακόμη χειρότερα, τι θα μείνεις μόνος να κάνεις, μου λες, στο Θησείο;». Απρόθυμες ξεκλειδώνονται κάποιες διπλοαμπαρωμένες βαλίτσες, κουρασμένα τα βήματα, άκεφα μέχρι τα πρακτορεία ταξιδίων για ένα εισιτήριο για τα κοντινά νησιά. Ανθρώπους σαν κι εμάς τους αποθαρρύνουν τα μακρινότερα ταξίδια. Το όνειρο για κάποια απόμακρη΄Ιμβρο ή Λήμνο ή Τένεδο παραμένει όνειρο, αφήνοντας την πραγματικότητα να το εκλογικεύσει κατά τη δική της αντίληψη – η εκλογίκευση άλλωστε είναι μια τέχνη άνευ της οποίας παραθεριστές σαν και μας δεν θα ’χαν επιβιώσει: «Ωραίο και το Καστελόριζο και τα Κουφονήσια, κι οι Παξοί, δεν λέω, αλλά, βρε παιδί μου, μακριά... Δεν έχουμε κλείσει και δωμάτιο, πατείς με πατώ σε θα γίνεται μες στον Αύγουστο… Άσε, άλλη φορά… Καλύτερα εδώ κοντά... Ο Αργοσαρωνικός
ποτέ δεν πεθαίνει...».
Ανθρώπους σαν κι εμάς, με λίγα μπαγκάζια και λίγα βιβλία για την παραλία, τους βρίσκει επιφυλακτικούς η εγκατάλειψη της πόλης και οι συνήθειές της, σκυθρωπούς η ανάγκη της μετακίνησης που για τον μεγαλύτερο αριθμό κόσμου γίνεται –αυτούς τους δυο ελληνικούς θερινούς μήνες–, έως και μανιώδης. Το καραβάκι διασχίζει ήδη το πέλαγος, κι αυτοί χαμένοι στις δικές τους σκέψεις ονειρεύονται με τον Προυστ: «Ε! Λοιπόν, τι θα ’λεγε η εκκλησία του Μπαλμπέκ αν ήξερε πως ξεκινάνε μ’ αυτό το θλιμμένο ύφος για να την επισκεφτούν; Αυτός είναι ο καταγοητευμένος ταξιδιώτης για τον οποίο μιλά ο Ράσκιν; Άλλωστε εγώ θα ξέρω αν στάθηκες στο ύψος των περιστάσεων, ακόμα κι από μακριά θα εξακολουθώ να βρίσκομαι κοντά στο λυκάκι μου. Αύριο κιόλας θα ’χεις γράμμα της μαμάς».
Θ’ αλλάξει η διάθεσή τους. Σιγά-σιγά. Μια-δυο νύχτες αφότου αφήσουνε το
σπίτι, οι φόβοι τους να εναρμονιστούν στην άγνωστη πόλη, να κοιμηθούν στο καινούργιο δωμάτιο, η διάθεση να αντιτάσσονται στα πράγματα που απειλούν το μεγαλύτερο, το πιο συνηθισμένο μέρος της ζωής τους, με μελλοντικές άγνωστες
ζωές, θα ανασχεθεί.
Έχουν βγάλει τα παπούτσια τους και τσαλαβουτάνε ήδη στην παραλία. Νιώθουν
τις θερμές ανάσες της αμμουδιάς, ένα αίσθημα υγείας τούς ενώνει με το ξύπνημα
της πλάσης. Παράδεισος λουσμένος στην πρωινή δροσιά, ολόκληρη η αλέα
μοιάζει μ’ αναμμένο πολυέλαιο, πουλιά τσιμπολογάνε λαίμαργα το φως απ’ τις
σπάταλες στιλβωμένες αχτίδες. Θα περάσουν απογεύματα και βράδια με βράχια,
πέτρινες κόγχες, φεγγάρι και σιωπή. Παρόλο που τα ψάρια σπανίζουν, έρχονται
κι αυτά εισαγόμενα πια ώς εκεί, ένας μπάρμπας για παραγάδι, παλιός καπετάνιος, απομένει εντούτοις αραχτός κάπου στ’ ακρογιάλι. Α, ναι! Και κανα-δυο νέοι, ψαροντουφεκάδες αυτοί, ερασιτέχνες του καλοκαιριού που το λέει η καρδιά τους, ξεχάστηκαν μέχρι αργά το βράδυ, μουλιάσαν στα νερά.

Δεν θα κυλήσουν οι μέρες τους όλες (φυσικά και όχι), με την γοητεία των αισθήσεων και μόνο. Παρότι έχουν κυριολεκτικά βγει απ’ την πρίζα –μην τους πεις για εφημερίδες, ειδήσεις στην τηλεόραση, παραστάσεις και λοιπές ...πολιτιστικές εκδηλώσεις!– όλο και κάπου θα δεχθούν κι εκείνοι, έστω και μόνο μες απ’ την ανάγνωση, την επίθεση ανεξιχνίαστων δυνάμεων, χωρίς βεβαίως τελικά να αφανιστούν, όπως φερειπείν ο Χωρομέτρης Κ., με του οποίου το δράμα θα βαλαντώσουν κάποια βράδια από νωρίς, απ’ το προχωρημένο απόγευμα, με τον Πύργο που πήραν μαζί τους και που, κατά τους δύο Γάλλους θεωρητικούς, «...η έκφραση πρέπει να σπάσει τις φόρμες, να σημειώσει ρήξεις και νέες προσδέσεις. Αν μια μορφή έχει διασπαστεί, πρέπει να ανασκευαστεί το περιεχόμενο που θα βρίσκεται αναγκαστικά σε ρήξη με την τάξη των πραγμάτων, σε μια ελάσσονα ή επαναστατική λογοτεχνία..».
Ένα απόγευμα τα σύννεφα θα τους προειδοποιήσουν ότι οι μέρες των διακοπών μαζεύτηκαν, κι ότι η ώρα της επιστροφής είναι κοντά. Απόψε βράδιασε πιο γρήγορα στην βεράντα, η ορχήστρα των δέντρων ακούγεται διαφορετική. Αυτά τα ευγενικά τέρατα στον κήπο στέκονται μπροστά τους σαν σκιές μεταμφιεσμένες και, με την ανατριχιαστική τους αύρα, πιστοποιούν ότι δεν υπάρχουνε φαντάσματα. Σε σωστή ώρα επιστρέφουμε, σκέφτονται οι χθεσινοί παραθεριστές, αμπαλάροντας. Πίσω ξανά στα ρείθρα των οδών, στα σκονισμένα τζάμια των παλιών κτιρίων, στα δύστυχα ρομαντικά δρομάκια του ιστορικού κέντρου, τις φτωχικές παρόδους της λαϊκής συνοικίας τους. Ελπίζοντας πως κι ο ήλιος δεν θα κάνει άλλες καλοκαιρινές ζαβολιές πια. Κι η αποπνικτική θερμοκρασία θα πέσει, κι η ατμόσφαιρα θα γίνει πιο ανακουφιστική. Πίσω, και καλό χειμώνα.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

Και πάλι για τον Ζακ Τατί

Από τον θεωρητικό του κινηματογράφου κ. Γιώργο Αραμπατζή έλαβα το ακόλουθο σχόλιο. Συνεχίζει τις σκέψεις που έχουν ήδη αναρτηθεί και αφορούν τον Ζακ Τατί.


