Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Σύνθεση για τέσσερα πόδια (Από το Book press)

alt
E-mail Εκτύπωση
  Της Άλκηστης Σουλογιάννη


 Ο Κώστας Μαυρουδής δίνει συνεχώς     σημαντικά δείγματα δημιουργικής γραφής τόσο στον χώρο της ποίησης, που αντιπροσωπεύουν οι ποιητικές συλλογές: Λόγοι δύο (1973), Ποίηση (1978), Το δάνειο του χρόνου (1989), Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια (2001), Τέσσερις εποχές (2010), όσο και στον ευρύ χώρο της πεζογραφίας, όπως δηλώνεται με τις εκδόσεις: Με εισιτήριο επιστροφής (1983), Οι κουρτίνες του  Γκαριμπάλντι (2000), Στενογραφία (2006), ενώ στην παραγωγή του συγγραφέα θα πρέπει να συνυπολογισθεί και η συγκεντρωτική έκδοση άρθρων και σχολίων στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο με τον τίτλο Η ζωή με εχθρούς (1998). Ενδιαφέρον στοιχείο σε ό,τι αφορά τη δομή των λογοτεχνικών κειμένων του Κ. Μαυρουδή είναι η υπονόμευση των ορίων ανάμεσα στην ποίηση και στην πεζογραφία ως δύο διαφορετικά γραμματολογικά είδη. 
Ευρεία χρήση της μεταφοράς, πλούσια συλλογή γραμματικών εικόνων, λόγος παραστατικός, συνδηλωτικός, πυκνός, στοχαστικός, αφοριστικός, απερίφραστος, απροσδόκητος ή λόγος σε εκκρεμότητα, διακριτική ροή του περιεχομένου της συνείδησης, αφηγηματικότητα: τα φαινόμενα αυτά αποτελούν σταθερά υλικά που αξιοποιούνται για την οργάνωση των υπο-/κειμενικών κόσμων του Κ. Μαυρουδή, όπως αναγνωρίζεται κατά την ανάπτυξη του συγγραφικού του έργου ανεξάρτητα από τον ειδολογικό χαρακτήρα των κειμένων του. Αυτό ισχύει και στα εβδομήντα, περισσότερο ή λιγότερο σύντομα, αφηγηματικά κείμενα που συνθέτουν το βιβλίο με τον τίτλο Η αθανασία των σκύλων (εκδ. Πόλις). 
Ο Κ. Μαυρουδής αξιοποιεί με ευρηματικότητα και ευαισθησία την κεντρική ή περιφερειακή, άμεση ή έμμεση παρουσία σκύλων όπως εμπλέκονται αφενός στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, και αφετέρου σε κοινωνικές, ιστορικές, πολιτισμικές παραμέτρους, διασταυρώνοντας τις ζωές τους με τις ζωές των ανθρώπων, ως αντικείμενα αλλά και ως υποκείμενα αφήγησης, καθώς και ως αποδέκτες λόγου σε δεύτερο πρόσωπο.
Ο Μαυρουδής αξιοποιεί με ευρηματικότητα και ευαισθησία την κεντρική ή περιφερειακή παρουσία σκύλων διασταυρώνοντας τις ζωές τους με τις ζωές των ανθρώπων
Στο πλαίσιο αυτό, ένας Γερμανικός Ποιμενικός π.χ. διευκολύνει έναν χωρισμό, η Ήρα παραπέμπει στην ανάμνηση του πατέρα, η Έλμα στη φωτογραφία ανακαλεί την παιδική ηλικία, ο Οθέλλος αποτελεί συνδήλωση για το ανέφικτο, η Έμμα διατρέχει τη ζωή ανάμεσα στον σύζυγο και στον εραστή, η Αριάδνη εμπλέκεται στη διελκυστίνδα ενός χωρισμού, ο Κυριάκος παρακολουθεί την κινητικότητα των ελλήνων αποδήμων, ο Ονορέ συμπληρώνει την υποστηρικτική σχέση πατέρα και γυιού, ενώ ο Γανυμήδης τρώει τα δακτυλόγραφα των αναμνήσεων. Ακόμα, ο Ερμής συνοδεύει ηλικιωμένο κύριο στον περίπατο, ο Λέων συνοδεύει καθολικό ιερέα στα καθήκοντά του, ενώ ένα κεντημένο λυκόσκυλο αποτελεί αφορμή για πολιτικά σχόλια.
Στο σύνθετο αυτό τοπίο κατέχουν σημαίνουσα θέση σκυλιά του δρόμου, αδέσποτα σκυλιά σε αρχαιολογικούς χώρους, αλλά και πήλινα σκυλιά-παιγνίδια από ρωμαϊκό νεκροταφείο ως εύρημα σε σκάμμα θεμελίων, σκυλιά που γεννούν κάτω από σκάλες, σκυλιά μέσα στις ανοιχτές διαδικασίες της ανθρώπινης κοινωνίας, νεκρά σκυλιά στις φιλάνθρωπες και στις σκοτεινές παρυφές της ανθρώπινης δραστηριότητας, ένα βρώμικο λυκόσκυλο μέσα σε πολυσύχναστο κοινωνικό τοπίο. Επίσης, σκυλιά σε πολιτική υποδοχή του Νικολάου Πλαστήρα, σκυλιά-φύλακες στο Τείχος του Βερολίνου, σκυλιά στα πεδία των πολέμων, αλλά και «σκυλιά» ως υποτιμητικό ψευδώνυμο λιονταριών ρωμαϊκών τσίρκων.


