Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Οι συγγραφείς σκέπτονται μόνο τα χρήματα

_


(Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το δοκίμιο του Αλεσάντρο Πιπέρνο Το δίλημμα του Ρασκόλνικοφ, στο οποίο ο συγγραφέας αναπτύσσει μια πρωτότυπη και παιγνιώδη θεωρία σχετικά με το ρόλο των χρημάτων και του πλούτου στη θεματολογία του μυθιστορήματος. Ο Πιπέρνο υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, στην «οικονομίστικη» άποψή του, ότι ο πραγματικός πρωταγωνιστής όλων των μεγάλων μυθιστορημάτων, από το Έγκλημα και τιμωρία μέχρι την Μαντάμ Μποβαρί, είναι το χρήμα. Ο Α.Π. είναι επηρεασμένος από τον πρωτοδιδάξαντα Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο οποίος στη διάρκεια μιας πανεπιστημιακής του παράδοσης είχε παρατηρήσει ότι οι ήρωες στο Αναζητώντας το χαμένο χρόνο του Μαρσέλ Προυστ δεν εργάζονται γιατί είναι εισοδηματίες...).

Μόνον ένα είδος όπως το μυθιστόρημα—συγχρόνως βρώμικο και σπινθηροβόλο, χυδαίο και μεγαλοπρεπές, κυνικό και αισθηματικό– θα μπορούσε να έχει ως κεντρικό άξονα το χρήμα. Τι πειράζει εάν αυτός ο φανταστικός πρωταγωνιστής παρουσιάζεται ως μια ήρεμη δύναμη (όπως συμβαίνει στον Τολστόι, τον Τζέιμς, την Γουλφ), ή ως μεγάλος απών (βλέπε Ντίκενς, Ντοστογιέφσκι, Ζολά). Αυτό που μετράει είναι ότι αρκεί να ανοίξει κανείς ένα μυθιστόρημα για να μυρίσει την οξεία και μουχλιασμένη μυρωδιά του. Τα μυθιστορήματα και τα χρήματα. Η τέλεια συνεργασία. Παρόλο που δεν διαθέτουν αξία αστραφτερή και σπάνια (όπως διαθέτουν το χρυσάφι ή τα διαμάντια) έχουν και τα δύο μια σαγηνευτικά αλληγορική, προωθητική δύναμη. Το χαρτί και το μελάνι από τα οποία είναι φτιαγμένα δεν έχουν τίποτα που να δικαιολογεί τη συγκίνηση που μας προκαλούν, όμως …

Τα ερωτικά χρέη

Μια ρομαντική αντίληψη υποχρεώνει τον αναγνώστη να θυμηθεί ότι η Έμμα Μποβαρί αυτοκτόνησε για ερωτικούς λόγους. Στην πραγματικότητα όμως το έκανε διότι οι εραστές της Λεόν και Ροντόλφ, δεν την βοήθησαν να αντιμετωπίσει τα χρέη της. Τα χρήματα που της αρνήθηκαν αυτοί οι δύο παλιάνθρωποι έγιναν αιτία απογοήτευσης και την έκαναν να πιστέψει ότι η αγάπη είναι ελλειματική.
Στα ηθικό-θρησκευτικά δράματα του Ντοστογιέφσκι, όπως και στα επικά μυθιστορήματα του Τολστόι, το χρήμα κατέχει σημαντική θέση. Τα χρήματα που κληρονομεί ο Πρίγκιπας Μίσκιν και ο Πιερ Μπεζούχοφ έχουν τη δύναμη να αποφασίσουν για την τύχη αυτών των δύο διάσημων απροσάρμοστων.
Από την άλλη, στο Έγκλημα και Τιμωρία, η διαδρομή του Ρασκόλινικοφ προς τη λύτρωση έχει ως αφετηρία ένα χρηματικό πρόβλημα. «Γιατί τα χρήματα που θα μου χρησίμευαν για να σώσω τη μικρή μου αδελφή από έναν ανάξιο γάμο βρίσκονται συγκεντρωμένα στα χέρια μιας γριάς τοκογλύφου και όχι στα δικά μου;» αναρωτιέται ο ήρωας μας. «Ποιος μου απαγορεύει να σκοτώσω τη γριά τοκογλύφο και να αρπάξω αυτό που, σε μια πιο δίκαιη κοινωνία, θα έπρεπε να μου ανήκει;».
Ιδού ο προβληματισμός του Ρασκόλνικοφ, συγγενικός με κάποιον ανάλογο δικό μας.
Το αμερικάνικο παράδειγμα είναι ακόμα πιο αντιπροσωπευτικό. Η συμβολική δύναμη που απέκτησε το χρήμα στις ΗΠΑ είναι πολύ ιδιαίτερη.
Ο Πόε εξηγούσε τη δύναμη του χρήματος στην αμερικάνικη κοινωνία με βάση το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, εφόσον δεν είχαν μια κληρονομική εξ αίματος αριστοκρατία, την καθιέρωσαν με θεμέλιο το δολάριο. Αυτή η οπτική με πείθει απόλυτα εάν συνδυασθεί με ένα χαριτωμένο διήγημα του Μαρκ Τουέιν, Το χαρτονόμισμα του ενός εκατομμυρίου στερλινών: το κείμενο αφηγείται την ιστορία ενός εξαθλιωμένου στον οποίο δύο πλούσιοι χαροκόποι δανείζουν ένα χαρτονόμισμα απίστευτης αξίας, σίγουροι ότι δεν θα μπορέσει να το χρησιμοποιήσει με κανένα τρόπο, διότι κανένας δεν θα θελήσει να του το εξαργυρώσει. Όμως η εγγυημένη πίστωση που παρέχει αυτό το χαρτονόμισμα θα του επιτρέψει να γίνει πλούσιος. Ποτέ δεν κατάλαβα εάν αυτό το διήγημα του Τουέιν ήταν σάτιρα του αμερικανικού συστήματος ή μια ειρωνική απολογία, πάντως εξηγούσε πώς η πίστωση, σε εκείνη την κοινωνία, είχε ακόμα μεγαλύτερη αξία από το ίδιο το χρήμα. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Σαρλ Μποντλέρ, θλιμμένος από την ένδειά του και δηλωμένος εχθρός των ΗΠΑ, είχε γράψει κάποιες δεκαετίες πριν από τον Τουέιν, ότι τα χρήματα είναι άχρηστα, νιώθοντας καταπιεσμένος από τη μισητή καπιταλιστική κοινωνία. Το σημαντικό είναι να μπορείς να έχεις «απεριόριστη πίστωση». Την πρόκληση αυτή εκτίμησε ο Κόμης Ρομπέρ ντε Μοντεσκιού-Φρεζενάκ —ο διάσημος, εκκεντρικός δανδής του τέλους του αιώνα, πρότυπο έμπνευσης καλλιτεχνών του μεγέθους ενός Υσμάν, Μπολντίνι, Γουίστλερ, Προυστ— ο οποίος συνήθιζε να λέει: «είναι τόσο λυπηρό να μην έχεις χρήματα ώστε το να στερείσαι πράγματα από την έλλειψή τους είναι όντως ανυπόφορο». Ναι, ο Μοντεσκιού ήταν καταχρεωμένος, αλλά ήξερε ότι εάν δεν δανειζόταν από παντού, η παραμυθένια του ζωή θα έχανε το νόημα της. Αυτό προσθέτει άλλο ένα στοιχείο στο θέμα μας. Τα χρήματα έχουν την ικανότητα να μεταμορφώνουν τους ανθρώπους. Περισότερο και από τον έρωτα, του οποίου η παραισθησιογόνα δύναμη ατονεί πολύ γρήγορα.
Σχετικά με αυτό το ζήτημα –όσον αφορά την καταλυτική δύναμη των χρημάτων, που με την πάροδο κάποιων γενεών, αλλάζουν ακόμα και τα σωματικά χαρακτηριστικά μιας οικογένειας, εξευγενίζοντάς τα– είχαν αντικρουόμενες απόψεις οι δύο πρώιμοι πρωταγωνιστές της αποκαλούμενης Lost Generation: ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ και ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Ο πρώτος κατηγορούσε τον δεύτερο ότι είχε εξιδανικεύσει τους πλούσιους. Ναι, τελοσπάντων, για τον Χέμινγουεϊ οι πλούσιοι δεν ήταν εκείνη η Άρεια φυλή, Ολύμπιοι θεοί, που ασχολούνταν με παράξενες τελετουργίες στους κήπους τεράστιων επαύλεων στο Λονγκ Άιλαντ, όπως τους είχε περιγράψει ο Φιτζέραλντ στα μυθιστορήματά του. Οι πλούσιοι για τον Χέμινγουεϊ, ήσαν, απλούστατα, μέτρια άτομα. «Ναι, Σκοτ, η μόνη διαφορά που έχουμε με τους πλούσιους», έλεγε ο Χέμινγουεϊ στον λεπτεπίλεπτο φίλο του, «είναι ότι αυτοί διαθέτουν χρήματα».


Ανθρωπολογία του δολαρίου

Μόνον σ’ αυτό, αλήθεια, διαφέρουν οι πλούσιοι από τους φτωχούς; Στα χρήματα; Τα χρήματα είναι η λυδία λίθος των πάντων; Δεν υπάρχει κάτι άλλο πίσω από το χρήμα; Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Πρέπει όμως συγχρόνως να μελετήσουμε τη δύναμη που έχουν τα χρήματα να διαπλάσουν την προσωπικότητα, κυρίως όσων τα έχουν κληρονομήσει. Ίσως τότε ο Φιτζέραλντ να μην είχε άδικο όταν επεσήμανε ανθρωπολογικές διαφορές ανάμεσα στον ίδιο και τους εκατομμυριούχους του Λονγκ Άιλαντ: κάτι σαν γαλάζιο φράγμα, ανυπέρβλητο γι’ αυτόν, πίσω από το οποίο ζούσαν εκείνα τα παράξενα κομψά εκτοπλάσματα, όμοια με μυθικούς θεούς παρά με ανθρώπους από σάρκα και οστά.
Ανάλογο δράμα είχε ζήσει έναν αιώνα νωρίτερα ένα άλλο πολύ φιλόδοξο παλιόπαιδο: ο Λισιέν ντε Ριμπεμπρέ, ο πρωταγωνιστής των Χαμένων ονείρων του Μπαλζάκ, ο οποίος κατά την ταπεινωτική είσοδο του στην κοινωνία ενός σπινθηροβόλου Παρισιού, είχε ξαφνικά καταπλακωθεί από το βάρος της κοινωνικής και οικονομικής του ανεπάρκειας: «κοιτώντας αυτές τις χαριτωμένες μπαγκατέλες, των οποίων ο Λισιέν δεν υποψιαζόταν καν την ύπαρξη, παρουσιάστηκε μπροστά του ο κόσμος των περιττών αναγκών, και αυτός ανατρίχιασε στη σκέψη του τεράστιου κεφαλαίου που χρειαζόταν για να κατακτήσει την κοινωνική θέση του ωραίου νεαρού!».
Ναι, «ο κόσμος των περιττών αναγκών». Πώς να το πούμε καλύτερα; Ορίστε αυτό που ο Χέμινγουεϊ δεν κατανοούσε και ο Φιτζέραλντ δεν μπορούσε να του εξηγήσει.

Η επιτυχία είναι ρομαντική υπόθεση

Από την άλλη πλευρά, η ζωή θα δικαίωνε τον δεύτερο! Στη δεκαετία του ‘30, όταν το άστρο του σκοτείνιασε από την καταιγίδα της Μεγάλης Ύφεσης και εκείνος έκανε μια απογραφή των νεανικών του επιτυχιών, μπόρεσε τότε να συνειδητοποιήσει πώς η πρώιμη επιτυχία τον είχε ξεγελάσει σχετικά με το ότι η ζωή «είναι ένα ρομαντικό γεγονός». Τώρα, ίσως, θα έπρεπε να αναλύσουμε τα χαρακτηριστικά της επιτυχίας και να σημειώσουμε ότι αυτή η τελευταία συνήθως συνοδεύεται από τα χρήματα, και συγχρόνως σου επιτρέπει να έρθεις σε επαφή με πλουσίους, οι οποίοι θέλουν να περιβάλλονται από άτομα επιτυχημένα όπως και εσύ. Εν κατακλείδι, ο Φιτζέραλντ συνειδητοποιεί τα πάντα: αυτό που ενώνει τους διάσημους με τους πλουσίους στηρίζεται στην άποψη ότι η ζωή μπορεί να είναι μια «ρομαντική ιστορία». Πάνω σε αυτήν την πεποίθηση εδραιώνουν οι πλούσιοι την διαφορετικότητα τους: το ότι έχουν ζήσει από τις πρώτες στιγμές της ζωής τους σε ένα ρομαντικό περιβάλλον. Από αυτό προκύπτει ότι τα χρήματα είναι ο απλούστερος δρόμος για την εγγύηση ενός ρομαντικού μέλλοντος του οποίου ο χειρότερος εχθρός είναι η φτώχεια. Να γιατί τα μυθιστορήματα και τα χρήματα είναι αλληλέγγυα.
Ένα τελευταίο παράδειγμα;
Αναρωτιέμαι τι θα είχε κάνει ο Χανς Κάστορπ (ήρωας του Τόμας Μαν στο Μαγικό Βουνό) για να φέρει σε πέρας την λογοτεχνική περιπέτεια που τόσο μας γοητεύει, εάν κάποιος δεν είχε φροντίσει να πληρώσει την ετήσια δαπάνη στο πολυτελές σανατόριο όπου είχε αυτοπεριορισθεί!

ΑΛΕΣΑΝΤΡΟ ΠΙΠΕΡΝΟ

Απόδοση για το «Δ»: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ



Το κείμενο αυτό θα περιλαμβάνεται στο επόμενο (Νο 173-174) τεύχος του ΔΕΝΤΡΟΥ. Ο Αλεσάντρο Πιπέρνο γεννήθηκε στη Ρώμη το 1972. Είναι πεζογράφος και κριτικός λογοτεχνίας. Εκτος από μυθιστορήματα έχει γράψει και ένα γνωστό δοκίμιο για τον αντιεβραϊσμό του Μαρσέλ Προυστ .




Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Ο Τζον Απντάικ για τον Τέρνερ



Πριν από λίγα χρόνια, με την ευκαιρία της έκθεσης έργων του μεγάλου άγγλου ζωγράφου-τοπιογράφου Τζόζεφ Μάλορντ Γουίλιαμ Τέρνερ (1775-1851) στην Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσινγκτον, ο σχετικά πρόσφατα εκλιπών αμερικανός πεζογράφος Τζον Απντάικ έγραψε ορισμένες σκέψεις για την τέχνη και την προσωπικότητά του «Ελάχιστοι βρετανοί καλλιτέχνες, πριν από αυτόν, προκάλεσαν τόσες διχογνωμίες για το έργο τους κατά τη διάρκεια της ζωής τους ή έδωσαν τόσες αφορμές για ατέλειωτες συζητήσεις. Οι σύγχρονοί του συμφωνούσαν ότι ως προσωπικότητα δεν έδινε την καλύτερη εντύπωση. Κάποιος είχε παρατηρήσει ότι ‘με την πρώτη ματιά ο Τέρνερ δημιουργούσε την εικόνα ενός δύστροπου κοντού άντρα’, ενώ κάποιος άλλος σημείωνε ότι ‘αυτός ο άνθρωπος πρέπει να αγαπιέται για τα έργα του, διότι το παρουσιαστικό του δεν εντυπωσιάζει’. Ο Τζον Κόνσταμπλ, ο οποίος ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερός του αλλά πολύ πιο ικανός από εκείνον στην επιτυχία, είχε πει αφού τον συναναστράφηκε: ‘είναι αδέξιος αλλά διαθέτει τρομερό μυαλό’. Ο Τέρνερ δεν έδινε την εντύπωση μεγάλου ζωγράφου, αλλά κανένας, σίγουρα κανένας, άλλος βρετανός τοπιογράφος δεν είχε φιλοδοξίες μεγαλείου τόσο εμφανείς, και παραγωγή πυρετική όσο αυτός.


Ενάμισι αιώνα μετά το θάνατο του Τέρνερ, το 1851, οι αλλαγές του γούστου προκάλεσαν σκεπτικισμό απέναντι στην αξία του έργου του: οι τελευταίοι, σχεδόν αφηρημένοι πίνακές του κατακτούν την καρδιά μας, παρόλο που οι σύγχρονοι κριτικοί γελούν σαρδόνια επικρίνοντας. Τα πρώτα του έργα που τον έκαναν διάσημο και πλούσιο (τοπία με μυθολογικά θέματα, θαλασσογραφίες, πύργοι, Άλπεις, αγγλικά εξοχικά σπίτια) μας απωθούν με την καφετιά μεγαλοπρέπειά τους. Φαίνονται τόσο μελοδραματικά, ενώ ορισμένοι πίνακες όπου το πινέλο του αφιερώθηκε στην ανάδειξη κάποιων κρυφών χρυσαφένιων αποχρώσεων, εντυπωσιάζουν με τη δροσιά και τους απίστευτα χαμηλούς τόνους. Όταν αυτά τα αδιάθετα κομμάτια που κανένας δεν είχε δει από την τεράστια συλλογή Τέρνερ, κληροδοτημένα από τον ίδιο στην Τέιτ Γκάλερι, παρουσιάσθηκαν δημόσια για πρώτη φορά το 1906, ένας κριτικός είχε πει το εξής: «Πρώτη φορά βλέπουμε τον Τέρνερ!» Ένας άλλος έγραψε: «Ο Τέρνερ, στην τελευταία του περίοδο, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον προγενέστερό του καλλιτέχνη, ζωγράφιζε όχι τόσο τα αντικείμενα που έβλεπε όσο το φως που έπαιζε γύρω τους».


Ο Τέρνερ ήταν γιός ενός κουρέα του Κόβεντ Γκάρντεν και μιας μητέρας η οποία αφού δηλητηρίασε τη ζωή του άντρα της, κατέληξε στο τρελοκομείο, σε ηλικία μόνον 61 ετών, όταν ο μοναχογιός της ήταν στα 25. Σε ηλικία 12 ετών ο Τέρνερ έκανε αρχιτεκτονικά σχέδια και δούλευε σε ένα τυπογραφείο ανακατεύοντας χρώματα. Κάποια από τα πρώτα του έργα είχαν πουληθεί στο μαγαζί του πατέρα του για δυο-τρία σελίνια το καθένα. Σε ηλικία 14 ετών μπήκε στη Βασιλική Ακαδημία, που προσέφερε δωρεάν φοίτηση σε καλλιτέχνες και έζησε εκεί, σε απόσταση λίγων βημάτων από το σπίτι του. Ο Τζον Ράσκιν, ο σημαντικότερος μελετητής του Τέρνερ, υποστηρίζει ότι «Ο Τέρνερ, υπέφερε πολύ από τα μαθήματα της Βασιλικής Ακαδημίας και έκανε τριάντα χρόνια να αποβάλει την επιρροή τους». Πάντως η φοίτηση του αγοριού στη Βασιλική Ακαδημία το ωφέλησε, αφού το καθιέρωσε με τη βοήθεια των ετήσιων εκθέσεων των έργων του...

Απόδοση για το «Δ»: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ

Τρίτη, 03 Νοεμβρίου 2009

Bαλκάνιος ταξιδιώτης















Πλατεία σιδηροδρομικού σταθμού στο Βελιγράδι


Πίνουμε καφε στον πεζόδρομο, σε ένα γνωστό φοιτητικό στέκι, ακριβώς απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Παρασκευή απόγευμα. Μας κάνουν εντύπωση οι πολλές και πολυπρόσωπες μπάντες μουσικών, με πνευστά που βρίσκονταν στην κεντρική είσοδο του σταθμού. Το σχολιάσαμε. Τι κάνουν εδώ όλοι αυτοί οι μουσικοί; Ένας ψηλός άντρας με φαρδύ μουστάκι, δίκοχο του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου στο κεφάλι και ένα μικρό σακίδιο, πλησία­σε μια από τις μπάντες. Κάτι είπαν μεταξύ τους και, μπροστά αυτός και πίσω η μπάντα, μπήκαν στην αίθουσα του σταθμού. Πληρώσαμε γρήγορα τους καφέδες και τρέξαμε στο σταθμό με την κάμερα. Στην αποβάθρα ο ψηλός με το μουστάκι και το δίκοχο χορεύει, η μπάντα παίζει χορευτικούς σκοπούς και μοιράζουν μπίρες στον κόσμο που κοιτάζει από γύρω. Είπαμε, καταπληκτική εικόνα και ετοιμαστήκαμε να το κινηματογραφήσουμε. Ο τύπος μας έγνεψε «όχι». Μας κέρασαν κι εμάς μπύρες. Το τρένο σφύριξε αναχώρηση. Έκανε νόημα. Η μπάντα σταμάτησε να παίζει, τους πλήρωσε, πλήρωσε και τις μπύρες. Ανέβηκε στο τρένο, εμφανίστηκε στο παράθυρο. Η μπάντα άρχισε να παίζει ένα τραγούδι αποχωρισμού. Αυτός χαιρετούσε, μέχρι που χάθηκε στη στροφή. Ρωτήσαμε πού πηγαίνει αυτός ο άνθρωπος και τι είναι όλα αυτά. Η απάντηση του επικεφαλής της μπάντας: «Πάει στο χωριό του για σαββατοκύριακο».


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΡΥΩΝΑΣ


To κείμενο αυτό του Απόστολου Κρυωνά περιέχεται στη σχολιογραφία του τελευταίου τεύχους του Δέντρου (νο 171-172)

Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009

Το καινούργιο τεύχος του Δέντρου

-

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ νο 171-172.

Αφιέρωμα στον ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ

30 συγγραφείς ξαναδιαβάζουν το έργο ενός σύγχρονου ρομαντικού

Το τεύχος συνοδεύει ένα CD με ανάγνωση ποιημάτων του ποιητή από τον ηθοποιό ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΤΑΛΕΙΦΟ

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Η τελευταία θλίψη του Γκαίτε


Ο Θεός υπαγόρευσε την πρώτη εντολή στον Μωυσή μόλις εκείνος είχε φτάσει στο όρος Σινά: «Μην ερωτευθείς». Τα 2.244 μέτρα του όρους, είχαν όμως κουράσει τον προφήτη, ο οποίος έτσι έχασε τη σημαντικότερη θεϊκή εντολή και καταδίκασε σε δυστυχία άνδρες και γυναίκες. Ο έρωτας πηγάζει από τον πόνο. Αυτό σκέπτεται ο Γκαίτε στο νέο μυθιστόρημα του Μάρτιν Βάλζερ Ένας ερωτευμένος άντρας, βιβλίο το οποίο, όπως συχνά συμβαίνει με την υπογραφή Βάλζερ, προκάλεσε σκάνδαλο.
Το 1823 στο Μαρίενμπαντ, θέρετρο της Βοημίας, η Ουλρίκε φον Λέβετσοφ, γοητευτική νέα, 19 ετών, κινητοποίησε για τελευταία φορά ερωτικά τον Γκαίτε, όταν ο συγγραφέας του Φάουστ ήταν πλέον 74 ετών. Ο Βάλζερ, ήδη ογδοντάχρονος και πλέον, μπαίνει στο μυαλό και τις αγωνίες του μεγάλου ποιητή και μεταμορφώνεται σε Γκαίτε, ξαναζεί τον έρωτα του ηλικιωμένου για τη νεαρή, ξαναγράφει τις επιστολές του προς την Ουλρίκε, που εκείνη έκαψε μόλις πριν πεθάνει, 76 χρόνια αργότερα. «Σκέφτηκα ότι ήμουν ο Γκαίτε», λέει ο Βάλζερ, πονώντας στην πλάτη, άβολα καθισμένος στον καναπέ του ωραίου του σπιτιού στην όχθη της λίμνης στην Κωνσταντία. «Έγραψα τις επιστολές, τις οποίες ορισμένοι καθηγητές υποστηρίζουν ότι δεν είχα δικαίωμα να τις γράψω. Για μένα όμως δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, δεν δίστασα καθόλου. Ακόμα και ο ίδιος ο Γκαίτε γράφοντας ταύτισε τον εαυτό του με τον Τορκουάτο Τάσο: κανένας δεν υποστήριξε ότι απέτυχε. Με τον ίδιο τρόπο μπορώ και εγώ να συμπεριφερθώ απέναντι στον Γκαίτε όπως έκανε εκείνος με τον Τάσο: γνωρίζω τον έρωτά του, γνωρίζω τον πόνο του».
O Γκαίτε, ήδη διάσημος και τιμημένος σε όλη την Ευρώπη, υποφέρει διότι το πάθος και η πρόταση γάμου προς την Ουλρίκε δεν γίνονται δεκτά από την οικογένεια της – όχι ευθέως, αλλά ίσως έτσι είναι ακόμα πιο δυσάρεστη η απόρριψη. Είχε γνωρίσει την Ουλρίκε το 1821, όταν εκείνη ήταν 17 ετών. Αυτή ακριβώς η δυστυχία επέτρεψε στον Βάλζερ να φανταστεί και να υλοποιήσει το μυθιστόρημα. Μετά τις διακοπές, επιστρέφοντας στη Βαϊμάρη, ο Γκαίτε γράφει την Ελεγεία του Μαρίενμπαντ. Κατά τον Βάλζερ, «ίσως το σπουδαιότερο γερμανικό ποίημα πάνω στον έρωτα: από εκεί άντλησα τον πόνο και το πάθος, και από εκεί μπόρεσα να κατανοήσω και να αναδημιουργήσω τη γυναίκα, την Ουλρίκε», για την οποία υπάρχουν ελάχιστες ιστορικές πληροφορίες, «και κατάλαβα ότι ο Γκαίτε δεν δέχεται να μένει μακριά της, κάνει τους άλλους να το πιστέψουν, και δεν υποχωρεί, παρόλη του τη δυστυχία. Αυτό είναι το σημαντικότερο στοιχείο του βιβλίου μου». Διεισδύοντας στο μυαλό του Γκαίτε από το παράθυρο της ποίησής του, ο Βάλζερ μπόρεσε έτσι να μελετήσει – με φιλόδοξους στόχους – τον έρωτα του ηλικιωμένου για μία νεαρή γυναίκα, θέμα που είχε ήδη χειριστεί στο παρελθόν.




















Ο Βάλζερ ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει γιατί αυτό συμβαίνει: ο ηλικιωμένος αναζητά την αθανασία ή επιθυμεί να ξαναζήσει την εφηβεία του; «Δεν είμαι υπηρεσία πληροφοριών για ερωτικά θέματα – υπογραμμίζει – Πιστεύω όμως ότι στα 25 του σπάνια αναρωτιέται κανείς για τα αίτια του έρωτα. Τον εμπιστεύεται, έχει τη σιγουριά των συναισθημάτων. Αντίθετα σε προχωρημένη ηλικία, γνωρίζουμε πολύ λιγότερο το λόγο για τον οποίο μας αγαπάνε. Στη ζωή ο έρωτας είναι μια αναζήτηση, δεν είναι κάτι το σταθερό και πάντοτε αμετακίνητο. Είναι κάτι το διαλεκτικό, που πηγαίνει από το ένα άκρο στο άλλο, όπως η θρησκεία. Ο Κίρκεγκαρντ υποστήριζε ότι το μεγαλείο της πίστης βρίσκεται μέσα στο μεγαλείο της απιστίας. Το ίδιο ισχύει και για τον έρωτα: όσο πιο μεγάλος είναι τόσο μεγαλύτερες είναι οι αμφιβολίες».
Ακόμα και το αίσθημα της Ουλρίκε για τον ηλικιωμένο δεν εξηγείται: τον φιλάει, του μιλάει, τον αφήνει να της κάνει κόρτε, ενίοτε τον αναζητά. «Είδα πριν από λίγο καιρό μια διαφήμιση σε ένα τρένο –αφηγείται ο Βάλζερ– έλεγε ότι η επιτυχία κάνει τον άνθρωπο σεξουαλικά ελκυστικό. Ιδού το πρόβλημα του Γκαίτε». Η νεαρή κοπέλα είναι ερωτευμένη με τη φήμη του; «Δεν γνωρίζω εάν τα πράγματα ήταν όπως σήμερα –απαντάει– κάθε γενίκευση είναι και πλαστογράφηση των συναισθημάτων: ίσως αυτό μπορούν να το κάνουν οι κοινωνιολόγοι, ίσως μπορούν να δώσουν μια απάντηση, αλλά είναι αδύνατον να περιγράψουν επακριβώς άτομα με σάρκα και οστά». Εκείνη ίσως ελκύεται από τη μεγαλοφυΐα; «Ο ίδιος ο Γκαίτε θα ήθελε να το ξέρει. Επιθυμεί να τον αγαπούν, αλλά μέχρις εκεί. Βλέπει τον έρωτα χωρίς μέλλον, σαν ένα φαινόμενο που μοιάζει με το θάνατο».
Έρωτας ως πηγή δυστυχίας, ακριβώς. Με αυτήν την έννοια, κατά τον Βάλζερ, είναι αδύνατο να φανταστούμε μεγαλύτερο έρωτα από αυτόν: δηλαδή αίσθημα μεταξύ δύο ατόμων με τεράστια διαφορά ηλικίας, γεμάτο ερωτηματικά, ανασφάλειες και άγχη. Και αναφέρει τον Μωυσή που δεν άκουσε την πρώτη εντολή και έκανε τη ζωή της ανθρωπότητας αφόρητη.
Οι θεωρίες αυτές προκάλεσαν σκάνδαλο και πολεμικές. Η συζήτηση που ξεκίνησε από τις εφημερίδες αφορά τον Γκαίτε και τα αισθήματά του, αναλύει τη σχέση έρωτα και πόνου, θέτει το ερώτημα κατά πόσον ο έρωτας βρίσκεται στη βάση της λογοτεχνίας. Και φυσικά, κορυφώνεται όταν φτάνουμε στη διαφορά ηλικίας των πρωταγωνιστών του ειδυλλίου.
«Όσες κριτικές προέρχονται από γυναίκες – λέει ο Βάλζερ – βλέπουν στη σχέση ανάμεσα σε έναν ηλικιωμένο και μια νεαρή το σκάνδαλο, τη ντροπή, τη βιολογική πλευρά, την αισθητική, την ηθική. Διότι η αναπαραγωγή δεν είναι πλέον δυνατή ανάμεσα τους. Όμως αυτή η άποψη κινδυνεύει να είναι ρατσιστική: ακόμα και ένας μαύρος που ζει με μια λευκή γυναίκα προκαλεί ρατσιστικές αντιδράσεις. Είναι το ίδιο πράγμα».
Ο Βάλζερ είναι από τους σημαντικότερους ζώντες γερμανούς συγγραφείς. Για ορισμένους ο σημαντικότερος. Αμφισβητούμενος, μερικές φορές και πολύ μάλιστα, αλλά φερώνυμος, σε μια Γερμανία που πάντα είναι ευαίσθητη στη διασταύρωση της φιλοσοφίας με τη λογοτεχνία. Ακόμα και αυτό το βιβλίο του μας αναστατώνει: παρουσιάζει μια χώρα αντιμέτωπη με τις κρίσεις της και την καθημερινότητα της ζωής, με αφορμή θέματα διαχρονικά και θεμελιώδη, υποστηρίζοντας ότι στον 21ο αιώνα και την παγκοσμιοποιημένη υφήλιο συνεχίζει να δρα μια εκρηκτική δύναμη, η ευρωπαϊκή και δυτική ιδέα του έρωτα.
Μερικοί τον θεωρούν πολύ «γερμανό» συγγραφέα, επειδή δέκα χρόνια πριν, σε μια βαρυσήμαντη ομιλία του αναφορικά με το θέμα της οικοδόμησης του εβραϊκού μνημείου στο Βερολίνο, είχε μιλήσει για «βιομηχανία του Ολοκαυτώματος», για «εκμετάλλευση των ατυχιών μας» και είχε φυσικά κατηγορηθεί για αντισημιτισμό. Την τελευταία αυτή άποψη, την οποία ο Βάλζερ, ελεύθερο πνεύμα, «ούτε δεξιός, ούτε αριστερός», αισθάνεται ακόμα να τον κατατρέχει, δεν την αρνείται. Αντίθετα. Όμως δεν δέχεται τον χαρακτηρισμό «πολύ γερμανός». Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στον Μπαλζάκ, τον Σταντάλ, τον Σιλόνε, τον Στρίντμπεργκ, τον Ντοστογιέφσκι. Λέει ότι τώρα του αρέσει ο συμπατριώτης του Κάρλ Χάιντς Οτ, όπως και ο αμερικανός Ντένις Τζόνσον.
Μιλώντας για λογαρισμό ενός παγκόσμιου πνεύματος, όπως αυτό του Γκέτε, περί του έρωτα, κάνει μια χειρονομία η οποία ξεπερνά κατά πολύ τη φιλοδοξία ενός απλού γερμανού συγγραφέα.

Ντανίλο Τάινο


To κείμενο αυτό θα δημοσιευθεί σε προσεχές τεύχος του περιοδικού Το Δέντρο. Ο Μάρτιν Βάλζερ γεννήθηκε στη Γερμανία το 1927. Είναι πεζογράφος, διάσημος για τα πορτρέτα των μυθιστορηματικών αντιηρώων του. Ο Ντανίλο Τάινο είναι ιταλός δημοσιογράφος, ανταποκριτής της Κοριέρε ντε λα Σέρα στο Βερολίνο

Απόδοση για το «Δ»: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Olga Boznanska

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

H άποψη του Ιησού


Μικρό απόσπασμα από το τελευταίο μυθιστόρημα

του Νόρμαν Μέιλερ Το Κατά Υιόν Ευαγγέλιο


Εκείνες τις ημέρες μόλις είχα φτάσει στη Ναζαρέτ, για να με βαφτίσει ο Ιωάννης στον Ιορδάνη ποταμό. Το Ευαγγέλιο του Μάρκου υποστηρίζει ότι όταν βγήκα από το νερό, άνοιξαν οι ουρανοί και είδα «να κατέρχεται το Άγιο Πνεύμα εν είδει περιστεράς». Μια δυνατή φωνή μού είπε: «Εσύ είσαι ο αγαπητός μου Υιός». Στη συνέχεια το Άγιο Πνεύμα με οδήγησε στην έρημο, όπου παρέμεινα σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες και δοκιμάστηκα από τον Σατανά.


Το Ευαγγέλιο του Μάρκου, το οποίο δεν θα τολμούσα να πω ότι είναι λανθασμένο, κάπως υπερβάλλει. Όσο για εκείνα του Ματθαίου, του Λουκά και του Ιωάννη, θα ήμουν ακόμα πιο επιφυλακτικός, καθότι αποδίδουν λόγια τα οποία ποτέ μου δεν πρόφερα και με έχουν περιγράψει ως ήπιο χαρακτήρα, ακόμα και όταν ήμουν έξαλλος. Οι αφηγήσεις τους γράφτηκαν πολλά χρόνια μετά το θάνατό μου και αρκούνται στο να επαναλαμβάνουν τα όσα τους είχαν αφηγηθεί κάποια ηλικιωμένα άτομα. Πολύ ηλικιωμένα. Δεν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί αυτές τις αφηγήσεις, έτσι όπως δεν μπορεί να στηριχτεί σε ένα δεντράκι που θα ξεριζωνόταν και θα παρασυρόταν μακριά, από τον αέρα.


Θέλω λοιπόν να ακουσθεί η άποψή μου. Σε όσους αναρωτηθούν πώς τα λόγια μου έφτασαν μέχρις εδώ, θα απαντούσα ότι πρέπει να θεωρηθεί σαν ένα μικρό θαύμα. (Έτσι κι αλλιώς το Ευαγγέλιό μου θα μιλάει για θαύματα). Γι’ αυτό δεν θα ήθελα να απομακρυνθώ πολύ από την αλήθεια. Ο Μάρκος, ο Ματθαίος, ο Λουκάς και ο Ιωάννης προσπαθούσαν να αυξήσουν το ποίμνιό τους. Το ίδιο ισχύει και για τα Ευαγγέλια που έγραψαν άλλα πρόσωπα. Μερικά από αυτά απευθύνονταν μονάχα στους Ιουδαίους που είχαν την πρόθεση να με ακολουθήσουν μετά τον θάνατό μου. Εφόσον ο καθένας προσπαθούσε να ενδυναμώσει τη δική του Εκκλησία, πώς ήταν δυνατόν να μην μπερδέψει την αλήθεια με το ψέμα; Στη συνέχεια επικράτησε όλων αυτών μόνο μία Εκκλησία, η οποία επέλεξε τέσσερα Ευαγγέλια, καταδικάζοντας τα υπόλοιπα διότι είχαν σκεπάσει «θεία και άσπιλα λόγια» με «αναίσχυντα ψεύδη».


Είναι, πάντως, αλήθεια ότι και σα­ράντα αντί για τέσσερα να ήταν τα επιλεγμένα Ευαγγέλια, δεν θα έφταναν. Διότι μια αλήθεια παρούσα στο ένα, σίγουρα θα έχει θαφτεί στο άλλο. Αυτό που έχω να πω είναι ότι δεν πρόκειται για μια απλή ιστορία, χωρίς εκπλήξεις. Είναι όμως αληθινή, τουλάχιστον από ό,τι μπορώ εγώ ο ίδιος να θυμηθώ.


ΝΟΡΜΑΝ ΜΕΪΛΕΡ


Απόδοση για το «Δ»: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ


Από το καινούριο τεύχος του Δέντρου, νο 171-172, που θα κυκλοφορήσει στα μέσα Οκτωβρίου.


Νόρμαν Μέιλερ (1923-2007) υπήρξε ένας από τους διασημότερους και πολυγραφότερους αμερικανούς συγγραφείς της γενιάς του. Το Κατά Υιόν Ευαγγέλιο πρωτοδημοσιεύτηκε το 1997.