Η εκτίμηση του Τ. Γουδέλη, και του Κ. Μαυρουδή, σχετικά με τη μεγάλη αξία των δυο πρώτων μεγάλου μήκους ταινιών του Τατί και τις αδυναμίες του ύστερου έργου του με βρίσκει σύμφωνο. Για την περαιτέρω κατανόηση της αξιολόγησης αυτής, θα ήθελα να αναφερθώ στη στενή σχέση μεταξύ Τατί και Φελίνι, όσον αφορά στην κωμική και κριτική συνάμα πρόσληψη μίας γκροτέσκας πραγματικότητας. Τον δημιουργικό χώρο που άφησε ανολοκλήρωτο ο Τατί ήρθε και κάλυψε, με ακόμη πιο εντυπωσιακό τρόπο, η πληθωρική προσωπικότητα του Φελίνι, έτσι ώστε να επισκιάζονται κάπως, σ’εμάς τους μεταγενέστερους, οι καινοτομίες του ύστερου έργου του γάλλου δημιουργού. Η βασική διαφορά μεταξύ των δύο, η οποία συνιστά και την υπεροχή του Φελίνι, εντοπίζεται, πιστεύω, στις περί ανθρωπολογίας αντιλήψεις τους. Ο Τατί πιστεύει, κατά βάση, σε μία διάκριση μεταξύ αυθεντικής ανθρώπινης φύσης και διεφθαρμένου πολιτισμού. Η κωμική φιγούρα του στο μέσον ενός τερατώδους τεχνοκρατικού περιβάλλοντος, με την έλλειψη προσαρμοστικότητας και το χάος που προκαλεί, επιτρέπει κάποια στιγμή την συνεύρεση ορισμένων ανθρώπων σε ένα φυσικό περιβάλλον υπό συνθήκες φιλικότητας και κατανόησης. Ο Φελίνι δεν επιτρέπει ούτε τέτοια διάκριση ούτε τέτοια συνεύρεση και η καυστική ματιά του καταγράφει όλες τις κοινωνικές μας πόζες ανελέητα, υπό το φως ωστόσο μίας πραγματικής φιλάνθρωπης συμπαθητικής ματιάς. Το τερατώδες στον Φελίνι μπορεί να είναι είτε φυσικό είτε πολιτισμικό αλλά, σε κάθε περίπτωση, έχει να κάνει με την ανθρώπινη ομάδα, είναι σύγχρονό της και κοινής προέλευσης με αυτήν. Η καλλιτεχνική χρησιμοποίηση από τον Φελίνι της θεωρίας αρχετύπων του Γιουνγκ δίνει μεγαλύτερο βάθος στην προσέγγισή του αν δεχθούμε ότι το αρχέτυπο είναι αυτό ακριβώς που υπερβαίνει τη διάκριση φυσικού και πολιτισμικού. Η διαφορά αυτή μεταξύ Τατί και Φελίνι δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε τις πολλές ομοιότητες των έργων τους που οφείλεται σε μία κοινή πηγή της τέχνης τους: το σινεμά του Τσάρλι Τσάπλιν.

Ο φλεγματικός στιλίστας κ. Ζακ Τατί

Από τον σκηνοθέτη και κινηματογραφικό κριτικό Θόδωρο Σούμα έλαβα το κείμενο που ακολουθεί. Αφορμή έχει τα κείμενα που γράφτηκαν και αναρτήθηκαν προ ημερών για τον Τατί.





Ο Γάλλος, στιλίστας σκηνοθέτης περίτεχνων κωμωδιών, Ζακ Τατί ξεκίνησε την καριέρα του δημιουργώντας τον κινηματογραφικό τύπο του λίγο αφελούς, λίγο σοφιστικέ κ. Ιλό, στις διακριτικές, χαμηλότονες, ασπρόμαυρες ταινίες του, Οι διακοπές του κ.Ιλό (1953) και Μέρα γιορτής (1949). Σ’αυτές τις δυο πρώτες ταινίες του βρίσκουμε πολλά ευφυή γκαγκ, τη συνήθη, μεγάλη και εύστοχη παρατηρητικότητά του, τη νοσταλγία και την ποίηση που το άρωμά τους διαποτίζει ολόκληρο το κινηματογραφικό έργο του.
Από την επόμενη ταινία του, Ο θείος μου, γυρισμένη το 1958, ο Τατί περνά σε έναν κινηματογράφο πιο σύνθετο και συνθετικό, που εμπεριέχει τη φιλοσοφία ζωής του: την αντίθεση ανάμεσα στο αθώο άτομο και το μοντέρνο, τεχνολογικό κοινωνικό περιβάλλον. Ο θείος μου, που ξεχωρίζει γι’ αυτή την αντίφαση, του ακόμη ακατέργαστου κι αυθόρμητου ατόμου (ο θείος και ο ανιψιός) προς τον τεχνοκρατικό, υπερμοντέρνο, σχεδόν φουτουριστικό χώρο του σπιτιού τής νεόπλουτης οικογένειας, είναι ένα μικρό αριστούργημα. Το επόμενο φιλμ, το Playtime, του 1967, θεωρείται ήδη ένα μεγάλο κινηματογραφικό αριστούργημα: Στον τεράστιο χώρο της μοντέρνας έκθεσης σύγχρονων βιομηχανικών προϊόντων με το εξεζητημένο ντιζάιν —που έχει δημιουργήσει ο Τατί— ξεδιπλώνεται η αδέξια κι επεισοδιακή δράση του αθώου και ταυτόχρονα εκκεντρικού ήρωά του που θυμίζει περίεργο, μεγάλο παιδί, το οποίο χάνεται στον τεχνοκρατικό, χαώδη λαβύρινθο… Στις δύο προαναφερθείσες ταινίες του, όπως και στο Trafic του 1971, ο εστέτ, έμμεσα σατιρικός σκηνοθέτης, στήνει ολοκληρωμένες δομές.
Τα γκαγκ του Ζακ Τατί βασίζονται στην πραγματικότητα έτσι όπως έχει, καθώς και στην προσεκτική παρατήρησή της. Ο Τατί εστιάζει συχνά την προσοχή του στους ήχους που παίζουν βασικό, αποκαλυπτικό ρόλο στο έργο του. Χρησιμοποιεί πολλά γενικά πλάνα όπου οι σημαντικές λεπτομέρειες διαχέονται στο σύνολο και καλούν το μάτι (ή το αυτί) του ενεργοποιημένου θεατή να τις ανακαλύψει (ορισμένες τέτοιες σημαίνουσες λεπτομέρειες περνούν ενδεχομένως απαρατήρητες…). Η Κολέτ, γνωρίζοντας τις καταβολές του και την απαρχή της καριέρας του (αθλητής, μίμος, καλλιτέχνης του μιούζικ-χολ), έγραψε ότι δημιούργησε ένα έργο που έχει σχέση με το χορό, τα σπορ, τη σάτιρα και το ταμπλό βιβάν…

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2008

Mικροπερίοδα σχολιαστικά


Ο Τάσος Γουδέλης μεταξύ άλλων σχολίων του, έγραψε και δημοσίευσε στο τελευταίο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού Το Δέντρο αυτά που ακολουθούν. Στο εν λόγω τεύχος (Νο 163-164) που έχει, ευτυχώς, αγνοήσει τις απουσίες της εποχής και πραγματοποιεί μια πολύ καλή κυκλοφορία, φιλοξενήθηκαν κείμενα ξένων συγγραφέων, επισκεπτών της χώρας μας. Υπάρχει όμως και ένα ενδιαφέρον λογοτεχνικό παιχνίδι στις σελίδες του, που έγινε απ’ όσο γνωρίζω για πρώτη φορά. Γνωστοί νεοέλληνες πεζογράφοι γράφουν με ταυτότητα ξένου συγγραφέα. Τα κείμενα που προκύπτουν μ’ αυτήν την δημιουργική ψευδωνυμία είναι απρόσμενα πειστικά, έχουν ατμόσφαιρα και χιούμορ που αναπαράγει γόνιμα τον περιγραφόμενο χρόνο και τόπο. Αναρτούμε εδώ, για τους αναγνώστες του μπλοκ, μερικές σχολιογραφικές σελίδες από τη στήλη «Τα Φύλλα».


Mικροπερίοδα σχολιαστικά

Η παρανάγνωση, κατά μίαν έννοια, είναι μέσα στους κανόνες παιχνιδιού, δηλαδή αποτελεί αναγνωστικό δικαίωμα, θάλεγε κανείς, αφού ο αποδέκτης κάποιου κειμένου, είναι αναπόφευκτα ο «νομέας» και κριτής του, εκείνος που το «επαναδημιουργεί». Όμως, υπάρχουν και όρια μέσα στα οποία οφείλει ο παραλήπτης αυτός να κινηθεί: τον δεσμεύουν σε ορισμένες περιπτώσεις τα οδόσημα που έχει θέσει ο συγγραφέας, οι «σκηνικές οδηγίες» γύρω από ένα (ελαστικό οπωσδήποτε, πλην αναγκαίο) πλαίσιο ανάγνωσης. Οπότε ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος, να δεχθεί αυτή την προσυμφωνία, χωρίς να του στερείται καμιά ελευθερία κινήσεων από εκεί και πέρα, ειδάλλως «προδίδει» και διαστρεβλώνει το πνεύμα του κειμένου. Ο Τσέχοφ, π.χ., τόνιζε ότι δεν πρέπει διαβάζονται τα θεατρικά του ως αμιγή δράματα: τη συμβουλή του οφείλουμε να ακολουθήσουμε.


Το πιο άστοχο, σπασμωδικό και εν τέλει φαιδρό επιχείρημα...τυφλότητας του ελληνοκεντρικού απέναντι στη φυσική δυσανεξία της κριτικής σκέψης για τα εγχώρια, στηρίζεται επάνω σε μία επινοημένη, εντελώς ψευδεπίγραφη αναλογία: «και οι κεντροευρωπαϊκές κοινωνίες είναι το ίδιο ή και περισότερο διαβλητές (με) από τη δική μας..».


Γόνιμα αδιέξοδα: «Δεν ξέρω τι είναι χρόνος. Δεν ξέρω ποιο είναι το πραγματικό μέτρο που έχει, αν έχει κάποιο. Ξέρω πως το μέτρο του ωρολογίου είναι ψευδές: χωρίζει το χρόνο μέσω του χώρου, έξωθεν. Ξέρω επίσης πως το μέτρο των συγκινήσεων είναι ψευδές: χωρίζει όχι το χρόνο, αλλά την αίσθησή του [...] Τι πράγμα λοιπόν είναι αυτό που μας μετράει χωρίς μέτρα και μας σκοτώνει χωρίς να υπάρχει; Αυτές ακριβώς τις στιγμές, που δεν ξέρω αν ο χρόνος υπάρχει, που τον αισθάνομαι σαν να είναι άνθρωπος, έχω την επιθυμία να κοιμηθώ». (Φερνάντο Πεσσόα: Το βιβλίο της ανησυχίας).


Για τον Μπόρχες, όμως, «ο χρόνος είναι δώρο της αιωνιότητας», η οποία «μας επιτρέπει να ζούμε διαδοχικά [...] γιατί δεν μπρούμε να σηκώσουμε αυτό το αβάσταχτο βάρος, αυτή την αβάσταχτη εκτόνωση όλου του είναι τού σύμπαντος [...] Ο Σοπενάουερ είπε πως, ευτυχώς για μας, η ζωή μας διαιρείται σε μέρες και σε νύχτες, η ζωή μας διακόπτεται απ’ τον ύπνο. Σηκωνόμαστε το πρωί, περνάμε τη μέρα μας, κοιμόμαστε. Αν δεν υπήρχε ο ύπνος, η ζωή μας θα ήταν αφόρητη, δεν θα μπορούσαμε ν’ απολαύσουμε τίποτα. Δεν μπορούμε να απορροφήσουμε όλο το είναι. Έτσι, μας δίνονται μεν τα πάντα, αλλά βαθμιαία.» (Τα προφορικά).


Η διαδικτυακή κουλτούρα εξελίσσεται ραγδαία, αλλάζοντας πολιτισμικές συνήθειες αιώνων. Επί πλέον, είναι μια καλή αφορμή να απαλλαγούμε από τη λανθάνουσα, πλην ισχυρά, καχυποψία μας απέναντι σε προτάσεις της τεχνολογίας, οι οποίες αφορούν τη γνώση, τις ιδέες ή την αισθητική. Όσο και αν ακούγεται υπερβολικό, στην περιφέρεια, και όχι μόνο δυστυχώς, στο κοντινό, ακόμα, παρελθόν ο σκεπτικισμός για την καλλιτεχνική αξία του «εργαστηριακού» σινεμά, ας πούμε, ήταν διάχυτος, ιδίως μεταξύ των οπαδών του «χειρωνακτικού» θεάτρου. Σήμερα η τεχνολογία έχει επηρεάσει αποφασιστικά την παραδοσιακή τέχνη. Η ηλεκτρονική «εικόνα» μέσω της πληροφορικής κερδίζει έδαφος, δημιουργώντας ένα νέο είδος θεραπόντων μιας αντιπαραδοσιακής πολιτισμικής συμπεριφοράς, που αντιλαμβάνεται την εποχή του Γουτεμβέργιου ως αφόρητα παρωχημένη.


Να υποθέσουμε ότι έχει δίκιο ο Τζορτζ Στάινερ όταν ανησυχεί για το μέλλον του βιβλίου; «Έχουμε την τάση», γράφει, «να λησμονούμε ότι τα βιβλία, εξαιρετικά ευάλωτα, μπορούν να αφανιστούν ή να καταστραφούν. Διαθέτουν την ιστορία τους, όπως κάθε ανθρώπινο προïόν, μια ιστορία όπου εμπεριέχεται, σε λανθάνουσα κατάσταση, η πιθανότητα, το ενδεχόμενο ενός τέλους» (Η σιωπή των βιβλίων).


Ο αγχινούστατος Όρσον Γουέλς, έδωσε κάποτε μιαν πειστική εξήγηση γύρω από το δυσεξήγητο φαινόμενο της διαφοράς των αισθητικών επιλογών ενός καλλιτέχνη σε δημιουργικό επίπεδο και των προτιμήσεων του σε προσωπικό: «Μας αρέσουν πράγματα για διάφορους λόγους, πάντα σε προσωπικό επίπεδο και μάλιστα πράγματα που είναι αντίθετα από αυτά που υπηρετούμε [...] Γνωρίζω τι είναι αυτό που κάνω και όταν το βλέπω στο έργο άλλων καλλιτεχνών το ενδιαφέρον μου μειώνεται. Αυτά που ελάχιστα μοιάζουν με τα δικά μου είναι αυτά που με ενδιαφέρουν τα μέγιστα. Για μένα ο Βελάσκεθ είναι ο Σέξπιρ της ζωγραφικής και, παρ’ όλα αυτά, δεν έχει τίποτα το κοινό με τον τρόπο της δουλειάς μου».


Ο Γουέλς δεν ήταν, πάντως, ειλικρινής όταν υπογράμμιζε τα προηγούμενα: κάποτε είχε δηλώσει ότι θεωρούσε τον Κλέφτη των ποδηλάτων του Βιτόριο Ντε Σίκα, ως την καλύτερη ταινία από εφευρέσεως του κινηματογράφου. Παρότι, εκ πρώτης όψεως, η προτίμησή του αυτή μοιάζει να βρίσκεται στον αντίποδα των δικών του έργων, στην πραγματικότητα ο παροξυσμικός νεορρεαλισμός του ιταλικού φιλμ (που έχει βασισθεί, καθώς γνωρίζουμε, στον βερισμό και στο μελόδραμα) διαθέτει στοιχεία συγκινησιακού μπαρόκ: αυτός ο «γιγαντισμός» του συναισθήματος έχει σχέση με το κολοσάλ ύφος των γουελσικών ταινιών σε μεγάλο βαθμό. Άρα τα δύο φιλμ είναι υπογείως (;) συγγενικά.


