Η
ημέρα της Ευρώπης γιορταζόταν χθες. Της Ευρώπης, που θεωρείται το
τελευταίο πολιτικό όνειρο της ηπείρου. Όχι από ρομαντικούς, όπως πριν
από μερικούς αιώνες, αλλά από το πιο καλλιεργημένο κομμάτι του πληθυσμού
της, που το να παρασύρει ευρύτερες
μάζες στις προοπτικές του είναι ένα στοίχημα και μια πρόκληση απ' αυτά
που συχνά βάζει μπροστά μας η Ιστορία.
Απ' τα πιο χαρακτηριστικά πρόσωπα ενός άτυπου, αν και συχνά ποικιλότροπα διατυπωμένου ευρωπαισμού είναι χωρίς αμφιβολία ο Στέφαν Τσβάιχ, με το τελευταίο ημιαυτογραφικό βιβλίο του "Ο Χθεσινός Κόσμος". Το επίθετο Χθεσινός επέμεινε στον εκδότη του να γραφεί με κεφαλαίο. Δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο. Το 1942 αυτοκτόνησε, ως γνωστόν, στη Βραζιλία, με την πίστη ότι το σώμα και το πνεύμα της Ευρώπης δεν ζούσε πια και δεν θα άντεχε απέναντι στη ναζιστική μηχανή.
Απ' τις εκατοντάδες συναρπαστικές σελίδες του βιβλίου του (που θα οφείλαμε να διδάσκουμε στα παιδιά μας ως παρακαταθήκη καλλιεργημένου ανθρωπισμού και βαθιάς πνευματικότητας) είναι η περιγραφή, όταν, μετά τη λήξη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου ο συγγραφέας αποφασίζει να επιστρέψει από την Ελβετία (βρισκόταν εκεί κατά τη διάρκεια εκείνων των ετών) στην καθημαγμένη πια Αυστρία. Έχει φτάσει στα σύνορα, εφοδιασμένος με ρούχα, τρόφιμα και παπούτσια που δεν θα βρει στη χώρα του. Το τρένο του σταματά στον σταθμό των συνόρων. Κάποιο άλλο τρένο, πολυτελές, έρχεται την ίδια στιγμή, από την Αυστρία αυτό. ΟΙ δύο συρμοί στέκονται απέναντι.
"[...] Μία κινητικότητα έγινε αισθητή στην αποβάθρα., αλλά εξακολουθούσα να μην ξέρω γιατί. Προσέχοντας καλύτερα, αναγνώρισα όρθιο στο παράθυρο ενός βαγονιού τον Κάρολο, τελευταίο Αυτοκράτορα της Αυστρίας. Δίπλα του η Αυτοκράτειρα Ζίτα. Ρίγησα. Ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Αυστρίας, ο κληρονόμος της δυναστείας των Αψβούργων που διοίκησε τη χώρα για 700 ολόκληρα χρόνια εγκατέλειπε τη χώρα του. Η Αυστριακή δημοκρατία τού επέβαλε να αναχωρήσει, αλλά με όλες τις τιμές. Ο ψηλός εκείνος άντρας στεκόταν όρθιος και κοίταζε τα βουνά,τα σπίτια και τους ανθρώπους. Οι ελεγκτές, οι γυναίκες, οι στρατιώτες, σιωπηλοί, αμήχανοι έστρεφαν το βλέμμα τους αλλού.
Ήταν μια ιστορική στιγμή αυτή που ζούσα. Μοναδική στιγμή, διπλά συγκλονιστική για κάποιον που είχε γαλουχηθεί με την παράδοση της Αυτοκρατορίας, που το πρώτο τραγούδι του στο σχολείο ήταν ο αυτοκρατορικός ύμνος και αργότερα, στο στρατό, ορκίστηκε πίστη σ' αυτόν τον άνδρα, αφοσίωση σ' εκείνον που τώρα κοίταζε το πλήθος ντυμένος με ρούχα πολιτικά. Τον είχα δει να κατεβαίνει τη μεγάλη σκάλα του Σένπρουν, πλαισιωμένος απ' την οικογένειά του και τους αξιωματικούς και να δέχεται τις εκδηλώσεις σεβασμού ογδόντα χιλιάδων Βιεννέζων μαθητών που τραγουδούσαν παραταγμένοι στο καταπράσινο, μεγάλο λειβάδι, "Ο Θεός σώζοι" του Χάιντν. Η ατμομηχανή ξεκίνησε με ένα αργό τράνταγμα, σαν να μην ήθελε να φύγει. Το τρένο απομακρύνθηκε αργά. Δίπλα μου ακούστηκε το πνιχτό κλάμα μιας γυναίκας. Οι υπάλληλοι του σταθμού κοιτούσαν την αμαξοστοιχία ώσπου χάθηκε. Η χιλιόχρονη Αυτοκρατορία έφτανε στο τέλος της. Επέστρεφα σε μια διαφορετική Αυστρία, σ' έναν άλλο κόσμο."
Εκατοντάδες πρόσωπα του ευρωπαικού πολιτισμού περνούν στις σελίδες του "Χθεσινού Κόσμου". Πόλεις, συγγραφείς, εποχές, διάλογοι, ιδέες. "Ο χθεσινός Κόσμος" είναι (το κατάλαβα πριν από πολλά χρόνια, απ' την πρώτη κιόλας ανάγνωση), μια Βίβλος του Ευρωπαισμού και της Ιστορίας τού 19ου και 20ού αιώνα. Άλλοτε θα πούμε περισσότερα για την παγκοσμιότητα που υποβάλλει με τις αξίες του. Δεν είναι, φυσικά, ούτε η παγκοσμιότητα του προλεταριακού οικουμενισμού, ούτε η ασύνορη προοπτική τού κεφαλαίου, ούτε ένας επαναστατικός διεθνισμός. Πρόκειται για τον βαθύ ανθρωπισμό που στέκεται απέναντι στην ακατέργαστη εθνικιστική μισαλλοδοξία ("την πνευματική επιδημία της εποχής μας", όπως έλεγε ο Τσβάιχ), είναι το κατ' εξοχήν σχολείο των κλασικών αξιών του δυτικού κόσμου. Αυτός ο "ασαφής ουμανιστικός κοσμοπολιτισμός" (όπως τον είδε ο Κλάουντιο Μάγκρις), είτε ως στάση, είτε ως ραφιναρισμένο χαρακτηριστικό του συγγραφέα, είναι, ωστόσο, ένα απ' τα υλικά που έχτισαν τις πιο καλλιεργημένες και πιο γοητευτικές προοπτικές, το βλέμμα που αφηγήθηκε και ερμήνευσε σε βάθος το παρελθόν μας.
Ας θεωρούσε η Άρεντ την, τόσο καθαρή και ανύποπτη πολιτικά, συνείδησή του σχεδόν αφελή (βασισμένη στον πασιφισμό των συνθηκών της Γενεύης). Η αθωότητα του Τσβάιχ δεν είχε προβλέψει τη θύελλα, αλλά μ' αυτό το βιβλίο νοσταλγίας και απολογισμού σχεδίασε μοναδικές ιμπρεσιονιστικές εικόνες και μια πολύτιμη αλήθεια των γεγονότων και της σημασίας τους. Μας δίνει το βλέμμα που μπορεί να βαδίζει παράλληλα με την πολιτική εκτίμηση, που αποκαλύπτει στον υποψιασμένο τι υπάρχει πίσω απ' τον οικονομισμό του σημερινού μεγάλου εγχειρήματος.
Απ' τα πιο χαρακτηριστικά πρόσωπα ενός άτυπου, αν και συχνά ποικιλότροπα διατυπωμένου ευρωπαισμού είναι χωρίς αμφιβολία ο Στέφαν Τσβάιχ, με το τελευταίο ημιαυτογραφικό βιβλίο του "Ο Χθεσινός Κόσμος". Το επίθετο Χθεσινός επέμεινε στον εκδότη του να γραφεί με κεφαλαίο. Δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο. Το 1942 αυτοκτόνησε, ως γνωστόν, στη Βραζιλία, με την πίστη ότι το σώμα και το πνεύμα της Ευρώπης δεν ζούσε πια και δεν θα άντεχε απέναντι στη ναζιστική μηχανή.
Απ' τις εκατοντάδες συναρπαστικές σελίδες του βιβλίου του (που θα οφείλαμε να διδάσκουμε στα παιδιά μας ως παρακαταθήκη καλλιεργημένου ανθρωπισμού και βαθιάς πνευματικότητας) είναι η περιγραφή, όταν, μετά τη λήξη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου ο συγγραφέας αποφασίζει να επιστρέψει από την Ελβετία (βρισκόταν εκεί κατά τη διάρκεια εκείνων των ετών) στην καθημαγμένη πια Αυστρία. Έχει φτάσει στα σύνορα, εφοδιασμένος με ρούχα, τρόφιμα και παπούτσια που δεν θα βρει στη χώρα του. Το τρένο του σταματά στον σταθμό των συνόρων. Κάποιο άλλο τρένο, πολυτελές, έρχεται την ίδια στιγμή, από την Αυστρία αυτό. ΟΙ δύο συρμοί στέκονται απέναντι.
"[...] Μία κινητικότητα έγινε αισθητή στην αποβάθρα., αλλά εξακολουθούσα να μην ξέρω γιατί. Προσέχοντας καλύτερα, αναγνώρισα όρθιο στο παράθυρο ενός βαγονιού τον Κάρολο, τελευταίο Αυτοκράτορα της Αυστρίας. Δίπλα του η Αυτοκράτειρα Ζίτα. Ρίγησα. Ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Αυστρίας, ο κληρονόμος της δυναστείας των Αψβούργων που διοίκησε τη χώρα για 700 ολόκληρα χρόνια εγκατέλειπε τη χώρα του. Η Αυστριακή δημοκρατία τού επέβαλε να αναχωρήσει, αλλά με όλες τις τιμές. Ο ψηλός εκείνος άντρας στεκόταν όρθιος και κοίταζε τα βουνά,τα σπίτια και τους ανθρώπους. Οι ελεγκτές, οι γυναίκες, οι στρατιώτες, σιωπηλοί, αμήχανοι έστρεφαν το βλέμμα τους αλλού.
Ήταν μια ιστορική στιγμή αυτή που ζούσα. Μοναδική στιγμή, διπλά συγκλονιστική για κάποιον που είχε γαλουχηθεί με την παράδοση της Αυτοκρατορίας, που το πρώτο τραγούδι του στο σχολείο ήταν ο αυτοκρατορικός ύμνος και αργότερα, στο στρατό, ορκίστηκε πίστη σ' αυτόν τον άνδρα, αφοσίωση σ' εκείνον που τώρα κοίταζε το πλήθος ντυμένος με ρούχα πολιτικά. Τον είχα δει να κατεβαίνει τη μεγάλη σκάλα του Σένπρουν, πλαισιωμένος απ' την οικογένειά του και τους αξιωματικούς και να δέχεται τις εκδηλώσεις σεβασμού ογδόντα χιλιάδων Βιεννέζων μαθητών που τραγουδούσαν παραταγμένοι στο καταπράσινο, μεγάλο λειβάδι, "Ο Θεός σώζοι" του Χάιντν. Η ατμομηχανή ξεκίνησε με ένα αργό τράνταγμα, σαν να μην ήθελε να φύγει. Το τρένο απομακρύνθηκε αργά. Δίπλα μου ακούστηκε το πνιχτό κλάμα μιας γυναίκας. Οι υπάλληλοι του σταθμού κοιτούσαν την αμαξοστοιχία ώσπου χάθηκε. Η χιλιόχρονη Αυτοκρατορία έφτανε στο τέλος της. Επέστρεφα σε μια διαφορετική Αυστρία, σ' έναν άλλο κόσμο."
Εκατοντάδες πρόσωπα του ευρωπαικού πολιτισμού περνούν στις σελίδες του "Χθεσινού Κόσμου". Πόλεις, συγγραφείς, εποχές, διάλογοι, ιδέες. "Ο χθεσινός Κόσμος" είναι (το κατάλαβα πριν από πολλά χρόνια, απ' την πρώτη κιόλας ανάγνωση), μια Βίβλος του Ευρωπαισμού και της Ιστορίας τού 19ου και 20ού αιώνα. Άλλοτε θα πούμε περισσότερα για την παγκοσμιότητα που υποβάλλει με τις αξίες του. Δεν είναι, φυσικά, ούτε η παγκοσμιότητα του προλεταριακού οικουμενισμού, ούτε η ασύνορη προοπτική τού κεφαλαίου, ούτε ένας επαναστατικός διεθνισμός. Πρόκειται για τον βαθύ ανθρωπισμό που στέκεται απέναντι στην ακατέργαστη εθνικιστική μισαλλοδοξία ("την πνευματική επιδημία της εποχής μας", όπως έλεγε ο Τσβάιχ), είναι το κατ' εξοχήν σχολείο των κλασικών αξιών του δυτικού κόσμου. Αυτός ο "ασαφής ουμανιστικός κοσμοπολιτισμός" (όπως τον είδε ο Κλάουντιο Μάγκρις), είτε ως στάση, είτε ως ραφιναρισμένο χαρακτηριστικό του συγγραφέα, είναι, ωστόσο, ένα απ' τα υλικά που έχτισαν τις πιο καλλιεργημένες και πιο γοητευτικές προοπτικές, το βλέμμα που αφηγήθηκε και ερμήνευσε σε βάθος το παρελθόν μας.
Ας θεωρούσε η Άρεντ την, τόσο καθαρή και ανύποπτη πολιτικά, συνείδησή του σχεδόν αφελή (βασισμένη στον πασιφισμό των συνθηκών της Γενεύης). Η αθωότητα του Τσβάιχ δεν είχε προβλέψει τη θύελλα, αλλά μ' αυτό το βιβλίο νοσταλγίας και απολογισμού σχεδίασε μοναδικές ιμπρεσιονιστικές εικόνες και μια πολύτιμη αλήθεια των γεγονότων και της σημασίας τους. Μας δίνει το βλέμμα που μπορεί να βαδίζει παράλληλα με την πολιτική εκτίμηση, που αποκαλύπτει στον υποψιασμένο τι υπάρχει πίσω απ' τον οικονομισμό του σημερινού μεγάλου εγχειρήματος.
![Φωτογραφία: Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Η ημέρα της Ευρώπης γιορταζόταν χθες. Της Ευρώπης, που θεωρείται το τελευταίο πολιτικό όνειρο της ηπείρου. Όχι από ρομαντικούς, όπως πριν από μερικούς αιώνες, αλλά από το πιο καλλιεργημένο κομμάτι του πληθυσμού της, που το να παρασύρει ευρύτερες μάζες στις προοπτικές του είναι ένα στοίχημα και μια πρόκληση απ' αυτά που συχνά βάζει μπροστά μας η Ιστορία.
Απ' τα πιο χαρακτηριστικά πρόσωπα ενός άτυπου, αν και συχνά ποικιλότροπα διατυπωμένου ευρωπαισμού είναι χωρίς αμφιβολία ο Στέφαν Τσβάιχ, με το τελευταίο ημιαυτογραφικό βιβλίο του "Ο Χθεσινός Κόσμος". Το επίθετο Χθεσινός επέμεινε στον εκδότη του να γραφεί με κεφαλαίο. Δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο. Το 1942 αυτοκτόνησε, ως γνωστόν, στη Βραζιλία, με την πίστη ότι το σώμα και το πνεύμα της Ευρώπης δεν ζούσε πια και δεν θα άντεχε απέναντι στη ναζιστική μηχανή.
Απ' τις εκατοντάδες συναρπαστικές σελίδες του βιβλίου του (που θα οφείλαμε να διδάσκουμε στα παιδιά μας ως παρακαταθήκη καλλιεργημένου ανθρωπισμού και βαθιάς πνευματικότητας) είναι η περιγραφή, όταν, μετά τη λήξη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου ο συγγραφέας αποφασίζει να επιστρέψει από την Ελβετία (βρισκόταν εκεί κατά τη διάρκεια εκείνων των ετών) στην καθημαγμένη πια Αυστρία. Έχει φτάσει στα σύνορα, εφοδιασμένος με ρούχα, τρόφιμα και παπούτσια που δεν θα βρει στη χώρα του. Το τρένο του σταματά στον σταθμό των συνόρων. Κάποιο άλλο τρένο, πολυτελές, έρχεται την ίδια στιγμή, από την Αυστρία αυτό. ΟΙ δύο συρμοί στέκονται απέναντι.
"[...] Μία κινητικότητα έγινε αισθητή στην αποβάθρα., αλλά εξακολουθούσα να μην ξέρω γιατί. Προσέχοντας καλύτερα, αναγνώρισα όρθιο στο παράθυρο ενός βαγονιού τον Κάρολο, τελευταίο Αυτοκράτορα της Αυστρίας. Δίπλα του η Αυτοκράτειρα Ζίτα. Ρίγησα. Ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Αυστρίας, ο κληρονόμος της δυναστείας των Αψβούργων που διοίκησε τη χώρα για 700 ολόκληρα χρόνια εγκατέλειπε τη χώρα του. Η Αυστριακή δημοκρατία τού επέβαλε να αναχωρήσει, αλλά με όλες τις τιμές. Ο ψηλός εκείνος άντρας στεκόταν όρθιος και κοίταζε τα βουνά,τα σπίτια και τους ανθρώπους. Οι ελεγκτές, οι γυναίκες, οι στρατιώτες, σιωπηλοί, αμήχανοι έστρεφαν το βλέμμα τους αλλού.
Ήταν μια ιστορική στιγμή αυτή που ζούσα. Μοναδική στιγμή, διπλά συγκλονιστική για κάποιον που είχε γαλουχηθεί με την παράδοση της Αυτοκρατορίας, που το πρώτο τραγούδι του στο σχολείο ήταν ο αυτοκρατορικός ύμνος και αργότερα, στο στρατό, ορκίστηκε πίστη σ' αυτόν τον άνδρα, αφοσίωση σ' εκείνον που τώρα κοίταζε το πλήθος ντυμένος με ρούχα πολιτικά. Τον είχα δει να κατεβαίνει τη μεγάλη σκάλα του Σένπρουν, πλαισιωμένος απ' την οικογένειά του και τους αξιωματικούς και να δέχεται τις εκδηλώσεις σεβασμού ογδόντα χιλιάδων Βιεννέζων μαθητών που τραγουδούσαν παραταγμένοι στο καταπράσινο, μεγάλο λειβάδι, "Ο Θεός σώζοι" του Χάιντν. Η ατμομηχανή ξεκίνησε με ένα αργό τράνταγμα, σαν να μην ήθελε να φύγει. Το τρένο απομακρύνθηκε αργά. Δίπλα μου ακούστηκε το πνιχτό κλάμα μιας γυναίκας. Οι υπάλληλοι του σταθμού κοιτούσαν την αμαξοστοιχία ώσπου χάθηκε. Η χιλιόχρονη Αυτοκρατορία έφτανε στο τέλος της. Επέστρεφα σε μια διαφορετική Αυστρία, σ' έναν άλλο κόσμο."
Εκατοντάδες πρόσωπα του ευρωπαικού πολιτισμού περνούν στις σελίδες του "Χθεσινού Κόσμου". Πόλεις, συγγραφείς, εποχές, διάλογοι, ιδέες. "Ο χθεσινός Κόσμος" είναι (το κατάλαβα πριν από πολλά χρόνια, απ' την πρώτη κιόλας ανάγνωση), μια Βίβλος του Ευρωπαισμού και της Ιστορίας τού 19ου και 20ού αιώνα. Άλλοτε θα πούμε περισσότερα για την παγκοσμιότητα που υποβάλλει με τις αξίες του. Δεν είναι, φυσικά, ούτε η παγκοσμιότητα του προλεταριακού οικουμενισμού, ούτε η ασύνορη προοπτική τού κεφαλαίου, ούτε ένας επαναστατικός διεθνισμός. Πρόκειται για τον βαθύ ανθρωπισμό που στέκεται απέναντι στην ακατέργαστη εθνικιστική μισαλλοδοξία ("την πνευματική επιδημία της εποχής μας", όπως έλεγε ο Τσβάιχ), είναι το κατ' εξοχήν σχολείο των κλασικών αξιών του δυτικού κόσμου. Αυτός ο "ασαφής ουμανιστικός κοσμοπολιτισμός" (όπως τον είδε ο Κλάουντιο Μάγκρις), είτε ως στάση, είτε ως ραφιναρισμένο χαρακτηριστικό του συγγραφέα, είναι, ωστόσο, ένα απ' τα υλικά που έχτισαν τις πιο καλλιεργημένες και πιο γοητευτικές προοπτικές, το βλέμμα που αφηγήθηκε και ερμήνευσε σε βάθος το παρελθόν μας.
Ας θεωρούσε η Άρεντ την, τόσο καθαρή και ανύποπτη πολιτικά, συνείδησή του σχεδόν αφελή (βασισμένη στον πασιφισμό των συνθηκών της Γενεύης). Η αθωότητα του Τσβάιχ δεν είχε προβλέψει τη θύελλα, αλλά μ' αυτό το βιβλίο νοσταλγίας και απολογισμού σχεδίασε μοναδικές ιμπρεσιονιστικές εικόνες και μια πολύτιμη αλήθεια των γεγονότων και της σημασίας τους. Μας δίνει το βλέμμα που μπορεί να βαδίζει παράλληλα με την πολιτική εκτίμηση, που αποκαλύπτει στον υποψιασμένο τι υπάρχει πίσω απ' τον οικονομισμό του σημερινού μεγάλου εγχειρήματος.](https://fbcdn-sphotos-d-a.akamaihd.net/hphotos-ak-frc3/t1.0-9/10308193_10202145137777699_5098179602880080636_n.jpg)



![Φωτογραφία: ΒΙΒΛΙΟ, 26.04.2014
Ε ν α ς σ κ ύ λ ο ς τ έ μ ν ε ι τ η ν Ι σ τ ο ρ ί α
Από την "Καθημερινή", με το βλέμμα του ΝΙΚΟΥ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΥ
[...] Αυτό το βιβλίο κυνοφιλίας μετατρέπεται σταδιακά σε μια άλλου τύπου αυτοβιογραφία, μαι ιστόρηση του 20ού αιώνα [...]
Ν.Β.
Mόνο ο Κουασιμόδος, ίσως, να συναγωνιζόταν ή να ξεπερνούσε την αγάπη ενός σκύλου προς τον αφέντη του. Τον ευεργέτη του, τον ιερωμένο Κλαύδιο Φρόλο, που τον είχε περιμαζέψει, που του είχε μάθει ανάγνωση και γραφή και που τον είχε κάνει κωδωνοκρούστη στην Παναγία των Παρισίων, τον λάτρευε με μια αγάπη απόλυτη. Είχε γράψει ο Ουγκώ, «...ο Κουασιμόδος τον αγαπούσε τόσο, όσο ποτέ κανένας σκύλος δεν αγάπησε τον αφέντη του».
Είναι μια νύξη μονάχα, ένα θραύσμα μιας πυκνής τοιχογραφίας αισθημάτων, που δημιούργησε ο Κώστας Μαυρουδής, κατά τον τρόπο μιας αχανούς ταπισερί με σκηνές κυνηγιού, έρωτος και στοχασμού. Στις 70 σύντομες ιστορίες που απαρτίζουν το βιβλίο του «Η αθανασία των σκύλων», ο Κώστας Μαυρουδής μας δίνει μια ανθολόγηση βίου, λεπταίσθητου και ζωώδους, ευφρόσυνου και πένθιμου, μια τελετουργία ζωής και έναν αρχέγονο ψίθυρο για τον φανερό και αφανή κόσμο των νευμάτων, των σκέψεων, των σκιρτημάτων, των αισθήσεων.
Οχημα είναι ο σκύλος, κάθε σκύλος, ένα λαϊτμοτίφ που διατρέχει σαν κορδέλα όλα τα μικρά κεφάλαια, σαν στάσεις, σαν θρύψαλα, σαν σελίδες από λευκώματα, σαν εξορύξεις μνήμης. Αυτό το βιβλίο κυνοφιλίας μετατρέπεται σταδιακά σε μία άλλου τύπου αυτοβιογραφία, μια ιστόρηση του 20ού αιώνα, με προβλήτες στην τέχνη, στους τόπους και στα πρόσωπα. Η πινακοθήκη των προσώπων –φίλοι, συγγενείς, περαστικοί, άγνωστοι– αποκτά τον χαρακτήρα ενός ψηφιδωτού και οι σκύλοι, όλοι οι σκύλοι, σύντροφοι ή συνοδοί, περαστικοί ή αγαπημένοι, γίνονται οχήματα ανάγνωσης και κατανόησης του κόσμου.
Εχει τον τρόπο του ο Κώστας Μαυρουδής, άνθρωπος με υψηλή αισθητική και με καλλιέργεια όχι συνηθισμένη, να προτείνει μια πλατφόρμα στοχασμού και παρατήρησης με καύσιμο την περιέργεια, τον αυτοσαρκασμό, το παράδοξο και το άδηλο. Φέρνει εικόνες από ζωές περασμένες, από ταξίδια στο Παρίσι, στο Ρίμινι, στη Ραβένα με το Παλάτσο Μάουρο ντε Αντρέ, στη Δαλματία, στη Ρόδο με τα κτίρια του Φλορεστάνο ντι Φάουστο... Από συναντήσεις, από βλέμματα, από επισκέψεις σε μουσεία. Η ουβερτούρα της Αΐντα που χαϊδεύει τ’ αυτιά, η οδός Λέκκα καθώς ζωντανεύει, το πρώιμο ντοκιμαντέρ των Λυμιέρ «Η έξοδος από το εργοστάσιο» (1895), η Ελμα, το «γκέκα» με τις καφέ βούλες, η Κορντέλια, το κόκερ, ο Σβέλτο με τα πειθήνια μάτια, ο Κυριάκος που ήταν ένας σκύλος Δαλματίας, αλλά και ο Αμεδαίος, η Αριάδνη, ο Οθέλλος, το βελγικό Γκρένενταλ... Ολα αυτά αφρίζουν στις ακρογιαλιές της μνήμης, γίνονται σπαράγματα ζωής, με λίγο Μπουνιουέλ, και «Γατόπαρδο» και Βισκόντι. Γίνονται ξεφυλλίσματα του «Μικρού Ηρωα», προβολές στην «Αλκυονίδα» και μια λατέρνα στο Παλέρμο να παίζει κάτι από τη «Λουτσία ντι Λάμερμουρ»...
Αυτός ο κόσμος, φευγαλέος και ενιαίος, σαν ένα σεντόνι που ανεμίζει, γίνεται με τη ματιά του Κώστα Μαυρουδή, η πιο γλυκόπικρη κατάφαση στη ζωή. Ενα βιβλίο, στοχαστικά θυελλώδες.
Κώστας Μαυρουδής «Η αθανασία των σκύλων», εκδ. Πόλις, σελ. 212.](https://scontent-a-mxp.xx.fbcdn.net/hphotos-ash3/t1.0-9/10254984_10202056054590675_5494490203899797372_n.jpg)

![Φωτογραφία: ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, Άνοιξη 2008. Το editorial του περιοδικού Νο 161-162 αρχίζει έτσι που αφορά τον σύγχρονο αναγνώστη του όχι μόνο για την αναδρομή: "Η εικόνα του σύγχρονου δημόσιου βίου, είτε με τη διάλυση είτε με την αναιδή ελευθεριότητα, οφείλει πολλά στη γενικευμένη Ανοχή. Κι αυτή εμπεδώθηκε, σ' όλη τη μεταπολίτευση, ως αντιπρόταση στο καθεστώς της δικτατορίας, ως αίτημα του διαφορετικού απέναντί της, μια νεοελληνική, άξεστη εκδοχή των ελεύθερων θεσμών [...]"
Το τεύχος ήταν ανθολόγιο αναμνήσεων της πρώτης μέρας. Δεν ασχολήθηκαν οι συγγραφείς του με τη δικτατορία, αλλά με το ξύπνημά τους το πρωινό της 21ης Απριλίου. Το ιδιαίτερο βλέμμα τού κάθε αφηγούμενου επιβάλλει το μύθο και τη σημασία του. 41 χρόνια μετά, μιλούσαν, ή σωστότερα θυμόνταν, οι Νίκος Αλιβιζάτος, Ρέα Γαλανάκη, Στεφ. Πεσμαζόγλου, Δημοσθ. Κούρτοβικ, Κ.Γεωργουσόπουλος, Τ. Χυτήρης, Τ. Σπετσιώτης, Κωστής Σκαλιώρας, Λένα Διβάνη, Αντουανέττα Αγγελίδη, Νίκος Κούνδουρος, Αντ. Λιάκος και πολλοί άλλοι.](https://fbcdn-sphotos-e-a.akamaihd.net/hphotos-ak-ash3/t1.0-9/s600x600/10169187_847336475293507_231810653545755367_n.jpg)