Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Σκωτική Συμφωνία

Ακούω τη Σκωτική Συμφωνία του Μέντελσον. Ένα ποίημα κομψότητας και ραφινάτων παιχνιδιών. Μέντελσον. Την τέχνη του οποίου ο Βάγκνερ την έλεγε περιφρονητικά "εβραική". 

Ο Βάγκνερ και το απυρόβλητο του ρατσισμού στην τέχνη, που δεν το κατάλαβα ποτέ. Ακόμα και ο Μουσολίνι όταν κάποτε δέχτηκε στο Παλάτσο Βενέτσια τον Πάουντ, που του πρότεινε να κλείσει τις τράπεζες (μακιγιαρισμένος αντισημιτισμός ), τον άντεξε όσο μπορούσε και παρακάλεσε να βρουν τρόπο στο εξής να τον αποφύγουν. Το ποίημά του, "Usura" ("Τοκογλυφία") μου έρχεται πάντα στο μυαλό όταν ακούω στη βουλή τα μαύρα πουκάμισα να μιλούν κρυπτογραφικά για "τοκογλύφους".

Θέλω να πω ότι αν ενοχλείται κανείς από ιδέες καλό είναι να ενοχλείται από το σοβαρό αρχέτυπο κι όχι απ' τα θλιβερά απολειφάδια, τον εύκολο στόχο που πιο πολύ έχει ανθρωπολογικό ενδιαφέρον όπως τους βλέπω στη βουλή, παρά ιδεολογικό εκτόπισμα.

Ο Ρίχαρντ Τάκερ, γερμανός τενόρος, αρνήθηκε μετά τον πόλεμο να ξανατραγουδήσει Βάγκνερ!

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Ο ηλικιωμένος συνδικαλιστής


Βρέθηκα μπροστά σε έναν αιφνιδιασμό που έδωσε ευφρόσυνο νόημα στα λίγα λεπτά και στο χρόνο που ακολούθησε την ανάγνωση. Γιατί, όπως έλεγε ο δεν θυμάμαι ποιος, "αν διαβάσεις ένα ποίημα και σε λίγο είσαι έτοιμος να βρεθείς κάπου αλλού, σε μια ποιότητα διαφορετική, τότε το ποίημα δεν άξιζε". 

Υπάρχει στην ύλη του προσεχούς ΔΕΝΤΡΟΥ και το υπογράφει ένας νεαρός, 
(στο "νεαρός" είναι το περίεργο), Ισπανός. Φερνάντο Βαλβέρδε (1980), σε απόδοση Δ. Αγγελή. Τίτλος και θέμα του είναι "Ο ηλικιωμένος συνδικαλιστής". Δεν έχω ξαναβρεθεί σ' αυτή την περιοχή της υπαρκτικής μέριμνας που στέκεται απέναντι στο πολιτικό υποκείμενο και τη δράση. Είναι βλέμμα ωριμότητας που προυποθέτει πορεία, γιαυτό η έκπληξη. Θα μπορούσε να διδάσκεται ή να διαβάζεται και διδακτικά: ως συνείδηση πολιτικής που διαδέχεται τις "φούριες" και τα οράματα.

Ο ηλικιωμένος συνδικαλιστής

Είναι μόνος. Τώρα πια δεν τον ακολουθεί κανείς,
δεν ξεχωρίζει την αξιοπρέπεια της ήττας,
το παρελθόν της σημαίας
ούτε τη βροχή της σιωπής.

Ποτέ δεν θέλησε να παραιτηθεί από τη γενειάδα του,
τη μυτερή και την ήσυχη,
σήμερα μοιάζει γελοία

Ωστόσο ξέρει
πως μένει προσηλωμένος
στον κόσμο που επινοούσε
στον κόσμο που πίστευε,
στο Μάη,
στις υποθέσεις τους.

Σήμερα υψώνει το ποτήρι του
μέσα στη φασαρία
για να ζητήσει δικαιοσύνη
δικαιοσύνη της μνήμης
μέσα σε τόση μοναξιά.