Ο γνωστός ορισμός περί ποιήσεως, αντιλαμβάνεται την τέχνη αυτή ως προϊόν της επίμονης παρατήρησης επί της πραγματικότητας: πόσην, όμως, αξία μπορεί να έχει εάν τοποθετήσουμε αυτόν που εμπνέεται σε ένα υποβαθμισμένο περιβάλλον; Το νεοελληνικό σκηνικό αυτόχρημα «άσχημο» και αντιαισθητικό σε προκαλεί να το υπερβείς. Διαφορετικά θα σου υπαγορεύσει το ήθος και τους κανόνες της αισθητικής του. Ο μονογραμμικός ρεαλισμός πολλών διατυπώσεων (σκηνικών, φιλμικών, εικαστικών, μουσικών), που υπηρετεί την πιστή αναπαράσταση, καταντά ένας νεονατουραλισμός, πιασμένος στην παγίδα ενός τοπίου χωρίς βάθος και προοπτική.


Συμβαίνει ένας δημιουργός να αγαπά κάποιο έργο του περισσότερο από άλλα, εκείνο, μάλιστα, για το οποίο οι περισσότεροι έχουν αρνητική γνώμη. Το κακό για τον πρώτο είναι ότι αυτοί οι τελευταίοι μέσα στο χρόνο συχνά δικαιώνονται. Ο δημιουργός μπορεί να μη δίνει την εύνοιά του προς το απορριφθέν έργο με εγωτικά ανακλαστικά, λόγω του περιρρέοντος κλίματος, αλλά γιατί το πιστεύει. Και αυτό είναι το δράμα του: θα απέλθει με το παράπονο ότι αυτό το υποτιμημένο κείμενο άξιζε καλύτερης τύχης.


Παραφράζοντας το γνωστό ρητό: «Σε κάθε ερώτηση μία είναι η απάντηση: ο άνθρωπος» (Λουί Αραγκόν), δηλαδή αντικαθιστώντας το ουσιαστικό άνθρωπος με ένα άλλο, τη λέξη φόβος, συναντάμε την καφκική σκέψη: « Οι χαρές της ζωής, δεν είναι της ζωής, αλλά ο δικός μας φόβος να ανυψωθούμε σε μιαν ανώτερη ζωή, τα βάσανα αυτής της ζωής δεν είναι της ζωής, αλλά ο δικός μας αυτοβασανισμός εξαιτίας αυτού του φόβου». (Φ. Κάφκα Αφορισμοί).


Σε ορισμένες από τις —πολύ λίγες— δυτικές ταινίες με σύγχρονο θέμα, που γυρίζονται στην Ελλάδα, διαπιστώνει κανείς ότι το ακαλαίσθητο, βάρβαρο σκηνικό των πόλεων κινηματογραφείται με έναν ιδιαίτερο τρόπο: «υποστηρίζεται» ό,τι στοιχείο μπορεί να δώσει προοπτική σ’ αυτό το άμορφο τοπίο. Σχεδόν μαγικά το βεβαρημένο περιβάλλον βελτιώνεται. Σκέφτεται αυθόρμητα κανείς, χωρίς περιστροφές και συμπλέγματα, το απλούστατο: ότι η ύπαρξη αυτού του προηγμένου βλέμματος στον ημεδαπό χώρο, από τη θεμελίωσή του ως κράτους και εντεύθεν, θα τον διέσωζε από την καταστροφή.

Oι διακοπές του κυρίου Ιλό



Και τώρα που οι περισσότεροι θα απουσιάζουμε σε μακρινούς ή πλησιέστερους τόπους, ο καθένας θα μπορούσε να θυμηθεί το μοναδικό αριστούργημα του Ζακ Τατί, Οι διακοπές του κυρίου Ιλό (1952). Προσωπικά το θεωρώ την ευγενέστερη και πιο μελαγχολική ταινία τού υποτιθέμενου κωμικού σινεμά. Τα πρόσωπα των παραθεριστών της ακτής του Ατλαντικού, οι σιωπές, ο τόπος που είναι ένα χωριό (Saint Marc sur mer) της Βρετάνης, ο απόλυτα μοναχικός και αδέξιος κύριος Ιλό (που σε όλο το φίλμ κινείται και δεν λέει ούτε μια λέξη), είναι ένα χαμηλόφωνο ελεγείο για τις μέρες του καλοκαιριού. Αργότερα (1954) ο Τατί έκανε ένα ακόμη αριστούργημα, τις Μέρες Γιορτής. Οι μεταγενέστερες ταινίες του δεν με ενδιέφεραν.

Θυμάμαι ότι είχα πρωτοδεί τον Κύριο Ιλό σε ένα θερινό σινεμά της Πατησίων. Όπως πάντα συμβαίνει, είδα ένα μέρος μόνο του φιλμ. Η πυκνότητά του σε κάνει να χάσεις πολλά σημεία (εκφράσεις, ευρήματα, κινησιολογικές λεπτομέρειες, τη λυρική συνοχή του συνόλου).
Με εντυπωσίασε όταν ένας συμφοιτητής μου έκανε ορισμένες παρατηρήσεις για πράγματα που δεν είχα δει, δεν είχα προσέξει. Συγκεκριμένα, θυμάμαι να μου επισημαίνει τη στιγμή, της τελευταίας ημέρας, που ο Ιλό, αγνοημένος από τους υπόλοιπους θαμώνες του ξενοδοχείου, προσπαθεί να χαιρετήσει αυτούς που φεύγουν, να αποσπάσει το ενδιαφέρον τους. Μού είχε ξεφύγει η δραματική ομορφιά της σκηνής. Ο συμφοιτητής μου εκείνος, για την ιστορία, ήταν ένας ταλαντούχος θεατής, που τελικά έβαλε τη νοημοσύνη του στην υπηρεσία άλλων, πρακτικότερων ενασχολήσεων. Είχε προλάβει να κάνει το 1968 μια πρωτόλεια ταινία μικρού μήκους.

Ξαναβλέπω συνεχώς από τότε τον Κύριο Ιλό. Η ταινία όχι μόνο δεν έχει χάσει κάτι από την φρεσκάδα της, αλλά τώρα φαίνεται πυκνότερη, αυστηρότερη, σχεδόν ένας κανόνας κινηματογραφικής γραφής, μια πηγή αισθημάτων που παράγονται από την απαράμιλλη εικόνα, το ύφος, τις χρήσεις του γκαγκ, την έκπληξη της χειρονομίας. Ο Τατί κατάφερε να κινήσει τα πρόσωπά του μέσα σε ένα κλίμα παράδοξης αθωότητας. Η παιδική του αφήγηση (οι διακοπές που αρχίζουν και τελειώνουν)συγκινεί και γοητεύει. Μόνον ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Άγγλων τον πλησιάζει, ενώ κάθεται στην παραλία, λίγο πριν φύγει. «Γειά σας. Θα έρθουμε πάλι του χρόνου» του λένε και απομακρύνονται.
Στο Saint Marc sur mer, ένα χάλκινο άγαλμα του κυρίου Ιλό, μισόν αιώνα μετά, στέκεται στην άκρη της παραλίας και κοιτάζει τη θάλασσα.

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Η Κωνσταντινούπολη σε ασπρόμαυρο χρώμα


Ο Σίγκμουντ Γκίνσμπεργκ είναι συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ζει στην Ιταλία και εργάζεται στην εφημερίδα L’ Unitα. Το κείμενο που αναρτάται εδώ δημοσιεύεται στο τελευταίο (163-164) τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού «Το Δέντρο» που κυκλοφορεί.



