Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Τόμας Τρανστρόμερ (1931-2015)

Ο Tomas Transtromer (γενν. 1931) πέθανε πριν από τρεις μέρες. Σουηδός ποιητής. Ξεχωριστή φωνή, τεχνική των αιφνίδιων μεταφορών, γκρίζος και κατηφής λυρισμός, πρέπει όμως να τον ξαναδιαβάσω. Πολύ πρόσφατα βρήκα το βιβλίο του "Οι μνήμες με βλέπουν", εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Σύντομα κείμενα μεγάλης λεπτότητας από την παιδική ηλικία. Γεγονότα, με δύναμη, χωρίς προσπάθεια εντυπωσιασμού. Ο πόλεμος, το διαζύγιο των γονιών, οι πρώτες χρονολογημένες μνήμες ("ο παππούς μου μιλούσε μια γλώσσα του 19ου αιώνα,πολλές εκφράσεις του θα φαίνονταν σήμερα εντυπωσιακά απαρχαιωμένες")
Ψάχνω τι υπογράμμισα στο διάβασμα, γιατί πιο εύκολα διαβάζω, είναι η αλήθεια, με δεμένα μάτια παρά με χέρι που δεν κρατά μολύβι.
"Μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στη ζωή μου και τη ζωή των συμμαθητών μου ήταν ότι δεν είχα την ευκαιρία να μιλώ για τον μπαμπά μου. Οι περισσότεροι προέρχονταν από εργατικές οικογένειες όπου το διαζύγιο ήταν πολύ σπάνιο. Δεν ήθελα ποτέ να προσποιούμαι ότι υπήρχε κάτι παράξενο στην οικογενειακή μου κατάσταση. Άλλωστε είχα μπαμπά, ανεξάρτητα αν τον συναντούσα μια φορά το χρόνο, Χριστούγεννα συνήθως.[...]
Η δασκάλα είχε πει στην τάξη να μην με πειράζουν γιατί δεν είχα μπαμπά.
Αισθάνθηκα πανικό όταν το άκουσα, δεν ήμουν φυσιολογικός προφανώς [...] Αισθάνθηκα τον μεγάλο κίνδυνο να θεωρηθώ διαφορετικός".

(Απόδοση από τα σουηδικά: Βασίλης Παπαγεωργίου)


Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

Οι χαμένοι "Σκύλοι"

Και ξαφνικά, ένα πρωί του 2013, οι "Σκύλοι", ενώ γράφονταν, χάθηκαν απ' τον υπολογιστή. Είχαν εξαερωθεί με τρόπο ακατανόητο. Σε λίγο το μηχάνημα έσβησε και, διαχειριζόμενος τον πανικό μου όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα, πήγα στη Sony που μου ανακοίνωσε ότι πρέπει να στείλει το λάπτοπ στην αντιπροσωπεία, στη Βουδαπέστη.
Για να μην πολυλογώ, το προβληματικό εργαλείο έμεινε τελικά εδώ. Ο φέρελπις Βασίλης Γουδέλης με δυο αλεπάλληλες ολονυχτίες κατάφερε να ανασύρει απ' τα σκοτεινά βάθη το βιβλίο που έκτοτε γράφτηκε και ξαναγράφτηκε. Από το μηδέν, σήμερα πήρα στα χέρια μου τη Β' έκδοση, με ορισμένες αλλαγές που έκανα εντωμεταξύ. Η Β' έκδοση αύριο θα υπάρχει και στην αγορά.



.

Δημοσίευση από τις εκδόσεις Pre-textos

EL poeta griego Costas Mavrudís ha recibido en su país el Premio Nacional de Literatura 2014 de Narrativa Breve.
Es un placer haber editado recientemente en edición bilingüe su poemario Cuatro estaciones.
Συγχαρητήρια, enhorabuena... emoticon wink


Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Β' έκδοση των "Σκύλων"


  • Από σήμερα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία η 2η έκδοση του βιβλίου του Κώστα Μαυρουδή «Η αθανασία των σκύλων», το οποίο έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας καθώς και με το Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού Αναγνώστης.
    ***
    Ιστορίες ανθρώπων που διαδραματίζονται στην Αθήνα και στην επαρχία, σε πόλεις της Ευρώπης, σε μυθιστορηματικές σελίδες και σε φιλμ. Ιστορίες σκύλων που «τριγυρίζουν με σιωπηλή σοβαρότητα», εμβολίζουν επίσημες πομπές, ακολουθούν παρελάσεις, διασχίζουν τα γεγονότα…
    Η αθανασία των σκύλων, η άγνοια δηλαδή του θανάτου και του χρόνου, δίπλα στο εφήμερο των ανθρώπων. Ο Άργος κουνάει πάντα τα αυτιά του αντικρίζοντας τον Οδυσσέα, ο Μπεντικό κυκλοφορεί στις σελίδες του Γατόπαρδου δίπλα στον Ντον Φαμπρίτσιο, ο Boatswain μνημειώνεται στον «Επιτάφιο για ένα σκύλο» του Μπάιρον· δεκαεπτά σκύλοι υποδέχονται τον Πλαστήρα σε μια προεκλογική συγκέντρωση, ένα Μπόξερ καταστρέφει το υπό συγγραφή βιβλίο, έργο ζωής, και ο Λέων –σκύλος ενός ηλικιωμένου εφημέριου– παρακολουθεί τη Λειτουργία. Συνοδοιπόροι, άνθρωποι και σκύλοι μοιράζονται πραγματικότητες και αλήθειες, συναισθήματα, εξομολογήσεις και σημαίνουσες στιγμές.
    Ο Κώστας Μαυρουδής με στοχαστική και ποιητική ματιά, κάποτε ειρωνικός κι αυτοσαρκαστικός, απαθανατίζει περιστατικά και χειρονομίες και αναδεικνύει τις λεπτές αποχρώσεις. Οι 70 μικρές ιστορίες του συμπυκνώνουν το χρόνο, αντιστέκονται στις απλοποιήσεις, ανοίγονται με φαντασία και λόγο στο απροσδιόριστο και το απροσδόκητο και «καταφάσκουν παρήγορα στη ζωή».

    Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

    Το ασύμβατο

    Σε μια από τις ιστορίες στην "Αθανασία των Σκύλων", υπάρχει ένα τετράποδο που περιγράφει συνήθειες και χαρακτηριστικά του αφεντικού του. Είναι η μόνη απ' τις ιστορίες που ένας σκύλος μιλά πρωτοπρόσωπα."Υπάρχουν βέβαια και πράγματα ακατανόητα", εξομολογείται σε ένα σημείο για τη σχέση τους, "που μας κάνουν απόλυτα ξένους. Δεν θα ήμασταν συμπληρωματικοί, διαφορετικά. Διαβάζω, π.χ., συχνά στις σημειώσεις του μια πραγματικότητα που δεν είναι πραγματικότητα", και παραθέτει μια σημείωση του αφεντικού του που δεν καταλαβαίνει : "Μάχη τού Μόντε Καζίνο. Ένας τραυματισμένος Αμερικανός (νέος, σχεδόν αγόρι) σε λίγο θα πεθάνει. Δεν υπάρχει λογοτεχνικός θάνατος. Ο τραυματίας πεθαίνει κάθε φορά που διαβάζονται αυτές οι σελίδες. Κανένας γραπτός θάνατος δεν είναι οριστικός".

