Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Ο Τζον Απντάικ για τον Τέρνερ



Πριν από λίγα χρόνια, με την ευκαιρία της έκθεσης έργων του μεγάλου άγγλου ζωγράφου-τοπιογράφου Τζόζεφ Μάλορντ Γουίλιαμ Τέρνερ (1775-1851) στην Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσινγκτον, ο σχετικά πρόσφατα εκλιπών αμερικανός πεζογράφος Τζον Απντάικ έγραψε ορισμένες σκέψεις για την τέχνη και την προσωπικότητά του «Ελάχιστοι βρετανοί καλλιτέχνες, πριν από αυτόν, προκάλεσαν τόσες διχογνωμίες για το έργο τους κατά τη διάρκεια της ζωής τους ή έδωσαν τόσες αφορμές για ατέλειωτες συζητήσεις. Οι σύγχρονοί του συμφωνούσαν ότι ως προσωπικότητα δεν έδινε την καλύτερη εντύπωση. Κάποιος είχε παρατηρήσει ότι ‘με την πρώτη ματιά ο Τέρνερ δημιουργούσε την εικόνα ενός δύστροπου κοντού άντρα’, ενώ κάποιος άλλος σημείωνε ότι ‘αυτός ο άνθρωπος πρέπει να αγαπιέται για τα έργα του, διότι το παρουσιαστικό του δεν εντυπωσιάζει’. Ο Τζον Κόνσταμπλ, ο οποίος ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερός του αλλά πολύ πιο ικανός από εκείνον στην επιτυχία, είχε πει αφού τον συναναστράφηκε: ‘είναι αδέξιος αλλά διαθέτει τρομερό μυαλό’. Ο Τέρνερ δεν έδινε την εντύπωση μεγάλου ζωγράφου, αλλά κανένας, σίγουρα κανένας, άλλος βρετανός τοπιογράφος δεν είχε φιλοδοξίες μεγαλείου τόσο εμφανείς, και παραγωγή πυρετική όσο αυτός.


Ενάμισι αιώνα μετά το θάνατο του Τέρνερ, το 1851, οι αλλαγές του γούστου προκάλεσαν σκεπτικισμό απέναντι στην αξία του έργου του: οι τελευταίοι, σχεδόν αφηρημένοι πίνακές του κατακτούν την καρδιά μας, παρόλο που οι σύγχρονοι κριτικοί γελούν σαρδόνια επικρίνοντας. Τα πρώτα του έργα που τον έκαναν διάσημο και πλούσιο (τοπία με μυθολογικά θέματα, θαλασσογραφίες, πύργοι, Άλπεις, αγγλικά εξοχικά σπίτια) μας απωθούν με την καφετιά μεγαλοπρέπειά τους. Φαίνονται τόσο μελοδραματικά, ενώ ορισμένοι πίνακες όπου το πινέλο του αφιερώθηκε στην ανάδειξη κάποιων κρυφών χρυσαφένιων αποχρώσεων, εντυπωσιάζουν με τη δροσιά και τους απίστευτα χαμηλούς τόνους. Όταν αυτά τα αδιάθετα κομμάτια που κανένας δεν είχε δει από την τεράστια συλλογή Τέρνερ, κληροδοτημένα από τον ίδιο στην Τέιτ Γκάλερι, παρουσιάσθηκαν δημόσια για πρώτη φορά το 1906, ένας κριτικός είχε πει το εξής: «Πρώτη φορά βλέπουμε τον Τέρνερ!» Ένας άλλος έγραψε: «Ο Τέρνερ, στην τελευταία του περίοδο, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον προγενέστερό του καλλιτέχνη, ζωγράφιζε όχι τόσο τα αντικείμενα που έβλεπε όσο το φως που έπαιζε γύρω τους».


Ο Τέρνερ ήταν γιός ενός κουρέα του Κόβεντ Γκάρντεν και μιας μητέρας η οποία αφού δηλητηρίασε τη ζωή του άντρα της, κατέληξε στο τρελοκομείο, σε ηλικία μόνον 61 ετών, όταν ο μοναχογιός της ήταν στα 25. Σε ηλικία 12 ετών ο Τέρνερ έκανε αρχιτεκτονικά σχέδια και δούλευε σε ένα τυπογραφείο ανακατεύοντας χρώματα. Κάποια από τα πρώτα του έργα είχαν πουληθεί στο μαγαζί του πατέρα του για δυο-τρία σελίνια το καθένα. Σε ηλικία 14 ετών μπήκε στη Βασιλική Ακαδημία, που προσέφερε δωρεάν φοίτηση σε καλλιτέχνες και έζησε εκεί, σε απόσταση λίγων βημάτων από το σπίτι του. Ο Τζον Ράσκιν, ο σημαντικότερος μελετητής του Τέρνερ, υποστηρίζει ότι «Ο Τέρνερ, υπέφερε πολύ από τα μαθήματα της Βασιλικής Ακαδημίας και έκανε τριάντα χρόνια να αποβάλει την επιρροή τους». Πάντως η φοίτηση του αγοριού στη Βασιλική Ακαδημία το ωφέλησε, αφού το καθιέρωσε με τη βοήθεια των ετήσιων εκθέσεων των έργων του...

Απόδοση για το «Δ»: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ

Τρίτη, 03 Νοεμβρίου 2009

Bαλκάνιος ταξιδιώτης















Πλατεία σιδηροδρομικού σταθμού στο Βελιγράδι


Πίνουμε καφε στον πεζόδρομο, σε ένα γνωστό φοιτητικό στέκι, ακριβώς απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Παρασκευή απόγευμα. Μας κάνουν εντύπωση οι πολλές και πολυπρόσωπες μπάντες μουσικών, με πνευστά που βρίσκονταν στην κεντρική είσοδο του σταθμού. Το σχολιάσαμε. Τι κάνουν εδώ όλοι αυτοί οι μουσικοί; Ένας ψηλός άντρας με φαρδύ μουστάκι, δίκοχο του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου στο κεφάλι και ένα μικρό σακίδιο, πλησία­σε μια από τις μπάντες. Κάτι είπαν μεταξύ τους και, μπροστά αυτός και πίσω η μπάντα, μπήκαν στην αίθουσα του σταθμού. Πληρώσαμε γρήγορα τους καφέδες και τρέξαμε στο σταθμό με την κάμερα. Στην αποβάθρα ο ψηλός με το μουστάκι και το δίκοχο χορεύει, η μπάντα παίζει χορευτικούς σκοπούς και μοιράζουν μπίρες στον κόσμο που κοιτάζει από γύρω. Είπαμε, καταπληκτική εικόνα και ετοιμαστήκαμε να το κινηματογραφήσουμε. Ο τύπος μας έγνεψε «όχι». Μας κέρασαν κι εμάς μπύρες. Το τρένο σφύριξε αναχώρηση. Έκανε νόημα. Η μπάντα σταμάτησε να παίζει, τους πλήρωσε, πλήρωσε και τις μπύρες. Ανέβηκε στο τρένο, εμφανίστηκε στο παράθυρο. Η μπάντα άρχισε να παίζει ένα τραγούδι αποχωρισμού. Αυτός χαιρετούσε, μέχρι που χάθηκε στη στροφή. Ρωτήσαμε πού πηγαίνει αυτός ο άνθρωπος και τι είναι όλα αυτά. Η απάντηση του επικεφαλής της μπάντας: «Πάει στο χωριό του για σαββατοκύριακο».


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΡΥΩΝΑΣ


To κείμενο αυτό του Απόστολου Κρυωνά περιέχεται στη σχολιογραφία του τελευταίου τεύχους του Δέντρου (νο 171-172)

Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009

Το καινούργιο τεύχος του Δέντρου

-

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ νο 171-172.

Αφιέρωμα στον ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ

30 συγγραφείς ξαναδιαβάζουν το έργο ενός σύγχρονου ρομαντικού

Το τεύχος συνοδεύει ένα CD με ανάγνωση ποιημάτων του ποιητή από τον ηθοποιό ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΤΑΛΕΙΦΟ

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Η τελευταία θλίψη του Γκαίτε


Ο Θεός υπαγόρευσε την πρώτη εντολή στον Μωυσή μόλις εκείνος είχε φτάσει στο όρος Σινά: «Μην ερωτευθείς». Τα 2.244 μέτρα του όρους, είχαν όμως κουράσει τον προφήτη, ο οποίος έτσι έχασε τη σημαντικότερη θεϊκή εντολή και καταδίκασε σε δυστυχία άνδρες και γυναίκες. Ο έρωτας πηγάζει από τον πόνο. Αυτό σκέπτεται ο Γκαίτε στο νέο μυθιστόρημα του Μάρτιν Βάλζερ Ένας ερωτευμένος άντρας, βιβλίο το οποίο, όπως συχνά συμβαίνει με την υπογραφή Βάλζερ, προκάλεσε σκάνδαλο.
Το 1823 στο Μαρίενμπαντ, θέρετρο της Βοημίας, η Ουλρίκε φον Λέβετσοφ, γοητευτική νέα, 19 ετών, κινητοποίησε για τελευταία φορά ερωτικά τον Γκαίτε, όταν ο συγγραφέας του Φάουστ ήταν πλέον 74 ετών. Ο Βάλζερ, ήδη ογδοντάχρονος και πλέον, μπαίνει στο μυαλό και τις αγωνίες του μεγάλου ποιητή και μεταμορφώνεται σε Γκαίτε, ξαναζεί τον έρωτα του ηλικιωμένου για τη νεαρή, ξαναγράφει τις επιστολές του προς την Ουλρίκε, που εκείνη έκαψε μόλις πριν πεθάνει, 76 χρόνια αργότερα. «Σκέφτηκα ότι ήμουν ο Γκαίτε», λέει ο Βάλζερ, πονώντας στην πλάτη, άβολα καθισμένος στον καναπέ του ωραίου του σπιτιού στην όχθη της λίμνης στην Κωνσταντία. «Έγραψα τις επιστολές, τις οποίες ορισμένοι καθηγητές υποστηρίζουν ότι δεν είχα δικαίωμα να τις γράψω. Για μένα όμως δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, δεν δίστασα καθόλου. Ακόμα και ο ίδιος ο Γκαίτε γράφοντας ταύτισε τον εαυτό του με τον Τορκουάτο Τάσο: κανένας δεν υποστήριξε ότι απέτυχε. Με τον ίδιο τρόπο μπορώ και εγώ να συμπεριφερθώ απέναντι στον Γκαίτε όπως έκανε εκείνος με τον Τάσο: γνωρίζω τον έρωτά του, γνωρίζω τον πόνο του».
O Γκαίτε, ήδη διάσημος και τιμημένος σε όλη την Ευρώπη, υποφέρει διότι το πάθος και η πρόταση γάμου προς την Ουλρίκε δεν γίνονται δεκτά από την οικογένεια της – όχι ευθέως, αλλά ίσως έτσι είναι ακόμα πιο δυσάρεστη η απόρριψη. Είχε γνωρίσει την Ουλρίκε το 1821, όταν εκείνη ήταν 17 ετών. Αυτή ακριβώς η δυστυχία επέτρεψε στον Βάλζερ να φανταστεί και να υλοποιήσει το μυθιστόρημα. Μετά τις διακοπές, επιστρέφοντας στη Βαϊμάρη, ο Γκαίτε γράφει την Ελεγεία του Μαρίενμπαντ. Κατά τον Βάλζερ, «ίσως το σπουδαιότερο γερμανικό ποίημα πάνω στον έρωτα: από εκεί άντλησα τον πόνο και το πάθος, και από εκεί μπόρεσα να κατανοήσω και να αναδημιουργήσω τη γυναίκα, την Ουλρίκε», για την οποία υπάρχουν ελάχιστες ιστορικές πληροφορίες, «και κατάλαβα ότι ο Γκαίτε δεν δέχεται να μένει μακριά της, κάνει τους άλλους να το πιστέψουν, και δεν υποχωρεί, παρόλη του τη δυστυχία. Αυτό είναι το σημαντικότερο στοιχείο του βιβλίου μου». Διεισδύοντας στο μυαλό του Γκαίτε από το παράθυρο της ποίησής του, ο Βάλζερ μπόρεσε έτσι να μελετήσει – με φιλόδοξους στόχους – τον έρωτα του ηλικιωμένου για μία νεαρή γυναίκα, θέμα που είχε ήδη χειριστεί στο παρελθόν.




















Ο Βάλζερ ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει γιατί αυτό συμβαίνει: ο ηλικιωμένος αναζητά την αθανασία ή επιθυμεί να ξαναζήσει την εφηβεία του; «Δεν είμαι υπηρεσία πληροφοριών για ερωτικά θέματα – υπογραμμίζει – Πιστεύω όμως ότι στα 25 του σπάνια αναρωτιέται κανείς για τα αίτια του έρωτα. Τον εμπιστεύεται, έχει τη σιγουριά των συναισθημάτων. Αντίθετα σε προχωρημένη ηλικία, γνωρίζουμε πολύ λιγότερο το λόγο για τον οποίο μας αγαπάνε. Στη ζωή ο έρωτας είναι μια αναζήτηση, δεν είναι κάτι το σταθερό και πάντοτε αμετακίνητο. Είναι κάτι το διαλεκτικό, που πηγαίνει από το ένα άκρο στο άλλο, όπως η θρησκεία. Ο Κίρκεγκαρντ υποστήριζε ότι το μεγαλείο της πίστης βρίσκεται μέσα στο μεγαλείο της απιστίας. Το ίδιο ισχύει και για τον έρωτα: όσο πιο μεγάλος είναι τόσο μεγαλύτερες είναι οι αμφιβολίες».
Ακόμα και το αίσθημα της Ουλρίκε για τον ηλικιωμένο δεν εξηγείται: τον φιλάει, του μιλάει, τον αφήνει να της κάνει κόρτε, ενίοτε τον αναζητά. «Είδα πριν από λίγο καιρό μια διαφήμιση σε ένα τρένο –αφηγείται ο Βάλζερ– έλεγε ότι η επιτυχία κάνει τον άνθρωπο σεξουαλικά ελκυστικό. Ιδού το πρόβλημα του Γκαίτε». Η νεαρή κοπέλα είναι ερωτευμένη με τη φήμη του; «Δεν γνωρίζω εάν τα πράγματα ήταν όπως σήμερα –απαντάει– κάθε γενίκευση είναι και πλαστογράφηση των συναισθημάτων: ίσως αυτό μπορούν να το κάνουν οι κοινωνιολόγοι, ίσως μπορούν να δώσουν μια απάντηση, αλλά είναι αδύνατον να περιγράψουν επακριβώς άτομα με σάρκα και οστά». Εκείνη ίσως ελκύεται από τη μεγαλοφυΐα; «Ο ίδιος ο Γκαίτε θα ήθελε να το ξέρει. Επιθυμεί να τον αγαπούν, αλλά μέχρις εκεί. Βλέπει τον έρωτα χωρίς μέλλον, σαν ένα φαινόμενο που μοιάζει με το θάνατο».
Έρωτας ως πηγή δυστυχίας, ακριβώς. Με αυτήν την έννοια, κατά τον Βάλζερ, είναι αδύνατο να φανταστούμε μεγαλύτερο έρωτα από αυτόν: δηλαδή αίσθημα μεταξύ δύο ατόμων με τεράστια διαφορά ηλικίας, γεμάτο ερωτηματικά, ανασφάλειες και άγχη. Και αναφέρει τον Μωυσή που δεν άκουσε την πρώτη εντολή και έκανε τη ζωή της ανθρωπότητας αφόρητη.
Οι θεωρίες αυτές προκάλεσαν σκάνδαλο και πολεμικές. Η συζήτηση που ξεκίνησε από τις εφημερίδες αφορά τον Γκαίτε και τα αισθήματά του, αναλύει τη σχέση έρωτα και πόνου, θέτει το ερώτημα κατά πόσον ο έρωτας βρίσκεται στη βάση της λογοτεχνίας. Και φυσικά, κορυφώνεται όταν φτάνουμε στη διαφορά ηλικίας των πρωταγωνιστών του ειδυλλίου.
«Όσες κριτικές προέρχονται από γυναίκες – λέει ο Βάλζερ – βλέπουν στη σχέση ανάμεσα σε έναν ηλικιωμένο και μια νεαρή το σκάνδαλο, τη ντροπή, τη βιολογική πλευρά, την αισθητική, την ηθική. Διότι η αναπαραγωγή δεν είναι πλέον δυνατή ανάμεσα τους. Όμως αυτή η άποψη κινδυνεύει να είναι ρατσιστική: ακόμα και ένας μαύρος που ζει με μια λευκή γυναίκα προκαλεί ρατσιστικές αντιδράσεις. Είναι το ίδιο πράγμα».
Ο Βάλζερ είναι από τους σημαντικότερους ζώντες γερμανούς συγγραφείς. Για ορισμένους ο σημαντικότερος. Αμφισβητούμενος, μερικές φορές και πολύ μάλιστα, αλλά φερώνυμος, σε μια Γερμανία που πάντα είναι ευαίσθητη στη διασταύρωση της φιλοσοφίας με τη λογοτεχνία. Ακόμα και αυτό το βιβλίο του μας αναστατώνει: παρουσιάζει μια χώρα αντιμέτωπη με τις κρίσεις της και την καθημερινότητα της ζωής, με αφορμή θέματα διαχρονικά και θεμελιώδη, υποστηρίζοντας ότι στον 21ο αιώνα και την παγκοσμιοποιημένη υφήλιο συνεχίζει να δρα μια εκρηκτική δύναμη, η ευρωπαϊκή και δυτική ιδέα του έρωτα.
Μερικοί τον θεωρούν πολύ «γερμανό» συγγραφέα, επειδή δέκα χρόνια πριν, σε μια βαρυσήμαντη ομιλία του αναφορικά με το θέμα της οικοδόμησης του εβραϊκού μνημείου στο Βερολίνο, είχε μιλήσει για «βιομηχανία του Ολοκαυτώματος», για «εκμετάλλευση των ατυχιών μας» και είχε φυσικά κατηγορηθεί για αντισημιτισμό. Την τελευταία αυτή άποψη, την οποία ο Βάλζερ, ελεύθερο πνεύμα, «ούτε δεξιός, ούτε αριστερός», αισθάνεται ακόμα να τον κατατρέχει, δεν την αρνείται. Αντίθετα. Όμως δεν δέχεται τον χαρακτηρισμό «πολύ γερμανός». Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στον Μπαλζάκ, τον Σταντάλ, τον Σιλόνε, τον Στρίντμπεργκ, τον Ντοστογιέφσκι. Λέει ότι τώρα του αρέσει ο συμπατριώτης του Κάρλ Χάιντς Οτ, όπως και ο αμερικανός Ντένις Τζόνσον.
Μιλώντας για λογαρισμό ενός παγκόσμιου πνεύματος, όπως αυτό του Γκέτε, περί του έρωτα, κάνει μια χειρονομία η οποία ξεπερνά κατά πολύ τη φιλοδοξία ενός απλού γερμανού συγγραφέα.

Ντανίλο Τάινο


To κείμενο αυτό θα δημοσιευθεί σε προσεχές τεύχος του περιοδικού Το Δέντρο. Ο Μάρτιν Βάλζερ γεννήθηκε στη Γερμανία το 1927. Είναι πεζογράφος, διάσημος για τα πορτρέτα των μυθιστορηματικών αντιηρώων του. Ο Ντανίλο Τάινο είναι ιταλός δημοσιογράφος, ανταποκριτής της Κοριέρε ντε λα Σέρα στο Βερολίνο

Απόδοση για το «Δ»: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Olga Boznanska

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

H άποψη του Ιησού


Μικρό απόσπασμα από το τελευταίο μυθιστόρημα

του Νόρμαν Μέιλερ Το Κατά Υιόν Ευαγγέλιο


Εκείνες τις ημέρες μόλις είχα φτάσει στη Ναζαρέτ, για να με βαφτίσει ο Ιωάννης στον Ιορδάνη ποταμό. Το Ευαγγέλιο του Μάρκου υποστηρίζει ότι όταν βγήκα από το νερό, άνοιξαν οι ουρανοί και είδα «να κατέρχεται το Άγιο Πνεύμα εν είδει περιστεράς». Μια δυνατή φωνή μού είπε: «Εσύ είσαι ο αγαπητός μου Υιός». Στη συνέχεια το Άγιο Πνεύμα με οδήγησε στην έρημο, όπου παρέμεινα σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες και δοκιμάστηκα από τον Σατανά.


Το Ευαγγέλιο του Μάρκου, το οποίο δεν θα τολμούσα να πω ότι είναι λανθασμένο, κάπως υπερβάλλει. Όσο για εκείνα του Ματθαίου, του Λουκά και του Ιωάννη, θα ήμουν ακόμα πιο επιφυλακτικός, καθότι αποδίδουν λόγια τα οποία ποτέ μου δεν πρόφερα και με έχουν περιγράψει ως ήπιο χαρακτήρα, ακόμα και όταν ήμουν έξαλλος. Οι αφηγήσεις τους γράφτηκαν πολλά χρόνια μετά το θάνατό μου και αρκούνται στο να επαναλαμβάνουν τα όσα τους είχαν αφηγηθεί κάποια ηλικιωμένα άτομα. Πολύ ηλικιωμένα. Δεν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί αυτές τις αφηγήσεις, έτσι όπως δεν μπορεί να στηριχτεί σε ένα δεντράκι που θα ξεριζωνόταν και θα παρασυρόταν μακριά, από τον αέρα.


Θέλω λοιπόν να ακουσθεί η άποψή μου. Σε όσους αναρωτηθούν πώς τα λόγια μου έφτασαν μέχρις εδώ, θα απαντούσα ότι πρέπει να θεωρηθεί σαν ένα μικρό θαύμα. (Έτσι κι αλλιώς το Ευαγγέλιό μου θα μιλάει για θαύματα). Γι’ αυτό δεν θα ήθελα να απομακρυνθώ πολύ από την αλήθεια. Ο Μάρκος, ο Ματθαίος, ο Λουκάς και ο Ιωάννης προσπαθούσαν να αυξήσουν το ποίμνιό τους. Το ίδιο ισχύει και για τα Ευαγγέλια που έγραψαν άλλα πρόσωπα. Μερικά από αυτά απευθύνονταν μονάχα στους Ιουδαίους που είχαν την πρόθεση να με ακολουθήσουν μετά τον θάνατό μου. Εφόσον ο καθένας προσπαθούσε να ενδυναμώσει τη δική του Εκκλησία, πώς ήταν δυνατόν να μην μπερδέψει την αλήθεια με το ψέμα; Στη συνέχεια επικράτησε όλων αυτών μόνο μία Εκκλησία, η οποία επέλεξε τέσσερα Ευαγγέλια, καταδικάζοντας τα υπόλοιπα διότι είχαν σκεπάσει «θεία και άσπιλα λόγια» με «αναίσχυντα ψεύδη».


Είναι, πάντως, αλήθεια ότι και σα­ράντα αντί για τέσσερα να ήταν τα επιλεγμένα Ευαγγέλια, δεν θα έφταναν. Διότι μια αλήθεια παρούσα στο ένα, σίγουρα θα έχει θαφτεί στο άλλο. Αυτό που έχω να πω είναι ότι δεν πρόκειται για μια απλή ιστορία, χωρίς εκπλήξεις. Είναι όμως αληθινή, τουλάχιστον από ό,τι μπορώ εγώ ο ίδιος να θυμηθώ.


ΝΟΡΜΑΝ ΜΕΪΛΕΡ


Απόδοση για το «Δ»: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ


Από το καινούριο τεύχος του Δέντρου, νο 171-172, που θα κυκλοφορήσει στα μέσα Οκτωβρίου.


Νόρμαν Μέιλερ (1923-2007) υπήρξε ένας από τους διασημότερους και πολυγραφότερους αμερικανούς συγγραφείς της γενιάς του. Το Κατά Υιόν Ευαγγέλιο πρωτοδημοσιεύτηκε το 1997.

Κυριακή, 06 Σεπτεμβρίου 2009

Ροζαλί Πριντάν

-

του Γκι ντε Μωπασάν

Υπήρχε πράγματι σ’ αυτήν την υπόθεση κάποιο μυστήριο, που ούτε οι ένορκοι, ούτε ο πρόεδρος, ούτε ο ίδιος ο εισαγγελέας κατάφερναν να ξεδιαλύνουν.

H κόρη των Πριντάν (Ροζαλί), υπηρέτρια στο σπίτι των Βαραμπό και σε ενδιαφέρουσα εν αγνοία των αφεντικών της, έφερε στον κόσμο μια νύχτα, στη σοφίτα της, ένα παιδί που στη συνέχεια σκότωσε και έθαψε στον κήπο.

Επρόκειτο για μια συνηθισμένη ιστορία παιδοκτονίας από υπηρέτρια. Ένα πράγμα όμως παρέμενε ανεξήγητο. Από την έρευνα που είχε διεξαχθεί στο δωμάτιο της υπηρέτριας ανακάλυψαν έναν πλήρη βρεφικό ρουχισμό που είχε ετοιμάσει η ίδια η Ροζαλί, περνώντας τις νύχτες της κόβοντας και ράβοντας επί τρεις ολόκληρους μήνες. Είχε έρθει επίσης να καταθέσει ο παντοπώλης, από τον οποίο είχε αγοράσει με το μισθό της το κερί που χρειαζόταν γι’ αυτή την πολύωρη εργασία. Επιπλέον, είχε αποδειχθεί ότι η μαμή της περιοχής, στην οποία η Ροζαλί είχε μιλήσει για την κατάστασή της, της είχε δώσει όλες τις πληροφορίες και τις πρακτικές συμβουλές, αν τυχόν συνέβαινε το γεγονός σε στιγμή που θα ήταν αδύνατο να της παράσχει βοήθεια. Συν τοις άλλοις, είχε ψάξει στο Πουασί να βρει δουλειά στη Ροζαλί η οποία προεξοφλούσε ότι θα την έδιωχναν, διότι οι Βαραμπό δεν αστειεύονταν σε θέματα ηθικής.

Και οι δύο σύζυγοι βρίσκονταν στην αίθουσα και παρακολουθούσαν τη δίκη, επαρχιώτες μικροεισοδηματίες, εξαγριωμένοι μ’ αυτό το παλιοθήλυκο που είχε μαγαρίσει το σπιτικό τους. Θα χαίρονταν ιδιαιτέρως αν την κρέμαγαν την ίδια κιόλας στιγμή, χωρίς καν να την δικάσουν, και τα μοχθηρά τους λόγια, που ηχούσαν στο στόμα τους σαν κατηγορίες, επιβάρυναν τη θέση της.

Η κατηγορούμενη, μια όμορφη μεγαλόσωμη κοπέλα από την κάτω Νορμανδία, αρκετά μορφωμένη για υπηρέτρια, έκλαιγε αδιάκοπα και δεν απαντούσε σε καμιά ερώτηση.

Είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είχε διαπράξει αυτό το βάρβαρο έγκλημα σε μια στιγμή απελπισίας και παραφροσύνης, αφού όλα έδειχναν ότι αρχικά επιθυμούσε να κρατήσει το παιδί.

Ο πρόεδρος προσπάθησε για άλλη μια φορά να την κάνει να μιλήσει, να αποσπάσει την ομολογία της, και αφού επέμεινε με πολύ ήρεμο τρόπο τής έδωσε τελικά να καταλάβει πως όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που είχαν κληθεί να τη δικάσουν δεν επιθυμούσαν το θάνατό της, ενδεχομένως μάλιστα να την λυπούνταν.

Τότε εκείνη αποφάσισε να λύσει τη σιωπή της.

Ο πρόεδρος τη ρώτησε: «Πείτε μας λοιπόν κατ’ αρχήν ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού».

Μέχρι εκείνη τη στιγμή αρνιόταν επίμονα να το αποκαλύψει.

Ξαφνικά όμως, κοιτάζοντας τα αφεντικά της που μόλις πριν από λίγο είχαν εκτοξεύσει εναντίον της τόσες κακοήθειες, είπε.

«Είναι ο κύριος Ζοζέφ, ο ανιψιός του κυρίου Βαραμπό».

Οι δύο σύζυγοι πετάχτηκαν όρθιοι και φώναξαν συγχρόνως: «Ψέματα. Λέει ψέματα. Πρόκειται για συκοφαντίες».

Ο πρόεδρος τους ανάγκασε να σωπάσουν και ξανάρχισε: «Συνεχίστε παρακαλώ και πείτε μας πώς συνέβησαν τα πράγματα».

Και τότε εκείνη ξέσπασε ξαφνικά σ’ ένα χείμαρρο λέξεων, ξαλαφρώνοντας τη φτωχή, μοναχική και ραγισμένη καρδιά της, αφήνοντας να ξεχυθεί ο καημός, όλος της ο καημός πια, μπροστά σ’ εκείνους τους αυστηρούς ανθρώπους που θεωρούσε μέχρι τότε εχθρούς και άτεγκτους κριτές.

«Ο κύριος Ζοζέφ Βαραμπό, μάλιστα· τότε που ήρθε πέρυσι με άδεια».

– Τι δουλειά κάνει ο κ. Ζοζέφ Βαραμπό;

– Υπαξιωματικός του πυροβολικού είναι κυρ πρόεδρε. Έμεινε που λέτε στο σπίτι δυο μήνες. Δυο μήνες το καλοκαίρι. Εμένα ούτε που πήγε εκεί το μυαλό μου, όταν ξαφνικά άρχισε να με κοιτάει με νόημα κι ύστερα να μου λέει γλυκόλογα και να με πασπατεύει απ’ το πρωί ίσαμε το βράδυ. Πιάστηκα κορόιδο κυρ πρόεδρε. Όλο μου ’λεγε τι όμορφη που ήμουνα και τι χαριτωμένη… και πόσο μ’ εύρισκε του γούστου του… Του λόγου μου, μ’ άρεσε βέβαια… Τι τα θέλετε; Με κάτι τέτοια ξεμυαλίζεται μια κοπέλα άμα είναι μονάχη, ολομόναχη σαν κι εμένα. Είμαι ολομόναχη στον κόσμο, κυρ πρόεδρε… δεν έχω άνθρωπο να μιλήσω… να πω τον πόνο μου… μήτε μάνα, μήτε πατέρα, μήτε αδερφό ή αδερφή, ψυχή! Όταν εκείνος άρχισε να μου δίνει σημασία, μου φάνηκε σαν να ξαναβρήκα έναν αδερφό. Ύστερα, ένα βράδυ, μου ζήτησε να κατέβω στην ακροποταμιά για να τα πούμε λέει με την ησυχία μας. Πήγα κι εγώ… Πού να ’ξερα… Πού να ’ξερα τι μου ’μελλε… Με βάσταγε απ’ τη μέση… Εγώ, μα το Θεό, δεν ήθελα… α πα πα… δεν μπόρεσα όμως … μου ’ρχόταν να βάλω τα κλάματα έτσι γλυκιά που ’ταν η βραδιά… είχε ένα ολόγιομο φεγγάρι… δεν μπόρεσα… όχι… σας ορκίζομαι… δεν μπόρεσα… εκείνος έκανε τη δουλειά του… Η ιστορία τράβηξε τρεις βδομάδες, όσον καιρό έμεινε στο σπίτι… Εγώ, ακόμα και στην άκρη του κόσμου θα πήγαινα μαζί του… έφυγε… Δεν ήξερα πως ήμουνα σε ενδιαφέρουσα… Τον άλλο μήνα πια το κατάλαβα…»

Ξέσπασε σε τέτοια αναφιλητά που χρειάστηκε να την αφήσουν λίγο να συνέλθει.

Κατόπιν ο πρόεδρος είπε πάλι, με ύφος ιερέα την ώρα της εξομολόγησης: «Ελάτε λοιπόν, συνεχίστε».

Ξανάρχισε να μιλάει: «Όταν κατάλαβα πως ήμουνα σε ενδιαφέρουσα, μήνυσα της κυρά-Μπουντέν, της μαμής, εδώ είναι, να σας το πει και μόνη της και την ρώτησα τι να κάνω άμα τύχαινε και δεν ήταν αυτή εκεί. Έπειτα, άρχισα να κάθομαι ξύπνια ώς τη μία το πρωί για να φτιάξω τα ρούχα του παιδιού. Κι ύστερα έψαξα για δουλειά, γιατί το ’ξερα καλά πως θα με διώχνανε. Ήθελα όμως να μείνω ώς την τελευταία στιγμή για να μαζέψω τίποτα λεφτά, μια που δεν έχω δεκάρα και θα τα χρειαζόμουνα για το μωρό…

– Άρα δεν θέλατε να το σκοτώσετε.

– Εγώ, να το σκοτώσω; Όχι κυρ πρόεδρε…

– Τότε λοιπόν γιατί το σκοτώσατε;

– Να πώς έγινε. Έφτασε πολύ πιο νωρίς απ’ ότι το περίμενα. Με πιάσανε οι πόνοι στην κουζίνα, εκεί που τέλειωνα τα πιάτα.

«Ο κύριος και η κυρία Βαραμπό είχαν ήδη πάει για ύπνο. Πιάνομαι κι εγώ απ’ την κουπαστή κι αρχίζω να ανεβαίνω τη σκάλα με χίλιους κόπους. Ξαπλώνω χάμω στα πλακάκια μη λερώσω το κρεβάτι μου. Κράτησε μπορεί μια ώρα, μπορεί δυο, μπορεί και τρεις, ούτε ξέρω τόσο που πόναγα. Ύστερα το ’σπρωξα μ’ όλη μου τη δύναμη, το ’νιωσα να βγαίνει και το μάζεψα από κάτω.

Τι χαρά ήταν αυτή, Θεέ μου! Ό,τι μου είχε πει η κυρά-Μπουντέν, όλα τα ’κανα, όλα! Ύστερα πήρα το γιόκα μου και τον ακούμπησα πάνω στο κρεβάτι! Και τότε, μου ξανάρχεται ένας πόνος, μα τι πόνος, να πεθάνω! – Ήθελα να ’ξερα, άμα σας έπιανε κι εσάς τους άντρες τέτοιος πόνος, αν θα κάνατε όσα κάνετε! – Πέφτω που λέτε στα γόνατα, έπειτα ξαπλώνω χάμω και να που με ξαναπιάνουν οι πόνοι, μια ώρα, δυο ώρες, εκεί ολομόναχη… και να που βγαίνει άλλο ένα… άλλο ένα μωρό… δυο ήτανε… μάλιστα… όπως σας τα λέω! Το πήρα όπως και το πρώτο και το ’βαλα κι αυτό στο κρεβάτι, το ένα δίπλα στ’ άλλο. Μα πείτε μου, γίνονται τέτοια πράματα; Δυο παιδιά! Εγώ που βγάζω είκοσι φράγκα το μήνα! Όχι, πείτε μου… γίνεται; Ένα, μάλιστα, άμα στενευτείς… δυο όμως, όχι! Κόντεψε να μου στρίψει. Τι να κάνω η έρμη; Μπορούσα να διαλέξω; Όχι, πείτε μου.

«Τι να κάνω! Μου φάνηκε πως ήρθε το τέλος μου! Έτσι χαμένα όπως τα ‘χα, έβαλα πάνω τους το μαξιλάρι… και τα δυο δεν μπορούσα να τα βαστήξω… και ξαναξάπλωσα από πάνω. Κι απόμεινα εκεί να κυλιέμαι πέρα-δώθε και να κλαίω ίσαμε που είδα απ’ το παράθυρο πως ξημέρωνε. Ήταν σίγουρα πεθαμένα κάτω απ’ το μαξιλάρι. Τότε λοιπόν τα ’πιασα παραμάσχαλα, κατέβηκα τη σκάλα, βγήκα στο περιβόλι, πήρα την τσάπα του κηπουρού και τα ’χωσα όσο πιο βαθιά μπορούσα μέσ’ το χώμα, το ένα εδώ, το άλλο πάρα κει, χώρια, να μη μιλάνε για τη μάνα τους, αν μιλάνε τα πεθαμένα μωρά. Μήπως ξέρω κι εγώ;

Μετά στο κρεβάτι μου, άρχισα να μη νιώθω καλά, πήγα να σηκωθώ μα δεν με βαστούσαν τα πόδια μου. Φωνάξανε το γιατρό κι εκείνος τα κατάλαβε όλα. Αυτή είναι η αλήθεια κυρ πρόεδρε. Κάντε ό,τι καταλαβαίνετε, εγώ είμαι έτοιμη».

Οι μισοί ένορκοι φυσάγανε κάθε τόσο τις μύτες τους για να μην βάλουνε τα κλάματα. Κάποιες γυναίκες απ’ το ακροατήριο έκλαιγαν με λυγμούς.

Ο πρόεδρος ρώτησε:

«Σε ποιο σημείο θάψατε το άλλο;»

Εκείνη ρώτησε.

«Εσείς ποιο βρήκατε;

– Μα… εκείνο… εκείνο που ήταν κάτω απ’ τις αγκινάρες.

– Α, μάλιστα! Το άλλο είναι κάτω απ’ τις φραουλιές, πλάι στο πηγάδι».

Και άρχισε να κλαίει τόσο γοερά που τα αναφιλητά της σου σπάραζαν την καρδιά.

Η κατηγορούμενη Ροζαλί Πριντάν αθωώθηκε.

Απόδοση για το «Δ»: ΛΙΛΑ ΚΟΝΟΜΑΡΑ