Όπως του Άρα Γκιλέρ και του Ορχάν Παμούκ, όπως η Κωνσταντινούπολη της ταινίας «Αμέρικα! Αμέρικα!» του Ηλία Καζάν, έτσι και η δική μου Κωνσταντινούπολη είναι ασπρόμαυρη. Είναι ασπρόμαυρες και τυλιγμένες στην ομίχλη οι παιδικές μου αναμνήσεις. Είναι ασπρόμαυρες οι οικογενειακές φωτογραφίες. Τις φυλάω σε ένα γερό χαρτονένιο κουτί, το οποίο ποιος ξέρει τι περιείχε άλλοτε. Έχουν επιζήσει, παρ’ όλες τις μετακομίσεις αντικειμένων και μνήμης. Όμως κάποιες έχουν χαθεί και αυτό με στενοχωρεί ιδιαίτερα, διότι δίχως αυτές δυσκολεύομαι ακόμα περισσότερο να θυμηθώ.
Και η δική μου Κωνσταντινούπολη είναι γκρίζα, αχνά φωτισμένη, υγρή, βρεγμένη από τη βροχή, λασπωμένη, χιονισμένη. Δεν γνωρίζω εάν χιόνιζε περισσότερο από ό,τι στο Μιλάνο. Δεν πιστεύω καθόλου ότι είχε περισσότερη ομίχλη από ό,τι στην κοιλάδα του Πάδου. Πάντως οι πρώτες μου αναμνήσεις είναι ένας χιονισμένος κήπος. Θα ήμουν τριών ετών. Υπήρχε ένα κοριτσάκι λίγο μεγαλύτερο, με ανοιχτόχρωμο παλτό. Ήθελα να τρέξω, να παίξω μαζί της, αυτή ήταν η μεγαλύτερη επιθυμία μου, ίσως να ήταν και ο πρώτος μου έρωτας. Εκείνη όμως δεν ήθελε, ίσως με θεωρούσε πολύ μικρό. Ήταν η πρώτη μου εικόνα από αμέτρητες άλλες. Σε μια φωτογραφία είμαι λίγο μεγαλύτερος, με μια τεράστια χιονόμπαλα στο χέρι. Στο βάθος, μια μπρούντζινη μαύρη γαζέλα. Θυμάμαι πολύ καλά ότι υπήρχε και ένας ταύρος. Θυμάμαι τη σκηνή ασπρόμαυρη, αλλά πολύ καθαρή. Εγώ να λέω στα τουρκικά: «Μαμά, μαμά, κοίτα τι μαστοί!». Και ένας άνδρας να μου λέει γελώντας: «Όχι παιδί μου, δεν είναι στήθος, λέγονται όρχεις, κι αυτός είναι ταύρος!». Ένιωσα ένα σφίξιμο στο λαιμό, ίσως διότι αισθανόμουν αντικείμενο κοροϊδίας, ή διότι δεν καταλάβαινα καλά για τι πράγμα μιλούσε, ή διότι η μητέρα μου είχε κοκκινίσει. Ήταν ο κήπος ανάμεσα στο Ταξίμ, την πλατεία όπου στο κέντρο της βρίσκεται το άγαλμα του Ατατούρκ και το Ντολμαμπαχτσέ, τελευταία κατοικία των σουλτάνων πάνω στο Βόσπορο.
Σε μια άλλη φωτογραφία φοράω κοντό παντελονάκι, είμαι χλομός και φαίνομαι αρρωστούλης. Ίσως να είναι από τότε που είχα πάθει κοκίτη και δεν μου περνούσε με τίποτα. Η μολυσμένη ατμόσφαιρα, το κρύο; Η Κωνσταντινούπολη είναι στον ίδιο παράλληλο με τη Νάπολη, αλλά είναι πιο εκτεθειμένη στους ανέμους που προέρχονται από τη ρωσική στέπα. Εκείνη την εποχή οι σόμπες έκαιγαν ξύλα ή κάρβουνο. Όμως, θυμάμαι επίσης ότι το κάρβουνο με έκανε καλά κι όχι τα ξόρκια της γιαγιάς μου με τα καυτά κάρβουνα, που τόσο εξόργιζαν τον πατέρα μου, αλλά το κάρβουνο κοκ του κέντρου παραγωγής του Δήμου. Είχαν πει στη μητέρα μου ότι ήταν το μοναδικό φάρμακο, εφόσον τα κοινά φάρμακα δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Έτσι με είχε πάει στη μονάδα παραγωγής, είχε ζητήσει να της δώσουν ένα σακουλάκι με κοκ και μου είχε υποδείξει να εισπνεύσω τον καπνό του. Ο βήχας είχε περάσει.
Θυμάμαι εκείνην τη βαθυκύανη θάλασσα. Αλλά μόνον οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες μπορούν να δείξουν τη λάμψη των κυμάτων του Βοσπόρου, το πλήθος από βάρκες και καΐκια (δεν υπάρχουν πλέον βάρκες με κουπιά), την αντίθεση ανάμεσα στον μαύρο καπνό που έβγαινε από τα φουγάρα των πλοίων και το καθαρό του ουρανού, τη σύγκρουση ανάμεσα στη σκοτεινή θάλασσα και τον αφρό της. Η κούραση της Κωνσταντινούπολης είναι ασπρόμαυρη, όπως εκείνη των χαμάληδων με την κατάφορτη πλάτη. Στην ίδια απόχρωση απεικονίζονται όλες οι εργασίες του 20ού αιώνα ή και παλαιότερα: τα πρόσωπα των χωρικών της βόρειας Ιταλίας, των ανθρακωρύχων της Αγγλίας ή των εργατών του Σεμπαστιάο Σαλγάδο. Κατόρθωσα να δω πανάρχαιες εργασίες στην Κίνα της δεκαετίας του ’80, άλογα και ανθρώπους-άλογα, χωρίς δυνάμεις, να κουβαλάνε μαύρο κάρβουνο στους κίτρινους δρόμους της Σαανσί ή πήλινα δοχεία στην Σαντόγκ. Πώς μπορούσα να τους έχω απαθανατίσει σε ένα φιλμ ή στη μνήμη μου, αν όχι σε ασπρόμαυρο;
Το γκρι είναι το μοναδικό χρώμα που θυμάμαι κατεβαίνοντας από το Ταξίμ προς τις παράγκες του Τζιμπαλί, όταν ξεκινούσαμε από το σπίτι μας στην Κωνσταντινούπολη: από τα παράθυρά του βλέπαμε την αγορά στον απέναντι λόφο, τα κάρα που τραβούσαν άλογα, τα γαϊδούρια ξέχειλα από εμπορεύματα, τους τσιγγάνους. Υπήρχαν πεταλούδες στο πλάτωμα, ανάμεσα στην αγορά και το δρόμο μας. Θυμάμαι τον πατέρα μου να πιάνει με τα δάχτυλα μια πεταλούδα για να μου τη δείξει, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ κανένα χρώμα. Μου είχε κακοφανεί που δεν μπορούσε πια να πετάξει. Αυτό πάντως δεν με εμπόδιζε να βασανίζω απάνθρωπα, επί ολόκληρα απογεύματα, μύγες και μυρμήγκια, ξεριζώνοντάς τους ένα-ένα τα πόδια, τα φτερά, τα κεφάλια. Ασπρόμαυρα, φυσικά.
Είχα ανέβει σε αυτά τα τραμ που φαίνονται στις φωτογραφίες του Γκιλέρ. Δεν θυμάμαι αν το είχα κάνει και τις μέρες που έβρεχε ή χιόνιζε. Θυμάμαι όμως τον κόσμο να κρέμεται από την πόρτα. Τον ελεγκτή να ρωτάει την ηλικία του παιδιού για το εισιτήριο. Τη μαμά να λέει «πεντέμισι» και εγώ να τη διορθώνω: «Όχι μαμά, είμαι έξι!». Το γέλιο του εισπράκτορα. Ποιος ξέρει αν γι’ αυτόν το λόγο, όταν, ενήλικος πλέον, τηλεφωνούσα στη μητέρα μου για να της υπενθυμίσω την ημέρα των γενεθλίων μου, εκείνη μερικές φορές μου απαντούσε: «Χρόνια πολλά καρδιά μου, πόσων χρονών γίνεσαι;».
Οι γραμμές του τραμ περνούσαν από έναν λιθόστρωτο δρόμο. Δεν πιστεύω να υπάρχουν πια τέτοια λιθόστρωτα, έχουν όλα καλυφθεί από άσφαλτο. Δεν θυμάμαι πλέον εάν ο δρόμος όπου βρισκόταν το κατάστημα του πατέρα μου ήταν λιθόστρωτος ή ασφαλτοστρωμένος. Σίγουρα πάντως δεν ήταν ασπρόμαυρος, όπως τα στενά στις φωτογραφίες του Γκιλέρ. Ήταν μια μαύρη, πολύ μικρή τρύπα, με πολλά χρώματα. Την τελευταία φορά που το είδα ήταν κατεστραμμένο. Το είχαν κάψει τη νύχτα που αναστατώθηκε η Κωνσταντινούπολη. Υπάρχουν κάποιες φωτογραφίες του Γκιλέρ για το πώς ήταν η Μπέγιογλου και άλλοι δρόμοι της Κωνσταντινούπολης την επόμενη μέρα, γεμάτοι συντρίμμια, σαν να είχε προηγηθεί πλημμύρα. Τα γεγονότα είχαν ξεκινήσει μετά την είδηση ότι είχε τοποθετηθεί βόμβα στο πατρικό σπίτι του Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη (δεν το είχαν κάνει κύπριοι τρομοκράτες, αλλά τούρ¬κοι μυστικοί πράκτορες). Ο λαός ήταν εξαγριωμένος, ερεθισμένος από τους εθνικιστές, τις έκτακτες εκδόσεις, την κυβέρνηση, η οποία έτσι νόμιζε ότι θα ανταπεξέλθει στις δυσκολίες της. Εκείνη τη φορά δεν έφταιγαν οι Εβραίοι –όπως κατηγορήθηκαν την επόμενη χρονιά, το 1956, σε όλες τις αραβικές πρωτεύουσες– αλλά οι Έλληνες. Για καλό και για κακό, η λεηλασία έγινε σε όλα τα καταστήματα που δεν είχαν τουρκικό όνομα και λιντσάρισαν όσους δεν είχαν τουρκική φίρμα. Πήραμε τα μέτρα μας. Ο πατέρας μου αγόρασε και ανάρτησε μια τουρκική σημαία.
Είχε όμως πάρει την απόφασή του. Με λίγες οικονομίες, πουλώντας όλα τα υπάρχοντά του, είχε αγοράσει τρία εισιτήρια με τρεις κουκέτες και έτσι επιβιβαστήκαμε σε ένα μαύρο πλοίο, μια σκοτεινή ημέρα με μεγάλη κακοκαρία, όπως εκείνες στις φωτογραφίες του Γκιλέρ. Δεν ήμουν ακόμα οκτώ χρονών, το πρώτο βράδυ κα¬τουρήθηκα στην κουκέτα –ακόμα ντρέπομαι– και στη συνέχεια έκανα εμετό επί τρεις ημέρες, υποφέροντας από ναυτία. Όταν φτάσαμε στη Νάπολη έπρεπε να συμπληρώσου¬με ένα έντυπο. Σκοπός του ταξιδιού; Ο πατέρας μου είχε γράψει: Τουρισμός. Υπήρχε μια ερώτηση για τις οικονομικές δυνατότητες. Ο πατέρας μου είχε γράψει: Ανθηρές. Μόλις αποβιβαστήκαμε άλλαξε όλα τα χρήματα που του είχαν απομείνει και πήρε ένα χαρτονόμισμα σεντόνι, των πέντε χιλιάδων λιρετών. Μας έφτασαν μόνο για λίγες μέρες. Δεν είχε δουλειά, δεν είχαμε σπίτι, δεν μπορούσαμε να αποδείξουμε ότι είχαμε μέσα διαβίωσης. Είχαμε τουρκικό διαβατήριο, όμως, καθότι Εβραίοι, δεν ήμασταν και τόσο Τούρκοι. Όπως δεν είναι τόσο Ρουμάνοι οι Ρομ στη Ρουμανία. Η πρώτη μας αγορά, όταν φτάσαμε στο Μιλάνο με το τρένο, ήταν μια μικρή ιταλική σημαία, για καλό και για κακό.
Αν το καλοσκεφτούμε, μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα ήταν ασπρόμαυρο. Εκείνα τα χρόνια ακόμα και το Μιλάνο ήταν ασπρόμαυρο, ίσως περισσότερο από την Κωνσταντινούπολη. Η ομίχλη, το γκρι, το καυσαέριο, οι επιγραφές στους τοίχους: «Πώς να ζήσει κανείς με έξι χιλιάδες λιρέτες τη βδομάδα;». Αλλά τουλάχιστον τότε δεν υπήρχε ο φόβος και το μίσος για τους ξένους.

