Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Το ταξίδι στον Κολωνό



Το κείμενο του Πέτερ Χάντκε που ακολουθεί, όπως και το επόμενο, περιέχεται στο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού Το Δέντρο (Νο 163-164) που κυκλοφόρησε στα μέσα Ιουλίου. Πρόκειται για ένα αφιέρωμα σε ξένους συγγραφείς που επισκέπτονται την Ελλάδα και γράφουν τις εντυπώσεις τους


ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 2003 ΕΠΊ ΤΈΛΟΥΣ ΞΕΚΊΝΗΣΑ για τον Κολωνό. Περιδιάβηκα μία ολόκληρη μέρα τους δρόμους, τις πλατείες και τα ελάχιστα «πάρκα» του και αυτό που με έκανε να παραμείνω ήταν κάτι περισσότερο ή διαφορετικό από απλή «ευχαρίστηση». Το πρωί στον Πειραιά, από όπου ξεκίνησα, εξοπλίσθηκα με έναν τεράστιο διπλωμένο χάρτη της Αθήνας, στον οποίο ο Κολωνός επιτέλους εμφανιζόταν, όχι ως τουριστι­κή τοποθεσία όπου συνήθως βλέπουμε λατινικά γράμματα κάτω από την πρωτότυπη ελληνική γραφή. Εδώ υπήρχε μόνο η λέξη «Κολωνός», με μικρά γράμματα σε γαλάζιο χρώμα, ενώ τα ονόματα των οδών όλης της Αθήνας ήταν με μαύρη τυπογρα­φική γραφή. Σε κάθε περίπτωση, ήταν εκεί, στα όρια του κέντρου της πόλης, αριστερά από το Σταθμό Πελοποννήσου και τη γύρω περιοχή με τις γραμμές του τρένου, που οριοθετεί την αρχή της βορειοδυτικής πλευράς της πρωτεύουσας. Στο σημείο αυτό εμφανιζόταν, επίσης, και η οδός που οδηγεί προς τα βορειο­δυτικά, στενή και κεντρική συνάμα, με το όνομά της, «οδός Ιωαν­­νί­νων» (η πόλη των Ιωαννίνων και δίπλα το αρχαίο μαντείο της Δωδώνης βρίσκεται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση), ίσως τριακόσια ή τετρακόσια χιλιόμετρα μακριά. Υπάρχει και μία οδός «Δωδώνης» στον Κολωνό, που δείχνει έξω από την πόλη και διασταυρώνεται με την οδό Ιωαννίνων.
Σύντομα ζέστανε μέσα στην ημέρα, 3 Ιανουαρίου 2003, και έτσι προχωρούσα με το παλτό υπό μάλης. Το προηγούμενο από­γευμα, κάποιος ηλικιωμένος άνδρας σε ένα καφενείο μού έπια­σε την κουβέντα και έκανε νύξεις για τον σημερινό Κολωνό: «νυχτερινή ζωή», «Αλβανοί» (αν τον δεις από τον Πειραιά, ο Κολωνός δείχνει προς την Αλβανία), «φόνοι». Ταυτόχρονα, το προηγούμενο απόγευμα, υπήρχε στην τηλεόραση του καφενείου ένα τηλεπαιχνίδι όπου μία από τις ερωτήσεις, στην κατηγορία «Μύθοι», αφορούσε στο πώς ονομαζόταν ο βασιλιάς των Θηβών και σύζυγος της Ιοκάστης (δηλαδή της μητέρας του Οιδίποδα που αργότερα, εν αγνοία του γιου της, θα γινόταν σύζυγος και ερωμένη του). Σκοτώθηκε σε ένα σταυροδρόμι από τον γιο του Οιδίποδα που δεν τον γνώρισε: «Λάιος» αναφώνησε ένας από τους ερωτηθέντες στην TV.
Την ημέρα, ο Κολωνός έδινε την εικόνα μίας εκπληκτικά ήρε­μης γειτονιάς, μικρής και με ωραίο τρόπο ζωντανής, που δεν φαινόταν να ανήκει στην Αθήνα. Δεν υπήρχαν δηλαδή καταστήματα; Βέβαια, σχεδόν κάθε κτίριο είχε και από ένα. Όμως ήταν ελάχιστα εντυπωσιακό, έτσι ώστε δεν διέκρινες με την πρώτη ματιά αν ήταν οπωροπωλείο, τσαγκάρικο, γκαράζ, φούρνος ή ιχθυοπωλείο μόνο όταν προχωρούσες μέσα στον ισό­γειο χώρο, που κατά κανόνα δεν είχε βιτρίνες, εμφανίζονταν όλα όσα ανήκαν στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα. Επίσης, κάτι το οποίο στο εξωτερικό είναι σχεδόν κανόνας: αμέσως μετά τα πρώτα βήματα, εγώ ο ξένος, ερωτήθηκα να δώσω πληροφορίες για έναν δρόμο και ύστερα ξανά το ίδιο.
