Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

H ημέρα της Λαμπρής

"[....] Όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε
μέσα στες εκκλησιές τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμμαζωχτήτε",
κι ακόμα
"κάθε πρόσωπο λάμπει απ' το αγιοκέρι
όπου κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι [...]",

αλλά τα του βίου, συχνά, είναι αλλιώς:
"....Αν δεν προφταίνεις να μου στείλεις με τούτο το βαπόρι μια βαρέλα παλιά βερντέα πρώτης γραμμής, να μην έχει την παραμικρή γλυκάδα, στείλε μου τέσσερις μποτίλιες, γιατί είναι ανάγκη να τις πάρω και να φύγω αμέσως κάπου μακριά στην εξοχή, για να γλιτώσω απο όλη τη βάρβαρη φασαρία και τα σπάρα του Μεγάλου Σαββάτου που βαστούν τρεις μέρες και τρεις νύχτες".
Γράμμα του Σολωμού στον αδερφό του (6/4/1849).


Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Η ημέρα της Λαμπρής

 "[....] Όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε
μέσα στες εκκλησιές τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμμαζωχτήτε",
και
"κάθε πρόσωπο λάμπει απ' το αγιοκέρι
όπου κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι [...]",


αλλά τα του βίου, συχνά, είναι αλλιώς: 


"....Αν δεν προφταίνεις να μου στείλεις με τούτο το βαπόρι μια βαρέλα παλιά βερντέα πρώτης γραμμής, να μην έχει την παραμικρή γλυκάδα, στείλε μου τέσσερις μποτίλιες, γιατί είναι ανάγκη να τις πάρω και να φύγω αμέσως κάπου μακριά στην εξοχή, για να γλιτώσω απο όλη τη βάρβαρη φασαρία και τα σπάρα του Μεγάλου Σαββάτου που βαστούν τρεις μέρες και τρεις νύχτες".
Γράμμα του Σολωμού στον αδερφό του (6/4/1849).



Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Χαιρετισμός στον Ερρίκο

Ο Ερρίκος Μπελιές (1950-2016) υπήρξε δραστήρια πνευματική μορφή (ποιητής, μεταφραστής, θεατρολόγος). Άφησε πλούσιο μεταφραστικό έργο, κυρίως στον χώρο του θεάτρου. Απέδωσε στα ελληνικά, μεταξύ άλλων, και τα 37 θεατρικά έργα του Σέξπιρ. Στο τεύχος Νο 131-132 (2004) μίλησε με ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ. Αποσπώ
« ….Η απόδοση ενός κειμένου σε άλλη γλώσσα ακολουθεί και μια αναπλαστική διαδρομή. Ο μεταφραστής δεν είναι διερμηνέας, να μεταφέρει μηχανικά ό,τι έχει μπροστά του. (…) Δεν έχω πάψει να γράφω ποίηση, αλλά εδώ και μία δεκαετία περίπου συνειδητοποίησα ότι, πέρα από τους ανθρώπους της συντεχνίας, δεν διαβάζεται γενικότερα αυτό το είδος (…) Στην αρχή μετέφραζα πεζογραφία, Βιρτζίνια Γουλφ, Γκράχαμ Σουίφτ κ.ά. Το 1991, στην Επίδαυρο, με πλησίασε ο Γιώργος Μιχαηλίδης και με ρώτησε εάν έχω μεταφράσει Σέξπιρ. Του απάντησα αρνητικά, και εκείνος με προέτρεψε να ασχοληθώ με το "Χειμωνιάτικο παραμύθι". Να μεταφράσω την πρώτη πράξη και να την εξετάσουμε μαζί. Όταν τελείωσα, είπα στον Γιάννη Βαρβέρη ότι θέλω να συνεχίσω με τον Σέξπιρ. Εκείνος παρατήρησε: « δεν σου έμεινε και πολλή δουλειά, μόνο 36 έργα και 4 πράξεις…».



Παραγγελία

Σημερα, αιφνιδιως, παραγγελια απο την Κυπρο, τη Λαρισσα και την Καβαλα. Λίαν εγκαρδιωτικό το γεγονός. Σε λίγες μέρες το επόμενο τεύχος μας. (Φωτογρ. από κινητό).


Μου αρέσει!Δείτε περισσότερες αντιδράσεις
Σχολιάστε

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Επίκαιρο

Πολλές από τις μαρτυρίες εκείνου του πρωινού αξίζει να διαβαστούν. ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, Νο 161-162, Απρίλιος 2008. Δεν αφορά τη δικτατορία, αλλά το συγκεκριμένο πρωινό και τον αιφνιδιασμό των συγγραφέων.



Μου αρέσει!Δείτε περισσότερες αντιδράσεις
Σχολ

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Μετρό Ακρόπολις, 16.4.16, 3μμ.

Μετρο Ακροπολις, 3μμ
Μου αρέσει!Δείτε περισσότερες αντιδράσεις

Αβάνα, Νικαράγουα, 1981.

Ο τραγουδιστής Πέτρος Πανδής, με την ευκαιρία μιας αναφοράς, προχθές, στις συναυλίες (Αβάνα, Νικαράγουα), μου στέλνει  αυτές τις δύο φωτογραφίες. Κάνει το εξής σχόλιο "....με τον Κωστα Ρεσβάνη, στην συναντηση (1981) με τον Guillen στην Αβάνα, και στην Μαναγκουα με... φοντο τον Sandino ( φωτ. Ν.Τυπαλδου )....πολλους χαιρετισμους στον Κωστα ! "
Ο Πέτρος Πανδής στο κέντρο της πρώτης φωτογραφίας. Ο Κ. Ρεσβάνης τριτος αριστερά. Ο Μίκης Θ., δεύτερος από δεξιά.





Φωτογραφία του Costas Mavroudis.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Τηλεφώνημα

Ένα απρόοπτο τηλεφώνημα. "Πόσο ωραίο, το τελευταίο τεύχος σας", άκουσα να λέει ο Πέτρος Πανδής, η επική και αισθαντική φωνή απ' τις "Μπαλάντες" και το "Κάντο Χενεράλ". Και βέβαια δεν είναι το σημαντικότερο ο καλός λόγος για "Το Δεντρο", τον Στάινερ, τον Καλβίνο (και τα άλλα των σελίδων μας), όσο η συμφωνία "να τα πούμε" σύντομα, μετά από χρόνια, και πάλι.



Σχόλια
Kostas Resvanis
Kostas Resvanis Πολύ χαίρομαι. Γνωριστήκαμε καλά το 1981 όταν κάλυψα τη συναυλία του Μ. Θεοδωράκη με το " Κάντο Χενεράλ" στην Κούβα και τη Νικαράγουα. Ξεχωριστός.
Βασίλης Πρωτοπαπάς
Βασίλης Πρωτοπαπάς Γνωρίζω όλη την οικογένεια λόγω σχολειου παιδιών. Εξαίρετοι !
Δεν μου αρέσει · Απάντηση

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Μεταπτυχιακό πρόγραμμα

Την Τρίτη, προχθές, βρεθήκαμε με φοιτήτριες της κατεύθυνσης «Μετάφραση, επικοινωνία και εκδοτικός χώρος» του Μεταπτυχιακού Προγράμματος του Τμήματος Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π. Θεσσαλονίκης. Μαζί ο καθηγητής τους Κων. Παλαιολόγος και ο επίσης καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Μάλαγα Βιθέντε Φερνάντες Γκονζάλες. Διαβάσαμε ορισμένα ποιήματα από τις "Τέσσερις εποχές" και σχολιάσαμε δυσκολίες και ζητήματα αποδόσεως που συνάντησε ο μεταφραστής (Βιθέντε Φερνάντες). Μιλήσαμε ακόμα για την πορεία του βιβλίου μέχρι την αποδοχή του ισπανικού εκδοτικού οίκου. Habent sua fata libellis, όπως έλεγαν οι παλαιοί Ρωμαίοι, ή books have their destinies, όπως λένε οι σύγχρονοι.




Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Δύο χρόνια πριν

Μια συζήτηση για την "Αθανασία των σκύλων", χθες στο Πρώτο Πρόγραμμα (93.6). Ενδιαφέρουσα κουβέντα με τον Δημήτρη Τρίκα, για το ρόλο των σκύλων, που παρά τον τίτλο δεν είναι πρωταγωνιστές των ιστοριών του βιβλίου, για τον ευφημισμό του όρου "Αθανασία" που αφορά ένα βιβλίο με τόσο παρελθόν, χαμένη ύλη, τη σχέση του χρόνου με το έργο της λογοτεχνίας, τη δυσανεξία μας στο πραγματικό ("Ο άνθρωπος δεν αντέχει πολλή πραγματικότητα", Τ.Σ.Έλιοτ), τη μανία να βελτιώνουμε εσαεί μια δημιουργική μορφή ("Ένα έργο δεν τελειώνει ποτέ", Μαλαρμέ) και τη νεύρωση για ένα τέλειο αποτέλεσμα, όπως εκείνη η εφηβική αναποφασιστικότητα (του είπα), όταν δοκιμάζαμε δέκα πουκάμισα και ισάριθμα παπούτσια πριν την έξοδό μας. "Νομίζω ότι σου αρέσει το καλό ντύσιμο", είπε ελαφρύνοντας τη συζήτηση, με αφορμή την πρόχειρη παρομοίωση.
Παραδεχτηκα ότι αγαπώ τα ρούχα, τα βιβλία και τα αντικείμενα από δεύτερο χέρι (το παρελθόν τους, την πατίνα, το αίνιγμα της ιστορίας τους), μιλήσαμε για τους λεπτούς αιφνιδιασμούς τους, όταν στη Φρανκφούρτη, π.χ., βρήκα σε ένα δερμάτινο σακάκι την κάρτα ενός οδοντογιατρού από το Σίδνευ και στην Ιταλία ένα εισιτήριο του κυρίου Moretti, Στοκχόλμη-Μιλάνο.
Μια ωραία συζήτηση με έναν συνομιλητή που είχε υπογραμμίσει το βιβλίο, είχε βρει πόσο επίμονα εμφανίζεται η λέξη "χαμένο", "ανολοκλήρωτο", "μοιραίο", "μακρινό", "σκιά" και άλλα, και μου είπε πόσο αγαπά τον γνωμικό λόγο και τη διακειμενικότητα στους συγγραφείς. Μετάδοση στις 8.30 την ΛαμπροΤρίτη. "Σημείο ΑRΤ", Πρώτο πρόγραμμα.



Φωτογραφία του Costas Mavroudis.







Αντζολίνα Τζάρι

Από το fb. Πριν από τρία χρόνια.

Ο Μπαλζάκ κυκλοφόρησε το 1989 από τις καλές εκδόσεις Γνώση. Ο Σαίξπηρ το 1928. Δεν είναι κακή η μετάφραση, όσο πρόλαβα να δω. Ο Σβέβο πριν από 30 περίπου χρόνια. Θυμάμαι ακόμα και πού τον διάβασα, δεν ξέρω όμως πού βρίσκεται και τον ξαναγόρασα. Είναι η ερωτική περιπέτεια του Εμίλιο Μπρεντάνι με την ωραία και άπιστη Αντζολίνα Τζάρι. Από την πρώτη φράση εμφανίζόταν ύπουλα η ιδέα της ανατροπής, η απόλυτη κυριαρχία που κατάφερε να έχει εκείνη. 'Ετσι, αργά, ανειδοποίητα, δεν ανατρέπεται μια ερωτική  ηγεμονία;

"Από τις πρώτες κιόλας κουβέντες θέλησε να την προειδοποιήσει πως δεν τον ενδιέφερε μια σχέση σοβαρή. Της είπε περίπου ' Σ' αγαπώ πολύ, και θα ήθελα να συμφωνήσουμε για το καλό σου να είμαστε προσεχτικοί ' [.....] Με περισσότερη ειλικρίνεια, τα λόγια του θα 'πρεπε να ηχούσαν κάπως έτσι: 'Μ' αρέσεις πολύ, μα δεν θα μπορέσεις να γίνεις για μένα κάτι περισσότερο από παιχνίδι '. Έχω άλλες υποχρεώσεις εγώ, την καριέρα μου, την οικογένειά μου|

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Τζορτζ Στάινερ

Από τον τοίχο μιας ένθερμης αναγνώστριας, στο Βερολίνο, που πάντα μάς κολακεύει το ενδιαφέρον της. Katerina Stamou
6 ώρες ·
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ απογειώθηκε και έφτασε Βερολίνο.
Διαβάζοντας μεταφέρω: " Η πρώτη μου προίκα στη ζωή ήταν μια τεράστια αναίδεια. " και , " Δεν είναι η πολιτική λογοκρισία που σκοτώνει [ τον πολιτισμό ] : είναι ο δεσποτισμός της μαζικής αγοράς, τα κίνητρα μιας εμπορευματοποιημένης φήμης. "
Τζορτζ Στάινερ

Και καλημέρα σας


Ο Ανγνώστης.

Από χθεσινή ανάρτηση του περιοδικού "Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ" -
ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ

Γράφει ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος.

Τα ποιήματα των “Τεσσάρων εποχών” –τίτλος που θυμίζει Βιβάλντι– είναι μια παλιότερη συλλογή του Κώστα Μαυρουδή και αφορά στα πάντα : πολιτική κριτική, αυτοβιογραφική ανάμνηση, ταξιδιωτικές ιστορίες, υπαρξιακούς προβληματισμούς. Ανατρέχω και πάλι σε αυτήν καθώς ήρθαν στα χέρια μου σχόλια και κριτικές για την εξαίρετη μετάφραση τους στα ισπανικά, σύμφωνα με τη γνώμη διακεκριμένων ισπανόφωνων κριτικών. Οι «Τέσσερις Εποχές» (Κέδρος) κυκλοφόρησαν από τον σημαντικό εκδοτικό οίκο Pre-Textos στα τέλη του προηγούμενου χρόνου. Τη μετάφραση έχει κάνει ο Βιθέντε Φερνάντες Γκονζάλες, ο οποίος βραβεύτηκε δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης. Παλιότερα έχει μεταφέρει στα ισπανικά και το βιβλίο του ιδίου με τίτλο «Το δάνειο του χρόνου»(1989). Ως γνωστόν , και αυτό είναι κάτι που με συνδέει με αυτό το βιβλίο, οι «Τέσσερις Εποχές» και ο Μαυρουδής τιμήθηκαν με βραβείο ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω», το 2011.
Ο κ. Eduardo Moga, κριτικός, ποιητής και δοκιμιογράφος που έχει γεννηθεί στη Μπαρτσελόνα και ζει στο Λονδίνο, παρουσίασε (12. 11. 2015) με εξαιρετική διαύγεια και αγάπη, τη μετάφραση της ποιητικής συλλογής «Τέσσερις εποχές» ( “Cuatro estaciones”), βρίσκοντας μάλιστα μια ορισμένη συνάφεια με ποιήματα του Καβάφη. Γράφει ο Moga : «Ο Μαυρουδής προτείνει μια ποίηση βαθιά ριζωμένη στην καθημερινή ζωή, στην τριβή των ανθρώπων. Οι ιστορίες του είναι αφηγήσεις, όμως σ’ αυτές πιάνεται, σαν σε άγκιστρο η ποίησή του, όταν απογειώνεται. Οι αφηγήσεις του, επιτρέψτε μου τον πλεονασμό, αρπάζονται σαν άγκυρα από την ιστορία (της χώρας του, τις οικογενειακές, του κόσμου) και στηρίζονται στη διακειμενικότητα η οποία κυριαρχεί: Συναντούμε πρόσωπα, από την Μαντάμ Μποβαρί και τον Μπλεζ Σαντράρ, μέχρι τον Ρουμπινστάιν, τον Γκούφυ, τον Εκκλησιαστή, την Ιζαμπέλ Αλιέντε. Οι φόρμες του, πολύ εύπλαστες –πρόζα και στίχοι–, γίνονται μακροσκελή ποιήματα, που συμπλέκονται γεμάτα πληροφορίες, αλλά και με πλήθος γλωσσικές μεταμορφώσεις και εντυπωσιακές εικόνες, όπως στήθη και “περιπαθείς” μηρούς γυναικών που πηγαίνουν στην παραλία, ενώ άλλοτε μιλούν για ένα κρεβάτι ξενοδοχείου στο χριστουγεννιάτικο Ζάλτσμπουργκ: “[...] ο ύπνος είναι απολαυστικός/ σ’ αυτά τα μαξιλάρια,/ το πάπλωμα χωρίς βαρύτητα,/ σαν μια ιδέα,/ τι όνειρα με αυστριακότητα … [...]”».
»Χαίρομαι που βρήκα στο βιβλίο δύο ποιήματα που αναφέρονται σε πράγματα που γνωρίζω πολύ καλά: το πρώτο έχει τίτλο “Καλοκαίρι, ή στην παραλία τής Μπανταλόνα” (στο οποίο ο ποιητής παρατηρεί την επιθετικότητα του σώματος που ανέφερα προηγουμένως, με κάποιους παραθεριστές γύρω να διαβάζουν Ιζαμπέλ Αλιέντε. Κι εδώ οι πράξεις καταφεύγουν στη μνήμη. Φυλακίζονται στο ποίημα όσα χάθηκαν, για να ξαναζωντανέψουν κάποτε και πάλι».
»Το δεύτερο ποίημα, “Καλοκαίρι, ή εναρκτήριο μάθημα”, περιγράφει ένα μάθημα αγγλικών, που μέσα σ’ αυτό υπάρχει το Λονδίνο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, με τους ναζί να βομβαρδίζουν την πόλη. Χτες, 11η Νοεμβρίου, ήταν ακριβώς η ημέρα που θυμόμαστε, χωρίς εκρήξεις και βόμβες αλλά με παπαρούνες, τους νεκρούς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και τη συνθήκη ανακωχής των Συμμάχων. Αυτή η εγγύτητα του Μαυρουδή, το ότι μιλά για όσα είδε (ή σκέφθηκε, ή φαντάστηκε), για την αιχμή της ζωής, με ένα άτακτο ψηφιδωτό, έτσι όπως πάντα υπάρχει στη συνείδησή μας, με εντυπώσεις, αναλογίες, αναγνώσεις, διαλόγους, στήθη και μηρούς που θαυμάζουμε, στιγμές που θαμπώνουν και στιγμές που διαρκούν, τον καθιστά πιο απτό, πιο ζωντανό (με το αίμα να κυλά ορμητικό).»
Για τις «Τέσσερις εποχές» στα ισπανικά έγραψε και ο Αlvaro συγγραφέας δύο μυθιστορημάτων, ανθολογιών, και πολλών ποιητικών συλλογών: ”Διαβάζει κανείς πολλά ποιητικά βιβλία, ελπίζοντας ότι, κάποια στιγμή τουλάχιστον, θα συναντήσει έναν ποιητή με γνήσια φωνή, με προσωπικό τόνο αλήθειας που κάνει το έργο να ξεχωρίζει απ’ τα άλλα και να διαθέτει αυθεντικότητα και φυσικότητα στον λυρισμό του. Κι αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση του Μαυρουδή. Έχει κληρονομήσει, βεβαίως ο ίδιος μια από τις σπουδαιότερες παραδόσεις της παγκόσμιας ποίησης, την οποία και δεν εγκαταλείπει. Να πω ότι μου έδωσε με τους στίχους του κάτι καινούργιο και ξεχωριστό. Τους διαβάζω σαν κάποιος που ανακαλύπτει ένα τοπίο για πρώτη φορά ή περπατά σε μιαν άγνωστη πόλη. Και σίγουρα δεν είναι (και κυριολεκτικά) λίγες οι πόλεις που υπάρχουν σ’ αυτό το όμορφο και μυστηριώδες βιβλίο: Βενετία, Ζάλτσμπουργκ, Παρίσι, Λονδίνο και Λίβερπουλ, Μπανταλόνα, Λουτράκι, ένα θέρετρο στον Κορινθιακό κόλπο”.
“Ο Μαυρουδής, ο οποίος, διαβάζω στην εισαγωγή, αρέσκεται να συλλέγει διάφορα μικροαντικείμενα σε παζάρια παλαιοπωλών, εκεί όπου βρίσκεται «η απόλαυση της σκέψης» και της «καταγραφής», συνθέτει σ’ αυτό το βιβλίο των Εποχών (τρία ποιήματα για το φθινόπωρο, τέσσερα για τον χειμώνα, τρία για την άνοιξη και άλλα τέσσερα για το καλοκαίρι) ένα είδος διαχρονικού πανοράματος. Γιατί, όπως λέει ο μεταφραστής του, θέτει έτσι «σε διάλογο το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον»• γιατί καταφέρνει να προσδιορίσει μελαγχολικά «τον χαμένο χρόνο μέσα στον χώρο»• γιατί, εν ολίγοις, χρησιμοποιεί τη φωτογραφία και την εικόνα, έτσι ώστε αυτά τα «ίχνη του χρόνου» να βάλουν σε λειτουργία τη διαδικασία του «αναστρέψιμου», που θα μας επιτρέψει να κατανοήσουμε «το ανεξήγητο μυστήριο του χρόνου». Αναφερόμαστε εδώ στο δεύτερο ποίημα του βιβλίου, με τίτλο «Επιστρεψιμότητα», ένα παιχνίδι οπισθοχώρησης, επιστροφής στο χρόνο, όχι νοσταλγίας . Σ’ αυτό βοηθούν τα αντικείμενα και οι πράξεις, όπως σωστά επισημαίνει ο Φερνάντες Γκονζάλες. Και η μνήμη, φυσικά. Σ’ ένα ποίημα που μένει χωρίς σαφές τέλος, ο Μαυρουδής θυμάται τον πατέρα που κρατά σημειώσεις στον τόμο της «Μαντάμ Μποβαρί», πιθανόν για να «συνομιλήσει κάποτε με το παιδί, όταν εκείνος θα απουσιάζει». « …για ποιον άλλον σημειώνει/ στην εναρκτήρια και την τελευταία σελίδα του βιβλίου/ ώρα, ημέρα και χρονολογία που το διάβασε,/θυμίζει βλέπετε ημερολόγιο, με πρόθεση να φτάσει στον μεταγενέστερο…./», λέει ο ποιητής».



Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Από προ διετίας ανάρτηση στο fb:

Νομίζω ότι το βιβλίο που βρήκα σήμερα είναι σπάνιο και πολύτιμο, κυρίως μνημείο μιας εποχής. Ο τίtλος του είναι Il primo libro d' Italiano per le Scuole delle Isole Jonie.Έχει εκδοθεί το 1942 (20ό έτος με την φασιστική αρίθμηση) και είναι γραμμένο από tην καθηγήτρια Ida Zambaldi, γυμνασιάρχη στο γυμνάσιο θηλέων της Κέρκυρας. Στην τελευταία σελίδα αναφέρεται η 10η Οκτωβρίου του '42 ως ημέρα εκτυπώσεως από το τυπογραφείο San Marco της Κέρκυρας.
Σχέδια με φτωχή, στοιχειώδη αισθητική. Αντίθετα, βιβλία της προπολεμικής περιόδου από την Ιταλία, είναι έργα τέχνης. Εδώ κεφάλαια με θέματα από τη φύση, την οικογένεια, την κοινωνία (Τα άνθη της ανοίξεως, τα χρώματα, το λεμόνι, το πορτοκάλι, και ανάμεσα, εμβόλιμη η φράση του Μουσολίνι «amate il pane, cuore della casa, profumo della mensa, goia dei focolari».
Μετά οι προθέσεις, οι συζυγίες, οι χρόνοι της οριστικής, το κεφαλαιώδες ρήμα essere και η χρήση του avere. Ακολουθούν πάμπολες ενότητες. η ενότητα για το σπίτι (τα δωμάτια και τα έπιπλα, το δωμάτιον της διαμονής (la stanza di soggiorno), La cucina, εργασίες της κουζίνας, φαγητά. Και πάλι ρήματα, ανώμαλα της πρώτης συζυγίας, της δεύτερης και ακολουθούν άλλα σύντομα πάντα κεφάλαια: Σώμα, Καλές τέχνες, Ζώα και Έντομα, φυτικό βασίλειο, το σύμπαν.
Λίγο μετά, η Ιταλία συνθηκολογεί και οι στρατιώτες της στα Ιόνια έχουν τη γνωστή δραματική μοίρα.Το βιβλίο έβαζε τις βάσεις της γλωσσικής παιδείας, με την πεποίθηση ότι, μεταπολεμικά, τα νησιά θα έμεναν υπό τον έλεγχό της Ιταλίας. Τα κεφάλαια των τελευταίων σελίδων, πιο σύνθετα, με ιστορίες, παροιμίες, αποσπάσματα μεγάλων συγγραφέων, θα τα είχαν διαβάσει, υποθέτω, ελάχιστα παιδιά. Τον Ντ' Ανούντσιο, τον Μαντσόνι, τον Δάντη μόλις θα πρόλαβαν να τους διδάξουν, πιθανότερο όχι. Δεν υπάρχουν σημειώσεις στα περιθώρια. Ίσως δεν είχε χρησιμοποιηθεί. Στη σελίδα 167, ελάχιστοι θα πρόσεξαν, και ακόμα πιο λίγοι θα το προσέγγισαν, δημοσιεύεται το Δαντικό απόσπασμα από το Purgatorio VII-v,1-6: Tramonto (Δύσις)

Ήταν πια η ώρα που ξυπνάει
στους θαλασσινούς ο πόθος
και μαλακώνει την καρδιά τους η θύμηση της μέρας
που αποχαιρέτισαν τους αγαπημένους φίλους.
Τον νέο ταξιδιώτη τσιμπά με αγάπη,
όταν ακούει την καμπάνα να αντηχεί,
λες και κλαίει τη μέρα που πεθαίνει


Στο Βερολίνο

Από τον τοίχο μιας θερμής αναγνώστριας, στο Βερολίνο,
που πάντα μάς κολακεύει το ενδιαφέρον της. Katerina Stamou
6 ώρες ·
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ απογειώθηκε και έφτασε Βερολίνο.
Διαβάζοντας μεταφέρω: " Η πρώτη μου προίκα στη ζωή ήταν μια τεράστια αναίδεια. " και , " Δεν είναι η πολιτική λογοκρισία που σκοτώνει [ τον πολιτισμό ] : είναι ο δεσποτισμός της μαζικής αγοράς, τα κίνητρα μιας εμπορευματοποιημένης φήμης. "...

 Τζορτζ Στάινερ
Και καλημέρα σας!


Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, Νο 207-208

Όντως είναι ξεχωριστό το κείμενο του Μάριο Βάργκας Γιόσα. Καλώς το προβάλλει η σύντομη παρουσίαση στο σημερινό "Βήμα". Ο Γιόσα παραδίδει ένα σύντομο μάθημα διαύγειας (στην αφήγησή του) και αγάπης για το ευρωπαικό ιδανικό.
Μιλά για το βιβλίο "Τhe idea of Europe", του Στάινερ. Πιστεύει πως στις σελίδες του εμφανίζει υποδειγματικά το προφίλ της Ευρώπης. Πώς; Μέσα από έναν ελάχιστο αριθμό θεσμών, εθίμων, ιδεών και παραδόσεων της ζωής, στις οποίες αναφέρεται: "Κατά τη γνώμη τού Στάινερ, η ιδέα της Ευρώπης βρίσκεται πρώτα απ' όλα μέσα σε ένα cafe γεμάτο κόσμο και συζητήσεις, όπου κανείς γράφει στίχους, συνωμοτεί, λέει σοφιστείες και ασκεί δημόσιο διάλογο.
Απ' τη Μαδρίτη μέχρι τη Βιέννη κι απ' την Πετρούπολη ώς το Παρίσι, την Πράγα και τη Λισσαβώνα, ο χώρος αυτός συνδέεται άρρηκτα με όλα τα σημαντικά πολιτιστικά, καλλιτεχνικά και πολιτικά δρώμενα της Δύσης. Στα τραπεζάκια των καφενείων, μέσα σε τοίχους κιτρινισμένους απ' τους καπνούς, γεννήθηκαν όλα τα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα, τα κοινωνικά πειράματα, οι ιδεολογικές και αισθητικές επαναστάσεις."
Μιλά ακόμα, ο Στάινερ, για την κοινή και βαρυσήμαντη παρουσία του παρελθόντος στη ζωή του Ευρωπαίου ("...στο Δουβλίνο, στις στάσεις του λεωφορείου, οι επιβάτες πληροφορούνται για τους συγγραφείς που έζησαν στα σπίτια της συνοικίας"), και το αντιπαραθέτει στα αμερικανικά ήθη, που προτιμούν να στρέφουν το βλέμμα στο μέλλον παρά σ' ό,τι έχει περάσει.
"Η Ευρώπη", λέει ο Στάινερ, "είναι τόπος της μνήμης. Η Αμερική των οραμάτων και της ουτοπίας". Τονίζει ακόμα την κοινή καταγωγή των Ευρωπαίων ("απ' την Αθήνα και την Ιερουσαλήμ"), και βρίσκει ταυτοτικά χαρακτηριστική την κλίση της Ευρώπης, που, όπως κάθε τι που φτάνει σε ένα απόγειο, σκέπτεται το θάνατό της.
Ο Γιόσα καταλήγει: "Παρά τα όσα ελαττώματα σέρνει πίσω της η Ευρώπη, δεν παύει να αποτελεί σήμερα το μόνο μεγάλο διεθνιστικό και δημοκρατικό σχέδιο εν εξελίξει, και παρά τις επιβεβαιωμένες ελλείψεις εξακολουθεί να προχωρά"


Για ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ από τον Κώστα Ρεσβάνη

Kostas Resvanis
Δεν είναι η πρώτη φορά που αναφέρομαι στην αναγνωσματική απόλαυση που προσφέρει ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ. Πέρασα αρκετές ώρες του Σαββατοκύριακου με τα κείμενα σπουδαίων συγραφέων και ανθρώπων των Ιδεών και της Σκέψης, αλλά και με εύστοχα σχόλια από την τρέχουσα ζωή.
Θα έγραφα το μεγαλύτερο ποστ έως σήμερα αν αναφερόμουν στα περιεχόμενα του διπλού τεύχους(207-208) . Μένω στα μικρά αφιερώματα στον Ίταλο Καλβίνο και στον Τζορτζ Στάινερ.
Ωραία έκπληξη και ένα, αμετάφραστο έως τώρα στα ελληνικά, κείμενο( 1847) του Χέρμαν Μέλβιλ, τέσσερα χρόνια πριν γράψει το θρυλικό Μόμπι Ντικ. Τίτλος του-τι άλλο;- "Η αλήθεια για το κυνήγι των φαλαινών"(απόδοση για το "Δ" Ευαγγελία Γιάννου).

Mε τον Vicente Fernandez 21.3.2016

Vicente Fernández González. Κώστας Μαυρουδής. Απογευμα στη Ριανκουρ


Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Caruso



MUSICA
Συναρπαστική φωτογραφία, από το σπουδαίο γαλλικό περιοδικό "Musica" (Οκτώβριος 1910). Ο Καρούζο φωτογραφημένος με την προτομή του στο ατελιέ του γλύπτη Filippo Cifatiello (1864-Νάπολη 1936). Στην εγκυκλοπαίδεια βλέπω να αναγράφεται Cifariello, άρα υπάρχει λάθος στη λεζάντα του περιοδικού. Το υψηλόφρον ύφος του, ενδεικτικό. Ο τόμος του περιοδικού "Musica" έχει τη χρονολογία 1908-1911.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Το δέντρο

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (Νο 207-208), από μέρες υπάρχει κ α ι στα περίπτερα (και στους πάγκους) του κέντρου. Το αφιέρωμα στον Τόμας Μαν (Νο 205-206) υπάρχει στο πρακτορείο της επαρχίας ("Ευρώπη")

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Aντρέα Καμιλέρι

Το νέο τεύχος του ΔΕΝΤΡΟΥ (Νο 207-208) μόλις κυκλοφόρησε. Στο προσεχές τεύχος, Νο 209, υπάρχει ένα κείμενο του Αντρέα Καμιλέρι, γνωστού συγγραφέα (μιας ιδιότυπης) αστυνομικής λογοτεχνίας. Σχετικά πρόσφατα δημοσιεύσαμε κείμενό του. Αφορούσε την δύσκολη σχέση με τον πατέρα του, που την αναπολεί μετά το θάνατο εκείνου.
Τώρα πρόκειται για σύντομες σκέψεις, είδος που o Βαλερί, σε τίτλο βιβλίου του, το είπε Μelange (σύμφυρμα). Αρέσει σε πολλούς με την ποικιλία και την ελευθερία του το είδος. Η λογοτεχνία μας δεν έχει αυτή την παράδοση. Ελάχιστοι έγραψαν έτσι, και το επιχείρησαν ως πάρεργο.
Α. Καμιλέρι. Αποσπώ από την μετάφραση της κας Ε.Γιάννου:
"Λέγεται ότι ένα βράδυ ο Φραντς Κάφκα, φιλοξενούμενος για πρώτη φορά σε διαμέρισμα φίλων, όταν σηκώθηκε να πάει στο μπάνιο, έκανε λάθος την πόρτα και μπήκε σε μια κρεβατοκάμαρα, άναψε το φως και ξύπνησε το ανδρόγυνο που κοιμόταν εκεί. Διαπιστώνοντας το λάθος του, είπε στο έκπληκτο ζευγάρι: «Σας παρακαλώ, θεωρείστε πως είμαι όνειρο», κατόπιν έσβησε το φως, ξανάκλεισε την πόρτα κι απομακρύνθηκε διακριτικά. Πολλοί άνθρωποι μπήκαν ξαφνικά στη ζωή μου από λάθος αλλά, μόλις συνειδητοποίησαν την πράξη τους, κανείς δεν μου ζήτησε να θεωρήσω ότι ήταν όνειρο. Έχω τη βάσιμη υποψία ότι, έστω κι αν μου το ζητούσαν, δεν θα μπορούσα να το κάνω".


Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Μιχαήλ Ζοστσένκο


Ελεγα, σε ανάρτηση του fb, μεταξύ τυρού και αχλαδίου, για τη σάτιρα στις νουβέλες του ούγγρου συγγραφέα Ίσβαν Ορκένι. Στο τρέχον τεύχος του ΔΕΝΤΡΟΥ υπάρχει ένα διήγημα του σοβιετικού συγγραφέα Μιχαήλ Ζοστσένκο. Γραμμένο το 1947. Περιγραφή μιας μίζερης καθημερινότητας στην πόλη, με τις ανθρώπινες συμπεριφορές και τα ήθη, που για τον ώριμο αναγνώστη δεν συνδέονται μόνο με την πολιτική συγκυρία, αλλά και με στερεότυπα αμετάβλητα.

Ωστόσο, αυτός ο παιγνιώδης αντικομφορμιστής, αντιμετωπίζεται αυστηρά από τον Ζντάνοφ, ως συγγραφέας που "σατιρίζει την παράδοση του λαού και των εθίμων του". Διαγράφεται απ' την Ένωση Συγγραφέων, ενώ τα έργα του θαυμάζονται στα θέατρα όπου διαβάζονται. Θυμάμαι ότι, το 1965 (;), η δίκη των Ντάνιελ και Σινιάφσκι, αφορούσε μιαν ανάλογη περίπτωση. Κάποιος, δεν θυμάμαι ποιος απ' τους δύο, έγραψε ένα διήγημα για τη μέρα κατά την οποία οι σοβιετικοί πολίτες ξυπνούν χωρίς νόμους που απαγορεύουν οτιδήποτε. Συμβαίνουν, φυσικά, όσα μπορούμε να φανταστούμε ότι έχει την έφεση να κάνει ένας ανεμπόδιστος όχλος ή μια σκοτεινή συνείδηση.
Είχε εκδοθεί ένα βιβλιαράκι με τα πρακτικά της δίκης. Το απέκτησα, μάλλον αφού πολιτογραφήθηκα Αθηναίος. Θυμάμαι, ότι εκείνο το καλοκαίρι, ο πατέρας μου (δολίως) είχε πει στο παιδάκι ενός αθηναίου αριστερού, αν ξέρει κάτι σχετικά με τη δίκη. Ο νεαρός εκείνος της έκτης δημοτικού είχε απαντήσει ότι και βέβαια γνωρίζει: "καταδικάστηκαν δύο συγγραφείς που δεν θέλησαν να σεβαστούν τους νόμους της σοσιαλιστικής κοινωνίας".

Κακά μαντάτα οι αναδρομές. Εν πάση περιπτώσει, λίγο αργότερα, εκείνο το λαμπερό για την ηλικία του παιδί, μας είπε (στο τελευταίο παραθαλάσιο καφενείο της Τήνου), ότι η οικογένειά του φιλοξένησε προ καιρού έναν σοβιετικό αντιπρόσωπο (ανταλλακτικών αυτοκινήτων;), που σχολίασε ότι "η μοναρχία σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, είναι σαν μια τρώγλη με τηλεόραση και ψυγείο πολυτελείας". Είχαμε επιφυλάξεις για τις απόψεις των συνομιλητών μας, αλλά θαυμάσαμε τη μεταφορική οξύνοια του ξένου αντιπροσώπου και την ευφυία του μικρού από την Αθήνα.

Ας πάμε πάλι στον Μιχαήλ Ζοστσένκο και ας προτρέψουμε τον αναγνώστη να δει αυτό το διήγημα (σελ. 109). Κάποιος με νεκροφάνεια, σε ένα διαμέρισμα όπου ζουν τρεις οικογένειες, μένει στο κρεβάτι, ενώ οι γείτονες και οι συγγενείς περιμένουν μάταια να φτάσει η άμαξα με τα άλογα που θα τον πάρει. Συμβαίνουν πράγματα που με έκαναν να χαμογελάσω. Υπάρχει 'αλλωστε μια μεγάλη παράδοση αυτής της γραφής. Από τον πεζογράφο Τσέχοφ και τον Γκόγκολ μέχρι τον Μπουλγάκοφ.  Συχνά, η επιμέλεια στα κείμενα του περιοδικού δεν είναι μόνο χρονοβόρα ενασχόληση, αλλά  απόλαυση και γνωριμία με άγνωστες περιοχές των  γραμμάτων.


Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Κυριακή

Η ομογενής κυρία Κυριακή, στο παζάρι της Κυριακής. "Μετ' αγάπην, η θεία σας Κυριακή". Το καλοκάγαθο ύφος μνημειώθηκε στο στούντιο του F.Glied Junior (West Los Angeles). Η αγάπη λάμπει και στα ξένα χέρια.


Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Παναγιώτης Τέτσης (1925-2016)


Τον άκουγα σε μια συνέντευξη, μήνες πριν. Η συνομιλήτρια τον ρώτησε για ένα έργο του με λουλούδια. Πώς ή γιατί τα ζωγράφισε. Η απάντηση, φαινομενικά απλή, ήταν όλη η γενεαλογία της τέχνης. "Μου φέρνουν λουλούδια. Τα καημένα θα ξεραθούν. Δεν τα ζωγραφίζω;"
Προχθές διαβασα μια δήλωσή του, για τον φόβο της υπερβολής και του λεγόμενου "μοντέρνου". Μου θύμισε τη συμβουλή που έδινε στο γιο του ο τεχνοκριτικός, πατέρας του σπουδαίου Πολ Μοράν. "Πρόσεχε, μέχρι τον Σεζάν, όχι πιο πέρα".

Ορισμένοι μπορούν να το καταλάβουν. Ο μοντερνισμός στη ζωγραφική δεν υπήρξε μόνο μια κρίση του αντικειμένου και της παράστασης, αλλά και λύση σε κάποιες περιπτώσεις, ενός ηθικού συμβολαίου με τα ίδια τα πράγματα. Ορισμένοι μπορεί να θυμούνται κάτι που έχει λεχθεί για μια παράσταση του Αγίου (ή ευαγγελιστή;) Μάρκου, του Ντονατέλο. Απόλυτος ύμνος στην εικόνα και τη δεξιοτεχνία. "Αν έτσι πράγματι ήταν ο Μάρκος πρέπει να πιστέψω αυτά που έγραψε".


Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Οι αράχνες του Καλβίνο (1947)


Ένα απ' τα δύο κείμενα του ιταλού σκηνοθέτη Ερμάνο Όλμι, που δημοσιεύτηκαν στο ΔΕΝΤΡΟ (Νο 205-206). Ο Ερμάνο Όλμι (Μπέργκαμο, 1931) είναι ο δημιουργός των σημαντικότατων ταινιών "Η θέση" (1961), "Οι αρραβωνιασμένοι", "Δέντρο για τσόκαρα" (1978). Νομίζω αυτή τη στιγμή παίζονται στην Αλκυονίδα "Οι αρραβωνιασμένοι". Αν δεν τρομάζει η έκταση και δεν αποτρέπει ο χρόνος, διαβάστε το, μαζί με το δεύτερο κείμενό του, αναρτημένο εδώ, στις 19 Φεβρουαρίου.


ΤΟ ΠΡΩΙ ΤΗΣ 25ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1945, όπως και κάθε πρωί, πριν πάω στο σχολείο πετάχτηκα για ψωμί στον φούρναρη της πλατείας Νίγκρα, στην Μποβίζα, βιομηχανική συνοικία στην περιφέρεια του Μιλάνου. Μόλις βγήκα στο δρόμο, συνάντησα τον Μισέλ που έμενε στο απέναντι συγκρότημα και ήρθε προς το μέρος μου φωνάζοντας: «Τέλειωσε! Τέλειωσε!». Είχε τελειώσει ο πόλεμος. Ή μάλλον όχι: ο πόλεμος κρατούσε ακόμη, αλλά για μας είχε τελειώσει, γιατί η Ιταλία απελευθερωνόταν καθώς οι Γερμανοί υποχωρούσαν.
Το ραδιόφωνο μετέδιδε συνεχώς ειδήσεις και ανακοίνωνε τον σχηματισμό κομμάτων με ολοκαίνουργια ονόματα. Και στο ενδιάμεσο, πατριωτικά τραγούδια που εμείς τα παιδιά δεν είχαμε ξανακούσει. Εκτός ίσως από την «Μπαντιέρα Ρόσα», την οποία ο ασπριτζής του τέταρτου ορόφου τραγουδούσε χαμηλόφωνα, κάθε φορά που χτυπούσε ο συναγερμός και κατεβαίναμε στο αντιαεροπορικό καταφύγιο, στα υπόγεια του συγκροτήματος.
Από εκείνο το βράδυ, τέρμα οι συσκοτίσεις. Τα φώτα όλων των σπιτιών άναβαν και κανείς δεν έκλεινε πια τα σκούρα παραθυρόφυλλα. Επιτέλους όλοι στους δρόμους, τέρμα και η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Από κάποιο παράθυρο, στο ισόγειο, ξεπρόβαλε το χωνί ενός γραμμόφωνου και ο Αλμπέρτο Ραμπαλιάτι άρχισε να τραγουδά το «φι-φι-φίλα με, μικρούλα, στο μικρό μου στο-στο-στόμα». Νεαροί και δεσποινίδες χόρευαν και συνεννοούνταν όχι τόσο με τα λόγια όσο με τις ανεπαίσθητες κινήσεις των σωμάτων: ένα πιο σφιχτό αγκάλιασμα, ένα πιο κρυφό άγγιγμα. Είχα μάθει κι εγώ να χορεύω «μπούγκι» και όταν ο ρυθμός γινόταν αργός και το πλησίασμα κοντινότερο, ένιωθα τη λαχτάρα της λαγνείας. Τον Οκτώβριο, με μισή καρδιά, ξαναπήγα στο σχολείο. Αλλά βαριόμουν. Μου άρεσε περισσότερο να τριγυρίζω ξέγνοιαστος και να βλέπω όσα μου πρόσφερε ο κόσμος, τον οποίο ακόμη δεν γνώριζα αλλά με έκανε να ονειροπολώ.
Ένα βροχερό πρωινό, ξέροντας ότι στo «βουναλάκι» δεν θα πήγαινε κανείς γνωστός, άρχισα να περιφέρομαι άσκο­πα στους δρόμους του κέντρου και κάποια στιγμή βρέθηκα στην πλατεία Φιλοντραμάτιτσι, ακριβώς δίπλα στη Σκάλα του Μιλάνου. Στην κεντρική είσοδο ενός αυστηρού κτιρίου υπήρχε μια πινακίδα με την επιγραφή: «PCI2 – Το σπίτι του πολιτισμού». Και πιο κάτω, ένα χαρτί με γραμμές σχεδιασμένες στο χέρι, που ανακοίνωνε τα εξής: «ΣΗΜΕΡΑ στις 17.30, παρουσίαση του βιβλίου "Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές", πρώτο έργο του συγγραφέα Ίταλο Καλβίνο – Είσοδος ελεύθερη». Αμέσως ο τίτλος με γοήτευσε κι εξάλλου δεν είχα παρευρεθεί ποτέ σε «παρουσίαση» βιβλίου. Οι ώρες δεν περνούσαν. Εξακολουθούσε να βρέχει και το μόνο που έκανα ήταν να περπατώ κάτω απ’ τις στοές χωρίς να ξεμυτίζω: Γκαλερία, Πλατεία Ντουόμο, Κόρσο Βιτόριο Εμανουέλε, Σαν Μπα­μπίλα. Μπρος πίσω, αναμένοντας την παρουσίαση του Μονοπατιού με τις αραχνοφωλιές. Κάθε τόσο έμπαινα στο «Ρινασέντε», πολυκατάστημα του Μιλάνου όπου μπορούσες να χαζέψεις χωρίς απαραιτήτως ν’ αγοράσεις κάτι• μου άρεσε η ωραία μυρωδιά του καινούργιου και η ευχάριστη ζεστασιά του χώρου.
Έφτασα μπροστά στην είσοδο του «Σπιτιού του Πολιτισμού» μισή ώρα νωρίτερα. Ορισμένοι βρίσκονταν εκεί ακόμη πιο πριν από μένα κι έδιναν την εντύπωση ότι όλοι γνωρίζονταν ήδη μεταξύ τους, γιατί με το που έφταναν άρχιζαν να συνομιλούν με μεγάλο θάρρος και οικειότητα.
Η αίθουσα όπου γινόταν η παρουσία­ση ήταν κατάμεστη. Ένας που έδειχνε διοργανωτής άρχισε να μιλά για μια λογοτεχνία ανυπότακτη στις προνομιούχες τάξεις, και για τους πρωταγωνιστές του "Μονοπατιού με τις αραχνοφωλιές" που ήταν ήρωες του λαού, και είχαν καταστήσει ώριμη μια νέα πολιτική συνείδηση. Για να κάνει πιο σαφείς τις σκέψεις του, κάθε τόσο διέκοπτε το λόγο του και διάβαζε κάποιες από τις σελίδες του μυθιστορήματος. «Αρκεί μια κραυγή του Πιν, μια κραυγή για ν’ αρχίσει ένα τραγούδι… Ο Πιν ξέρει όλα τα τραγούδια που του έμαθαν οι άνδρες στην ταβέρνα…». Λίγες γραμμές ήταν αρκετές για να γίνω κι εγώ Πιν. «…ο Πιν έχει βραχνή φωνή, σαν γερασμένο παιδί…». Κι ύστερα, όταν οι άνδρες της ταβέρνας τού ζητούν να κλέψει το πιστόλι του γερμανού ναύτη την ώρα που θα κοιμάται με την αδερφή του Πιν, την πόρνη, τους ρωτά: «Και πώς θα τα καταφέρω;…» «Θα βρεις τρόπο», του απαντούν.

Όσο περισσότερο εκείνος διάβαζε τόσο η ιστορία του Πιν μ’ ενθουσίαζε. Με τον Πιν τότε είχαμε την ίδια ηλικία. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, το 1947, ήμουν κι εγώ στα δεκάξι, και όπως κι εκείνος, αισθανόμουν σαν να μ’ έριξαν σ’ έναν κόσμο ενηλίκων. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει στη διάρκεια των τελευταίων βομβαρδισμών στο Μιλάνο και δεν πρόλαβε καν να δει το τέλος του πολέμου. Η μητέρα μου χρειάστηκε να βρει δουλειά για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα. Δεν με έλεγχε κανείς και περνούσα τις μέρες μου κάνοντας κοπάνα απ’ το σχολείο. Ο Πιν σύχναζε στις ταβέρνες του λιμανιού και τραγουδούσε άσεμνα τραγούδια. Εγώ πήγαινα στον ζωολογικό κήπο όπου, σε μιαν απόμερη γωνιά, την οποία ονομάσαμε «το βουναλάκι», έδιναν ραντεβού διάφοροι ξεστρατισμένοι σαν κι εμένα: αγόρια και κορίτσια που το σκάγανε απ’ το σχολείο, αλλά και μεγαλύτεροι σε ηλικία, οι οποίοι αφηγούνταν ερεθιστικές ιστορίες από τους έρωτές τους.
Κλείνοντας την παρουσίαση, ο διοργανωτής είπε ότι έπρεπε να στηρίξουμε τη διάδοση του βιβλίου μιλώντας γι’ αυτό στον περίγυρό μας και ότι το «Σπίτι του Πολιτισμού» ξεκινούσε διαγωνισμό σχεδίου για παιδιά σαν τον Πιν. Σαν κι εμένα.
Αζιάγκο, 7 Ιουλίου 2013
Απόδοση για το "Δ": Ευαγγελία Γιάννου


Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Συνάντηση με τον Καρλ Μαρξ



ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, Νο 205-206.

[Το 1880 ο αμερικανός δημοσιογράφος και εκδότης εφημερίδας Τζον Σουίντον (1829-1901) συνάντησε στην Αγγλία τον συγγραφέα του "Κεφαλαίου" για μια συνέντευξη.]

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΑ ΠΡΟΣΩΠΑ της εποχής μας είναι σίγουρα ο Καρλ Μαρξ, φυσιογνωμία η οποία έπαιξε ανεξιχνίαστο αλλά πάντως αποφασιστικό ρόλο στην επαναστατική πολιτική των τελευταίων σαράντα ετών. Πρόκειται για έναν άνθρωπο απόλυτα απαλλαγμένο από κάποια αδήριτη ανάγκη για επίδειξη και επιτυχία, αδιάφορο στην μεγάλη πρόκληση για αλαζονική ζωή και την άσκηση εξουσίας. Δεν βιάζεται, είναι χαλκέντερος και προικισμένος με τη δωρεά της υψηλής ευφυΐας. Πολύ διεισδυτικός, φθάνει σε απλησίαστα διανοητικά ύψη, έχει λογική σκέψη και πρακτικούς στόχους. Υπήρξε και παραμένει ασυναγώνιστος στην Ευρώπη, ακόμα και από τον Τζουζέπε Ματσίνι, όσον αφορά την πρόκληση των αλλεπάλληλων σεισμικών δονήσεων, οι οποίες ανέτρεψαν έθνη και κατακρήμνισαν δυναστείες, απειλούν και τρομάζουν σύγχρονους εστεμμένους και γνωστούς τσαρλατάνους. Ως φοιτητής στο Βερολίνο, πολέμιος της φιλοσοφίας του Χέγκελ, διευθυντής εφημερίδας και παλιός ανταποκριτής του "New York Tribune", είχε πάντα τον τρόπο να αποδείξει τις ικανότητές του και να εκδιπλώσει τον χαρακτήρα του. Ιδρυτής και υπεύθυνος της άλλοτε απειλητικής Σοσιαλιστικής Διεθνούς και συγγραφέας του "Κεφαλαίου", έχει εκδιωχθεί από τη μισή Ευρώπη, επικηρυγμένος σχεδόν από όλες τις χώρες της ηπείρου, για να βρει, τα τελευταία τριάντα χρόνια, καταφύγιο στο Λονδίνο.
*
Όταν ήλθα πρόσφατα στο Λονδίνο, εκείνος βρισκόταν στο Ραμσγκέιτ, το γνωστό και προσφιλές παραθαλάσσιο θέρετρο των κατοίκων της βρετανικής πρωτεύουσας. Εκεί πήγα και τον βρήκα στο εξοχικό του, περιτριγυρισμένο από την οικογένειά του: τα παιδιά και τα εγγόνια του. Η χαριτωμένη και ευγενική γυναίκα η οποία με υποδέχεται στην πόρτα, στεφανωμένη με αύρα αγιότητας και φωνή γλυκιά, είναι χωρίς καμία αμφιβολία η οικοδέσποινα, η σύζυγος του Καρλ Μαρξ: εκείνου του κυρίου γύρω στα εξήντα, που στέκεται απέναντί μου μεγαλοπρεπής και ευγενής, με το τεράστιο κεφάλι και τα φουντωτά γκρίζα μαλλιά.
*
Ο τρόπος με τον οποίο συζητά, μου θύμισε την ελευθερία της σκέψης του Σωκράτη: είναι ικανός να πηγαίνει από το ένα θέμα στο άλλο, με δημιουργικό, παραστατικό και ειλικρινή τρόπο, με λόγο διανθισμένο από σκωπτικές αιχμές, λαμπερό χιούμορ και παιγνιώδη διάθεση. Μίλησε έντονα για τις πολιτικές δυνάμεις και τα λαϊκά κινήματα των διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών: την ευρύτητα του ρωσικού πνεύματος, την κινητικότητα της γερμανικής σκέψης, τη δραστηριότητα των Γάλλων, τη στατικότητα των Άγγλων. Μίλησε με εμπιστοσύνη και αισιοδοξία για την υπόθεση της Ρωσίας […] με ευ­θυμία για τη Γαλλία και με απογοήτευση για την Αγγλία, κάνοντας περιφρονητική αναφορά στις «ατομιστικές μεταρρυθμίσεις», οι οποίες απασχολούν συνε­χώς τους φιλελεύθερους άγγλους βουλευτές.
*
Εξετάζοντας την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, τη μία χώρα μετά την άλλη, υπογραμμίζοντας τις ιδιαιτερότητές τους και σχολιάζοντας γνωστές και αφανείς πολιτικές προσωπικότητες, έφθασε στο επιθυμητό συμπέρασμα: οι πάντες προσπαθούν να εξυπηρετήσουν ουτοπικούς στόχους. Όσο μιλούσε, η μία έκπληξή μου διαδεχόταν την άλλη. Είναι προφανές ότι αυτός ο μάλλον άγνωστός μας κατά βάθος άνθρωπος, για τον οποίο μιλούν ελάχιστα, έχει βαθιά γνώση της εποχής του. Και όμως η σκέψη του βαραίνει παντού, από τον Σηκουάνα στο Νέβα και από τα Ουράλια στα Πυρηναία, πυροδοτώντας μια διαδικασία κοινωνικής αλλαγής: υπόθεση που πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν είναι μάταιη. Γιατί σήμερα έχει πλέον αποδειχθεί από την πείρα του πρόσφατου παρελθόντος, ότι οι κοινωνικές αλλαγές που επέφερε το μαχητικό αυτό πνεύμα –με αποκορύφωμα την ίδρυση της Γαλλικής Δημοκρατίας– ήσαν πολύ χρήσιμες.
*
Η ερώτησή μου «Γιατί, σήμερα, δεν είστε πλέον πολιτικά ενεργός;», έγινε δεκτή ως απορία κάποιου ανίδεου, στον οποίο δεν μπορούσε να απαντήσει ευ­θέως. Στο αίτημά μου για εξηγήσεις πάνω στο γεγονός ότι το μεγάλο του έργο, "Το Κεφάλαιο", αυτή η καλλιεργημένη γη που απέδωσε μια τόσο πλούσια συγκομιδή, δεν είχε μεταφραστεί στα αγγλικά από το γερμανικό πρωτότυπο, ενώ είχε ήδη κυκλοφορήσει στα ρωσικά και στα γαλλικά, εκείνος φάνηκε ανίκανος να απαντήσει, αν και πρόσθεσε ότι του είχε προταθεί από εκδοτικό οίκο της Νέα Υόρκης να μεταφραστεί το έργο στα αγγλικά. Πρόσθεσε επίσης ότι το βιβλίο, το οποίο έχει κυκλοφορήσει, αποτελεί μικρό απόσπασμα ενός πολύ ευρύτερου τριμερούς έργου για τη Γη, "Το Κεφάλαιο" και την Πίστη (Σ.τ.μ. τραπεζική). Μιλώντας για το τρίτο μέρος, επισήμανε ότι οι ΗΠΑ είναι το ιδανικό υπόδειγμα της θεωρίας του, γιατί εκεί το τραπεζικό κεφάλαιο δραστηριοποιείται με θαυμαστό τρόπο. Ο κύριος Μαρξ είναι οξύς παρατηρητής της αμερικανικής πραγματικότητας. Οι κρίσεις του σχετικά με ορισμένες δυνάμεις, οι οποίες κατευθύνουν και νοηματοδοτούν τη ζωή στη χώρα μας, ήσαν άκρως βαρυσήμαντες.
Στη συνέχεια, μιλώντας για "Το Κε­­φάλαιο", συμβούλευσε όσους επιθυ­μούν να το διαβάσουν να προτιμήσουν τη γαλλική μετάφραση, η οποία είναι πολύ ανώτερη από το γερμανικό πρωτότυπο. Ο κύριος Μαρξ αναφέρθηκε ακολούθως στον γάλλο Ανρί Ροσφόρ. Μου μίλησε, επίσης, για ορισμένα, τεθνεώτα πλέον, πρόσωπα του κύκλου του, και αντιλήφθηκα ότι το πνεύμα του είχε επηρεάσει ανθρώπους οι οποίοι, σε άλλες περιστάσεις, θα μπορούσαν να είχαν άμεση επίδραση στις ιστορικές εξελίξεις.
Προς το τέλος του απογεύματος και στην αρχή μιας καλοκαιρινής αγγλικής βραδιάς, ο κύριος Μαρξ προτείνει να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας, κάνοντας έναν περίπατο στην παραθαλάσσια πολίχνη, κατά μήκος της παραλίας μέχρι την πλαζ, στην οποία εκατοντάδες άτομα, κυρίως παιδιά, διασκεδάζουν. Εκεί, στην άμμο συναντάμε τους οικείους του: τη σύζυγο, η οποία με είχε υποδεχτεί στην είσοδο, τις δύο κόρες με τα παιδιά τους και τους γαμπρούς του, ο ένας εκ των οποίων είναι καθηγητής στο Κινγκς Κόλετζ του Λονδίνου και ο άλλος, εάν θυμάμαι καλά, είναι διανοούμενος. Ένας γλυκύτατος οικογενειακός πίνακας […]. Ο Καρλ Μαρξ ξέρει την τέχνη τού να είσαι παππούς, όπως ο Βικτόρ Ουγκό, αλλά είναι πιο τυχερός απ’ αυτόν, γιατί όλοι οι κατιόντες του είναι ακόμα στη ζωή και γιορτάζουν γενέθλια.
*
Μόλις νυχτώνει, εκείνος και οι δύο γαμπροί του χωρίζουν από τις οικογένειές τους για να περάσουν άλλη μια ώρα με τον αμερικανό φιλοξενούμενό τους. Η συζήτησή μας τώρα επικεντρώνεται στον κόσμο, τον άνθρωπο, το χρόνο και τις ιδέες, ενώ τα ποτήρια μας κουδουνίζουν. Το τρένο, όμως, δεν μπορεί να περιμένει και η νύχτα έχει προχωρήσει. Με τη σκέψη στο χάος και την εκκωφαντική επ0χή μας, ήθελα, ως απόσταγμα των συζητήσεών μας κατά τη διάρκεια της ημέρας και των βραδινών παραστάσεων, να ρωτήσω το σοφό άντρα ποιον θεωρεί υπέρτατο νόμο της ύπαρξης. Εκμεταλλευόμενος μια στιγμή σιωπής, έθεσα κοφτά στον επαναστάτη και φιλόσοφο το αυστηρό ερώτημα: «Ποιος είναι;». Τότε μου φάνηκε ότι για μια στιγμή, και ενώ παρατηρούσε τον βρυχηθμό της θάλασσας μπροστά του και το ανήσυχο πλήθος στην πλαζ, το πνεύμα του ταράχτηκε. «Ποιος είναι;», τον είχα ρωτήσει, και εκείνος απάντησε, με σοβαρό και σκεπτικό ύφος: «Ο αγώνας!». Για μια στιγμή νόμισα ότι άκουσα την ηχώ της απελπισίας, αλλά μπορεί να ήταν απλώς η ηχώ του νόμου της ζωής.

ΤΖΟΝ ΣΟΥΙΝΤΟΝ

Απόδοση για το «Δ»: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ

1. Ο Τζουζέπε Ματσίνι (1805-1872) υπήρξε ιταλός πολιτικός, ακτιβιστής, φιλόσοφος και δημοσιογράφος.
2. Ο Ανρί Ροσφόρ (1831-1913) ήταν γάλλος δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας και πολιτικός.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

Ερμάνο Όλμι. "Οι αράχνες" του Καλβίνο

Ένα από τα δύο κείμενα του ιταλού σκηνοθέτη Ερμάνο Όλμι που δημοσιεύτηκαν στο ΔΕΝΤΡΟ (Νο 205-206).


Αζάγκο, 8 Ιουλίου 2013.

Ο χρόνος έχει τόσες διαστάσεις. Όλοι το ξέρουμε. Αλλά συνήθως δεν δίνουμε σημασία. Κι όμως, μερικές φορές, πρέπει να συμβουλευτούμε το ημερολόγιο, γιατί δεν έχουμε πια καμιά συναίσθηση του πόσα χρόνια πέρασαν από ένα συμβάν που θέλουμε να ξαναθυμηθούμε. Το ίδιο μου συμβαίνει και τώρα, καθώς γράφω αυτές τις σημειώσεις και κρατώ στο χέρι ορισμένες σελίδες που βρήκα ψάχνοντας στους φακέλους όπου φυλάσσεται αυτό που ακόμη θέλει να διασωθεί.
Είναι τα σκίτσα που έκανα, μόλις δεκαεξάχρονο παιδί, έχοντας ενθουσιαστεί από "Το Μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές" του Ίταλο Καλβίνο. Όλα συνέβησαν από καθαρή τύχη εκείνο το βροχερό πρωινό που το ’σκασα απ’ το σχολείο και τριγυρνούσα χωρίς σκοπό στο κέντρο του Μιλάνου.
Πόσα χρόνια πέρασαν; Αμέσως κάνω το λογαριασμό: σε λίγες μέρες, στις 24 Ιουλίου, κλείνω τα 82 κι αν αφαιρέσω τα δεκαέξι που ήμουν τότε, να που πέρασαν εξήντα έξι ολόκληρα χρόνια! Μια ζωή.
*
Κι όμως, ο χρόνος μπορεί να μετρηθεί και χωρίς τους αριθμούς. Υπάρχει ο χρόνος των συναισθημάτων, όταν ξαφνικά, δίχως καν να τα διεγείρεις, αρχίζουν να καλούν το ένα το άλλο και επανεμφανίζονται με εκπληκτική καθαρότητα, για να αναγεννήσουν μέσα μας συναισθήματα που είχαμε νιώσει κάποτε. Τα βιώνουμε και πάλι ύστερα από τόσο καιρό, αφού τα ξαναβρίσκουμε άθικτα ή ίσως και ζωντανότερα από την πρώτη φορά.
Να πώς έγιναν τα πράγματα. Βρίσκομαι στη Βενετία για το φεστιβάλ κινηματογράφου, εν έτει 1983. Μου είχαν αναθέσει την προεδρία της επιτροπής για ένα ειδικό βραβείο. Έφτασα στο Λίντο με μερικές μέρες καθυστέρηση, γιατί ήμουν απασχολημένος δουλεύοντας στην καινούργια μου ταινία. Για να προλάβω να δω τις διαγωνιζόμενες ταινίες, τις οποίες οι υπόλοιποι κριτές είχαν ήδη δει, έπρεπε να καλύψω το χρόνο με τουλάχιστον τρεις προβολές τη μέρα, ειδικά για μένα, στη μυθική αίθουσα Βόλπι. Ομολογώ ότι αυτή η αποκλειστικότητα δεν μου άρεσε καθόλου. Τον κινηματογράφο τον απολαμβάνεις μόνο όταν η αίθουσα είναι γεμάτη θεατές.
Το πρωί της δεύτερης μέρας, μόλις έσβησαν τα φώτα της αίθουσας (εκείνα τα δευτερόλεπτα στο σκοτάδι πριν γεννηθεί η φωτεινή ακτίνα του προβολέα), νιώθω ξαφνικά ένα θρόισμα πίσω μου. Γυρνώ και διακρίνω τη βαριά κουρτίνα που σκοτεινιάζει την είσοδο να κινείται, καθώς πίσω της βρίσκεται κάποιος που προσπαθεί να μπει. Πράγματι, μια σκιά σχηματίζεται στο σκοτάδι, προχωρά σιωπηλή και κάθεται μια δυο σειρές πίσω μου. Περίεργο. Ποιος να ’ναι άραγε; Σίγουρα κανένας «λαθραίος» που διέφυγε της προσοχής των ελεγκτών. Δεν κάνω την παραμικρή κίνηση. Αντίθετα, ομολογώ πως με χαροποιεί το γεγονός ότι εκεί, σ’ αυτή την άδεια αίθουσα, βρίσκεται κάποιος να ξορκίσει τη μοναξιά μου.
*
Τα θυμάμαι όλα τέλεια: η ταινία ήταν ο "Γαλάζιος πλανήτης" του Φράνκο Πιαβόλι, ένα αριστούργημα διαυγούς, αλησμόνητης ποίησης.
Σ’ όλη τη διάρκεια της προβολής, ο «λαθραίος» σαν να μην υπήρχε, τον είχα σχεδόν ξεχάσει. Στο τέλος, όταν τα φώτα ανάβουν και πάλι, μένω καθισμένος στη σιωπή. Χρειάζεται κανείς τον κατάλληλο χρόνο πριν αποχωριστεί το βασανιστικό συναίσθημα της ποίησης. Αλλά την ίδια στιγμή θέλω να δω πώς θ’ αντιδράσει ο «λαθραίος», τώρα που η αίθουσα δεν είναι πια σκοτεινή. Κι έτσι περιμένω μια κίνησή του. Όμως δεν λέει να φύγει και μένει εκεί καθισμένος, χωρίς να προφέρει ούτε λέξη. Ένας απ’ τους δυο μας πρέπει να το πάρει απόφαση. Λέω λοιπόν χαμηλόφωνα σαν να μιλούσα στον εαυτό μου: «Υπέροχη». Ύστερα από ένα δευτερόλεπτο, εκείνος επαναλαμβάνει: «Ναι, υπέροχη».
Αλλά δεν γυρίζω να τον κοιτάξω. Σ’ αυτό το σημείο όμως κάνει πρώτος την κίνηση να σηκωθεί και δεν μπορώ πια να τον αγνοήσω: είμαι αναγκασμένος να κάνω κι εγώ το ίδιο και να υποστώ την παρουσία του. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή μπαίνει ο μηχανικός προβολής με το τυπικό γαλάζιο πουκάμισο και μας πληροφορεί: «Σήμερα το απόγευμα έχουμε άλλες δύο προβολές. Η πρώτη ξεκινάει στις 3». Κι εδώ ο «λαθραίος» αποφασίζει να μιλήσει: «Ο δόκτωρ Λιτζάνι μου έκανε μια λίστα με τις ταινίες που δεν πρέπει να χάσω…». Και βγάζει ένα χαρτάκι με τίτλους σημειωμένους στο χέρι, με σκοπό να το δείξει στον μηχανικό. Κοιτάζω τον «λαθραίο» με περισσότερη προσοχή και σιγά σιγά διαπιστώνω ότι πρόκειται για γνωστή φυσιογνωμία. Σίγουρα διανοούμενος, λάτρης του σινεμά. Αλλά όχι, τι λέω; Έχασα τα λογικά μου! Πώς είναι δυνατόν να μην τον αναγνωρίσω αμέσως; Θεέ μου, ο Καλβίνο!
Και τότε, παίζοντας το ρόλο αυτού που γνωρίζει απόλυτα ποιον έχει απέναντί του, χαμογελώ συνωμοτικά, και, σαν να τον είχα αναγνωρίσει αμέσως, του λέω: «Αχ, τι όμορφη ανάμνηση είναι για μένα το "Μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές"…».
*
Ο Καλβίνο απομακρύνει το βλέμμα του απ’ το χαρτί και μου ρίχνει μόλις μια ματιά. Δεν κάνω καμιά αναφορά στα σκίτσα μου, παρ’ όλ’ αυτά του εξομολογούμαι: «Το διάβασα όταν είχα την ηλικία του Πιν, και για πολύ καιρό φανταζόμουν ότι ήμουν σαν κι εκείνον… και τραγουδούσα τα αισχρά τραγούδια των μεγάλων… για να νομίζω τον εαυτό μου έναν απ’ αυτούς…»
Ο Καλβίνο αφήνει στην άκρη το χαρτάκι με τις ταινίες και με κοιτάζει.
Τον ρωτώ: «Ο Πιν… είναι πρόσωπο πραγματικό ή φανταστικό;»
Εκείνος μου απαντά: «Και τα δύο…» και προσθέτει, σαν να μου αποκάλυπτε ένα μικρό μυστικό: «συν ένα πρόσωπο ακόμη».
«Ποιο;»
«Ο αναγνώστης».


Απόδοση για το «Δ»: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥ



Ουμπέρτο Έκο, 1932-2016


Στο τεύχος του ΔΕΝΤΡΟΥ που θα κυκλοφορήσει, ελπίζουμε, την επόμενη εβδομάδα, υπάρχει ένα κείμενο του Έκο. Συμπεριλαμβάνεται στις αφιερωματικές σελίδες για τον Ίταλο Καλβίνο. Αποσπώ.

"[...] Μεταξύ της δεκαετίας του 1940 και του '50, οι νεαροί διανοούμενοι, καθολικοί ή κομουνιστές, καταδιώκονταν απ' την υποχρέωση να αποτελούν, όπως λέγαμε τότε, οργανικά μέλη της ιδεολογικής τους ομάδας. Πράγματι, ήταν εύκολο να διαπιστώσει κανείς τον εκβιασμό αυτής της γενικής πρόσκλησης στα όπλα και στο χρέος για στράτευση, που σήμαινε ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσεις την πνευματική σου δύναμη στη μάχη κατά των ιδεολογικών εχθρών. Μόνο δύο φωνές υψώθηκαν εναντίον της συγκεκριμένης αντίληψης για το ρόλο των διανοουμένων. Η πρώτη, τη δεκαετία του '40 , ανήκε στον Έλιο Βιτορίνι, με τον οποίο ο Καλβίνο είχε συνεργαστεί στα νιάτα του, αλλά και αργότερα στην έκδοση του περιοδικού "Il Menabo", που καθόρισε την πορεία της ιταλικής λογοτεχνίας τη δεκαετία του '60. 

Το 1947 ο Βιτορίνι δήλωσε ότι σκοπός των διανοουμένων δεν ήταν να σαλπίσουν την επανάσταση, μ' άλλα λόγια δεν έπρεπε να γίνουν εκπρόσωποι Τύπου της πολιτικής τους ομάδας, αλλά αντίθετα να καλλιεργήσουν κριτική συνείδηση. Ο Βιτορίνι την εποχή εκείνη ανήκε στο κομουνιστικό κόμμα και εξέδιδε το "Il Politecnico", ένα περιοδικό βραχύβιο και αρκετά ανεξάρτητο. Λογικό ήταν να θεωρηθεί προδότης του προλεταριάτου. Το περιοδικό του εξέπνευσε και η έκκλησή του για πολύ καιρό έμεινε χωρίς ανταπόκριση.[...]"
*
Θυμάμαι τις συνεντεύξεις του Εκο στην τηλεόραση. Είχε ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς τις απαντήσεις του ιταλού συγγραφέα και για έναν επιπλέον λόγο. Την ταχύτητα της σκέψης του και την τεράστια μνήμη. Θύμιζε, χωρίς υπερβολή, υπολογιστή με την πληρότητα και την ταχύτητα.
*
Υπήρξα ακροατής δυο συνεντεύξεών του στην ελληνική τηλεόραση, όταν, τη δεκαετία του '90 νομίζω, επισκέφτηκε την Αθήνα. Μίλησαν μαζί του δύο πρόσωπα. Πρώτος ο Τέρενς Κουίκ. Μου είχε κάνει εντύπωση η άνεση του δημοσιογράφου και σκέφτηκα, θυμάμαι, ότι η "αθωότητα" για τις αξίες και τις κλίμακες σε κάνει ικανό να σταθείς απέναντι σε οποιοδήποτε μέγεθος. Η δεύτερη συνέντευξη ήταν με τον Βασίλη Βασιλικό. Εποχή πυρετού στη χώρα με την έξαρση του Μακεδονικού, και ο έλληνας συγγραφέας τον ρώτησε πώς αισθάνεται που κατάγεται από μια πόλη η οποία λέγεται Αλεσάντρια (Alessandria του Πιεμόντε). Με συγκατάβαση, απ' την οποία δεν έλειπε ένας μόλις διακρινόμενος σαρκασμός, ο Έκο του είπε πως το όνομα της πόλης οφείλεται στον Πάπα Αλέξανδρο κι όχι στον Μακεδόνα στρατηλάτη. Θυμάμαι πως (στο εσωστρεφές πνεύμα της ερωτήσεως), είχε για τη συνέχεια δυο τρία ενδιαφέροντα παραδείγματα μεγάλων διανοητών, που, καθώς ανήκαν συγχρόνως σε διαφορετικούς εθνικούς πολιτισμούς, δεν ξέρουμε, και ούτε έχει σημασία, πού θα τους εντάξουμε.