Απόδοση για «Το Δέντρο»: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ


1. Ο Άρα Γκιλέρ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1928. Είναι Τούρκος αρμενικής καταγωγής. Κατέχει σημαίνουσα θέση στην ιστορία της παγκόσμιας φωτογραφίας. Θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της δημιουργικής φωτογραφίας.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2008

Επιστολή από την Λειψία


Ο καθηγητής κ. Συμεών Σταμπουλού, μου έγραψε από τη Λειψία ένα γράμμα. Περιείχε στοιχεία που συνέδεσε με τον τίτλο του βιβλίου μου Στενογραφία (Κέδρος 2006). Επειδή τη θεώρησα ενδιαφέρουσα,,χαριτωμένη και χρήσιμη για τις πληροφορίες της, έκρινα σκόπιμο να τη δημοσιεύσω εδώ.


Αγαπητέ Κώστα. Ορισμένα στοιχεία που μπορούν ορισμένως να συνδεθούν, έστω βιβλιογραφικά, με την Στενογραφία σου. Ενδιαφέρουσα σύμπτωση: ο πρώτος γερμανός μεταφραστής του Ύμνου εις την Ελευθερίαν, ο Joseph Mindler, εισήγαγε επίσης πρώτος αυτός την στενογραφία στην Ελλάδα, και δη το σύστημα Gabelsberger (από το όνομα του επινοητή Franz Xaver Gabelsberger, *1849). Ο πρώτος σύλλογος που υιοθέτησε το σύστημα αυτό ιδρύθηκε στη Λειψία το 1846. Ο Joseph Mindler (γεννήθηκε σ’ ένα χωριό κοντά στο Augsburg και πέθανε πιθανόν στην Αθήνα το 1868) υπηρέτησε στην αυλή του Όθωνα, στην θέση του Γραμματέως στο Υπουργείο Παιδείας, παύθηκε την επομένη της 3ης Σεπτεμβρίου, άγνωστο γιατί, αφού είχε εκφράσει «αντιοθωνικές» θέσεις και ταχθεί υπέρ των μεταρρυθμίσεων, και κατέφυγε στο Μόναχο. Ακριβώς την ημέρα της αναχώρησής του, την 4η Σεπτ. 1853, ο Νικόλαος Μάντζαρος στέλνει στον βασιλιά Όθωνα την παρτιτούρα με την μελοποίηση ολόκληρου του ποιήματος του Σολωμού. Η διαδρομή έκτοτε της παρτιτούρας, που βρέθηκε τυχαία μόλις από λίγα χρόνια από έναν μουσικολόγο υποψήφιο διδάκτορα από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο στο Μουσείο Μπενάκη, στο αρχείο του Μάντζαρου, μας είναι άγνωστη. Υποθέτει κανείς πως ο Όθωνας έστειλε το δώρο του Μάντζαρου στο Μόναχο, στην αυλή του πατέρα του, Λουδοβίκου Α, όπου υπηρετούσε πλέον ο Mindler. Ίσως, στον ίδιο τον Mindler ο οποίος είχε πάρει μαθήματα μουσικής. Ο νέος παραλήπτης του δώρου εκτιμά την ποίηση του Σολωμού, προφανώς έχει υπόψη του μια πρώτη μετάφραση στη γερμανική των 28 πρώτων στροφών ήδη από το 1826, και καταπιάνεται με την μεταφορά του ποιήματος στη γερμανική χωρίς παράλληλα να θίξει, κι αυτό είναι το εκπληκτικό, την μελωδία του (μάλλον τις μελωδίες του). Η ενισχυμένη πλέον παρτιτούρα χάνεται χωρίς να εκδοθεί, και βρίσκεται, άγνωστο πώς, κατατεθειμένη στο Μουσείο Μπενάκη. Η σχετική έρευνα συνεχίζεται. Αλλά γιατί τόσος θόρυβος, θα μου πεις. Υπάρχουν τουλάχιστον 20 μεταφράσεις του Ύμνου. Οι μελετητές συμφωνούν ότι πρόκειται για έναν γλωσσικό άθλο: πλαστικότητα, μελωδικότητα και φαντασία στη διατήρηση της ρίμας ανάλογα με τον πρωτότυπο. Ο Mindler επισκέφτηκε δυο ακόμη φορές την Ελλάδα και ίσως έφερε μαζί του το πολύτιμο χειρόγραφο-παρτιτούρα. Το έργο πρόκειται να εκδοθεί το 2008 με την φροντίδα του Ιόνιου Πανεπιστήμιου και ειδικότερα του Καθηγητή Hans Schlumm ο οποίος έκανε την σχετική ανακοίνωση εδώ στη Λειψία πριν από ένα μήνα περίπου.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Το λογοτεχνικό περιοδικό