Περίμενα ότι ο Κολωνός στην Αθήνα θα ήταν όλο ανηφόρες. Όμως, όλοι οι δρόμοι που ακολούθησα μετά την οδό Ιωαν­νί­νων δεν ήταν διόλου ανηφορικοί και τράβαγαν, λιγότερο ή πε­ρισσότερο, σε ευθεία. Κάθε λίγο στρεφόμουν και κοίταζα στα νοτιοανατολικά αν φαινόταν η Ακρόπολις, η «Πάνω Πόλη», ο βράχος από ασβεστόλιθο και μάρμαρο με το ναό του Παρθενώνα, όπως στον Οιδίποδα επί Κολωνώ πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Τούτος ο βράχος φάνηκε αργότερα, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, πίσω από το δίκτυο των σιδηροτροχιών του Σταθ­μού Πελοποννήσου, στο σημείο της προοπτικής φυγής, στο πάνω μέρος των πολυκατοικιών, οι οποίες, ψηλότερες απ’ ό,τι τα περισσότερα σπίτια στον Κολωνό, ανήκαν ήδη σε μία άλλη γειτονιά με το όνομα «Αττική». Στο σημείο αυτό έκανα μεταβολή. Μόνο η περιήγηση στον Κολωνό μετρούσε σήμερα. Προηγουμένως είχα προσπαθήσει, από τα σύνορα της γειτονιάς, να τραβήξω μία φωτογραφία της Ακρόπολης με κάμερα «μίας χρήσης», μόλις αγορασμένη από ένα μικρό κατάστημα στην πλατεία του ναού του Αγίου Μελετίου, όπου ο Κολωνός φαίνε­ται να έχει το Κέντρο του, με «καφενεία», «εστιατόρια», παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο και ηλικιωμένους που έπαιζαν χαρτιά ή τάβλι αλλά, σε ολόκληρο τον Κολωνό, ούτε ένα ξενοδοχείο, ούτε μία μονώροφη πανσιόν; Ούτε ένας κινηματογράφος; (Στην εμφανισμένη, αργότερα, φωτογραφία, η Ακρόπολη δεν διακρινόταν). Στην προαναφερθείσα πλατεία υπήρχαν δύο περίπτερα στα ο­ποία στερέωναν τις εφημερίδες με μανταλάκια, όπως γίνεται συνήθως στην Ελλάδα. Και ο «Ξένος Τύπος»; Υπήρχε, αλλά μόνο ρουμάνικος, βουλγάρικος και αλβανικός. Ανάμεσα στα περίπτερα, μία αναμνηστική στήλη για τα τοπικά θύματα της γερμανικής κατοχής, από το 1941 έως το 1944 ένα από τα θύματα είχε το όνομα Σωκράτης• «Τιμή και Δόξα».

Απόδοση για το «Δ»: ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΛΕΡΙΔΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Peter Handke, Meine Ortstafeln. Meine Zeittateln. Essays 1967-2007 (2007)



Ο Πέτερ Χάντκε (Γκρίφεν της Αυστρίας, 1942) είναι πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος. Έγραψε μαζί με τον Βιμ Βέντερς το σενάριο της ταινίας του τελευταίου, Τα φτερά του έρωτα (1987). Η ταύτισή του με την πλευρά των Σέρβων στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας τον κατέστησε στόχο παγκόσμιας κριτικής. Ορισμένα από τα έργα του: Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι (1970), Η αριστερόχειρη γυναίκα (1976), Η απουσία (1987), Οι χαμένες εικόνες ή Διασχίζοντας τη Σιέρα δε Γρέδος (2002).

Δεν υπάρχουν σχόλια: