Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Ο χρόνος


Κώστας Μαυρουδής
Τέσσερις εποχές
Εξώφυλλο
Ο χρόνος είναι ο πρωταγωνιστής στην αφηγηματική ποίηση του Κώστα Μαυρουδή, στο πιο ανελέητο
χαρακτηριστικό του: αυτό της μη αντιστροφής

Κώστας Μαυρουδής, Τέσσερις εποχές, Κέδρος 2010, σελ. 54  



  Ο χρόνος, που υπήρξε μια από τις θεματικές της «Ζωής με εχθρούς», αποτελεί την κυρίαρχη θεματική στο τελευταίο έργο του Κώστα Μαυρουδή, μια συλλογή με «ποιήματα», όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο, που στην πραγματικότητα όμως είναι κείμενα που ξεφεύγουν από τις συνηθισμένες ειδολογικές ταξινομήσεις. Είναι κείμενα αφηγηματικά με μια εμφιλοχωρούσα δοκιμιακότητα, αλλά με άφθονα τα υφολογικά εκείνα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ποίηση, όπως η πυκνότητα στην έκφραση, οι μεταφορές («την άνοιξη: τη γιγαντοαφίσα αυτή της χλωροφύλλης/την πομπώδη διαφήμιση του μέλλοντος», σελ. 16), οι ανοίκειες εικόνες κ.λπ. Και ο Μαυρουδής καταφεύγει στην παρακάτω επινόηση: όπου ο λόγος του κλείνει προς τον πεζό, οι λέξεις φτάνουν μέχρι το τέλος της γραμμής πριν προχωρήσουν στην επόμενη, όπως συμβαίνει στα πεζά κείμενα, και όπου κλείνει προς την ποίηση, κόβονται πιο πριν δίνοντας την εντύπωση του στίχου. Μάλιστα σε κάποια σημεία, για λόγους έμφασης πιθανόν, τον στίχο τον καταλαμβάνει μια και μόνη λέξη, ενώ σε ένα από τα τελευταία κείμενα της συλλογής τον καταλαμβάνει μια και μόνη συλλαβή, με τρεις μόνο εξαιρέσεις. Στις δυο έχουμε ολόκληρη λέξη («ενώ» και «σκόνη») και στην τρίτη δυο συλλαβές: (κι-μω-λία). Μεταγράφω στο πεζό: «Ενώ αβαρής σαν σκόνη αιωνιότητας έπεφτε αργά η κιμωλία στα παπούτσια του». Σαν σκόνη κιμωλίας πέφτουν οι συλλαβές στο αριστερό της 45ης σελίδας. 

  Ο τίτλος ανακαλεί συνειρμικά τις τέσσερις εποχές του Βιβάλντι. «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» θα ήταν πιο ταιριαστός τίτλος, αν και όχι ακριβής. Δεν έχουμε εδώ μια αναζήτηση του χαμένου χρόνου, αλλά μια ελεγεία για τον χρόνο που κυλάει χωρίς επιστροφή, ένα θρήνο για την αδυσώπητη απώλεια του παρελθόντος, ενός παρελθόντος που τόσο γοητεύει τον Μαυρουδή, ώστε αναζητάει απεγνωσμένα κάθε Κυριακή πρωί τα ίχνη του στο παζάρι στο Μοναστηράκι. Μου έφερε κάποτε ένα τέτοιο μνημείο του παρελθόντος, ένα πικάπ, μήπως μπορούσα να το επισκευάσω. Δεν μπορούσα. Το παρελθόν μόνο με την εικόνα της φθοράς μπορεί να εμφανιστεί στο παρόν, όπως τα αγάλματα με τα σπασμένα χέρια. Ακόμη και σε ένα επισκευασμένο πικάπ τα ίχνη της φθοράς διατηρούνται: «καθάριζε με το μανίκι του τους δίσκους/ πριν τους βάλει στο γραμμόφωνο/ανάερα βαλς/άλλοτε ρεμβαστικές φωνές/κάτι μπελκάντο (με στροφές που έπεφταν)/γεμάτα χρατς/ που τώρα μας αρέσουν στις παλιές ηχογραφήσεις» (σελ. 38). Είναι στίχοι από το «Φθινόπωρο ή παραίνεση για μια φωτογραφία». Η φωτογραφία εμφανίζεται συχνά στην ποίηση του Μαυρουδή, σαν το πιο ζωντανό αποτύπωμα του παρελθόντος. Ή μάλλον σαν ένα «διαρκές παρόν», όπως την ορίζει στο τέλος της συλλογής. 

  Δεν είναι όμως μόνο η φωτογραφία που διατηρεί ίχνη του παρελθόντος, είναι και η ποίηση. Στο «Καλοκαίρι, ή στην παραλία της Μπαντόλια», ποίημα που παραπέμπει συνειρμικά στο «Θάνατο στη Βενετία», ο ποιητής μιλάει για έναν «Αναπαυόμενο σε ανάκλιντρο της παραλίας». «Η ομηρία του στο ποίημα αναπληρώνει κάπως το χαμένο…» στη λήθη του παρελθόντος. Και καταλήγει ο Μαυρουδής: «θα τον κολάκευε ο επισκέπτης/η ξένη προσοχή/η υστεροφημία να διασχίζει το χρόνο/μέσα στη μαρτυρία μου» (σελ. 20). Ο Μαυρουδής διασώζει στο ποίημά του το φευγαλέο του γεγονότος, μια παροδική παρουσία. Ο Όμηρος διασώζει την ομορφιά της Ελένης. Ή, όπως γράφει ο Σαίξπηρ για μια όμορφη γυναίκα στο «Σονέτο XVIII»: «Όσο θα βλέπουν μάτια κι άνθρωποι αναπνέουν/οι στίχοι αυτοί θα ζουν κι εσύ θα ζεις μαζί τους» (μετ. Στυλιανός Αλεξίου).

  Διαβάζω: «…μα ξέρετε πού πάει η γλωσσομάθεια/(το θαύμα, εν γένει, του λογισμικού μας)/όταν θα λείψουμε αιφνιδίως» (σελ. 28). Παραθέτω τους στίχους αυτούς όχι μόνο για την μεταφορά αυτή από τον κόσμο της σύγχρονης τεχνολογίας («λογισμικό»), αλλά γιατί εικονογραφούν και ένα δικό μου δίλημμα: Να κάνω επανάληψη στα κινέζικα (γλωσσομαθής κι εγώ), ή να μην κάνω, μια και επικρέμεται μονίμως ο κίνδυνος «να λείψω αιφνιδίως»; (Να κάνω εδώ μια μικρή επίδειξη γλωσσομάθειας με μια διόρθωση: όχι Γκεντράιντεγκάσσε (σελ. 31) αλλά Getreidegasse, χωρίς το πρώτο «ν», δρομάκι των σιτηρών).
Διαβάζουμε ακόμη: «Κοιτάζουν τα πλοιάρια που αναχωρούν/χωρίς να υποψιάζονται την προφανή μεταφορά» (σελ. 29). Καλύτερα να μην υποψιαζόμαστε τέτοιου είδους μεταφορές, αλλιώς θα παραλύσουμε από ένα διαρκές άγχος. Ο φόβος του θανάτου είναι μια από τις τέσσερις αιτίες της νεύρωσης μας λέει ο Ίρβιν Γιάλομ (οι άλλες τρεις είναι το νόημα της ζωής, η μοναξιά και η σχέση με το άλλο φύλο). 
  Κάθε συγγραφέας λίγο πολύ αυτοβιογραφείται. Όμως πόσο λίγο, ή πόσο πολύ; «Υπήρξε όντως η λουτρόπολη… ρωτάει ο αναγνώστης», και ο Μαυρουδής δίνει την αποστομωτική απάντηση. «Η λουτρόπολη είναι μια λουτρόπολη/ του απαντά αφ' υψηλού ο ποιητής/που κατοικεί στο κείμενο» (σελ. 29). Αυτό λέει και ο δομισμός, αλλά την αναγνωστική περιέργεια είναι δύσκολο να τη δαμάσεις. 
  Και στην επόμενη σελίδα: «και όπως πάντα αυτοί που φεύγουν/οραματίζονται επιστροφές/(τους ίδιους περιπάτους,/τη θαλπωρή της επανάληψης)». Οραματιζόμαστε πράγματι επιστροφές, αλλά με τη θλίψη ότι οι επιστροφές αυτές δεν είναι πολύ πιθανόν να πραγματοποιηθούν.
  Τον μινιμαλισμό του γεγονότος ή της εικόνας ο Μαυρουδής τον αναιρεί εξαίσια με φιλοσοφικές και μεταφυσικές προεκτάσεις, βλέποντας εν τέλει το πολυσθενές της ουσίας τους. Και για να το πετύχει αυτό δεν διστάζει να διευρύνει και να συρρικνώνει τις φόρμες κατά βούληση. Είναι το ίδιο τολμηρός στη σκέψη όσο και στις φορμαλιστικές αναζητήσεις.  



Μπάμπης Δερμιτζάκης


Tο κείμενο αυτό προέρχεται από το ηλεκτρονικό περιοδικό "Λέξημα"


Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Ατάκτως

To κείμενο αυτό δημοσιεύεται στο περιοδικό «Τα ποιητικά», που κυκλοφόρησε σήμερα αφιερωμένο στον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη.




Ατάκτως





























1. Με τόσο νωπό τον αντίκτυπο από τον θάνατο του Γιάννη Βαρβέρη, προτιμώ να μιλήσω για το πρόσωπο που γνώρισα, παρά για τη λογοτεχνία του. Δεν θα φώτιζα επιπλέον τίποτα επισημαίνοντας τις τεχνικές, τον σκηνικό του κόσμο, την επιμονή του στην αναπόληση του χαμένου και της παιδικότητας, τον μνημονικό ψυχαναγκασμό με το παρελθόν. Άλλωστε κι εκείνος θα με προέτρεπε σε μιαν αναφορά ζωής, σε γεγονότα που δεν συντηρούνται παρά μόνο με την απόφαση να είμαστε ενοχλητικοί στο αθόρυβο εργαστήριο της λήθης.

2. Ένα στοιχείο καίριας σημασίας για τον σημαντικό (το δηλώνω εξαρχής), αλλά κυρίως ιδιαίτερο αυτόν ποιητή της γενιάς μου είναι ο διχασμός που τον τον χαρακτήριζε. Αφενός αφοσιωμένος στη ραφινάτη διαχείριση της νοσταλγίας, στην αριστοκρατική του απομόνωση, και στη διαρκή ιδέα του θανάτου. Αφετέρου κοινωνικός, μανιώδης της συναναστροφής, της πολυπρόσωπης εξόδου, του λόγου ο οποίος έτερπε αλλά και αυτοθαυμαζόταν. Αυτά τα δύο ασύμπτωτα στοιχεία συναντούσαν ένα ακόμη. Την ξεχωριστή του ικανότητα σε πρακτικά ζητήματα, διευθετήσεις του καθημερινού, τη χρήση της κατάλληλης “γλώσσας” για κάθε περίπτωση, μια ικανότητα που είναι σύμπραξη νοημοσύνης και γνώση χειρισμού των ανθρώπων.

3. Το παρελθόν είναι η αυθεντικότερη κλίση μας. Συμβαίνει κάτι αλλόκοτο όμως εκεί. Ενώ στη μακρινή μνήμη αντιμετωπίζουμε κάποτε τον εαυτό μας σαν ένα πρόσωπο άγνωστο ( σχεδόν όπως τον χαρακτήρα ενός έργου), όλες οι συνέπειες από τη ζωή αυτού του προσώπου είναι παρούσες, τωρινές, μόνιμες. Σαν αρχάριοι της ποίησης συζητούσαμε, κάποτε με ωριαία τηλεφωνήματα, διάφορα ανάλογα βαρυσήμαντα και μη: Την εξήγηση, π.χ., του Αριστοτέλη (Περί ποιητικής Τέχνης) γιατί το άσχημο και δυσάρεστο πράγμα μας αρέσει όταν το βλέπουμε στη ζωγραφική ή το διαβάζουμε, ή τι πραγματικά από την πρόθεση του ποιητή συλλαμβάνεται, θέμα το οποίο κατέληγε στο ζήτημα της παρανάγνωσης, την συνηθέστερη προσέγγιση του αναγνώστη. Σαν κάθε γνήσια αριστοκρατικό πνεύμα, είχε απόλυτη επιφύλαξη για το αν υπάρχει γόνιμη πρόσληψη του αισθητικού αντικειμένου. Συμφωνούσαμε στην ευτυχή σπανιότητα αυτής της συνάντησης. Συνήθως ονόμαζε τον επαρκή αναγνώστη «προνομιακό συνομιλητή». «Υπάρχει ένα ποίημα στην προσεχή συλλογή μου», του είπα, «που θέλω να το δεις». Έχει αυτό το θέμα. Κάποιος διαβάζει  μια παλιά ιστορία σε ένα ποίημα και όχι μόνον επικοινωνεί, αλλά ταυτίζεται μ’ αυτήν. Είναι σαν να ξέρει τα γεγονότα που παρατίθενται, και μολονότι ξένος, τα ανακαλύπτει και τα νιώθει σαν δικά του βιώματα.  Πήγα στο διαμέρισμα της οδού Ομήρου με ένα κουτί κουλουράκια, για να μιλήσουμε και να του διαβάσω το ποίημα. Δεν προλάβαμε. Θυμηθήκαμε τις παρέες του '70 και του '80, πρόσωπα γνωστών, ποικίλα οικογενειακά μας, και τέλος η κουβέντα εξαντλήθηκε σε μικρά καθημερινά.

4. Σε μια απ’ τις τελευταίες μας τηλεφωνικές συζητήσεις με ρώτησε, με εκείνο το κατά τι παιδικό, κατά τι μακιαβελικό ύφος. «Τι λες, βρε Κώστα, θα μείνει τίποτε απ’ αυτά που γράψαμε»; «Το ερώτημα του Άστροφ, Γιάννη, στον Θείο Βάνια: “Θα μας θυμάται κανείς, θα έχει έναν καλό λόγο για μας μετά από εκατό χρόνια”; Δεν ξέρω για μένα, αλλά εσύ μπορείς να έχεις αυτή τη βεβαιότητα», είπα, χωρίς ίχνος προσποίησης. «Δεν είμαι βέβαιος», απάντησε. «Φοβάμαι, διότι δεν ξέρω αν η ποίησή μου είχε αρκετές ατάκες, γνωμικές φράσεις και αφορισμούς, αυτό δηλαδή που στερεώνεται, περνά εύκολα και μου φαίνεται διαρκέστερο». Σκέφτηκα μετά από εκείνη την παρατήρηση, πόσο μεθοδικά πρέπει να είχε λογαριάσει αυτό που έκανε, πόσο είχε ζυγίσει τους τρόπους του και πόσο υπολόγιζε το αντικειμενικό αντίκρισμα της παραγωγής του. Ακόμα, πόσο συγγενικό ήταν αυτό που ζητούσε για τη γραφή (η ετοιμόλογη ατάκα), με το ύφος τού καθημερινού του λόγου, που συχνά, προγραμματικά, κατέληγε κι αυτός σε ένα περίτεχνο αφοριστικό σχήμα.

5. Μια απ’ τις αιτίες της προσοχής μας στον Γ.Β. όλα αυτά τα χρόνια  ήταν εξωποιητική. Η γοητεία, συγκεκριμένα, που ασκούσε ο ίδιος, με τον αιχμηρό σαρκασμό του, τον  αισθητισμό του, την αφ’ υψηλού θέαση. Πάντα ήξερες ότι μπορούσε να σκοπεύσει κι εσένα. Δεν σε εξαιρούσε. Τα πάντα όμως ακούγονταν, και είχαν σημασία, κυρίως ως πνευματώδες σχήμα, ακόμη κι αν ήταν υπονομευτικός σχολιασμός. Του είπα κάποτε ότι βλέπω έναν κοινό γνωστό μας. Με ρώτησε αν τον θεωρώ νοήμονα άνθρωπο. Ο Γιάννης θεωρούσε την ευφυία (όπως και την συγγενική σ' αυτόν ευαισθησία) θεμελιακή αξία. «Αμφιβάλλω γι' αυτό το παιδί», συνέχισε. «Δηλαδή»; ρώτησα. «Να, αν ας πούμε ήταν  ο Κολόμβος στη γέφυρα και κάποτε έβλεπε τη στεριά στο βάθος του ωκεανού, μπορεί...να μην πήγαινε κατά εκεί». Απολάμβανε να δείχνει την ετοιμόλογη ευστροφία του, μέχρι το όριο το οποίο ήξερε ότι ο συνομιλητής του μπορεί να εισπράττει. Τα πρώτα  χρόνια της γνωριμίας μας, μου έδειχνε μετά μανίας και ένα άλλο γνώρισμα. Τη χάρη μιας ανέμελης και φιλοπαίγμονος παιδικότητας. Οδηγούσε την παλιά Opel Cortina που κράτησε μετά το θάνατο του πατέρα του,  την συντήρησε και την κατέστησε μυθική με δύο εξαίρετα ποιήματα γι’ αυτήν. Με το καθρεφτάκι του φτερού, που τα παλιά αυτοκίνητα έχουν πολύ μπροστά και εξέχει, μπορούσε να σημαδέψει ακόμα και τη λαβή από τη σακούλα της αγοράς, στο χέρι μιας ηλικιωμένες κυρίας. Ήταν τόσο ακριβής στο σημάδι, που ο τρόμος της γυναίκας θύμιζε παλιά ιταλική κωμωδία. Στην πρώιμη συναναστροφή μας, το στοιχείο του παιχνιδιού και της φάρσας ήταν διαρκές. Ένα βράδυ (στις αρχές του '80;) έμεινα μέχρι αργά στο δωμάτιό του, στο παλιό σπίτι, κουβεντιάζοντας και ακούγοντας γαλλικά τραγούδια. Όταν αποφάσισα να φύγω, με σταμάτησε έξω από την πόρτα τού δωματίου και μου έδειξε το πάτωμα. «Τι είναι»; τον ρώτησα, γιατί δεν έβλεπα τίποτε. «Πήγε μιάμιση, και η μαμά έχει ρίξει αλάτι για να φύγεις»! μου είπε, και ξεσπάσαμε σε αθόρυβα γέλια. Μια άλλη φορά, κάποια Φώτα που φάγαμε με τη μητέρα του, σαν άτακτο παιδί της έλεγε πολύ αυστηρά ότι είχε σερβίρει γλυκά από τον περασμένο μήνα, να φέρει τα φρέσκα, «όχι αυτά που έχουμε για τους ξένους», πράγμα που έκανε την οικοδέσποινα να απολογείται με ενοχή και να διαψεύδει για ώρα.

6. Στην τελευταία μου ποιητική συλλογή υπάρχει ένα μεγάλο ποίημα («Φθινόπωρο, ή ξενάγηση σε γαλλική λουτρόπολη»). Ο αφηγητής ξεναγεί έναν ομότεχνό του. Το σκηνικό της πόλης μοιάζει πολύ με τους προσωπικούς μύθους και το κλίμα των λουτροπόλεων που φιλοτέχνησε  ο Γιάννης. Το ότι εν τέλει καταλήγει στο Καζίνο, επίσης παραπέμπει σε συγγενικά του τοπία. Το είδε προδημοσιευμένο σε ένα περιοδικό και μου τηλεφώνησε. «Αυτός είμαι εγώ, Κώστα: “[...] Έχετε γεννηθεί κι εσείς ηλικιωμένος / ποτέ δεν τρέξατε για τίποτε στο δρόμο./ Σας θέλγει από μικρό η ωριμότητα, / μια νεύρωση που απεχθάνεται τη δράση / [...] Φθινόπωρο λοιπόν, με έναν κουρασμένο σνόμπ του κύρους σας [...]” Αν ποτέ το περιλάβεις σε συλλογή, νομίζω ότι πρέπει να μου το αφιερώσεις». Το περιέλαβα στις Τέσσερις Εποχές, και δεν είχα αυτήν τη γενναιοδωρία. Δεν ξέρω γιατί. Τώρα, όταν κάποτε το διαβάζω δημόσια ή μιλώ γι' αυτό, αποκαλύπτω ποιος είναι ο ξεναγούμενος, πόσο αγαπούσε τη φινέτσα των παλαιών λουτροπόλεων και πόσο συνδέθηκε η γραφή του μ' αυτές, επιχειρώντας να σκιαγραφήσει οικογενειακά χρονικά και τη νοσταλγία μιας χαμένης ευδαιμονίας.

7.      Συνομιλήσαμε λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του. Είχε αφήσει ένα σημαντικό (για μένα) μήνυμα στον τηλεφωνητή του γραφείου. Το κρατούσα με προσοχή, το άκουγα μέχρι τώρα παίζοντας με το παράλογο, αλλά από κακό χειρισμό χάθηκε. Δεν συγχωρώ τον εαυτό μου που δεν το είχα μεταγράψει. Μιλήσαμε δύο μέρες μετά την κλήση εκείνη. «Είδα στο ατελιέ του Κέδρου», του είπα, «δύο χειρόγραφες λέξεις σε κομμένο φύλλο τετραδίου. Βαθέος γήρατος. Ο τίτλος του βιβλίου σου. Πώς κατάφερες να κάνεις τόσο τρεμουλιαστά τα γράμματα. Με το αριστερό, μήπως»; «Όχι», μου είπε, δίνοντας κάπως δραματικό τόνο στην εξασθενημένη φωνή του. «Έβαλα τη μαμά και τόγραψε». Του αποκάλυψα ότι το είχα καταλάβει. Όντως, ήταν στο ύφος του αυτή η ευλαβής θεατρικότητα, η κατασκευή μιας εικόνας-φετίχ για το εξώφυλλο. Έγραψε  ε κ ε ί ν η  τον τίτλο της συλλογής που όχι μόνο την αφορά εξ’ ολοκλήρου, αλλά στις σελίδες της γίνεται η ίδια συνομιλητής, σύμβολο ενός πολύτιμου παρελθόντος και της βαθιάς αφοσίωσης σ' αυτό. «Το ότι το κατάλαβες ίσως είναι η αιτία που μας επιτρέπει τόσα χρόνια τη συνεννόηση», μου είπε, και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει το ξαφνικό ράγισμα, το λυγμό της συγκίνησης, στη φωνή του.

                                                                                                                               22-10- 2011

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ 


Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Η διαρκής εκκρεμότητα του χρόνου (Mια κριτική στο περιοδικό Ποιητική )





Ποιητική, τεύχ. 80 , φθινόπωρο-χειμώνας 2011

Κούλα Αδαλόγλου
Η διαρκής εκκρεμότητα του χρόνου
Κώστας Μαυρουδής, Τέσσερις εποχές
Κέδρος, 2010


Η μνήμη, ο χρόνος – ή μάλλον ο χρόνος της μνήμης – και ο τόπος. Και ο άλλος χρόνος, αυτός ο ενιαύσιος, των τεσσάρων εποχών. Μέσα στο πλαίσιο αυτό οι λεπτομέρειες: στιγμιότυπα, γεγονότα, σκηνές, αντικείμενα από την πορεία σε τόπους μέσα στο χρόνο. Έτσι θα έδινα το στίγμα της νέας συλλογής του Κώστα Μαυρουδή Τέσσερις εποχές.
Ο γραπτός τόπος είναι ακατάβλητος τόπος, αποφαίνεται ο Μαυρουδής στο βιβλίο του Η ζωή με εχθρούς, σ. 270. Η γραφή διασώζει μνήμες και γεγονότα, πριν χαθούν ή μεταβληθούν. Στις Τέσσερις εποχές ο χρόνος προσεγγίζεται με τρυφερότητα, με συγκρατημένη συγκίνηση. Σαν ένα πολύτιμο κουτί που έχει κρατήσει πολύτιμες ψηφίδες:
ένδυμα του Βορρά, πλατύγυρο καπέλο και κασκόλ, ανύποπτα σύνεργα, Delial, γιγάντιες πικροδάφνες, το μεταλλικό γρύλισμα της πόρτας, Ματσάγγου ελαφρά, τα αιθέρια αρώματα του οινοπνεύματος, της καμφοράς και του ευκαλύπτου, κ.ο.κ.
Ο Μαυρουδής συλλέγει «αντικείμενα», είτε αυτά είναι μικροπράγματα της καθημερινής ζωής είτε σκέψεις άλλων είτε αποσπάσματα κειμένων. είτε είναι σκηνές από παλιές ταινίες, εικόνες από πόλεις, σκηνές ζωής. Αυτές είναι οι ψηφίδες του (από κείμενό μου στην εφημ. Η Αυγή, 6-12-2009 ). Οι ψηφίδες αυτές εδώ γίνονται το όχημα για τη διείσδυση στο χρόνο. Δεν είναι απλώς μνήμες-αναμνήσεις. Είναι η αγωνιώδης προσπάθεια να διερευνηθεί ο χρόνος. Όχι να στραφεί το τώρα στο παρελθόν, αυτή είναι μια φυσική κίνηση μνήμης, ένα flash back. Αντίθετα. Να εισχωρήσει το συντελεσμένο στο παρόν και το παρόν να ακινητοποιηθεί στη συγκεκριμένη χρονική του διάσταση. Να συρρικνωθεί οριακά το μέλλον, να μειωθεί η φθορά, να ενταθεί η διάρκεια, να εξορκιστεί το τέλος, η ανυπαρξία.
Η διπλή αναφορά στο Χειμώνα-Ζάλτσμπουργκ (Επιστρεψιμότητα ή Χριστούγεννα στο Ζάλτσμπουργκ, σ.11, Χειμώνας ή Χριστούγεννα στο Ζάλτσμπουργκ, σ. 31) μολονότι παραθέτει άπειρες λεπτομέρειες για τον τόπο, ανθρώπους που σχετίζονται με αυτόν διάσημους και μη, για αντικείμενα, ήχους, γεύση, ατμόσφαιρα, ωστόσο δεν έχει κύριο λόγο να προκαλέσει στον αναγνώστη το ενδιαφέρον για ένα τοπίο, για μια βιωμένη κατάσταση, για τη συγκίνηση από ανάλογες μνήμες. Είναι μια άσκηση μνήμης: πώς σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές το ποιητικό υποκείμενο-αφηγητής καταφέρνει να ανασύρει από τη μνήμη όλα αυτά τα υλικά που συνθέτουν μια τόσο λεπτομερειακή εικόνα. Μια τόσο λεπτομερειακή εικόνα αποδεικνύει την ήττα της λήθης, άρα την πιθανότητα της διαρκούς ύπαρξης, της συνεχούς παρουσίας. Την επιστρεψιμότητα. Για να ανατραπεί το εφήμερο μέχρι ανυπαρξίας που δηλώνει αιχμηρά το μέλλον (σ.11 και 15).
Στοιχεία περιγραφής και αφήγησης από τόπους, καθημερινά στιγμιότυπα, αντικείμενα, λέξεις, πολλές φορές ασήμαντα για τους αναγνώστες, που γίνονται όμως σημαντικά, με την έννοια της μεγέθυνσης αλλά και της ιδιαίτερης σημασίας, εφόσον υπάρχουν βιώματα που τέμνονται. Γιατί, όσο και αν ο Μαυρουδής, κατά την αγαπημένη του οπτική της γραφής, προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί από τα γραφόμενά του και να μεταμφιέσει τη συγκίνηση σε αντικειμενική καταγραφή, ωστόσο οι μνήμες τον προδίδουν, με την έννοια ότι ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τη σύσπαση του προσώπου σε εκείνα τα σημεία, με τα οποία και ο ίδιος ο αναγνώστης τέμνεται βιωματικά. Αν αυτό ισχύει αθροιστικά, τότε η συγκίνηση είναι παρούσα σε μεγάλη έκταση, ανιχνεύεται όμως από τους πλησιέστερους αισθητήρες.
Ήδη από το πρώτο ποίημα διατυπώνεται ρητά αυτή η σχέση με τον αναγνώστη, και η βεβαιότητα για τη μέθεξη του δεύτερου: Δεν ξέρω πώς ο ανύποπτος συμπράττει σε όσα του εμπιστεύεται η ξένη αφήγηση και οι μακρινές (ανάμεσα σε τίποτα και αιωνιότητα) εικόνες του άλλου. Ό,τι πέρασε αφορά και αυτόν. […]Κατοίκησα λέει και εγώ την εποχή του αφηγητή.
Το ποιητικό υποκείμενο αφηγείται και περιγράφει, και άλλοτε συνομιλεί με κάποια πρόσωπο ή περισσότερα πρόσωπα, άλλοτε γίνεται ακροατής, άλλοτε ανοίγει διάλογο με τον αναγνώστη. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση έχουμε πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές ποιημάτων ποιητικής. Στη σ.29, για παράδειγμα:
«Ποιος είναι ο σύντροφός σας στο ταξίδι;/ Υπήρξε όντως η λουτρόπολη, το καφενείο/ και οι φιγούρες των υπερηλίκων;»/ ρωτάει ο αναγνώστης, που πάντα επιθυμεί διευκρινίσεις./ «Η λουτρόπολη είναι μια λουτρόπολη», του απαντά αφ’ υψηλού ο ποιητής/ που κατοικεί το κείμενο./ «Τίποτε περισσότερο. Τελειώνει το φθινόπωρο./ Αναχωρούν οι παραθεριστές του Οκτωβρίου./ Τα ξενοδοχεία αλλάζουν πληθυσμό.
Και πιο κάτω, σ. 34: Έτσι σε είκοσι στίχους/ χώρεσαν τρεις γεμάτες ώρες/ έξω πλέον είναι μετά/ συγκεκριμένα είναι νύχτα/ τα γεγονότα έχουν γεράσει αποφασιστικά/ επιπλέον αρχαίες φράσεις/ που κάποτε ακούστηκαν εδώ/ ζητούν πάλι ακροατήριο/ όμως σημαντικότερο από το χρονικό του απογεύματος/ (που συνεχώς στο μέλλον θα κερδίζει/ σαν καλά επιλεγμένη μετοχή)/ είναι ότι σε λίγη ώρα/ χωρίς να προαναγγελθεί/ όλα είχαν σκεπαστεί από το χιόνι […]
Οι εποχές δηλώνονται στον τίτλο των ποιημάτων, κατά τη φυσική ροή του χρόνου στα τέσσερα πρώτα, αλλά όχι πάντα με αυτόν τον τρόπο στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, η επόμενη ενότητα είναι χειμώνας-καλοκαίρι, οι δυο έντονες δηλαδή εποχές, μετά φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, χωρίς καλοκαίρι, φθινόπωρο-καλοκαίρι, και πάλι χειμώνας-καλοκαίρι, και η συλλογή κλείνει με μια άνοιξη. Καλοκαίρι και χειμώνας, λοιπόν, σε τέσσερα ποιήματα, άνοιξη και φθινόπωρο, οι πιο ήπιες, ας πούμε, εποχές σε τρία. Το πρώτο ποίημα, από την άλλη, για το φθινόπωρο και το τελευταίο για την άνοιξη – σε μια προοπτική συνέχειας; Το όνομα της εποχής στον τίτλο, σε όλα τα ποιήματα εκτός από το δεύτερο, όπου τίτλος είναι η Επιστρεψιμότητα και υπότιτλος ή Χριστούγεννα στο Ζάλτσμπουργκ. Οι υπότιτλοι στα υπόλοιπα ποιήματα δηλώνουν πάλι τον τόπο (Μπανταλόνα, Λουτράκι) ή αποτελούν αναφορά στο θέμα του ποιήματος. Το τρίτο ποίημα (Άνοιξη) δεν έχει υπότιτλο. Δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο όλα τα παραπάνω σχεδιάστηκαν από την αρχή από τον ποιητή ή προέκυψαν στην πορεία, απλώς περιγράφω το αποτέλεσμα. Τόποι του εξωτερικού και εγχώριοι, με εκείνους του εξωτερικού να κατονομάζονται, εκτός από μια γαλλική λουτρόπολη, ενώ από τους ελληνικούς, εκτός από το Λουτράκι και το κατάστρωμα του Αγγέλικα, απόπλους από Πειραιά, παραμένουν ασαφείς και ταυτίζονται με την παιδική-εφηβική ηλικία του ποιητικού υποκειμένου. Το χρονικό διάστημα που καλύπτουν οι «τέσσερις εποχές» δεν είναι ευθύγραμμο, αλλά παρουσιάζει παλινδρομήσεις, ούτε είναι πάντα σαφής η χρονολογία αναφοράς. Βέβαια, το πρώτο ποίημα αναφέρει το Νοέμβριο του ’56 και το τελευταίο πάλι το ’56, Απρίλιο – ένας κύκλος.
Το ποίημα Φθινόπωρο ή ξενάγηση σε ποιητή αλλά και το Καλοκαίρι ή Εναρκτήριο μάθημα μού θύμισαν το κουβεντιαστό ύφος του Σεφέρη, όπως «γυρίζει» σε πρόσωπα και τόπους. Στιγμές από το Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄, αλλά και, πιο πολύ, από το ποίημα Στα περίχωρα της Κερύνειας.
Το ύφος είναι ιδιαίτερο, ακόμη και στις περιγραφές του καλοκαιριού. Δεν υπάρχει το προκλητικό κάλλος της νεότητας, υπάρχει τουλάχιστον η ωριμότητα της μεσότητας, οπότε η αισθητική του ποιητικού υποκειμένου κινείται σε δρόμους διαφορετικούς. Εκείνους του φιλοσοφικού στοχασμού, της πνευματικής αναζήτησης, του ταξιδιού, ενός επαναλαμβανόμενου ταξιδιού στον τόπο και συνακόλουθα στο χρόνο, που είναι μελέτη πάνω στα ανθρώπινα, στη ζωή, στο πέρασμα της ζωής, στο θάνατο.
σ.30:
Είναι Οκτώβριος, μας λέει αυτό το ποίημα, εν ολίγοις.
Φεύγει πάλι το φθινόπωρο.
Ο αναγνώστης να σκεφτεί την εποχή.
Την απειλή που είναι κάθε τέλος.
Την απειλή που είναι κάθε τέλος. Τέλος μήνα, εποχής, χρόνου. Λήξη της διάρκειας, πέρασμα στη στιγμή, στο στιγμιαίο, στο τέλος, στην ανυπαρξία.
Εν τέλει, το διαρκές παρόν κερδίζεται μόνο στην ακινησία μιας φωτογραφίας (σ. 54, τελευταίος στίχος του τελευταίου ποιήματος). Βέβαια, «Η φωτογραφία δεν αναπαράγει ό,τι συνέβη. Απλώς βεβαιώνει ότι υπήρξε», και πάλι από τη Ζωή με εχθρούς. Αλλά σε μια φωτογραφία «Εγώ κι εσείς είμαστε Τώρα»/ ισχυρίζεται η εικόνα (σ. 36). Πάλι, λοιπόν, με την υπέρβαση της πραγματικότητας, μια εκκρεμότητα του χρόνου, ένα – συντελεσμένο ή αναμενόμενο – τέλος σε αμφισβήτηση.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Ο μέσος αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος





Από το in2life:


Από τους πρώτους δημιουργούς της «γενιάς του ’70», ο Κώστας Μαυρουδής ξεκίνησε το ποιητικό του ταξίδι με κομψοεπείς «μινιμαλιστικές» δημιουργίες, οι οποίες, όπως ο ίδιος μας λέει, έδωσαν στην συνέχεια πρόθυμα την θέση τους στην μεγάλη «ρεπορταζιακή» φόρμα. Ταυτόχρονα, από το 1978 μέχρι και σήμερα, ο Έλληνας δημιουργός ανέλαβε να φυτέψει το «Δέντρο», ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας, που ο ίδιος εκδίδει και διευθύνει. 


Για την τελευταία του ποιητική συλλογή «4 εποχές», ο Κώστας Μαυρουδής έλαβε το φετινό Βραβείο Ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω» (εξ ημισείας με τον Χριστόφορο Λιοντάκη), ενώ στο in2life μίλησε για την πεμπτουσία της ποίησής του και για την σύγχυση κριτηρίων που κυριαρχεί στην σημερινή μας «ανεκτική δημοκρατία». 



*Έχουν αλλάξει οι άξονες και οι πηγές έμπνευσης της ποίησής σας από την αρχή της καριέρας σας ως το 2011; Από τι εμπνέεστε σήμερα; 


Λέγεται συχνά ότι ο ποιητής σ' όλο το έργο του φτιάχνει παραλλαγές ενός και μόνον ποιήματος. Ότι οι διαθέσεις δηλαδή, οι αφοσιώσεις και οι κλίσεις του είναι αμετακίνητες. Σε ό,τι με αφορά, μπορώ να πω πως το θέμα της δικής μου ποίησης ήταν πάντα ένας διάλογος με την αναδρομή και το χρόνο. Ανάκληση οικείων γεγονότων και εικόνων. Ξεκίνησα με ολιγόστιχα ποιήματα, επιχειρώντας τη στιλιστική πυκνότητα και τη συντομία, αλλά η ανάγκη να περιγράψω με οδήγησε στην πολύστιχη αφηγηματική ποίηση. Μεγάλη φόρμα, εξιστόρηση, λεπτομέρειες του «ρεπορτάζ» αντί το αόριστο υλικό του λυρισμού. Αναφορές ενός ποιητικού ρεαλισμού, δηλαδή, αντί του μουσικού αισθήματος. Μέχρι σήμερα η ποιητική μου είναι στραμμένη στο παρελθόν, στη μνημονική καταγραφή (Το δάνειο του χρόνου, Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια, Τέσσερις εποχές). Να προσθέσω ότι το βιωματικό υλικό της μνήμης αντιμετωπίζει μονίμως έναν τεράστιο κίνδυνο: το στόμφο της νοσταλγίας. Εν πάση περιπτώσει, βλέπω ότι σε αυτά που γράφω τώρα υπάρχει η συνομιλία με το παρόν. Δεν εννοώ την επικαιρότητα, αλλά το σύγχρονο βίωμα, το αίσθημα και την κίνηση του καθημερινού. 




*Πώς θα περιγράφατε το «σκηνικό» της ελληνικής ποίησης σήμερα με μια φράση; 

Το σκηνικό της ελληνικής ποίησης με μια φράση; Δεν υπάρχει, νομίζω, συγκεκριμένη εικόνα, κυρίαρχη διάθεση, συγκεκριμένο τοπίο. Υπάρχουν οι φωνές και η ποικιλία τους. Με διαφορετική δυναμική και σοβαρότητα η κάθε μία. Διαβάζω ακόμα την ποίηση των παλαιότερων γενεών, επιφυλακτικός ή αμήχανος με τις νεότερες επιδόσεις. Στις τελευταίες αυτές, βέβαια, η αυθεντική διάθεση και το σημαντικό υλικό διακρίνονται εύκολα από τον επαρκή αναγνώστη. Όμως ένα από τα χαρακτηριστικά της συγκυρίας μας είναι η έλλειψη (σύγχυση) κριτηρίων, η αποδοχή από την μέση αντίληψη ετερόκλητων ποιοτήτων, η αδυναμία να διακρίνουμε, να ιεραρχήσουμε. Τα κριτήρια (όπως και για όλες τις άλλες περιοχές του βίου μας) δείχνουν να είναι χαλαρά ή ανύπαρκτα. Υπάρχει ένα είδος απαίδευτης και γι’ αυτό ανεκτικής δημοκρατίας, απέναντι σε μια έκφραση αριστοκρατική από τη φύση της. Αν μου πείτε ότι, παρόλα αυτά, βλέπουμε μεγέθη να ξεχωρίζουν, θα σας απαντήσω ότι δεν είναι το συλλογικό κριτήριο που τα διακρίνει, αλλά η πειθώ κάποιων ειδικών φωνών, ο δημόσιος θόρυβος και ο παντοδύναμος συρμός. 



*Ποια η θέση της ποίησης και του ποιητή στην «ηλεκτρονική» εποχή; 


Στη Γη των ανθρώπων, θυμάμαι τον Σεν Εξιπερί που λέει, πως με την ποίηση η Γένεση συνεχίζεται, φαίνεται να μην έχει τελειώσει. Η τέχνη μεταβάλλει τον καθημερινό κόσμο σε καθαρή μορφή. Μ' αυτή την έννοια, είτε στην εποχή των Μεδίκων, είτε στην «Ηλεκτρονική εποχή», όποια ειδικά γνωρίσματα κι αν έχει, θα μας θυμίζει πάντα ότι προσπαθούμε να φτιάξουμε μια πραγματικότητα λιγότερο ξένη. Ένας υπέροχος αφορισμός το έχει πει καλύτερα: «Το ότι υπάρχει η τέχνη, σημαίνει πως η ζωή δεν αρκεί». Βέβαια δεν αμφιβάλλουμε ότι στα κείμενα, πάντοτε, υπάρχει και εκφράζεται η εποχή. Όμως αλίμονο αν δεν αναγνωρίζεται κάτι μόνιμο σ' αυτά. Άλλωστε, το κύριο και διαρκές μάθημα των τεχνών υπήρξε πάντα το ίδιο: η αδυναμία μας να δώσουμε απάντηση στο αίνιγμα της ζωής. 



*Πώς έχετε στο μυαλό σας το ελληνικό αναγνωστικό κοινό; Υπάρχει ανταπόκριση στην ποίηση; Και τελικά, ο ποιητής επιζητά την ανταπόκριση ή γράφει «εγωιστικά», πρώτα-πρώτα για τον εαυτό του; 




Να διευκρινίσω ότι δεν μου αρέσει ο όρος «κοινό». Είναι κάτι απρόσωπο, ένα αριθμητικό μέγεθος που δεν μπορεί να έχει ουσιαστική σχέση με το έργο. Εκείνος που επικοινωνεί είναι μια μοναχική, δημιουργική μονάδα. Μέσω της ποίησης, διαβάζοντας δηλαδή, γίνεται περισσότερο ιδιαίτερος και μοναχικός, αφού η κριτική στάση είναι το πιο προσωπικό γνώρισμα του αισθητικού ανθρώπου. Αν εννοείτε, λοιπόν, γενικά τους αναγνώστες, αυτοί είναι ίδιοι παντού. Έχουν κοινά αντανακλαστικά. Άλλο πράγμα συμβαίνει με την προσπέλαση στο πνευματικό βάθος του έργου. Εδώ δεν είναι ζήτημα μιας γενικής παιδείας. Είναι αποτέλεσμα μιαςειδικής αγωγής που μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε και να επικοινωνούμε με τον κώδικα αυτής της έκφρασης (κείμενο). Εκείνος που προσεγγίζει το ποιητικό γεγονός ανήκει σε μιαν ειδική κατηγορία, με συγκεκριμένη έφεση, προσληπτικότητα και επάρκεια. Να μην ξεχνάμε πως η προσέγγιση στο πνεύμα ενός έργου, στην ουσία φωτίζει αυτό που είμαστε εμείς οι ίδιοι. Μαθαίνουμε γι αυτό τόσα, όσα και για μας. Αυτό που μας αρέσει είναι γιατί θα μπορούσαμε να το έχουμε πει εμείς. Έτσι εξηγούνται οι μεγάλες αγάπες μας και οι ταυτίσεις που μας δένουν με ορισμένα έργα και συγγραφείς. 



Η «ανταπόκριση» που υποτίθεται ότι ζητά ο ποιητής είναι μια ιδέα νεανική, ένας ενθουσιασμός ασύστατος. Το έργο προϋποθέτει και αναζητά τον ένα συνομιλητή, που όπως είπα πριν, διαβάζει στην ξένη σελίδα τον δικό του κόσμο, μπορεί να τον αναγνωρίσει και να νιώσει τη τέρψη από την ταύτιση. Κατά κανόνα, απέναντι στο έργο υπάρχει κυρίως παρανάγνωση ή χαμηλές πτήσεις. Ο μέσος αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος που τις περισσότερες φορές ακούει και καταλαβαίνει άλλα πράγματα. Δεν μιλώ, λοιπόν, για την ελαφρά ενασχόληση με το γεγονός της τέχνης, πράγμα που είναι ένας καλαισθητικός ερασιτεχνισμός. Αναφέρομαι στον ισόβιο σύνδεσμο με τον οποίο ζει κανείς μια πνευματική περιπέτεια ή έναν απόλυτο βίο. Αυτό το απόλυτο μέγεθος, φυσικά το καταθέτει, όπως λέτε, δημόσια ο ποιητής. Υπάρχει στην άλλη άκρη κάποιος που ενδεχομένως θα το υποδεχτεί, θα αντικαταστήσει δηλαδή με μια δημιουργική μορφή τις ασύντακτες συγκινήσεις του. Και βέβαια, κάθε σοβαρό δημιουργικό γεγονός αφορά, εκτός από τον αποδέκτη του, την παράδοση της γλώσσας και την ιστορία της πνευματικής ζωής. 



*Η περίοδος που διανύουμε, η «εποχή της κρίσης» έχει αντίκρισμα (δημιουργικό ή μη) στην ποίηση; 


Σε όλες τις εποχές ο ποιητικός λόγος έχει μια συγκεκριμένη, σχεδόν ανύπαρκτη, ανταπόκριση. Η υποδοχή του δεν αλλάζει. Είναι μέγεθος ανελαστικό. Η τέχνη είναι μια σπάνια ευγένεια σε ένα περιβάλλον ενστίκτων, που είναι η καθημερινότητα και η Ιστορία. 



*Σε μια «κυνική» εποχή, ο ποιητικός λόγος μπορεί να συγκινήσει ως τρόπος έκφρασης; 


Όλες οι εποχές είναι εξίσου κυνικές. Ας μην νομίζουμε άλλωστε ότι ο καλλιτέχνης είναι ένα πρόσωπο που διακρίνεται από ουμανιστικές ιδέες και πρακτικές. Η ιστορία της τέχνης μάς αφήνει άναυδους για το ποιοι υπήρξαν ορισμένοι απ' αυτούς που δημιούργησαν τα αριστουργήματα και εμψύχωσαν χαρακτήρες προεκτείνοντας τον πραγματικό κόσμο. Πρέπει να μας αφορά το έργο, η κάθαρση που δίνει πάντα η πράξη της τέχνης, όχι ο δημιουργός και ο μύθος του. 



*Τι κάνει ένα ποίημα διαχρονικό; 


Κάθε έργο, ως άρτια μορφή, είναι εξ' ορισμού διαχρονικό. Το λέω με ένα απλό παράδειγμα καμιά φορά. Βλέπουμε σε μια παλιά ταινία τα αυτοκίνητα, τα ρούχα, ένα μοντέλο τηλεοράσεως, ακούμε στους διαλόγους ονόματα ξεχασμένων πολιτικών και γεγονότων, επιστρέφουμε στη μόδα της εποχής. Ό,τι εμφανίζεται στις εικόνες είναι ξεπερασμένο. Παλιό. Η ίδια η ταινία όμως, είναι νέα. Δεν έχει παλιώσει. Να σκεφτούμε λοιπόν, τι είναι αυτό που μεταμορφώνει και στερεώνει τα πράγματα, τα κάνει έργο, μια αξία άχρονη, «διαχρονική» όπως λέτε. Επιχείρησα αυτή την εισαγωγή ενώ κατάλαβα ότι θέλετε να πείτε κάτι άλλο. Με τη δική σας έννοια, λοιπόν, δεν υπάρχει κάτι που εξασφαλίζει για πάντα μιαν αξία. Μιλάμε γι αυτό που γνωρίζουμε από τους αιώνες και τις χιλιετίες. Οι εποχές φέρνουν πάνω κάτω τα κριτήρια. Σήμερα μοντέρνος είναι, ας πούμε, ο Καβάφης, ενώ ο Παλαμάς φαίνεται παλιωμένος, χθεσινός, μεγαλόστομος. Ποιος μας λέει -αν υπάρχουν σε 200 χρόνια τα ελληνικά-, ότι τα κριτήρια θα είναι τα ίδια; Είναι πολύ σχετική η εικόνα του «διαχρονικού». Μυριάδες έργα έχουν χαθεί κι άλλα τόσα έχουν εμφανιστεί από τη λήθη. 



*Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας έναν στίχο που σημαίνει πολλά για εσάς; 

[...] «Τα παιδιά που θα βρουν τα κοκαλά μας, δεν θα σκεφτούν ποτέ ότι κάποτε αυτά υπήρξαν γρήγορα, σαν αλεπούδες στην πλαγιά» [...] Στίχος από ποίημα του Αμερικανού ποιητή Ουάλας Στίβενς (1875-1955). Στο σκηνικό της αμερικάνικης εξοχής, μας αναστατώνει η σίγουρη προφητεία της μοίρας μας. 

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Σκέψεις μετά την ανάγνωση δυο κειμένων του Κώστα Μαυρουδή



Της Πόλυ Χατζημανωλάκη

Ο Καρλ Γιουνγκ σε μια επιστολή του στον Τζέημς Τζόυς, όταν εκείνος είχε στείλει για να διαβάσει τον Οδυσσέα του, του έγραψε,  ότι μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες που κατέβαλε για να τον διαβάσει, τελικά τα κατάφερε αφού μπόρεσε να προσεγγίσει το κείμενο επινοώντας αυτό που ονόμασε  “visceral reading”. Μια ανάγνωση δηλαδή που δεν έγινε με το νου, αλλά κατεβάζοντας το κατώφλι της συνείδησης,  ώστε το κείμενο να τον προσεγγίζει στα σπλάχνα του…

Αναφέρω αυτή την εικόνα από την τέχνη της  ανάγνωσης – εκεί που για να προσεγγιστεί ένα σπουδαίο έργο ο επαρκής αναγνώστης επινοεί και ομολογεί  ένα  «τέχνασμα»,  για να την μεταφέρω στην τέχνη της  γραφής και μάλιστα της  ποίησης. Εκεί δηλαδή που ο ποιητής, επιλέγει να κατεβάσει το κατώφλι των εσωτερικών νοητικών του αντιστάσεων και να εκτεθεί, επιλέγοντας το περιβάλλον την φιλόξενης (αν και ματαιωτικής) άνοιας του συνομιλητή του, του γονιού  του εν προκειμένω.  Αυτό θα του επιτρέψει να ανατρέξει και να αναδομήσει δημιουργικά  με τους συνειρμούς του και να επανέλθει στις κοινές τους αναμνήσεις, χωρίς να συναντήσει τις αντιστάσεις και τις απαγορεύσεις του πατρικού υπερεγώ, ποντάροντας έτσι σε μια  ενεργό ματαιότητα της επικοινωνίας. Αφού δεν μπορεί δηλαδή να πάρει άλλου είδους απόκριση μια και ο συνομιλητής του, εν ανοία, είναι προ πολλού απών… Η ποιητική συλλογή έχει τίτλο "Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια" 

Συνομιλίες λοιπόν με ένα φάντασμα, στοχασμοί για την ιστορία, τη μνήμη, το εφήμερο, στην παιδική ηλικία του αφηγητή – εκεί που ο ανιών τον κρατά σταθερά από το χέρι και του μεταδίδει αταβιστικά τον αισθητισμό της σκέψης του -  με την αγωνία πάντοτε σε αυτές τις συνομιλίες/αναδρομές να συλλάβει και να σταθεροποιήσει εικόνες, συνομιλίες, στιγμές από το παρελθόν, αφού όλα τα έχει παρασύρει το εφήμερο…

« με την αναπαράσταση ταριχεύουμε το τρέχον (το εφήμερο ζώο). Με την αναπαράσταση ακούει πάλι το όνομά του εκείνο που υπήρξε […] απέναντι στην κίνηση που ξεφεύγει, ο ποιητής βυθίζει τα γεγονότα στα υγρά, προσπαθώντας να στερεώσει κάτι ελάχιστο αυτού του περιπάτου»…


Προσπάθεια να στερεωθεί – ορολογία φωτογραφίας -  το ελάχιστο της μνήμης απέναντι στο εφήμερο, που ωστόσο αποτελεί το αναπόσπαστο πλαίσιο για να γίνει αυτή η στερέωση. Όπως ο Κικέρωνας με την περίφημη μεταφορά του για τη μνήμη, προς όφελος της τέχνης του της ρητορικής αντιστοιχίζει τις imagines agentes του,  σε χωριστά δωμάτια στο περίφημο παλάτι της φαντασίας του, όπου περιδιαβαίνει νοερά συλλέγοντας τα μέρη της ομιλίας του, έτσι και ο ποιητής μετατρέπει ολόκληρο το εφήμερον της ζωής του, σε μηχανισμό που πυροδοτεί τη διαδικασία της «στερέωσης»:

«με τη βροχή στη λεωφόρο που δεν προχωρεί συνήθως με παρηγορεί το ραδιόφωνο»

«πήγα και ψήφισα νωρίς με ελάχιστη κίνηση»

«εύκολα ανέβηκα την άδεια Κηφισίας, ακούγοντας στο Δεύτερο αναδρομή σε εκλογές του περασμένου αιώνα»

«ένα σοκολατάκι με γέμιση κονιάκ. Θα το ξετυλίξω εγώ. Κρατήστε το χρυσόχαρτο που σας αρέσει»…αναζητώντας πάντα, στην περιδιάβασή του από τα πιο λεπταίσθητα θέματα της ιστορίας, της ανάγνωσης, της μνήμης… το φάρμακον, το «αντίδοτο στο χρόνο»…

Τόνισα αυτή την ιδιόμορφα νοηματοδοτημένη αναφορά στην άνοια ως θερμοκήπιο για να βλαστήσει η ποιητική γραφής του Kώστα  Μαυρουδή, γιατί κατά σύμπτωση, αμέσως μετά από την ποιητική του συλλογή «Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια» διάβασα το μη δυνάμενο εύκολα να καταταγεί σε λογοτεχνικό είδος έργο του, την  «Στενογραφία», που βρίσκεται στον αντίποδα ακριβώς αυτής της γραφής. Τα άνθη που καλλιεργούσε  προστατευμένα στη θαλπωρή του θερμοκηπίου των συνομιλιών εν ανοία, ευρίσκονται αίφνης εκτεθειμένα στις σκληρές καιρικές συνθήκες του αγρού…Μικρά ευθύβολα, ακριβή ποιητικά και στοχαστικά κείμενα, συγκροτούν τον άλλο πόλο όπου υπάρχει ο ποιητής. Το Σύμπαν της οξύνοιας που με τον σαφή και ενίοτε προκλητικό τρόπο της έκφρασης, ωθεί την λογική στα άκρα διατυπώνοντας λαμπερούς  «αφορισμούς» για την Ιστορία, την αισθητική, τη λογοτεχνία, για την προσωπική του μυθολογία με κοφτερή  συνέπεια,  καλούν τον απέναντι συνομιλητή, όχι μόνο να στοχαστεί αλλά κάποιες φορές να διαφωνήσει, να εξεγερθεί απολαμβάνοντας και θαυμάζοντας, χωρίς την υπεκφυγή της «άνοιας», την καταστατική συνθήκη του προηγούμενου τρόπου έκφρασης…

«…Όλα τα ογκώδη και δύσβατα αριστουργήματα της παγκόσμιας γραμματείας διατήρησαν το δραματικό περιεχόμενο των λεπτομερειών τους σε αριστοκρατική απομόνωση, μένοντας ανενόχλητα από τον μέσης αντοχής επισκέπτη»

γράφει, μιλώντας για τα γνωστά σύμβολα που αναφέρονται από τους πολλούς που δεν ολοκλήρωσαν την αναγνωστική διαδρομή σε κλασσικά έργα, και μιλούν μόνο για την κλεμμένη φρατζόλα του Γιάννη Αγιάννη, τους ανεμόμυλους στον Δον Κιχώτη και την περίφημη – κλισέ πια – αναφορά στην μαντλέν του Χαμένου Χρόνου…

Ή ακόμα

«η άμμος θυμίζει πάντα τη λογοτεχνία. Όχι μόνο με την έννοια της απειρίας, αλλά ως τόπος όπου ο αναγνώστης – στρουθοκάμηλος,  κρύβει το κεφάλι του, μένοντας ο υπόλοιπος βορά στον πραγματικό κόσμο»

Και ο συγγραφέας  όμως και τα κείμενά του, βορά στον πραγματικό κόσμο εδώ…

Εκείνο όμως που προέχει είναι πάντα η ποίηση. Εν ανοία ή οξυνοία, παραφράζοντας τον Ελύτη, και από τις δυο μου όψεις ίδιος είμαι. 


Πόλυ Χατζημανωλάκη
28.10.2011

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Επιστρεψιμότητα ή «όλα στο μέλλον προχωρούν»;


Διαβάζοντας τις «Τέσσερις εποχές» του Κώστα Μαυρουδή


Από την Πόλυ Χατζημανωλάκη


To εξώφυλλο  του βιβλίου  κοσμεί το Tango του Michael Sowa, του  ζωγράφου με τις ιδιότροπες σουρρεαλιστικές απεικονίσεις των ζώων (που έγιναν γνωστές στο ευρύ κοινό χάρη στους πίνακές του που κοσμούσαν το υπνοδωμάτιο της Αμελί στην ταινία)
Τα πρόσωπα των χορευτών δεν φαίνονται, τα σώματά τους ακίνητα ή ακινητοποιημένα, αγκαλιασμένα σφιχτά για τις ανάγκες της χορογραφίας. Δεν ακούγεται η μουσική και ο χρόνος, η κίνηση,  ο στροβιλισμός των σωμάτων προβάλλεται στο πάτωμα και παντού: με αδιάφορες και βιαστικές πινελιές καλύπτει το φόντο…Δεν γλυτώνει το φόρεμα της ευτραφούς κυρίας…Ο εξόριστος χρόνος επανέρχεται. Ίσως και να είναι πιο σημαντικός στη φούρια του από τις ακίνητες φιγούρες…

Όσο δηλαδή και να θέλει να κρατηθεί η αμετακίνητη εικόνα των χορευτών, σταθερή και αιώνια, η κίνηση διαφεύγει στο υπόβαθρο και οι πινελιές εν τέλει, περνούν αδιάφορα και καλύπτουν με την ομίχλη τους…

Αν επέμεινα κάπως στο σχολιασμό του  πίνακα του εξωφύλλου είναι γιατί θαρρώ – αυτό βέβαια το αντελήφθην μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Κώστα Μαυρουδή – ότι  πρόκειται για μια παραλλαγή στο ίδιο θέμα με το βιβλίο:
Οι εποχές που επαναλαμβάνονται, δίνοντας την απατηλή εντύπωση της  αιώνιας επιστροφής, της σταθερότητας και της αθανασίας ενώ επάνω τους καρφιτσώνεται η χρονολογία, η φθορά που καλύπτει με την αχλύ της τη μνήμη, που όλα τα σαρώνει…

«Νοέμβριος του ʼ56, για να είμαστε συγκεκριμένοι
στο σπίτι είχαν εισβάλει πρωτοσέλιδα τανκς»

από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής σε αρχάριο ποιητή και μετά παντού μπρος πίσω:
«χίλιαεννιακόσιαπενήνταεννιά», 1977, 1953, χρονολογίες της προσωπικής του μυθολογίας,  «ακμαία ενός έτους η ΕΡΕ», αλλά και της ιστορίας που τον περιβάλλει και τον αφορά, όπως το 1715 (το έτος γεννήσεως  του Jean Baptiste de Gribeauval του μηχανικού του γαλλικού στρατού που το όνομά του είχε ένας δρόμος στο Παρίσι «η μικρή παρισινή οδός που με φιλοξενούσε»…ή το 1930, για να αναφερθεί στο τότε πορτρέτο του Λόρκα…

Το ταξίδι στο Κομπρέ των αναμνήσεων, που έρχονται ταξινομημένες περιοδικά στο άρμα των εποχών επιτελείται με την ανάκληση  εκλεκτών στιγμών της βιογραφίας  του αφηγητή που με τους «στίχους στερεώνει ένα σύμπαν πιο σταθερό και από το χαλκό». Από τους χαρακτήρες του εγχειρίδιου του μαθήματος των Αγγλικών, τις υπογραμμίσεις του πατέρα στο βιβλίο και το τρένο των συνειρμών στην ανάγνωση της Μαντάμ Μποβαρί, θραύσματα αναμνήσεων σε ένα πλοίο, σε μια σχολική τάξη, σε μια λουτρόπολη, σε μια γιορτή Χριστουγέννων στην Αυστρία, παραμονή Πρωτοχρονιάς στο Παρίσι…στιγμές ιδιωτικές, εύθραυστες, που προκαλεί εναγωνίως τον αναγνώστη να αναμετρηθεί μαζί τους…


Η αγωνία της ξενότητας – για να χρησιμοποιήσω τη λέξη που χρησιμοποίησε ο Νάσος Βαγενάς για τον Ανδρέα Κάλβο – το πόσο αφορά τον Άλλο αυτή η κατάδυση στο βυθό των τόσο προσωπικών αναμνήσεων και η θεραπευτική σκέψη – όχι μόνο για τον αναγνώστη αλλά και για τον αφηγητή – πώς ό, τι γράφεται αφορά και αυτόν…

Όλα συμβαίνουν στο ποίημα – «η λουτρόπολη είναι μια λουτρόπολη», του απαντά ο ποιητής (στον αναγνώστη «που πάντα επιθυμεί διευκρινίσεις») που κατοικεί στο κείμενο…»
Εκεί του δείχνει  το Κομπρέ, τον  Τόπο του χαμένου χρόνου, τον τόπο των αναμνήσεων…και ο αναγνώστης του εκεί θα τον συναντήσει, με τρόπο ανεξήγητο γιατί ό, τι γράφεται, αν και ξένο, αφορά και αυτόν…
«Ό, τι πέρασε αφορά και αυτόν» παρά το ότι – λέει ο αναγνώστης
«εγώ μεγάλωσα σε άλλη πόλη»…


Εποχές λοιπόν, επαναλήψεις, επέτειοι. Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιές, διακοπές…όχι για να πυροδοτηθεί η αλυσίδα των συνειρμών και των αναμνήσεων, αυτό που έκανε το άρωμα του τσαγιού με τη μαντλέν στον Προυστ, αλλά για να σταθεροποιηθεί ο χρόνος…να ελεγχθεί…για να πετύχει ο Ποιητής την τέλεια επιστροφή, την «Επιστρεψιμότητα»…
Εκεί που φαντάζεται πως ίσως είναι δυνατόν να συμβεί όταν γράφει:

«από το ναό βγαίνει το ζεύγος Στάντλερ
επαναλαμβάνοντας ανάστροφα την πρωινή πορεία από το
σπίτι.

Πρωινό στην κουζίνα.
Το γάλα πλάγιος πίδακας, επιστρέφει στη φιάλη του, τα δημητριακά επιστρέφουν στη συσκευασία της Νεστλέ.
Με τις πιζάμες του ο σύζυγος
Βαδίζει ανάποδα προς το κρεβάτι
[…]»
Και παρακάτω:
«όπως συμβαίνει (αν θυμάστε) στην ταινία του Βερτόφ
ο χρόνος κινείται αντίστροφα,
το ψωμί επιστρέφει στο αλεύρι…»

Οι πινελιές του εξώφυλλου, μας προδιαθέτουν πια, για το ανέφικτο:

«…κανείς αν εξαιρέσουμε τα τρικ του σινεμά,

Δεν επιστρέφει με την πλάτη.
κανείς δεν ξαναβρίσκει
Την παλιά του θέση.
Η πόλη ας υπόσχεται ό, τι θέλει
[…]
Χριστούγεννα ή όχι
όλα
στο
μέλλον
προχωρούν.
Σε
μια
κατεύθυνση

βαδίζουμε,
Zum
Jungen
Fuchs,
στην
ίδια
ευθεία
όλοι
πάμε.» 


«Όλα στο μέλλον προχωρούν» και η μόνη που ξέρει (κάπως) από φάρμακα, είναι η Τέχνη της Ποιήσεως: «νάρκης του άλγους δοκιμές, εν φαντασία και λόγω»


Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Facebook





  • Δεν φτάνουν όλα τα άλλα, πρέπει κανείς να διαβάζει με το σοβαροφανή τους στόμφο, τις γνωστές νεοελληνικές δοξασίες και τα στερεότυπα: "Ο πολιτισμός, η βαρειά μας βιομηχανία", Η Ελλάς (η νέα), κοιτίδα της Δημοκρατίας", και άπειρα παρόμοια. Τελικά, σε κάθε εποχή, η αθωότητα και ο απλοικός αυτοθαυμασμός καταυγάζονται από την αυτάρεσκη χρήση συρμών και κοινών τόπων.

  • Νομίζω ότι στις Χαμένες ψευδαισθήσεις που διάβασα, κείμενο του Μπαλζάκ γραμμένο μεταξύ του 1830 και του '40 , ακούγεται έμμεσα αλλά με σαφήνεια η μακρινή προφητεία για το ηλεκτρονικό βιβλίο, δύο εκατονταετίες αργότερα. Ο συγγραφέας, ερμηνεύοντας την οικονομία των κλιμάκων στην εποχή του, γράφει: "Τα έργα του Βολτέρου, τυπωμένα στο δικό μας χαρτί (velin), ζυγίζουν 250 λίβρες, ενώ σε κινέζικο δεν θα ξεπερνούσαν τις 50. Η μείωση του όγκου των βιβλιοθηκών θα είναι πρόβλημα πολύ δύσκολο να λυθεί, σε μια εποχή που ο γενικός περιορισμός των πραγμάτων και των ανθρώπων δεν εξαιρεί ούτε τις κατοικίες τους. Στο Παρίσι τα μεγάλα διαμερίσματα και τα μέγαρα θα κατεδαφιστούν" [...]

    Και καταλήγει: "Τι ντροπή για την εποχή μας να παράγει βιβλία χωρίς διάρκεια!"



  • Με το προηγούμενο σχόλιο αναφερθήκαμε στις προφητικές νύξεις ενός γάλλου συγγραφέα. Ας δούμε και μια αναφορά του δικού μας Δ. Βικέλα, που εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά επίκαιρη. Λουκής Λάρας. Ο νεαρός Λουκής, με ένα ραβασάκι του προύχοντα Μαυρογένη (πατέρα της Μαντώς) ταξιδεύει, αν θυμάμαι καλά, στις Σπέτσες (ή μήπως στο Ναύπλιο;) και συναντά τον Φ. Νέγρη. Εκείνος, για χάρη του φίλου του "διορίζει" τον νεαρό Λουκή σε μια θέση γραμματέως, προσέξτε, α ν κ α ι ό τ α ν θα απελευθερωθεί η πόλη. Με άλλα λόγια, το πρώτο ρουσφέτι και ο πρώτος διορισμός στη χώρα μας καταλαβαίνουμε ότι έχουν συμβεί πριν καν αυτή αποκτήσει κρατική οντότητα!!!. Καμιά μιζέρια δεν είναι χωρίς ιστορία.

  • Στην προηγούμενη ανάρτηση, ένα κείμενο του 19ου αιώνα μιλούσε για το πρώτο, ως φαίνεται, ρουσφέτι και διορισμό στην ιστορία μας. Η πεζογραφία δίνει συχνά χαριτωμένες μαρτυρίες. Διαβάζοντας το δημοφιλέστερο διήγημα του Παπαδιαμάντη ("Όνειρο στο κύμα") βλέπει κανείς με έκπληξη ότι η βίαιη καταπάτηση των ακτών θάλλει από τις ημέρες εκείνες. Ο ευκατάστατος πατριός της Μοσχούλας (που ο νεαρός βοσκός τη βλέπει έκθαμβος, γυμνή στη θάλασσα, υπό το σελινόφως) έχει φράξει τον αιγιαλό, περικλείοντας τον πύργο και το τεράστιο κτήμα του. "...Ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων μέτρων την ακτή", ομολογεί το κείμενο. Πολύ πριν εγκατασταθούν οι σύγχρονες επαύλεις, τα θηριώδη ξενοδοχεία, οι ταβέρνες και τα λαικά αυθαίρετα, έχουμε τις πρώτες αναφορές για το φαινόμενο. Θέλω να πώ: "Αγανακτισμένοι" και μή, με αυτές ή με άλλες ερμηνείες για τις ευθύνες και τη μοίρα μας, διαθέτουμε ήθη και παραδόσεις που συχνά δίνουν ενδιαφέρουσες απαντήσεις.

  • Σταματώ την ανάγνωση στην σελ. 115, για να υπογραμμίσω αυτό το σημείο. Παίρνουμε συχνά ένα μολύβι όταν η λογοτεχνία, όπως εδώ, ταυτίζεται με την τέρψη και τον αιφνιδιασμό της μ ε τ α φ ο ρ ά ς. Γιατί, πώς αλλιώς πανηγυρίζει αυτή η εμπειρία παρά με το απρόσμενο άλμα του κοινότοπου σε έναν κόσμο πηγαίας ποίησης και ευφάνταστης αναγέννησης του καθημερινού; "...Είχα ανάγκη από τον θεό. Μου τον έδωσαν, τον πήρα χωρίς να καταλάβω πως τον ζητούσα. Φυτοζώησε μέσα μου για λίγο κι ύστερα πέθανε. Σήμερα, όταν μου μιλάνε γι αυτόν, λέω με το χωρίς τύψεις ύφος ενός γηραιού γόητα που συναντάει μια τέως καλλονή: 'Πριν από πενήντα χρόνια αν δεν είχε μεσολαβήσει αυτή η παρεξήγηση που μας χώρισε, κάτι θα μπορούσε να έχει γίνει μεταξύ μας' ".

  • Πολύ συχνά, πρόσωπα εντάχθηκαν σε ανοίκειους χώρους, τόσο που να μοιάζουν με το σώμα που μένει ξεσκέπαστο κάτω από την κοντή κουβέρτα. Δύσκολα καταλαβαίνουμε τ ι και π ώ ς σπρώχνει κάποιον στην "ομάδα" και τη σ χ ε τ ι κ ή της αλήθεια. Κατά μιαν έννοια, καμιά στέγη δεν μπορεί να σκεπάζει -όπως έλεγε ένας παλιός μου "δάσκαλος"- το ίδιο αποτελεσματικά τον κοντό και τον ψηλό, τον ωραίο και τον άσχημο, τον πλούσιο και τον φτωχό. Δεν χωρούν όλοι το ίδιο. Γι'αυτό, εκ προοιμίου, είναι αμφίβολη και ληξιπρόθεσμη η θαλπωρή κάθε "Εκκλησίας". Απ' τα πιο χαριτωμένα παραδείγματα είναι ο αριστοκράτης (και συγκεκριμένης ερωτικής κλίσεως) σκηνοθέτης Λουκίνο Βισκόντι, που ανήκε στο Κ.Κ.Ιταλίας. Το 1946, νομίζω, παρακολουθούσε μια συγκέντρωση του κόμματος για το Δημοψήφισμα που αφορούσε την τύχη της Μοναρχίας. Ο κομμουνιστής ομιλητής, αφού ανέπτυξε διάφορα, κατέληξε ως εξής. "...και εκτός των όσων είπα, σύντροφοι, πρέπει να αποφασίσουμε: εν τέλει, θέλουμε έναν ομοφιλόφιλο μονάρχη στη χώρα μας;". Ενώ το κοινό επευφημούσε ενθουσιασμένο, ο Βισκόντι, μπορούμε να υποθέσουμε, σκεπτόταν τη μεγάλη αλήθεια που γνώριζε: ότι οι συγγένειες επικυρώνονται με τις στενότερες και αμεσότερες ταυτίσεις. Εκείνες που παράγουν οι κλίσεις του σώματος και οι άλλες κυρίως, οι λεγόμενες πνευματικές.