Το έπαθλο του χρόνου

Κείμενο κριτικής του Γ. Βέη, δημοσιευμένο στο περιοδικό "Κουκούτσι" που μόλις κυκλοφόρησε. Στην παρούσα συγκυρία, βέβαια, κάπως δύσκολο να ασχοληθεί κανείς με κριτικές και τα συναφή

Το άθλημα, το έπαθλο του χρόνου
Κώστας Μαυρουδής, Τέσσερις εποχές, Εκδόσεις Κέδρος (2010)

«οτιδήποτε θα ’ναι προτιμότερο / παρά η αργή δολοφονία μου από το παρελθόν».
Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη

«Σ’ αυτό το πληκτικό ντοκυμανταίρ που είδα στην TV, η εμφάνιση των περαστικών δεν ήταν σε θέση να αποκαλύψει – όπως συνήθως συμβαίνει – την εποχή του χρόνου. Το ελαφρό τους ντύσιμο μπορεί να σημαίνει Άνοιξη, αλλά και αρχές Φθινοπώρου. Και όμως• είναι τέλος καλοκαιριού. Λύση τρυφερά αστυνομική. Μου το αποκάλυψε έμμεσα η φευγαλέα εμφάνιση ενός κοριτσιού, που έστριψε τη γωνία, κρατώντας το ψημένο καλαμπόκι του»: ο Κώστας Μαυρουδής (1948, Τήνος) επανέρχεται εδώ ακόμη μια φορά στο εννοιολογικό πρόταγμα των εποχών του χρόνου. Πρόκειται για ένα απόσπασμα από ένα παλαιότερο πεζογράφημά του, με τίτλο Με εισιτήριο επιστροφής, το οποίο κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις του «Βιβλιοπωλείου της Εστίας» το 1983. Οι εποχές του χρόνου, κοινός ποιητικός τόπος παλαιόθεν, συνιστούν, ως γνωστόν, ανεξάντλητο ταμείον συμβολοποιημένων συγκινήσεων, στοχαστικών εκμυστηρεύσεων, ανθρωπολογικών συσχετισμών, συναρπαστικών μυθολογημάτων, αλλά και χρησμικών παρακαταθηκών. Μετά δε το προπατορικό αμάρτημα της γλώσσας, της διάσπασης δηλαδή της λέξης σε σημαίνον και σημαινόμενο, όπως ευφυώς αποφαίνεται ο ποιητής και κριτικός της λογοτεχνίας Νάσος Βαγενάς στο δοκίμιό του «Ταυτότητα και ποιητικός λόγος» (ιδέτε Μεταμοντερνισμός και λογοτεχνία, εκδόσεις «Πόλις», 2002: 24), οι τέσσερις εποχές παρέχουν κι αυτές εξ ορισμού ένα ευρύτατο φάσμα σημασιολογικών ανακατατάξεων, λυρικών ή και μεταλυρικών εμπεδώσεων. Η θεματογραφία είναι συνεπώς ανεξάντλητη. Η ύπαρξη ντύνεται ενίοτε τις τέσσερις εποχές για να κρύψει αγωνίες, άλγη και αβελτηρίες. Μείζονες και ελάσσονες δημιουργοί της διεθνούς σκηνής είθισται να συναγωνίζονται αλλήλους στην αποκωδικοποίηση του απώτερου μηνύματος, το οποίο κομίζουν εκασταχού εκάστοτε οι τέσσερις εποχές.

Ο Κώστας Μαυρουδής, από τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους της πολύτροπης γενιάς του ’70, ανήκει στους ποιητές εκείνους, οι οποίοι εισέρχονται διακριτικά στο τοπίο της πραγματικότητας, εγκαθίστανται αβίαστα στις παρυφές των αληθειών του και στη συνέχεια αποδελτιώνουν πάθη. Χωρίς βεβαίως να απεμπολούν τα δικαιώματά των, ως γηγενείς πολίτες της μεγάλης επικράτειας των ονείρων, γράφουν για να ομολογήσουν αιτιώδεις συνάφειες, πεπρωμένες συγγένειες, εκλεκτικές αγχιστείες, δράσεις ορμεμφύτων, καταστατικά ιδεολογήματα και έμμονες ιδέες. Απομονώνονται τοπία κενού-πληρότητας μέσα στο τελικό αισθητικό προϊόν, προκειμένου να τονιστεί περαιτέρω η διάδραση τόπου-χρόνου. Ο ίδιος μάλιστα ο Κώστας Μαυρουδής φαίνεται να γνωρίζει καλώς ότι το φιλέρευνο κειμενικό υποκείμενο, όπως φέρ’ ειπείν κατά κανόνα συμβαίνει στο παρόν, πέμπτο κατά σειράν ποιητικό του βιβλίο, υπάρχει σχεδόν αποκλειστικά μέσα στο προσφιλές του Πράγμα. Στο απαραίτητο, στο ζωτικό του ίνδαλμα. Εγκιβωτισμένο και θωρακισμένο για τα καλά εκεί. Έξω και πέρα από αυτό είναι, φευ, μικρότερο κι από μύγα. Μικρότερο κι από σπυράκι μήλου. Σε πείσμα βεβαίως των όσων διαμετρικά αντιθέτων φρονεί και διδάσκει ο Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ. Το ποιητικό εγώ, για να διατυπώσω διαφορετικά τον ίδιο συλλογισμό, υποκλίνεται μπροστά στην παρατεταμένη δαψίλεια των αντικειμένων δέους. Και στη συνέχεια απλώς συνάπτεται ή νομίζει ότι συνάπτεται. Ισχυρίζομαι ότι η σχέση, η οποία συνδέει τον καταγραφέα των Τεσσάρων εποχών με το αντικείμενο των ενδελεχών παρατηρήσεών του, παράγει αφειδώς ίαση, παρά νείκος. […]

Η δε ετυμηγορία του Ουάλας Στίβενς, όπως συνοψίζεται στη ρήση του «η αρχική ιδέα γίνεται ο ερημίτης μέσα στις μεταφορές του ποιήματος» δίνει την αφορμή, όπως ομολογεί ο ίδιος ο ποιητής, να επισημανθεί και στη συνέχεια καταλλήλως να προωθηθεί κατ’ εξοχήν στις Τέσσερις εποχές το πρώτο εκείνο μοιραίο κινούν, ήτοι η γενεσιουργός συγκυρία, η οποία βρίσκεται στη βάση της όλης μεταγενέστερης σύνθεσης. Χωρίς ψιμύθια, κατά το δυνατόν. Παραθέτω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής τα εξής ενδεικτικά: «τα γεγονότα έχουν γεράσει αποφασιστικά / επιπλέον αρχαίες φράσεις / που κάποτε ακούστηκαν εδώ / ζητούν πάλι παρόν και ακροατήριο / όμως σημαντικότερο από το χρονικό του απογεύματος / (που συνεχώς στο μέλλον θα κερδίζει / σαν καλά επιλεγμένη μετοχή) / είναι ότι σε λίγη ώρα / χωρίς να προαναγγελθεί / όλα είχαν σκεπαστεί απ’ το χιόνι / εικόνα στερεότυπο όπως αυτές που ξέρουμε / των βορείων ειδυλλίων και των Χριστουγέννων / ευφάνταστες παραμορφώσεις / είχαν αφήσει τα πράγματα χωρίς περίγραμμα / (χωρίς ιστορία μπορείς να πεις) / θα χρειαστεί δεν ξέρω πόσο να επιστρέψουν / (στο πεζοδρόμιο θα αναδυθεί το χαμένο γάντι / ένα εισιτήριο από παράσταση της Frau Luna) / προς το παρόν επιστρέφω στο μαξιλάρι μου / το τεράστιο ζώο-χειμώνας / (με μακρύ κασκόλ σαν διάδρομο υποδοχής) / με συνοδεύει με αφοσίωση / μου δείχνει το αρχαίο φαρμακείο / το φωτεινό θερμόμετρο / που επαναλαμβάνει σαν ψυχαναγκασμός το -3».(Ιδέτε «Χειμώνας ή Χριστούγεννα στο Ζάλτσμπουργκ», σελ. 34. επ.). Αν όντως «ο χρόνος είναι αυτό που μεταμορφώνεται και διαφοροποιείται, αιωνιότητα είναι αυτό που διατηρείται μέσα στην απλότητα», όπως όρισε προσφυώς εκείνος ο Δομινικανός θεολόγος του 13ου αιώνα, ο Μάιστερ Έκχαρτ, τότε οι κειμενικές εμπεδώσεις των Τεσσάρων εποχών, συναποτελούν τεκμήρια μιας όλως εντατικής αναζήτησης των ουσιών μέσα στο απτό, το σαφές, το συγκεκριμένο των καθημερινών διαβημάτων μας. Τα ίχνη της πραγματικότητας αρκούν δηλαδή κατ’ αρχάς για να μας οδηγήσουν στην –όποια– αρχή Αληθείας. Αρκεί η προσοχή, η οποία θα τους προσφερθεί από το βλέμμα του νου, να είναι η αρμόζουσα. Η πλέον ασκημένη. Εξ ου και η διαρκής αυτή αίσθηση, ότι δηλαδή ο ποιητής εν προκειμένω δεν σκοτώνει, δεν εκφυλίζει το χρόνο σε ήττα βίου, αλλά αντιθέτως τον προσεταιρίζεται, τον εξανθρωπίζει. Εν τέλει, τον χρησιμοποιεί.