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισήγηση του Κώστα Μαυρουδή για το Συνέδριο που οργάνωσαν οι Γενικές Γραμματείες Επικοινωνίας και Ενημέρωσης (28 & 29/11/2007). Το θέμα ήταν «ΜΜΕ και Λογοτεχνία». Η εισήγηση τονίζει τον χαρακτήρα του λογοτεχνικού περιοδικού ως εναλλακτικής προτάσεως απέναντι στην πραγματικότητα.


Συμπληρώνονται 30 χρόνια αφότου Το Δέντρο εμφανίστηκε στην αγορά. Είναι χιλιάδες οι σελίδες που τυπώθηκαν, εκατοντάδες τα γραπτά νεοελλήνων και ξένων συγγραφέων. Μετέχω εκών άκων σε αυτό που αποκαλούμε «πνευματικό βίο», αλλά δεν είναι πολλά χρόνια που έπαψε να με απασχολεί ένα ερώτημα το οποίο διάβαζα σε ένα πρώιμο βιβλίο του Χέρμαν Έσε και κατάλαβα πως απασχολεί κι εμένα.
«Κι αν η πραγματικότητα έχει δίκιο; Αν εμείς οι άλλοι είμαστε μια αποκλίνουσα κοινότητα, μια οικογένεια νευρωτικών; Αν καλύτερος ήταν ο ρόλος του αφοσιωμένου οικογενειάρχη και τα γραφεία μας, οι καταθέσεις, τα αυτοκίνητά μας; Αν αυτά όλα είναι τα συγγενέστερα προς τη φύση μας αγαθά;»
Αρχίζω έτσι μιλώντας για ένα περιοδικό λογοτεχνίας, για τη λογοτεχνία την ίδια δηλαδή, επειδή ό,τι θα ακουστεί στη συνέχεια διατυπώνεται ως ένα είδος υπεράσπισης της μη πραγματικής ζωής, στην εκδοχή βέβαια και υπό τη μορφή μιας εκδόσεως λογοτεχνίας.
Ένα λογοτεχνικό περιοδικό λοιπόν, οριζόμενο από το πνεύμα της εποχής του και από το πνεύμα των ανθρώπων που το οργανώνουν και το εκδίδουν –εννοώ τις προθέσεις και την πνευματική σκευή τους- είναι αναπόφευκτο να αποδίδει κάτι και από τα δύο. Οπωσδήποτε το περιρρέον κλίμα αλλά κυρίως τις προϋποθέσεις των συντελεστών του. Είναι μια λεπτομέρεια που ακούστηκε και από τον προηγούμενο ομιλητή, τον κ. Ζουμπουλάκη. Ειδικά σήμερα ό,τι χωρίς άλλο διακρίνεται είναι αυτές οι τελευταίες, οι προϋποθέσεις δηλαδή των συντελεστών του.
Περιρρέον κλίμα, πνευματική ζωή, έχει καταντήσει να είναι κυρίως ένα ποσοτικό άθροισμα κινήσεων και πληροφοριών, που ορίζουν με τον τρόπο τους το πνευματικό και μας το παραδίδουν ως αβαρή πράξη γραφής ή ενημέρωση ή κοσμικό γεγονός. Μας δείχνουν αυτάρεσκα ένα συμβάν εκεί όπου όφειλε να παράγεται νόημα βίου.
Ένα λογοτεχνικό έντυπο κατά τεκμήριο θέλει να προβάλει, να ερμηνεύσει ή και να δημιουργήσει τις αξίες του καιρού του, όπως αυτές δεν φαίνονται από τις άλλες εκδηλώσεις της αγοράς, προτείνοντας ένα λόγο επίκαιρο, αλλά παράλληλα με τις αρετές εκείνες που εξασφαλίζουν στη γραπτή έκφραση και το χαρακτήρα της διάρκεια και αντοχή.
Περιμένουμε από ένα λογοτεχνικό έντυπο όμως να είναι παράλληλα και ένα είδος «αντ’ αυτής», της αγοράς εννοώ, όταν εκείνη προβάλλεται ως συνθήκη που καθιστά αδιανόητο τον μύχιο διάλογο κάποιου με την ύπαρξή του, τη μοίρα του ή το προσωπικό του όραμα.
Ας προσέξουμε την εικόνα της πνευματικής λεγόμενης ζωής. Οι αναφορές των lifestyle περιοδικών, εκείνες των εφημερίδων -αυτές οι τελευταίες όχι κατ’ ανάγκη χωρίς ενδιαφέρουσες σελίδες, συχνά και βαρυσήμαντου κριτικού λόγου- διαμορφώνουν ασφυκτικά το τρέχον γούστο, την κυκλοφορία, και ορίζουν εν τέλει τον λεγόμενο λογοτεχνικό κανόνα.
Το περιοδικό, μια πιο ιδιωματική πρόταση, προσηλωμένη σε αυστηρότερες επιλογές, θα έλεγα ότι μέσω της δημιουργικής λογοτεχνίας αποζητά σημασίες που διαλέγονται με νοήματα της ύπαρξης. Οι κορυφαίες αισθητικές αξίες που μας άνδρωσαν, που έκαναν έναν ανυπόφορο νεοελληνικό κόσμο βιώσιμο, δεν αναγνωρίζονται σήμερα πουθενά, μέσα σε ένα περιβάλλον νομιμοποιημένης καθημερινής βίας, ανοχής των πάντων, απίστευτα ελαστικών κριτηρίων.
Επιχειρώντας κάθε τρίμηνο τώρα –παλιά ήταν διμηνιαίο το περιοδικό- να δημιουργήσουμε μια πρόταση, έχω την αίσθηση ότι ανατρέχουμε όλο και περισσότερο στο παρελθόν, σε αντίθεση με ό,τι ακούστηκε από την προηγούμενη ομιλήτρια. Υποθέτω και αυτό ότι δεν είναι μόνο αποτέλεσμα προσωπικής ιδιοσυγκρασίας. Σε ένα παρελθόν με επιλογές που έχουν να κάνουν με μεταφράσεις κλασικών και την προσφυγή στο ταμείο των ξενόγλωσσων συνεργατών.
Θα μου πείτε ότι αυτή την αίσθηση την έχουν σήμερα σε όλα τα πλάτη. Κάποτε διάβαζα τη συνέντευξη ενός αλλοδαπού μουσικού. Μιλούσε για την επαφή του με το σινεμά στα εφηβικά του χρόνια, το ρόλο του (του σινεμά) στην αποκατάσταση της πραγματικής ζωής, για την οποία εγώ επιμένω να επισημαίνω, το «αντ’ αυτής» που είπα πριν. «Όταν έφτανα, έλεγε, στο ταμείο για εισιτήριο, ήταν σαν να επιδείκνυα το διαβατήριό μου που θα μου επέτρεπε να φύγω, να ταξιδέψω».
Έτσι απόλυτα αντιλαμβάνομαι την εμπειρία του δημιουργικού γεγονότος. Σαν την υποκατάσταση που μου επιτρέπει να καρπωθώ το μακρινό, το γοητευτικό και σωτήριο ψεύδος. Το ζω μάλιστα και αντίστροφα από τον τρόπο με τον οποίο το διατύπωνε ο μουσικός, τον οποίο σας διάβασα, όταν συχνά δείχνω το διαβατήριό μου στις αρχές μιας χώρας όπου φτάνω, και έχω τότε την αίσθηση ότι αρχίζει μια γεμάτη αιφνιδιασμούς και γοητεία ταινία μπροστά στα μάτια μου.