    Με είχε απασχολήσει αν μπορεί αυτός ο αναγνώστης σκύλος, όσο παραμυθένια κι αν καταστήσω την ιστορία, να μιλά σαν διανοούμενος. Βέβαια από τον Αίσωπο και τον Λαφοντέν μέχρι τον Μίκυ Μάους, είναι άπειρα τα ζώα που όχι μόνο σκέπτονται αλλά υποστηρίζουν ακόμα απόψεις και αρχές. Γιατί ο σκύλος της ιστορίας Νο 46 δεν μπορεί να σκέπτεται κριτικά ή να απορεί;
    Το ζήτημα είναι μεγάλο. Πόσο μπορεί να αποστεί μια συμπεριφορά απ' τον τύπο του ήρωα; Τι μπορεί να πει και τι όχι, ένας γραπτός χαρακτήρας; Οι ήρωες του Σέξπιρ -ένας καπετάνιος ή ένας υπηρέτης- περιγράφουν συχνά τα φαινόμενα με βλέμμα και λόγο του συγγραφέα τους. Ο Οθέλος μιλάει (θυμάμαι άραγε σωστά;) για την βροντή σαν κάτι που το κανόνι ζηλεύει και μιμείται. Παρομοιώσεις, σπουδαίες μεταφορές, μπαίνουν στο στόμα προσώπων που κανονικά θάπρεπε να μιλούν σαν αυτό που είναι.

    Αναγνώρισα μιαν ανάλογη "άδεια" πρόσφατα στον σημαντικότατο Αλέκο Σακελλάριο. Στον "Ηλία του 16ου", ο μεταμφιεσμένος σε αστυφύλακα Χατζηχρήστος (τσιλιαδόρος του Βέγγου που επιχειρεί μια διάρρηξη) σύρεται, απ' το δρόμο όπου περιμένει, στο διαμέρισμα των χαρτοπαικτών. Καλείται να διαλευκάνει μιαν απώλεια τιμαλφών, σε λίγο όμως στο διαμέρισμα καταφθάνει και ένας πραγματικός αστυφύλακας, με βαθμό μεγαλύτερο.

    Ο Χατζηχρήστος που προσπαθεί να φύγει αλλά τον εμποδίζουν οι εμπλεκόμενοι, δίνει ένα ρεσιτάλ απελπισίας που καταλήγει σε δύο, σχετικές με όσα λέμε, φράσεις. Η μια στα μέτρα του λαικού χαρακτήρα, η άλλη όμως ξεκάρφωτη, τίτλος της θρυλικής άριας απ' την Traviata που ο συγκεκριμένος ήρωας αποκλείεται να ξέρει. Λάθος του σεναρίου, επιθεωρησιακή παρόρμηση, φλερτ με το παράλογο; "Και τώρα εγώ μπορώ να φύγω", λέει στον "συνάδελφο". "Μπορώ να φύγω, έτσι; Αρχηγού παρόντος πάσα αρχή παυσάτω, γεια σας, φεύγω, Addio del passato.

    Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

    "Τι σημαίνει αυτό που πέρασε;"


    στις 21 Φεβρουαρίου, 2014

    skylos 
     
     
     
    του Πέτρου Χρυσικού. 

    1. Όταν διάβασα το  Η αθανασία των σκύλων (Κώστας Μαυρουδής, Πόλις, 2013) αναρωτήθηκα για το πραγματικό νόημα  και τις παραπομπές του τίτλου, μολονότι η απάντηση φαίνεται να  δίνεται στη δεύτερη κιόλας από τις 70 σύντομες (καμιά δεν ξεπερνά τις τρεις σελίδες) αριθμημένες και άτιτλες ιστορίες του βιβλίου: «Αθάνατος» είναι ο σκύλος, και κάθε ζώο, που δεν ξέρει ούτε σκέπτεται το θάνατό του. Αυτό λέει στον συγγραφέα το αφεντικό ενός ηλικιωμένου Σέτερ Λάβερακ, όταν κάποιο απόγευμα συναντιόνται τυχαία στο πάρκο. «Ο Ερμής, κύριε, αγνοεί το τέλος, όπως το δάσος δεν ξέρει τίποτε για το πριονιστήριο. Έζησε χωρίς να υποψιάζεται την απουσία του. Πεθαίνουν μόνον εκείνοι που το γνωρίζουν». Δεν μου αρκούσε. Αυτά τα σύντομα σε έκταση αφηγήματα είναι περιήγηση σε έναν κόσμο από χαμένα πρόσωπα, γεγονότα και τόπους. Τι ευφημισμός, λοιπόν, είναι αυτός που χαρακτηρίζει τη σιωπή και την απουσία ως αθανασία; Ή μήπως, αντίθετα, αυτό το υλικό του εφήμερου, βιωματικό το πιθανότερο, θέλει να συντηρηθεί, να γίνει μια ανθεκτική («αθάνατη») πινακοθήκη γεγονότων;

    2. Η αθανασία των σκύλων είναι κυρίως σύντομες ιστορίες ποιητικού ρεαλισμού, που διαβάζονται σαν «αφηγήματα του λεπτού» και μιλούν για  πρόσωπα, βιβλία, πίνακες, ελληνική Ιστορία, ταξίδια. Από σελίδα σε σελίδα αλλάζει εντυπωσιακά το αντικείμενο, τα θέματα, ο φωτισμός. Είχα μπροστά μου ένα ανεξάντλητο καλειδοσκόπιο εντυπώσεων: το παιδί-θαύμα που ξέρει απέξω την Οδύσσεια, το πρώτο Χριστουγεννιάτικο Δέντρο των Βαυαρών το 1833 στο Ναύπλιο, ο δεξιοτέχνης κατασκευαστής χαρταετών που ζει πια στο γηροκομείο, ο διαρρήκτης που ο γείτονάς του τον νομίζει για χρόνια επιχειρηματία, ο τυφλός που αγγίζει έναν περαστικό σκύλο και αναγνωρίζει τη ράτσα και το χρώμα του, το παιδί από την επαρχία που επισκέπτεται τα γραφεία του Μικρού Ήρωα. Βρίσκω, ωστόσο, σε όλα ένα κοινό στοιχείο: τη διακριτική αφήγηση, τη ραφινάτη μελαγχολία του χαμένου, την ποίηση που δοκιμάζει πεζογραφική φορεσιά, τις πυκνές εικόνες χαρακτήρων και εποχών.

    3. Διαβάζω λοιπόν σαν ευφημισμό τη λέξη Αθανασία στον τίτλο. Διακρίνω εύκολα ότι αυτός ο τίτλος αφορά τα ανθρώπινα, ότι δεν είναι κυρίως οι σκύλοι, αυτοί που ο συγγραφέας θέλει να αναμετρηθούν με τη λήθη. Tην αθανασία ζητούν τα  πρόσωπα  και η εποχή. Διότι μπορεί να υπάρχουν πολλοί αφηγητές στις ιστορίες (δυο τρείς φορές εντόπισα γυναίκα αφηγήτρια), μπορεί να είναι οι τόποι διαφορετικοί (πότε η πόλη να έχει λιμάνι και πότε σιδηροδρομικό σταθμό), μπορεί το περιβάλλον του αφηγητή να είναι κάθε φορά άλλο, αλλά ένα αναγνωστικό ένστικτο με σπρώχνει να πιστεύω ότι όλες οι θείες είναι μία θεία, οι πατέρες ένας πατέρας, αυτός που μιλά ένας και μόνον, που κάθε φορά αλλάζει  ταυτότητα. Το μόνιμο αίσθημα κατάνυξης απέναντι στο παρελθόν (ένδειξη προσωπικής εμπλοκής) ενοποιεί όλες τις ξένες μεταξύ τους ιστορίες, τα σκηνικά, τους χρόνους.

    4. Η νοσταλγία, περιοχή υψηλού κινδύνου για τη λογοτεχνία, οδηγεί εύκολα στην αισθηματολογία. Δεν φαίνεται να το αγνοεί ο συγγραφέας. Πιστεύω μάλιστα πως επειδή το φοβάται, αυτοσαρκάζεται, ανατρέπει συμβάσεις, παρεμβάλλει μικρές δοκιμιακές σπουδές και χτίζει έναν ρεαλισμό περισσότερο μαγικό παρά πραγματικό. Όταν, π.χ., μια καλοκαιρινή μέρα του 1957 ένας ηλικιωμένος, μοναχικός άνδρας (αφήγημα Νο 29) κινδυνεύει να ενταχθεί στις συμβάσεις της ηθογραφίας, διαβάζει στην εφημερίδα του ένα παράδοξο γεωλογικό φαινόμενο. Αρκετό καιρό αργότερα, βλέποντας στον ημεροδείκτη την πρώτη ημέρα του φθινοπώρου, κάνει ορισμένες σκέψεις που θεωρεί ιδιαίτερες. Πριν να τον δούμε ως συμβατική φιγούρα, μια επιγραμματική ιδέα του απογειώνει την αφήγηση: «…Γι’ αυτό λοιπόν δεν έγραψα ποτέ. Τι αξίωση! Για όλα εκείνα που αισθάνομαι, να ψάχνω ξένους που θα τα καταλάβουν!»

    5. Στον Μαυρουδή πολύ συχνά υπάρχει η αρωγή ξένων κειμένων. Οι ιδέες, οι μεταφορές, οι εικόνες είναι δάνεια και χρήσεις που βαθαίνουν την εντύπωση και το νόημα. Η διακειμενικότητα (εκλεκτικές συγγένειες, θα λέγαμε, προσθέτοντας ότι αυτό που μας αρέσει είναι πάντα κάτι που θα θέλαμε να έχουμε γράψει εμείς) εμφανίζεται σε όλα τα κείμενά του. Στην ιστορία Νο 25, ο αφηγητής συναντά συχνά στο Μοναστηράκι έναν νεαρό από τη Βουλγαρία που εισάγει και πουλά καθαρόαιμα Μπουλ Τερριέ. Μια Κυριακή συζητούν για τη  βουλγαρική ταινία Ο κλέφτης των ροδακίνων. Είναι η ιστορία ενός αιχμάλωτου Σέρβου αξιωματικού (βαλκανικοί πόλεμοι), που συχνά καταφέρνει να απομακρυνθεί απ’ το σημείο κράτησής του. Κάποτε γνωρίζει τυχαία μια γυναίκα (σύζυγο εκείνου που διοικεί το στρατόπεδο) με την οποία συνδέονται απελπισμένα. Στο τέλος της ταινίας, όταν αποκαλύπτεται η σχέση, ο Σέρβος αιχμάλωτος εκτελείται σε ενέδρα από την ορντινάτσα του διοικητή. Ο συγγραφέας των σκύλων, ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής, θυμάται ότι στο φιλμ ο στρατιώτης, μετά την πράξη του, φάνηκε φευγαλέα δακρυσμένος, και είχε τότε αναρωτηθεί τι άραγε να σήμαινε η σιωπηρή συντριβή του. Παραθέτω: «Μπορεί κάθε δάκρυ να ζητά  μιαν απαλλακτική απόφαση, αλλά αν, όπως λένε, πονά κανείς ανάλογα με την αξία του, οι τύψεις πολύ συχνά γίνονται κρυφή τέρψη. Δεν ήμουν εξαίρεση. Βρήκα μετά από πολλά χρόνια κάποια δική μου σημείωση για μιαν απώλεια που φοβόμουν. “Μολονότι δεν τολμώ να σκεφτώ το θάνατο (αναφερόμουν στο αγαπημένο μου ζώο) η λύπη αποζημιώνει σαν μια αυτάρεσκη επιβεβαίωση αξίας, σαν σκοτεινός έπαινος, ένα Honneur de souffrir”. Yπάρχει στο Καπούτ του Μαλαπάρτε η φράση ενός ευγενή που, ακούγοντας το συγγραφέα-αφηγητή να περιγράφει τη θηριωδία στο ρωσικό μέτωπο, τον ζηλεύει που βασανίστηκε απ’ τη φρίκη και το απόλυτο κακό: “Αχ να μπορούσα να υποφέρω κι εγώ όπως εσείς”, του λέει, δείχνοντας ότι ξέρει καλά τις προσόδους απ’ το ορυχείο της κολάσεως». Σινεμά, μυθιστόρημα, αφορισμοί, είναι η παρακαταθήκη των δημιουργικών εμμονών του συγγραφέα. Και επειδή είμαι αναγνώστης με καλή μνήμη, θα τολμούσα να προσθέσω κι εγώ ένα παράθεμα για την τέρψη της λύπης: τη φράση του μοναχού που θα παντρέψει κρυφά με την Ιουλιέτα τον Ρωμαίο, ερωτευμένο και απαρηγόρητο, «μεθυσμένο απ’ τα δάκρυά του» όπως μας λέει ο Σαίξπηρ.


    6. Η ευφάνταστη ευρηματικότητα θεμελιώνει το χαρακτήρα του ποιητικού  ρεαλισμού της Αθανασίας: μια πόλη του ’50 όπου φωτογραφίζουν τα σύννεφα αν τύχει κάποιο να θυμίζει πρόσωπο ή αντικείμενο, μια κοπέλα που ολοκληρώνει μετά 40 χρόνια το μισολυμένο σταυρόλεξο του απόντα πια πατέρα της, ένας κατασκευαστής γιγάντιων χαρταετών με σχήματα που εμφανίζουν ιστορικές φιγούρες, και άλλα πολλά. Στο παρελθόν ο Μαυρουδής έχει μετατρέψει μικρά πεζά των βιβλίων του σε ποιήματα. Όχι δύσκολο, γιατί τα κείμενά του έχουν ποιητικό πυρήνα. Στην ιστορία Νο 13, ο συγγραφέας παίζει με μιαν ιδέα παραμυθιού, ότι τάχα το γνωστικό παρελθόν στους σκύλους κληρονομείται απ’ τους μεταγενέστερους. Και ενώ, όπως λέει, ξέρουμε πόσο υποτυπώδης είναι η μνήμη τους που «απλώς αναγνωρίζει και δεν αναπαριστά», εν τούτοις υπάρχουν εκείνοι που θα τους γοήτευε η υπόθεση ότι η παλιά εμπειρία (γνώση) μεταβιβάζεται. Έτσι, ένα καλοκαίρι στη Ρόδο, φαντάζεται τους σύγχρονους σκύλους να μεταφέρουν κάτι από τη μνήμη των προγόνων τους, εκείνων που έζησαν κατά την ιταλική διοίκηση (1912-1943), έβλεπαν γύρω την απαράμιλλη αρχιτεκτονική, ή «άκουγαν μαγεμένοι την οβερτούρα της Αida στην εξέδρα της προκυμαίας». Ωραία αυτή η φιλοπαιγμοσύνη, σκέπτεται ο συγγραφέας, θεωρεί όμως τις υποθέσεις του  «ένα παιχνίδι αργόσχολου». Τι θα γίνει λοιπόν η ιδέα του, πώς θα τη χειριστεί; Και να η έξοδος, υπολογισμένος ποιητικός επίλογος: «…αν υπήρχε παρελθόν για τους σκύλους θα ήταν, όπως και σε μας, μια αναπάντητη εκκρεμότητα. Τίποτε δεν θα εξηγούσε το χαμένο, την απουσία όσων προηγήθηκαν, το κενό που αφήνει το γεγονός. Μόνον απλοϊκά ερωτήματα θα τους απασχολούσαν. “Τι είναι η αναπόληση;”, “Τι σημαίνει αυτό που πέρασε;”, “Γιατί κρύβονται σαν παιδιά που παίζουν, τα παλιά γεγονότα;”». Τα υποτιθέμενα ερωτήματα, φυσικά, δεν είναι καθόλου «απλοϊκά», όπως τα χαρακτηρίζει εκ του πονηρού ο συγγραφέας. Είναι κύρια ζητήματα της ζωής μας, το αναπάντητο υποστασιακό ερώτημα, η ουσία αυτού του βιβλίου, που πολλοί κινδυνεύουν να  το δουν σαν ζωοφιλικό.

    7. Μίλησα προηγουμένως για «το βιωματικό υλικό που επιθυμεί να στερεωθεί  από την αφήγηση». Δεν πρωτοεμφανίζεται εδώ αυτή η στάση. Στη δεύτερη κιόλας ποιητική του συλλογή (έντονα αφηγηματική κι αυτή) υπάρχει μια εικόνα συγκεντρωμένων προσώπων που ο ποιητής βλέπει, διασχίζοντας μια ευρωπαϊκή πόλη: «[…] Μπροστά στην εκκλησία με τα στέφανα μιλούσε χαμηλόφωνα η συγκέντρωση. Θα ξεκινούσε η άμαξα σε λίγο. Μνημόνευσέ με, έγνεφε το λυπημένο γεγονός, που ήθελε μάρτυρες για να υπάρξει.» («Απόγευμα σε πόλη γαλλική», Το δάνειο του χρόνου, Κέδρος 1990).

    8. Ο σκύλος, έγραψε η κριτική, είναι ένα πρόσχημα (Το Βήμα, «Σκιώδεις σκύλοι», του Β. Χατζηβασιλείου). Πρωταγωνιστούν, όντως, τα πρόσωπα, και το ζώο φαίνεται να είναι το νήμα που συνδέει τις ετερόκλητες ιστορίες. Έτσι συμβαίνει και σε προηγούμενα βιβλία του Μαυρουδή (Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια) και μένει στη  δεξιοτεχνία του να μην επιτρέψει αυτό να γίνει μανιέρα χωρίς εκπλήξεις. Στο ποιητικό Τέσσερις εποχές (Κέδρος, 2012) η άνοιξη, το καλοκαίρι, κλπ) ήταν πάλι πρόσχημα για να έχουν συνδετικό ιστό τα μεγάλα αφηγηματικά ποιήματα της συλλογής. Κι εκεί, όπως στην Αθανασία των σκύλων, ξεδιπλώθηκαν εικόνες μιας άτυπης (κρυμμένης) αυτοβιογραφίας. Υπάρχει κάτι που μου θυμίζει την ιδέα της Νέκυιας,  με διαφορετικά βέβαια συμφραζόμενα, μια ζωηρή ποικιλία προσώπων, ρεαλιστική φαντασμαγορία, κατάνυξη, χιούμορ και  αυτοσαρκασμό. Συμπτωματικά στην Αθανασία των σκύλων οι ιστορίες είναι 70, όσα τα πρόσωπα στον πίνακα της Νέκυιας του Πολύκλειτου, που απ’ τον Παυσανία έχουμε μάθει ότι υπήρχε στους  Δελφούς.  Η “Νέκυια”, αναφέρεται στη λ’ ραψωδία της Οδύσσειας, στην οποία περιγράφεται η κάθοδος του Οδυσσέα σε έναν σκοτεινό τόπο όπου συναντά τις σκιές των νεκρών. Ο συγγραφέας, στις 70 ιστορίες και σπουδές αυτού του βιβλίου, εικονίζει και σκηνοθετεί, κι αυτός, το παρελθόν, θυμάται ή επινοεί ιστορίες προσώπων που δεν υπάρχουν πια. Στο τελευταίο κείμενο του βιβλίου, ψηλά από ένα σύννεφο, κοιτάζει τον κόσμο. Ανήκει πια κι αυτός στο παρελθόν.

    Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

    Γ' Πρόγραμμα. Την Πέμπτη, 19.3.015, θα συνομιλήσω με την Κατερίνα Σχινά και τον Γιάννη Μπασκόζο στην εκπομπή λόγου Lanterna magica. Στις 5μμ. Θέμα το βιβλίο "Η Αθανασία των σκύλων" και πολλά εξομολογητικά περί αυτήν.


    Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

    Πολιτεία

    Βιβλιοπωλείο "Πολιτεία". Έλεγα σ' ένα νέο παιδί ότι αν ήξερα πόσο λίγα πράγματα προλαβαίνουμε, θα είχα κάνει αυστηρές ιεραρχήσεις στο διάβασμα. Φωτογράφος, ο αεικίνητος Γιώργος Θωμόποπουλος, του βιβλιοπωλείου


    ·