Κυριακή, 20 Ιουλίου 2008

Ilduce.net



[ Ένα κείμενο από το βιβλίο Η Ζωή με Εχθρούς, (εκδ. Μελάνι).Ιούλιος 2008]


Ο ιταλικός φασισισμός δεν έχει πάψει, με τους επιγόνους του, να υπενθυμίζει την εικόνα και τη διαδρομή του. Σήμερα, χρόνια μετά, βλέπω το μυστικισμό εκείνων των ιδεών να αυτοεξαγγέλλεται επίμονα στο Διαδίκτυο και να μας ξεναγεί σε μια περιοχή ωμότητας, γόνιμη, όπως πιστεύει, για τις ρεμβαστικές αναδρομές του. Η ιστορική του διαδρομή προβάλλεται συνοδευμένη με ποικίλες χάριτες ακαλαισθησίας. Εδώ και λίγα χρόνια, για παράδειγμα, διαφημίζεται επίμονα η «Νοσταλγία», άρωμα «εμπνευσμένο από την «προσωπικότητα του Ντούτσε». Παράγονται, πληροφορούμαστε, δύο τύποι του εν λόγω προϊόντος. «Το ένα ηπιότερο, το άλλο πιο αρρενωπό, και αποδίδουν, αντιστοίχως, την αυστηρότητα και το απαράμιλλο αίσθημα ασφάλειας που μετέδιδε ο ηγέτης». Σε χρυσή ή ασημένια φιάλη, έχουν στην επιφάνειά τους την έγχρωμη εικόνα του Μουσολίνι σε στάση ρωμαϊκού χαιρετισμού και απευθύνονται, διευκρινίζει ο διανομέας του προϊόντος, «σε όλους εκείνους, που ανεξάρτητα από την εποχή τιμούν ακόμη τον πολιτικό και τον άνθρωπο».
Το ilducenet, το site που προτείνει το περίφημο άρωμα, περιβάλλεται με ιστορικοφανές ένδυμα και καλύπτει μια περιοχή ιδεών που εκτείνεται από την έκφραση της ευλάβειας έως την ιδεολογική παραφορά. Δεν αναδύεται, φυσικά, η σοβαρότερη πλευρά τoυ Μουσολίνι, η πρώιμη και πιο διανοητική, ας πούμε, όπου θα τον συναντούσαμε ως αναλυτή αισθητικών ρευμάτων, αρθρογράφο εγκυκλοπαιδειών ή σχολιαστή της μακιαβελικής και νιτσεϊκής σκέψης. Ούτε, βέβαια, βρίσκουμε στις σελίδες του κείμενα του Πάουντ, που αρθρογραφούσε μαχητικά μέχρι τις τελευταίες μέρες του καθεστώτος, αγκυλωμένος στην άποψη ότι «αν ένας άνδρας δεν κινδυνεύει για τις ιδέες του, ή αυτός ή οι ιδέες του δεν αξίζουν». Αντίθετα, στο site διαγράφεται η σκοτεινότερη εξέλιξη, η πιο χρεοκοπημένη βαθμίδα του δικτάτορα. Αμφιβάλλω αν κανείς, ακόμη κι ένας εμπειρογνώμων της αναπόλησης, μπορεί να εκμεταλλευθεί γόνιμα και νηφάλια αυτό το υλικό, να γίνει απλώς ο αισθαντικός επιθεωρητής του χρόνου, βλέποντας σπαράγματα επικαίρων, παλλαϊκές υποδοχές και ομιλίες, εικόνες ενός καθεστώτος, που σε αγαστή σύμπνοια με τις μάζες προετοίμαζε μεγαλομανείς ουτοπίες.