Η πατίνα του χρόνου καθίσταται εν ολίγοις ο οίνος και ο άρτος του στίχου.
Κατά τα άλλα, η μετωνυμική διασύνδεση φύσης και πολιτισμού παραμένει η σταθερά εκείνη παράμετρος των ποιητικών αναδιπλώσεων περί τα ινδάλματα, όπως ακριβώς την εξακρίβωσαν και στα προηγούμενα έργα του Κώστα Μαυρουδή, δηλαδή στο κρίσιμο Δάνειο του χρόνου («Κέδρος», 1989) και στην υφολογικά προσωποπαγή, Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια («Κέδρος», 2001). Η λεπτή ειρωνεία δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να μας ειδοποιεί αρμοδίως για τα όσα αφορούν στη ματαιότητα των πράξεων μας, στο εξ ορισμού περιορισμένο ή περιοριστικό βεληνεκές της δυιστικής αντίληψης και της δήθεν ορθολογικής αξιοποίησης των πολιτισμικών αγαθών του παρελθόντος. Η ενιαία γραφή του Κώστα Μαυρουδή, δρώντας συνδυαστικά ως συνειδητό, αύταρκες κι αυτόφωτο υβρίδιο, στο μεταίχμιο καλώς συγκερασμένης πρόζας – ολοκληρωμένης ποιητικής κατάθεσης, κατακτά ένα μετά το άλλο τα όσα έταξε ως άμεσους στόχους υλοποίησης. Οι συναρθρώσεις αυτές αποφέρουν ασφαλούς καλούς καρπούς: το λεκτικό σύνταγμα καθίσταται πρωτίστως μάρτυς διάσωσης των καίριων φαινομένων. Το παρελθόν μάλλον αποκαθίσταται, το παρόν δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν ως πιθανολογούμενη πλάνη, παρά τη φημολογούμενη αντικειμενικότητά του, το μέλλον έχει ήδη προβλεφθεί. Έστω ικανό του μέρος. Η ποίηση συναιρεί τυχόν ανωμαλίες πρόσληψης. Παραθέτω ενδεικτικά τα εξής: « και στο σημείο αυτό / λίγο πριν ολοκληρωθεί η παρωδία / το ποίημα μένει επιφυλακτικό• / μοιάζω με αντίγραφο λέει / σίγουρα ήταν αλλιώς η ημέρα του ’53• / αυτοί που περνούν απ’ την εικόνα / είχαν σπίτι και παρελθόν / άκουγαν κάτω απ’ τον ήλιο τη φωνή τους• / γύρω τους άλλαζαν οι εποχές• / τους τρόμαζε / (όπως συμβαίνει πάντα) / η ανάμνηση και η λέξη Τέλος». (Ιδέτε «Καλοκαίρι ή Έλεγχος σε επιβάτη με υπερμετρωπία», σελ. 41 επ.). Συγκρατώ εν κατακλείδι ότι η περιώνυμη διχοτομία του εγώ κατά πάσα πιθανότητα δεν θα αρθεί oύτε εδώ. Οι λόγοι ποικίλλουν. Οι Τέσσερις εποχές επικαλούνται κυρίως εκείνους, οι οποίοι αρμόζουν περισσότερο στο μουσικό κλίμα τους. Όπως ακριβώς θα περίμενε ο τυπικός, δηλαδή ο υποψιασμένος αναγνώστης της ποίησης. Το γεγονός ότι η κατάληξη του λεκτικού δράματος είναι προβλέψιμη δεν μειώνει την επιλογική αλκή. Έστω δείγμα: «η τελευταία εικόνα της ημέρας λέει / η έξοδος που ζητάει το ποίημα: / σαν παραμύθι σε πάγους / βγήκε απ’ το μικρό εστιατόριο / με φόρμες χιονιού ένα ζευγάρι / (μέχρι το απόγευμα βρισκόταν στο βουνό) / ανηφορίζουν μπροστά μας αργά / χωρίς να ακούγονται / εκείνος σκυμμένος λίγο / με το φορτίο των σκι στον ώμο / ένας Ναζωραίος των σπορ που ευδαιμονεί / κάτω απ’ τον αλπικό του σταυρό». (Ιδέτε και πάλι «Χειμώνας ή Χριστούγεννα στο Ζάλτσμπουργκ», σελ. 35).

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Στο πάρκινγκ

Η λογοτεχνία εκδικείται. Στο τέλος, πας να πάρεις το αυτοκίνητό σου από το πάρκιγκ, και βλέπεις τη σκιά σου που έχει γίνει κάτι από τον "Τρίτο άνθρωπο", Ιαβέρη, ή εκείνη τη φωτογραφία του Πάουντ με το μπαστούνι, ενώ περπατά σκυφτός στη Βενετία.

Το άγαλμα του Παλαμά (Ακαδημίας, Κυριακή, 16.6 )

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Το μικροβιβλίο ως πρόγονος

Τα μικροβιβλία (6 εκ. επί 4 το πρώτο της φωτογραφίας) ασκούν τη γοητεία που έχει σε όλα τα είδη η μινιατούρα του αυθεντικού, η αναπαράσταση, σε βρεφικές διαστάσεις, του κάθε είδους. Δεν ξέρω από πότε χρονολογούνται, θυμάμαι όμως ότι σε διάφορα μουσεία υπήρχε πάντοτε το έκθεμα του "απόλυτου" μικρού, το Κοράνι συγκεκριμένα, γραμμένο σε κόκο ρυζιού. Βρισκόταν κάτω από ένα μεγεθυντικό φακό, αλλά πάντα απομακρυνόσουν με την εντύπωση της ταχυδακτυλουργίας και της παραμυθένιας απάτης.

Σήμερα, στις τουριστικές περιοχές, πάντα βρίσκεις κάποιον που γράφει σε ρύζι το ονοματεπώνυμό σου (στην Αποστόλου Παύλου έχω παρακολουθήσει να γράφουν το όνομα Ελένη Ρίζου σε έναν κόκο) μικρό κατόρθωμα σε σχέση με το βιβλίο. Πρόσφατα μου έδωσαν ένα βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε πριν από χρόνια με πολλούς άλλους τίτλους στα περίπτερα και είδα ότι μπορεί να διαβαστεί εύκολα. Συμπτωματικά ήταν το αγαπημένο ανάγνωσμα του πατέρα μου που, μολονότι το δάνειζε συνεχώς, παρέμεινε εντέλει στη βιβλιοθήκη του. Ο "Αρχισιδηρουργός", του Ονέ, σε μια φτηνή έκδοση Δαρεμά.

Σκεπτόμουν, χωρίς να ερευνήσω το θέμα, ότι αυτή η οικονομία με το παιχνίδι του μικρού είναι πρόγονος ή έστω προφήτης, του ψηφιακού βιβλίου, και βέβαια κάθε πληροφορίας που χωρά σήμερα και μεταφέρεται στο μαγικό αξεσουάρ ενός φλας. Η διαδρομή δεν είναι ίδια, αλλά η ιδέα, η ανάμνηση, το πλατωνικό, ας πούμε, αρχέτυπο, νομίζω ότι βρίσκεται εκεί.

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Η δεκαπενθήμερη συνεργασία μου στο ΕΘΝΟΣ του Σαββάτου

Μια Δανή στην αυλή του Οθωνα [3]

Μια Δανή στην αυλή του Οθωνα [3]
Το ημερολόγιο της Χριστιάνας Λιτ, συζύγου του προτεστάντη ιερέα στην Αθήνα (1839-1852), είναι μια πολύτιμη μαρτυρία για την εποχή που θεμελιωνόταν η νεότερη Ελλάδα. Φτάσαμε στο πιο κρίσιμο σημείο της αναγνώσεως, το 1843: «Ολο και περισσότερα σύννεφα μαζεύονταν. Ο γερμανικός στρατός που θα υποστήριζε τον μονάρχη είχε διαλυθεί κι είχαν γυρίσει όλοι στην πατρίδα τους. Η καταστροφή που θα ανέτρεπε τα πάντα πλησίαζε. Η δυσαρέσκεια μεγάλωνε». Οταν ο βασιλιάς έστειλε τον υπασπιστή του στον υπουργό των στρατιωτικών και ζήτησε να μεταφερθούν κανόνια στο παλάτι ο υπουργός αρνήθηκε. Ηδη, χιλιάδες γέμιζαν την πλατεία φωνάζοντας «Ζήτω το Σύνταγμα». Ο Οθων έπρεπε να υπογράψει ή να παραιτηθεί.
Η αξία των απομνημονευμάτων δεν είναι τόσο οι πληροφορίες, όσο μια αλλόκοτη συμμετοχή του αναγνώστη στην εμπειρία του αυτόπτη. Ακόμα και η 3η Σεπτεμβρίου μπορεί να ακουστεί σαν εκμυστήρευση στο μέλλον: «Ξυπνήσαμε στις 2 από τους αλαλαγμούς. Στο φως του φεγγαριού μπορέσαμε να διακρίνουμε τον λαό που κρατούσε φανάρια και ήταν έτοιμος να ορμήσει. Αμπαρώσαμε τις πόρτες [...]. Είχαν μαζευτεί πολλοί βουνίσιοι, αρματωμένοι, με ύποπτη όψη. Εμοιαζαν πιο πολύ με ληστές. Ο βασιλιάς υπέγραψε το επόμενο μεσημέρι. Οι περισσότεροι δεν είχαν ιδέα τι θα πει Σύνταγμα. Το πράγμα υποκινήθηκε από τον συνταγματάρχη Καλλέργη, συνεννοημένο με τον Αγγλο πρεσβευτή».
Το 1862, ο Οθων εκπίπτει. Δεν αργεί να εμφανιστεί ένας νοσταλγικός παρελθοντισμός. Ο Γεώργιος στέλνει στην Αμαλία λουλούδια από τον Βασιλικό Κήπο. Ενα άρθρο του Τρικούπη (1874) αφορά την ακεραιότητα του παλιού μονάρχη. Ο Βούλγαρης και ο Δεληγιώργης μιλούν για τα μεγάλα του προτερήματα. Υπάρχει ένα ρεύμα μετανοημένων, ένας διάχυτος Οθωνισμός. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, χρόνια αργότερα, γράφει ένα τρυφερό βιβλίο, ποιητικό χρονικό για τη ρομαντική δυναστεία. Δεκαεπτά εξεγέρσεις, λάθη, συνωμοσίες (η αγγλική πρεσβεία εξασφαλίζει ακόμα και το ιατρικό πιστοποιητικό του Οθωνα!), άγνοια του τόπου (διαχείριση της αταξίας με νόμους), δισταγμοί για την εξέλιξη της μοναρχίας, και μάλιστα με οπαδούς τον Μαυροκορδάτο και τον Κολοκοτρώνη («πρώτα να μάθουμε τραγούδι και μετά να τραγουδήσουμε»), ο απών διάδοχος, οι χιλιάδες που περίμεναν δημόσιες θέσεις. «Παραλάβαμε απ' τον Οθωνα την Αθήνα, και την κάναμε μια πόλη, οποιαδήποτε», λέει ο Παπαντωνίου. Θυμάμαι κάποιον καθηγητή μου στη Νομική: «Το «Διάταγμα Περί Νομαρχών» (1845) είναι η ωραιότερη σελίδα της πολιτικής μας φιλολογίας!». Οι απροσάρμοστοι νεοέλληνες, που δεν έκαναν τη χάρη στον δικό τους Καποδίστρια, ήταν αδύνατον να συνομολογήσουν σε έναν ξένο.

Λουτράκι, 9.6.'13.Καφενείο στην παραλία, το ΔΕΝΤΡΟ στο πρακτορείο, Κολόνα με ανακοινώσεις

Λουτράκι, 9.6.'13. Καφενείο στην παραλία, το ΔΕΝΤΡΟ στο πρακτορείο, Κολόνα με ανακοινώσεις

Στους ρακοσυλλέκτες, Μετρό Ελαιώνας (Κυριακή, 9. 6.'13)

Βάγκνερ

Κάποια επέτειος Βάγκνερ πρέπει να είναι, είδα μεταξύ άλλων και ένα σχόλιο για το συνθέτη στις σελίδες του προσεχούς ΔΕΝΤΡΟΥ. Το πρώτο που έρχεται πάντα στη σκέψη μου ακούγοντας το όνομα Βάγκνερ δεν είναι, δυστυχώς, το ειδύλλιο του Ζίγκφριντ, όπως συμβαίνει υποθέτω σε κάθε σοβαρό μουσόφιλο, ούτε κάποια βιογραφική του λεπτομέρεια, ένας διάλογος, π.χ., με τον θαυμαστή και θύμα του Λουδοβίκο της Βαυαρίας. Είναι δύο βιτριολικές φράσεις. Η μία του Γούντι Άλεν, ετεροχρονισμένη απάντηση στον αντισημίτη συνθέτη: "Όταν ακούω Βάγκνερ θέλω να εισβάλω στην Πολωνία", και η άλλη, απενοχοποιημένη ιδεολογικά, από τον Ροσίνι."Έχει υπέροχες στιγμές αλλά άθλιες ώρες"