alt
  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η        λειτουργικότητα    της παρουσίας των σκύλων ως αφορμής για την επίσκεψη στις περιοχές της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου, της ζωγραφικής, της γλυπτικής, της μουσικής. Στο πλαίσιο αυτό εντοπίζονται π. χ. σχόλια του Κ. Μαυρουδή για τον Ουγκώ (Η Παναγία των Παρισίων), για τον Ιούλιο Βερν (Ο Δεκαπενταετής Πλοίαρχος), για τον Σταντάλ (Το Κόκκινο και το Μαύρο), για τον Μπάυρον (Επιτάφιος για ένα σκύλο), για τον Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα (Γατόπαρδος), ή για την Οδύσσεια (ο σκύλος Άργος του Οδυσσέα), επίσης: για τον Μπουνιουέλ (η ταινία Βιριδιάνα), επίσης: για τον Βελάσκεθ, για τον Γκωγκέν, για τον Τουλούζ Λωτρέκ, για τον Τζακομέτι, αλλά και για τη διαφήμιση που συνομιλεί με την τέχνη, και ακόμα για τη συνάντηση του σκύλου με τη μουσική είτε ως θέματος για (μυθοπλαστική) σύνθεση (Ελεγεία για το σκύλο μου Αμεδαίο), είτε ως «συνοδού» κυρίας, όταν περιμένει να τελειώσει συναυλία με την Ενάτη του Μπετόβεν σε καλοκαιρινό φεστιβάλ.
Μια εντυπωσιακή τοιχογραφία
Η οργάνωση όλων αυτών των δεδομένων αποτελεί μια εντυπωσιακή τοιχογραφία-βάση για την ανάδειξη στοιχείων που χαρακτηρίζουν την ποιότητα των σκύλων με την ευρύτερη δυνατή έννοια: μνήμη, πίστη, αφοσίωση, λειτουργία των αισθήσεων (όπου εντάσσεται και η διαδικασία πρόσληψης του ειδώλου στον καθρέφτη), γενναιοδωρία, φιλοφρόνηση (έστω και με ωφελιμιστικούς σκοπούς). Τα στοιχεία αυτά αποτελούν την ουσία της παρουσίας του σκύλου μέσα στον υπο-/κειμενικό και στον αντικειμενικό κόσμο, ανεξάρτητα από τα συμβατικά όρια ζωής ανθρώπων και σκύλων, εκτός χωροχρονικών παραμέτρων και πραγματικών ή μυθοπλαστικών συμφραζομένων. Με τον τρόπο αυτόν οδηγούμαστε και στην ανάγνωση του τίτλου Η αθανασία των σκύλων.
Στο βιβλίο αποτυπώνεται ο διάλογος ανάμεσα στην ευρηματική μυθοπλασία και στην κριτική πρόσληψη κοινωνικών, ιστορικών, πολιτισμικών γεγονότων, σύμφωνα με την οπτική του συγγραφέα, ενώ παρεμβαίνει και το (προϋποτιθέμενο ως απαραίτητο) βιωματικό φορτίο. Προβάλλεται ένα πλήθος λεπτομερειών προκειμένου να αποδοθεί όλο το φάσμα του σημασιολογικού εύρους όχι σε ευθύγραμμη ανάπτυξη, αλλά με απροσδόκητες ανατροπές ή αλλαγές προσανατολισμού, ενώ συχνά ο συγγραφέας φαίνεται να αφήνει εκκρεμότητες, εξασφαλίζοντας την ανάπτυξη της δημιουργικής ανάγνωσης, καθώς διακριτικά «υποδεικνύει» ανοιχτές διόδους για την κάλυψη των «κενών».
Με τον τρόπο αυτόν, ο Κ. Μαυρουδής παρουσιάζει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θεματική σύνθεση με παραστατική αποτύπωση πυκνότητας λόγου και υψηλές αισθητικές απαιτήσεις.

*Η φωτογραφία του κ. Μαυρουδή είναι του Αλέξανδρου Ακρίβου


ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ
  altΗ αθανασία των σκύλων
Κώστας Μαυρουδής
Εκδ. Πόλις 2013
Σελ. 216, τιμή € 14,00
alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Η αθανασία των σκύλων


 



 1 



 Η αειθαλής κυνότητα

Για χρόνια παρακολουθώ σκύλους να οσμίζονται «σήματα» των πεζοδρομίων και των πάρκων, να ερμηνεύουν το αθέατο κρυπτογράφημα, να μεταβάλλουν ασαφείς πληροφορίες σε απαντήσεις. Μόνο που στο σκύλο το ζητούμενο, αν και κρίσιμο, δείχνει στοιχειώδες […] δεν υπάρχει ο κοινός τόπος, οι ειδήσεις διαθέτουν την αμεσότητα, τη φρεσκάδα, την επικαιρότητα της Γένεσης. Η ζωή, σύνθεση από άμεσες εντυπώσεις και έμφυτους αυτοματισμούς, απλώς «είναι», χωρίς την εμπλοκή που φτιάχνει η συνείδηση, δηλαδή χωρίς μοίρα: λόγος κοινός και συνάφεια εδεμική με τον κόσμο, με τον οποίο δεν μπορεί να μην ταυτίζεται. [σ. 162, 163]
Η συλλογή ιστοριών με κοινό θέμα αποτελεί οπωσδήποτε μια σαγηνευτική ιδέα που μπορεί να μας προσφέρει πολλαπλές τέρψεις, από εκείνη της ανθολογημένης συλλογής πάνω σε αγαπημένο έμψυχο ή άψυχο μέχρι την συμμετοχή στο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό εύρος του βίου του και από την δοκιμή πάνω σε διάφορες μορφές γραφής μέχρι την απόσταξη αληθειών και φιλοσοφιών μέσα από οικείες σκέψεις και εικόνες.
Θυμάμαι μάλιστα, την εποχή που «άνοιξα» το Πανδοχείο, ένας εκλεκτός συνεργάτης σ’ εκείνο το ερευνητικό κέντρο, μου αποκάλυψε το δικό του ιστολόγιο, εξολοκλήρου αφιερωμένο στους σκύλους, το Κυνολόγιο. Βρήκα την ιδέα εξαιρετική και καθώς επρόκειτο 
για ανθολογία ειδήσεων, διαφόρων κειμένων, φωτογραφιών, μαρτυριών, λογοτεχνικών αποσπασμάτων κ.ά. αμέσως σκέφτηκα το εκδοτικό κενό μιας αμιγούς τέτοιας λογοτεχνικής συλλογής.
Ο Μαυρουδής, σεσημασμένος συμμέτοχος της κοινότητας ή της μοναχικότητας των σκύλων, μιας ευρύτερης κυνότητας (δεν αντέχω να μην εντυπώσω το λογοπαικτικό ομόηχο) αναλαμβάνει το έργο σε εβδομήντα κείμενα – διηγήματα, αφηγήματα, μικρές φόρμες. Η γραφή του, ακριβώς όπως την γνωρίζουμε: μνημονική αλλά προσγειωμένη, νοσταλγική και ταυτόχρονα ψύχραιμη, ειρωνική όπως και τρυφερή, αισθητική και αισθητηριακή· ανοιχτή σε όλους τους χαρακτήρες, διαχέεται στον χρόνο και εκτείνεται στον τόπο, προσκαλεί την ποίηση, λογοτεχνεί την λεπτομέρεια, αποφθεγματίζει και φιλοσοφεί, γνωρίζοντας την ίδια στιγμή την ίδια την ακύρωση των αληθειών που τόσο πειστικά διακρίνει.

Neil Young 


Μια ανάμνηση μπορεί να εκκινεί από κάποια κινηματογραφική σκηνή ή απλώς να συνομιλεί μαζί της στο ίδιο κείμενο. Οι τυφλοί εκδρομείς που βλέπουν δια της περιγραφής τα μνημεία στο ντοκιμαντέρ του Βέρνερ Χέρτσογκ Η χώρα της σιωπής και του σκότους φέρνουν στην μνήμη ένα συμβάν από μια πλατεία στο Ρίμινι. Ένας τυφλός νέος χαϊδεύει έναν σκύλο που τον πλησιάζει και αποφαίνεται αλάνθαστα για το χρώμα και την ράτσα· την ίδια στιγμή ο αυτόπτης συγγραφέας ως αδιάκριτος κατάσκοπος αισθάνεται το ερώτημα του Πώς σου φαίνεται, περίεργε, που το μάτι της αφής έχει την ίδια βεβαιότητα με την όρασή σου;
Σε μια άλλη σύντομη σκηνή από την Βιριδιάνα ένας άνθρωπος απελευθερώνει έναν δεμένο σκύλο, αλλά αμέσως μετά βλέπει μια ανάλογη εικόνα. Σύμφωνα με την άποψη ενός κριτικού τότε, η απελευθέρωση του ε
νός δεν προσφέρει τίποτα και η λύση, αν δεν είναι συλλογική, δεν είναι λύση. Έπρεπε να ειπωθεί μιfrancoise sagan 

α φράση στον Σίντλερ χρόνια μετά, πως Εκείνος που σώζει έναν άνθρωπο είναι σαν να σώζει όλο τον κόσμο. Και αυτή η άποψη για τον Έναν, γράφει ο συγγραφέας, ακούγεται πιο κατανοητή και ανθρώπινη, σε σχέση με το επικό σχέδιο της οικουμενικής σωτηρίας. Και, προσθέτω, αυτό άλλωστε κινεί καθημερινά όλους εμάς στη σωτηρίου ενός κουταβιού ή ενός κακοπαθημένου σκύλου; Σώζουμε το ένα και σφίγγουμε τα δόντια για τα υπόλοιπα· κι αυτές οι μονάδες, πολλές στο ανοιχτό τελικό άθροισμα, αποτελούν ισάριθμες ζωές. Όπως άλλωστε και η δική μας, μία αναλογεί στον καθένα μας.
Και ενώ, όπως τόσες δευτερεύουσες ή ασήμαντες παρουσίες στη ζωή οδήγησε σε κάτι κεντρικό που μετράει περισσότερο, μολονότι η φωτογραφία του Μαξ είναι αφηγηματική λεπτομέρεια, ο ίδιος κερδίζει πόντους, δεν χάνει τη σημασία του. Τον σκεπτόμαστε περισσότερο απ’ ότι του αναλογεί, κατανοούμε τη συντομία του περάσματος, αφού, όπως εκείνος, είμαστε κι εμείς πολύ συχνά για τους άλλους βιαστικές, χωρίς προσδιορισμούς αναφορές, ποιο υπήρξαμε πραγματικά, τι κάναμε. [σ. 143]


E.L. Doctorow with Becky. a Weimaraner, swimming in Gardiner's Bay, Ny August 3, 1975 


Στο μυθιστόρημα του Τζούλιαν Μπαρνς Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια ο συγγραφέας εντοπίζει στην τσάντα της νεκρής πια μητέρας του την φωτογραφία ενός Γκόλντεν Ριτρίβερ που είχε μικρός, του Μαξ. Ο σκύλος σαν διακριτική σκιά περνάει αδιάφορα στην αφήγηση, καθώς αποτελεί ευκαιρία και μόνο για να βγει στο προσκήνιο ένας άλλος ήρωας – και ακριβώς αυτό το πέρασμα δίνει το έναυσμα στον Μαρουδή για τις παραπάνω σκέψεις.
Κάποτε η αυτοβιογραφικότητα του συγγραφέα και το ύφος του αφηγητή αναζητούν την τετράποδη αφορμή για να εκφράσουν την δική τους ουσία. Το κείμενο που βρίσκεται στο νούμερο 38 εκφράζει το παρόν μιας εποχής όπου η απόκρυψη της ταυτότητας και η συνακόλουθη διαδικτυακή φάρσα αποτελούν εκτός από ηθικό αδίκημα, ευκαιρία ψυχολογικών διαπιστώσεων και εκδικητικής δικαίωσης. Εδώ η κοκερίνα Κορντέλια αποδεικνύεται ιδανική παγίδα για το θύμα που τόλμησε να αγνοεί επιδεικτικά για καιρό απροσμέτρητο τον συγγραφέα φαρσέρ.


James Ellroy - Dog 


Ίσως το κείμενο που δεν κουράζομαι να διαβάζω και να μεταφέρω είναι το υπ’ αριθ. 21, που πρωτοδιάβασα στο ιστολόγιο του συγγραφέα. Εδώ ο αφηγητής βρίσκεται, Χριστούγεννα του 1972, στην είσοδο ενός μεγάλου παρισινού «Πριζουνίκ» όπου τον πλησιάζει μια γυναίκα για να του ζητήσει να κρατήσει τρία λεπτά τον σκύλο της, για να μπει για λίγο στο κατάστημα. Μετά από πολλαπλάσια λεπτά, ο προσωρινός κάτοχος εντοπίζει ένα σημείωμα: «δεν έχω άλλη επιλογή». Ο σκύλος τώρα ανήκει σε αυτόν εκτός αν επαναληφθεί το παραπλανητικό εύρημα, σε μια πιθανή εις το άπειρο διαιώνιση…
Οι σελίδες του Συμβολισμού βρίθουν από εικόνες συναντήσεων ανάμεσα σε πρόσωπα που κοιτάζονται για λίγο και το επόμενο λεπτό χάνονται για πάντα. Το βιαστικό βλέμμα είναι μια εμμονή της λογοτεχνίας η οποία, ως γνωστόν, διψά για εμπόδια και διαψεύσεις…γράφει στον 45ο παράλληλο ο συγγραφέας, παραλληλίζοντας τον περίφημο μπωντλαιρικό στίχο  – μυστική συνεννόηση ανάμεσα στα βλέμματα με την ενθύμηση εκείνης που διέσχισε μια διάβαση στη νότια Γαλλία κρατώντας ένα μεγαλόσωμο αγγλικό Φοξχάουντ. Άραγε οι δυο ραφινάτες φιγούρες, συμπλήρωμα η μια της άλλης, θα δικαιώσουν το φιλολογικό ανεκπλήρωτο ή η εξέλιξη θα είναι διαφορετική;
Το εκλεκτό κυνοκομείο είναι ευρύχωρο: περιλαμβάνει γραπτές φωτογραφίες (κι ας είναι αυτές «ψίθυροι, το “αντ’ αυτού”, ο αδύνατος αντίλογος στην εμπειρία»), σχόλια πάνω σε ποίηση (π.χ. στον Επιτάφιο για ένα Σκύλο του Μπάιρον [1808]), ένα αξέχαστο ιαπωνικό παραμύθι, τις λέξεις του Ζαν Ζενέ για τον μπρούντζινο σκύλο του Τζακομέτι, επίμονα γαβγίσματα που «δεν αξιολογήθησαν» στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του 1912 (στην υπέροχη μικροϊστορία υπ’ αριθμ. 51), τον στρατό των χιλιάδων ανατολικογερμανικών σκύλων του Τείχους του Βερολίνου, στα αχρείαστα πλέον, που βρήκε καταφύγιο σε σπίτια εθελοντών ιδιοκτητών, μακριά από τον ρόλο του κρατικού φύλακα, αδυνατώντας να αποφύγει την ταραχή όποτε πλησιάζουν τις ανύπαρκτες πια διαδρομές.



Κάποια στιγμή την αφήγηση την αναλαμβάνει το τιμώμενο ζώο. Μιλάει για τις διαθέσεις που δημιουργεί η μετακίνηση των μεγάλων αποστάσεων – την συγκίνηση, την αρχαία ανησυχία της αλλαγής και εστιάζει στον δικό του αισθητικό και αισθητηριακό κόσμο: μυρίζει δέντρα, φανοστάτες, πυροσβεστικούς κρουνούς για να μάθει τα κατορθώματα του δικού του πληθυσμού, όπως ο άνθρωπος διαβάζει την εφημερίδα. Και, εντέλει, οι σκύλοι είναι όντως αθάνατοι, όχι μόνο χάρη στο αναντίλεκτο αξίωμα που κρύβεται κάπου μέσα στα κείμενα αλλά και επειδή έγιναν, γίνονται και μπορούν να γίνουν λογοτεχνικοί. Ποια άλλη ύπαρξη νοιώθει παρείσακτη, ποια μηχανεύεται ταυτότητες που την υπερβαίνουν, τι απ’ όλα γύρω μας είναι συγχρόνως και κάτι άλλο; Σίγουρα όχι αυτοί.


Υστερόγραφο: ένα προσωπικό κείμενο του Πανδοχέα που αφιερώνεται στον Συγγραφέα.

Ο σκύλος της Φωκίωνος 


Υπάρχει κάτι πρόσθετο που μένει από την ανάγνωση της διόλου κυνικής Κυνικής Αθανασίας: η αίσθηση ενός παιχνιδιού ατελεύτητου, μια πρόσκληση ενθύμησης όλων των σκύλων με τους οποίους κάποτε και με κάποιο τρόπο διασταυρωθήκαμε σε ιστορία διηγήσιμη και μια παράλληλη ώθηση εγγραφής της σε κείμενο μικρό και ευσύνοπτο. Η μονάκριβή μου Πέτρα τετράποδη συμβία από εξαετίας είναι τόσο παρούσα και τόσο ενεργή στη ζωή μου ώστε η όποια διήγηση να μοιάζει ανεδαφική μπροστά στα συμβαίνοντα και τα αξιοβίωτα. Αν αναζητούσα το άλλο χρονικό άκρο της συναισθηματικής μου εμπλοκής με σκύλο, θα έφτανα μέχρι τα παλαιότερο δυνατό ενθύμιο παρελθόν μου· εκεί, θα με περίμενε στην ίδια θέση όπως και τότε, σαράντα χρόνια πριν, ένας μαρμάρινος καθιστός σκύλος στην πράσινη νησίδα στο μέσον της Φωκίωνος Νέγρης: [έργο του Ευριπίδη Βαβούρη, 1940].


abba 


Δεν θυμάμαι πόσες φορές κάθισα πάνω του, ακίνητος ιππέας με την βεβαιότητα πως δεν γίνομαι βάρος στο λείο του κορμί· θυμάμαι όμως καλά την λευκότητα και την δροσιά του μαρμάρου, την αναζήτηση μιας ζωντάνιας στο ακίνητο πρόσωπο, την υπόθεση της ευτυχίας που υποκρύπτει το ελαφρώς υψωμένο πρόσωπο, την ασφαλή αλλά και ζηλευτή θέση του στο μέσο των περιπάτων. Αλλά αυτό που βλέπω πια σήμερα είναι ακριβώς ένα σημείο όπου κάθισα μικρός, ίσως το μόνο που διατηρεί επιβιώνει την μνήμη του αγγίγματός μου αλλά και που μου επιστρέφει ατόφια την ανάμνηση του παππού μου. Στις δικές μου εβδομήκοντα ιστορίες, αυτή θα ήταν η πρώτη, η Πετρούλα η τελευταία, και σίγουρα οι ενδιάμεσες 68 έχουν ήδη τους ήρωες και τις ηρωίδες τους.
Cat Stevens - Dog 


Καθώς πάλι ολοκληρώνεται το πάντα εν θερμώ γραμμένο κείμενο και αναζητώ στο γνωστό κυβερνητικό χάος τις φωτογραφίες που θα πλαισιώσουν την ανάρτηση, καταλήγω σε ζεύγη πολύ αγαπημένων συγγραφέων ή μουσικών με τον σκύλο τους, που με τη σειρά τους εμπνέουν κι εκείνοι την δική τους κατάθεση στην οιονεί ανοιχτή συλλογή. Από την πλευρά των σελίδων βλέπω τον William Styron, να ισορροπεί σαν άθλημα πάνω στην δική του λεπτή ψυχική ισορροπία, που διαταράχθηκε βαθειά αλλά ακόμα και τότε απέδωσε άξια γραφή. Τα μισόκλειστα μάτια του σχεδόν μοιάζουν να εμπιστεύονται τον ακόλουθο σύντροφό του. Στην πλευρά του «πενταγράμμου», στέκομαι στο βλέμμα του Townes van Zandt και Cat Stevens, προτού απεκδυθούν την ταυτότητά τους και χαθούν σε άλλους πολιτισμούς – ένα βλέμμα που διηγείται την επιθυμία της φυγής από τον κόσμο των ανθρώπων, αλλά όχι των σκύλων.


Εκδ. Πόλις, 2013, σελ. 212. Με δεκαπέντε σημειώσεις του συγγραφέα.
Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr, υπό τον τίτλο Βιβλιοπανδοχείο, 146 / They wanna be your dog.


Στις εικόνες: William Styron, Neil Young, Francoise Sagan, E.L. Doctorow, James Ellroy, P.G. Wodehouse, Townes van Zandt, O σκύλος της Φωκίωνος Νέγρη, 2 Abba, Cat Stevens.

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

άργιλος

u sceccu 'nto linzolu — μαζί με Marilisa Gliozzi.
 
 
 

Βουλής και Ερμού



Καθημερινά εμπλουτίζω τις γνώσεις μου. Σήμερα, επισκεπτόμενος τον τρίτης γενιάς κοσμηματοπώλη του οίκου "Μονογυιός", αφοσιωμένο φίλο και αναγνώστη του ΔΕΝΤΡΟΥ, έμαθα ότι η λέξη SEIKO σημαίνει στα ιαπωνικά "Πρόοδος". Αυτός είναι ο λόγος, μου είπε, που δεν έχει αποκλειστικότητα η εν λόγω εταιρεία στη φίρμα.΄Ετσι βλέπουμε την ίδια επωνυμία και σε άλλους κατασκευαστές, εκτός ωρολογοποιίας.

Εγώ, χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις περί το αντικείμενο, οφείλοντας να πω κάτι χάριν της οικονομίας και της αμοιβαιότητας των όρων που ζητά η συζήτηση, θυμήθηκα την ιστορία ενός ρολογιού που έφερε στον παλιό φίλο μου Ηλία Κ. ο ναυτικός ανιψιός του απ' την Ιαπωνία. Ήταν 1968. Ο Ηλίας Κ. ("δωρεοδόχος", κατά το Κληρονομικό Δίκαιο που σπούδαζα περιπαθώς τότε), βαδίζει σήμερα ακμαίος προς τα 83, αποστρεφόμενος, όπως πάντοτε, κάθε είδους δαπάνη. Φέρει στον αριστερό καρπό αδιαλείπτως εκείνο το SEIKO νούμερο 5. Eπί 46 συναπτά χρόνια ποτέ δεν το αντικατέστησε.

Ναι, μου είπε ο τρίτης γενιάς κοσμηματοπώλης. Το SEIKO κατασκευαστικά είναι άριστο. Αν ήταν ελβετικός αυτός ο μηχανισμός θα είχε τη διπλάσια τιμή. Η συζήτηση στη συνέχεια στράφηκε προς την αυτοκινητοβιομηχανία. Σχολιάσαμε την εκρηκτική διείσδηση της ΤOYOTA στην Ευρώπη, ξεφύγαμε λίγο σε κρίσεις για έναν απελέκητο υποψήφιο (δήμαρχο), και μετά από αυστηρή κριτική 
 στην ύλη του τελευταίου ΔΕΝΤΡΟΥ δώσαμε το επόμενο ραντεβού εκτός χώρου εργασίας.

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Απόγευμα



Συζητάμε στο γραφείο του ΔΕΝΤΡΟΥ με δυο νέα παιδιά για ένα προσεχές αφιέρωμα. 1914. Μας κοιτάζουν αμήχανα. Δηλαδή; Δηλαδή εκατό χρόνια απ' τον "Μεγάλο Πόλεμο". Τον Αύγουστο κήρυξε τον πόλεμο η Αυστρία στο βασίλειο της Σερβίας, τους λέμε. Έχει προηγηθεί η δολοφονία του πρίγκιπα Φερδινάνδου στο Σαράγεβο. Τους θυμίζουμε την εικόνα με την οποία ο Τσβάιχ περιγράφει εκείνο το καλοκαίρι, όταν ένας αμπελουργός, στο Ρήνο νομίζω, κοιτάζει περήφανος τα αμπέλια του και του φωνάζει. "Θα μείνει αξέχαστος αυτός ο Αύγουστος. Δεν θα έχουμε ξαναδεί τέτοια σοδειά".

Εξακολοθούν να μας κοιτάζουν. Μιλάμε για τη λατρεμένη απ' τη γενιά μας αντιπολεμική ταινία "La grande guerra" ("Ο Μεγάλος Πόλεμος") του Μονιτσέλι, για τον "Αποχαιρετισμό στα όπλα" του Χέμινγουέι, και ένας νεαρός μάς λέει πως ο πατέρας του έχει αξιόλογη συλλογή από κάρτες Γάλλων στρατιωτών σταλμένες απ΄τη Θεσσαλονίκη. "Μπορεί να σας ενδιαφέρουν", προσθέτει ευγενικά. Υπάρχει στο γραφείο η σπάνια αφίσα της ταινίας με τους Γκάσμαν και τον Σόρντι, αγορασμένη απ' τη προβολή της ταινίας στην "Αλκυονίδα" (οδός Ιουλιανού), αρχές της δεκαετίας του '70.

Ούτε αυτό τους αφορά ιδιαίτερα. Ο πιο τολμηρός, που φοβάμαι πως στη μύτη του ήδη νιώθει ένα άρωμα ναφθαλίνης, περιμένει να γίνει μια παύση και, συγκεντρώνοντας όσο θάρρος χρειάζεται για να διαφωνήσεις με μεγαλύτερους, λέει κάτι που προφανώς σκεφτόταν επί ώρα: "Στην εποχή των social media, είστε βέβαιοι πως επικοινωνείτε με τους νέους αναγνώστες; Δεν θάταν κακό να ανανεώσετε τα θέματα που προτείνετε. Ίσως και την εικόνα σας. Με όλο το θάρρος, υποθέτω μου επιτρέπετε"

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

To βιβλίο ως έργο τέχνης



[...] Συνεχίζω να αναρωτιέμαι για ποιο λόγο, ενώ οι εφημεριίδες προτείνουν τα κινηματογραφικά έργα με κριτήρια ποιότητας, με τα γνωστά αστεράκια, τη λογοτεχνία την προτείνουν μόνο με εμπορικά κριτήρια. Δεν θα αρνιόμουν έναν κατάλογο "κακών" βιβλίων αντί ενός καταλόγου των best sellers. Θα προτιμούσα όμως να λέγονται άτεχνα, ή παραλογοτεχνικά μυθιστορήματα, ή ροζ ιστορίες, ή ιστορικές φυλλάδες, όχι όμως "κακά" βιβλία.[...]

Ρέα Γαλανάκη, από ΤΟ ΔΕΝΤΡΟνο 195-196, "Πώς διαβάζουμε" (το κείμενο, η ανάγνωση το κοινό)





Φωτογραφία

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Τα ευπώλητα

Με το χθεσινό "μαντάτο" της κόρης μου, την ανάρτηση του καταλόγου των ευπώλητων στη σελίδα μου, θυμάμαι ότι οι δικοί μου άτυποι κατάλογοι φτιάχνονταν με την  παρατήρηση. Κυρίως τα καλοκαίρια των διακοπών. Μια συνηθισμένη  εικόνα στις ιταλικές παραλίες ήταν η ξαπλωμένη αναγνώστρια. Έστιλβε από τα αντιηλιακά, και απ' το σύνολο έλειπε μόνο τα μάτια, καθώς κρατούσε, λίγα εκατοστά μπροστά της, ένα βιβλίο.

Το πρώτο καλοκαίρι , κυριαρχούσε η Αλιέντε και "Το σπίτι των φαντασμάτων". Τον επόμενο χρόνο  η εικόνα είχε αλλάξει. Στην παραλία  του Rimini τα πρόσωπα κρύβονταν από εξώφυλλα  Συλβάνα Ταμάρο, "Όπου χτυπάει η καρδιά". Εκείνον τον Αύγουστο άγγιζαν τα 650.000 αντίτυπα οι πωλήσεις του.

Αργότερα, καλοκαίρι πάλι, απ'  το Τυρρηνικό αυτή τη φορά,  οι αναγνώστες, όταν δεν έλυναν σταυρόλεξα. Κρατούσαν βιβλία με ένα όνομα άγνωστο. Αντρέα Καμιλέρι. 'Ηταν συγγραφέας αστυνομικών (γεννημένος το 1925 στη Σικελία) και είχε εμφανιστεί στα γράμματα μεγάλος.

Πριν λίγες μέρες, κυκλοφόρησε το καινούργιο ΔΕΝΤΡΟ με ένα διήγημά του. 'Οχι αστυνομικό αλλά αυτοβιογραφικό. Εξομολόγηση για τη σχέση με τον πατέρα του. Περιγραφή της νύχτας του θανάτου του. Ο γιός βρίσκεται μόνος μαζί του, στο νοσοκομείο.  Προσπαθεί να φωτίσει τις συγκρούσεις της νεανικής ηλικίας  και καταλήγει στη λυτρωτική σχέση αγάπης που κατορθώνει το τέλος. Υψηλή λογοτεχνία, για όσους νιώθουν ότι μέσα στο παιχνίδι της μορφής φέρονται ηθικές αξίες.

Στα ελληνικά πλοία η εικόνα τού τι διαβάζεται ήταν  ενδεικτική. Η Μειμαρίδη και "Οι μάγισσες της Σμύρνης" κυριάρχησαν στις μετακινήσεις μας. Την ίδια εποχή, η Μαντά και η Δημουλίδου ήταν ένα αναγνωστικό δημοψήφισμα , στα πλοία των Κυκλάδων. Ακούω ακόμα στο αυτί μου τον φίλο, σαρδόνιο στις εκτιμήσεις του, να μου λέει πως "ο αναλφαβητισμός εκδικείται με τα bestseller την όψιμη εγγραμματοσύνη"

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Ευπώλητα

Χε, χε...σπουδαία τα νέα σήμερα! Ο μπαμπάς πάνω απο τη Μαντά!
(Τα ευπώλητα, "Βήμα"16/2)
— μαζί με Costas Mavroudis.