Αναδύεται ποικίλο υλικό. Από τη βιογραφία του Ντούτσε έως την ιστορική ομιλία (10.6.1940) της κηρύξεως του πολέμου («…Μια ώρα σημαδεμένη από τη μοίρα σημαίνει στον ουρανό της πατρίδας μας…κατεβαίνουμε στο πεδίο της μάχης ενάντια στις πλουτοκρατικές δημοκρατίες…»), από τις συνεντεύξεις του έως την τελευταία επιστολή του, στις 27.5.1945 («…οι αυριανοί Ιταλοί θα μάθουν να αξιολογούν αμερόληπτα τους συντελεστές της τραγικής στιγμής την οποία βιώνω…»). Στο κεφάλαιο «Φράσεις και γνωμικά» βρίσκουμε ορισμένους απ’ τους γνωστούς αφορισμούς του («Πολλοί εχθροί, μεγάλη τιμή»), αλλά και πάλι λείπουν τα πιο εύστροφα δείγματα, όπως, π.χ., όταν καταλόγιζε τις αποτυχίες του στο χαρακτήρα των Ιταλών, λέγοντας ότι «και ο Μιχαήλ Άγγελος ακόμα δεν θα μπορούσε να φτιάξει τα αιώνια γλυπτά του, αν αντί για μάρμαρο διέθετε, όπως εγώ, μόνο βούτυρο». Το κεφάλαιο «Ο Φασισμός» ασχολείται με την ιστορία του κινήματος (πρωταγωνιστές, θεωρία, προγράμματα), ακόμα και με τα δημοφιλή γνωμικά της εποχής («Η Ιταλία στους Ιταλούς», «Σύζυγοι της ζωής, εραστές του θανάτου», «Οι βαθιές ρίζες δεν παγώνουν ποτέ», κ.ά). Κάποτε βρίσκεσαι μπροστά στην πιο δημιουργική πλευρά της προπαγάνδας, τις αφίσες, που η απόσταση έχει σήμερα μετατρέψει από μέσον πειθούς σε αισθητικό αντικείμενο. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι η Aρτ Ντεκό, που είναι η συνήθης τεχνοτροπία, ασκεί ακόμη την ακατανίκητη γοητεία της. Προβάλλονται φυσικά οι στρατιωτικές επιχειρήσεις (Ευρώπη, Βαλκάνια, Αφρική), αλλά και η σύγχρονη, ασήμαντη κατά κανόνα, θεματολογία.: το Café Nero, π.χ., στην πόλη Σαλό, ως μουσείο αντικειμένων, όπου εκτίθεται μεταξύ άλλων ένα μαντίλι του Ντούτσε!. Μπορείς να βρεις βιβλία, πόστερ, ημερολόγια, μπρελόκ, τράπουλες, αυτοκόλλητα, κρασιά με τον Μουσολίνι στην ετικέτα! Το φετίχ, χωρίς αμφιβολία, είναι το σκουπίδι που επιπλέει στην επιφάνεια κάθε πίστης.
Ένα υπολογίσιμο και κάπως πιο ευχάριστο κεφάλαιο είναι τα πολιτικά τραγούδια της εποχής. Στη Βασίλισσα Λοάνα του Έκο, άλλωστε, ο αμνησιακός βιβλιέμπορος δεν προσπαθεί να θυμηθεί τα παιδικά του χρόνια —την εποχή του φασισμού—, βρίσκοντας στη σοφίτα και ακούγοντας παλιούς δίσκους 78 στροφών; («…Έπειτα από μια ώρα ακρόασης, το μυαλό μου ήταν ένα συνονθύλευμα από ηρωικές φράσεις, προτροπές για επίθεση και θάνατο, υποσχέσεις υπακοής στον Ντούτσε»). Η "Αφρικανίνα" που ακούμε, είναι χαρακτηριστικό, στην ελαφρότητά του, τραγούδι της νεόκοπης αυτοκρατορίας: «Μαύρη κουκλίτσα, μικρή Aφρικάνα, βασίλισσα θα γίνεις της ελευθερίας….Θα μάθεις ν’ αγαπάς την τρίχρωμη σημαία…..χείλη σαρκώδη, μάτια γλυκά… με τον ρωμαϊκό χαιρετισμό μια νέα Iταλίδα θα είσαι…». Σε αιφνιδιάζουν αυτοί οι στίχοι, γιατί κατοικούν σ’ ένα καλογραμμένο και ευχάριστο φόξ. Το ίδιο συμβαίνει και με ένα χορωδιακό άσμα για τον πόλεμο, όπου ανακαλύπτουμε υπολογίσιμο μελωδικό βάθος. Αλλού, ο λυρισμός του Εντοάρντο Νικολάρντι είναι πέραν σχολιασμού: «Ατρόμητοι θα πάμε στην Αφρική…. Απ’ όλα τα κεφάλια που θα κόψω ένα θα φέρω και σε σένα».
Όμως το υλικό του site διαπλέει και τα σύγχρονα νερά. Δημοσκοπήσεις για τις τρέχουσες εξελίξεις («Συμφωνείτε με την εκτέλεση του Σαντάμ;»), φιλικές ιστοσελίδες, chat, πληροφορίες για εκδηλώσεις και —αρραβώνας του παρωχημένου με το ψηφιακό παίγνιο— wallpapers για υπολογιστές, ήχοι και εμβατήρια για κινητά, έως την πανταχού παρούσα ποίηση των αναγνωστών («Ω Ντούτσε, ας ζει το πνεύμα σου / σ’ αυτή τη γη / τη στερημένη πια από αξίες»). Μήπως αυτό εννοούσε ο Μουσολίνι όταν έλεγε σ’ έναν συνομιλητή του «Δεν είμαι ο ιδρυτής του φασισμού, είμαι αυτός που τον ανέσυρε από το ασυνείδητο των Ιταλών»;

Αποδρώντας απ’ τον σκοτεινό εξωτισμό αυτής της ύλης, ανατρέχεις, αναπόφευκτα, στο Μεσοπόλεμο, όπως όλοι τον είδαμε μέσω του ιταλικού σινεμά. Παιδεία ισόβια, απ’ την οποία (εκτός απ’ την τέρψη του μανιακού θεατή) εξασφαλίσαμε μέχρι σήμερα μια γοητευτική πινακοθήκη χαρακτήρων και σίγουρα την πιο υποψιασμένη ματιά στα ήθη, τις σχέσεις και την πολιτική συνείδηση της προπολεμικής συγκυρίας. Η αναδίφηση σ’ αυτή την περίοδο δεν ήταν ποτέ όμοια. Στο Αμαρκόρντ, για παράδειγμα, η καθημερινότητα ανασυστάθηκε από τον Φελίνι έτσι, που η πολιτική, ακόμη και η πομπώδης καθημερινότητα, παρωδούνταν αλλά και προσεγγίζονταν κατανυκτικά απ’ τη μνήμη. Όταν ο ηγέτης φτάνει στον σιδηροδρομικό σταθμό του Ρίμινι και αρχίζει (κατά το ήθος των ημερών), η τροχάδην πορεία προς το κέντρο, νιώθουμε ότι στο θορυβώδες καρναβάλι των μελανοχιτώνων (και στην εποχή) παρέχεται η υστεροφημία της συγκατάβασης και της συμπάθειας. Ο απόηχος της παρωδίας και το θαύμα της αναπόλησης δίνουν την ιδιότυπη άφεσή τους. Ο μικροεργολάβος, ο μίσεργος καταδότης θείος, η ανάκριση με το ρετσινόλαδο, το γραμμόφωνο που παίζει τη «Διεθνή» κρυμμένο στο κωδωνοστάσιο, αφηγούνται, τελικά, με νοσταλγία ό,τι έγινε.