Με όσα σημείωσα, υποδηλώνω ίσως μια αντίληψη για τους ήχους που οφείλουν να ακούγονται από τη συναλλαγή μας με τον άλλο αυτό λόγο, αλλά και από την οργανωμένη εκδοχή που τον περιέχει και τον προβάλλει, την έκδοση ενός εντύπου.
Δεν με ενδιέφεραν ποτέ οι σελίδες εκείνες που υπηρετούν μια διεκπεραιωτική αντίληψη της λογοτεχνίας, με στατιστικές, κριτικές μιας νυσταλέας φιλολογικότητας, φωτογράφηση της αφυδατωμένης αγοράς και αυτές τις μικρές αγγελίες που σήμερα λέγεται βιβλιοπαρουσίαση και ενημέρωση για την παραγωγή.
Πιστεύω στην πιο προσωπική εκδοχή του περιοδικού, όπου ένας ή δύο παραγωγοί του έχουν δικές τους -έστω απόλυτες- απόψεις, τις υπερασπίζονται, κρίνουν και προτείνουν με βάση την αγωγή τους, έτσι ώστε το έντυπό τους να είναι η ματιά τους, η εντύπωσή τους και μένει να καταστήσουν πειστική τη σημασία αυτής της εντύπωσης, αυτής της ματιάς. Να κατορθώσουν μια αδελέαστη άμεση σχέση του αναγνώστη με το έργο, τη μόνη που μπορεί να προσφέρει το απροσδόκητο, την έκπληξη, δηλαδή την τέρψη και την ψυχαγωγία.
Το περιοδικό θα ήθελα παράγει τους πιο «ταυτοτικούς» ήχους, έχοντας στέρεες αναγνωρίσιμες προτάσεις αφενός, καλλιεργώντας όμως παράλληλα ένα φιλαμφίβολο αίσθημα για την αξία όσων το ίδιο επέλεξε, όσων έκρινε και κυρίως όσων σχολίασε στις οικείες στήλες. Επιτρέπει έτσι στον αναγνώστη να λειτουργεί ανεμπόδιστα ως εκφραστής των κριτηρίων του.
Ύστερα, ζούμε εδώ που ζούμε. Τι σημαίνει αυτό; Ζούμε με μια ασύνορη ανάγκη επικοινωνίας, ακόμα και σήμερα, και γι’ αυτό ελλειμματική στη σχέση μας με έργα υποδομής και κορυφαία γεγονότα πολιτισμικά. Αυτό δεν χρειάζεται συζήτηση, διακρίνεται και από το δορυφόρο.
Θα γίνει αντιληπτό ό,τι θέλω να πω αν ακούσουμε έναν Ευρωπαίο δημιουργό πόσο οικεία, από πόσο κοντά διαλέγεται με το σώμα του μεγάλου πολιτισμικού παρελθόντος. «Είμαι 60 χρόνων», λέει αυτός. «Χρόνια που πέρασαν σαν αστραπή. Τρεις από αυτές τις αστραπές προς τα πίσω, και θα μπορούσα να δω τον Μότσαρτ στο Ζάλτσμπουργκ. Δέκα και θα μπορούσα να συναντήσω τον Πετράρχη στη Αβινιόν. Είκοσι και θα άκουγα το «Κέρας» του Ορλάνδου στο Ροντισβάλ».
Απεναντίας, το κλασικό για μας νιώθω να αρχίζει και να τελειώνει με τον Βιζυηνό, με τον Ροΐδη, λίγο πριν, λίγο μετά, και τα έργα που θα συγκροτούσαν ένα σύμπαν ολοκληρωμένο και συνεχές πολιτισμού, ή σωστότερα που θα εξέφραζαν αυτό το σύμπαν, δεν υπήρξαν. Η πιο πρόσφατη άνοδος νέων στρωμάτων, κατατροπώνοντας κάθε ελπίδα εξαστισμού δημιούργησε το περιβάλλον που όλοι βιώνουμε δραματικά, αν δεν το έχουμε πια αποδεχθεί ως αναπόφευκτη αισθητική μας ιθαγένεια.
Λέω πράγματα γνωστά, επιδιώκοντας να τονίσω την ανάγκη που πιστεύω ότι οφείλουμε να υπηρετήσουμε. Λογοτεχνία υποδομής, έργα ιδεών, υψηλών αισθητικών προδιαγραφών, καρπούς σημαντικών ζυμώσεων. Είναι σύμπτωμα μωρίας τα αμφίβολα νεοελληνικά αναγνώσματα να έχουν διαβαστεί περισσότερο από ό,τι το Μαγικό βουνό ή η Μαντάμ Μποβαρί. Να έχουμε δηλαδή όλοι επιτρέψει για το πνευματικό προϊόν τη δημιουργία μιας εικόνας ελαφρότητας, ενός κλίματος αντιιεραρχικού πάντως, την υποκατάσταση του υψηλού από συγγραφικούς ψιθύρους.
Στο μεγαλύτερο μέρος την ευθύνη γι’ αυτά δεν θα δυσκολευτούμε να την καταλογίσουμε στο πνεύμα της ηγεμονεύουσας εφημεριδογραφίας, χώρου όμως που με τη σειρά του είναι καρπός του κοινωνικού προσώπου μας, και ο κύκλος είναι φαύλος όπως καταλαβαίνετε.
Όλα αυτά σε ένα συντείνουν: Στη σκέψη ότι σήμερα οι μικρές ασήμαντες νησίδες εκφράσεως, τα λογοτεχνικά περιοδικά, οφείλουν την όποια παρέμβαση τους αναλογεί, τον εναλλακτικό τους μη θεσμικό λόγο, προβάλλοντας ένα πνεύμα δημιουργικό, παράλληλα στις απλουστεύσεις που ζητά η μεγάλη και χαλαρή αγορά.
Αλλά κυρίως –και τελειώνω– τους ανατίθεται ένας άλλος, σημαντικότερος ρόλος. Να τι εννοώ: Ο λόγος της τέχνης, λόγος ύψιστης πειθαρχίας, γνωρίζει κανόνες, διέπεται από αρχές, είναι προϊόν ηθικής βουλήσεως, αντικαθιστά, παίρνει τη θέση της αταξίας του νεοελληνικού βίου.
Μερικοί βέβαια θεωρούν τον νεοελληνικό βίο ένα ακίνδυνο χαρωπό χάος. Οι σκεπτικιστές τον θεωρούν μια φάρσα που πρέπει να μην μας αφορά. Εγώ, όχι. Αυτός ο βίος λοιπόν, άναρχος, άμορφος, καρπός αισθητικός και ηθικός μιας κοινωνίας ασπόνδυλης και άβουλης, είναι αναγκαίο για έναν αριθμό προσώπων να υποκαθίσταται από το οργανωμένο σώμα του φαντασιακού και της τέχνης. Να γίνεται χαρακτήρας ζωής, όχημα αναγκαίων αξιών εδώ, επειδή απουσιάζουν. Ευχαριστώ.