Αλλού, η μυθοπλαστική συνθήκη γεννούσε την κριτική: Ας θυμηθούμε το Μια Ξεχωριστή Μέρα (Έτορε Σκόλα). Είναι 1936. Ο Χίτλερ επισκέπτεται τη Ρώμη. Δυο μοναχικά πρόσωπα (Λόρεν – Μαστρογιάνι) πρέπει να είναι απ’ τους ελάχιστους που μένουν στα σπίτια τους εκείνο το πρωινό. Είναι κάτοικοι του ίδιου αχανούς συγκροτήματος διαμερισμάτων, όπως θυμάται ο θεατής. Αυτός, συνειδητός αντιφασίστας, που έχει απομακρυνθεί απ’ τη δουλειά του στο ραδιόφωνο. Εκείνη, απλοϊκή νοικοκυρά, μητέρα τεσσάρων παιδιών. «Είδα ένα πρωί τον Μουσολίνι στη Βίλα Μποργκέζε. Πέρασε έφιππος μπροστά μου και καθώς με κοίταξε έχασα τις αισθήσεις μου» λέει, αποκαλύπτοντας την παθολογία της υστερίας απέναντι στον ηγέτη. Περνά με τον άγνωστο άνδρα της πλαϊνής πόρτας τις ιστορικές ώρες, έχοντας κερδίσει μια καινούργια συνείδηση.
Ο Κήπος των Φίτζι Κοντίνι του Ντε Σίκα, ήταν βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Τζόρτζιο Μπασάνι. Η μεγαλοαστική εβραϊκή οικογένεια της Φεράρα υφίσταται τις συνέπειες των φυλετικών νόμων, σημείο απ’ όπου αρχίζει να ξετυλίγεται η δραματική της μοίρα. Στην εικαστική κομψότητα των χώρων γεννιέται αιφνιδίως μια πολιτική στάση που φωτίζει την ευθύνη και ζυγίζει καταγγελτικά τα γεγονότα.
Τέλος (παραλείποντας έναν αριθμό ταινιών), στο αυτοβιογραφικό Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι (ταινία του Φραντσέσκο Ρόζι, βασισμένη στο βιβλίο του Πρίμο Λέβι), ένας αστός γιατρός, εξόριστος στο εγκαταλειμμένο χωριό υποχρεώνεται να γνωρίσει την επαρχία που δυστυχεί. Κι εδώ ακόμη, η εικόνα δεν χάνει την ευκαιρία να δει ποιητικά τη λεπτομέρεια της βάναυσης εποχής. Το αργό τράβελινγκ, για παράδειγμα, πάνω στους χρυσούς θερισμένους αγρούς (την ίδια στιγμή από αθέατο ραδιόφωνο ακούγεται off η φωνή του Μουσολίνι, να αναγγέλλει, με υπολογισμένες ρητορικές παύσεις, την είσοδο του στρατηγού Μπαντόλιο στην Αντίς Αμπέμπα), είναι εικαστικό κατόρθωμα. Μ’ άλλα λόγια, ηθελημένα ή μη, η οντολογία του χρόνου διαπεραιώνεται περισσότερο απ’ εκείνη της Ιστορίας, ασχέτως αν ακολουθούν σε λίγο τα καταπονημένα πρόσωπα των χωρικών στην εικόνα, μια οιονεί κριτική σ’ αυτό που ακούγεται.
Και βέβαια, το σινεμά εκείνο (όπως και όλο το σινεμά που παρακολουθήσαμε, αδηφάγοι, τα απογεύματα του ’70) δημιούργησε ένα σπουδαίο και παρηγορητικό αποταμίευμα. Θέλω να πω, αντίθετα, από την πρωτοβάθμια εποπτεία του Ίντερνετ —με το οποίο εντρυφώ ή προσεγγίζω σήμερα το παρελθόν—, η κινηματογραφική μυθοπλασία είχε προβιβάσει σε πολύσημη σκηνή την εποχή. Λογαριάστηκε με το υλικό της διεισδυτικά, φέρνοντας απέναντί μου (ως εποπτεία και συγχρόνως υπέρβαση της αμεσότητας), κάτι περισσότερο από ένα φαινόμενο, από ένα «θέαμα». Στον δικό της κώδικα (όπως συμβαίνει με την αφήγηση όλης της τέχνης), έγιναν κατανοήσιμα —και κυρίως πιο αποδεκτά— η ιστορική μοίρα και τα πράγματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: