Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013
Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013
12 Ιουλίου (195;)
Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο πατέρας, δόλιος φωτογράφος, έβαλε τη σύζυγο να τον κοιτάζει και το παιδάκι να βλέπει μακριά, ένα δικό του, τάχα ελπιδοφόρο, μέλλον. Ήταν 12 Ιουλίου, στην Τήνο. '51, '52 ή 53; Πάντως η δραχμή ήταν ακόμα χιλιάρικο (δεν είχαν αφαιρεθεί τα μηδενικά). Όπως λένε, αυτά που θυμάσαι (ή δεν θυμάσαι) ορίζουν αυτό που είσαι.
Κυριακή 16 Ιουνίου 2013
Κυριακή 9 Ιουνίου 2013
Τρίτη 23 Απριλίου 2013
Κυριακή 21 Απριλίου 2013
Λούρδη
Το παγκόσμιο προσκύνημα της Λούρδης, δεν ξέρω τι είναι, πάντως δεν μοιάζει με φωτογραφία ούτε με γκραβούρα. Ένας Πακιστανός άδειαζε και έσχιζε χαρτιά από κάδους ανακυκλώσεως του Δήμου (Πατρ. Ιωακείμ, σήμερα στις 8.30) και το έσωσα απ' τα χέρια του την τελευταία στιγμή. Παρεμπιπτόντως, είχα βρεθεί εκεί παραμονή Δεκαπενταύγουστου, οικογενειακώς (1999). Εμπειρία πολύτιμη. Δίπλα στη φωτογραφία τα πόδια του "Μελένιου".
Πέμπτη 21 Αυγούστου 2008
Μια κάρτα από το Πλανόδιον


Αυτή η συμβατική φωτογραφία είχε μια παράξενη τύχη. Είναι τραβηγμένη από μένα πριν από πολλά χρόνια σε ένα δρόμο στο Παρίσι. Το παλιό κτίριο καθρεφτίζεται στο νέο, που βρίσκεται δίπλα του.
Η τύχη της εικόνας έγκειται στο ότι όταν την έδωσα στον Γιάννη Πατίλη, την αξιοποίησε για το λογοτεχνικό περιοδικό Πλανόδιον, που εκδίδει και διευθύνει, κάνοντάς την κάρτ ποστάλ, όπως βλέπει κανείς από την πίσω πλευρά που δημοσιεύουμε. Της έδωσε συγχρόνως τον τίτλο Το Δάνειο του χρόνου, που ανήκει σε μια παλιότερη ποιητική μου συλλογή. Το πνεύμα του εικονιζόμενου γεγονότος κρίνω πως αποδίδεται ευρηματικά.. Αυτό είναι η ερμηνεία: μια μορφή προσωπικής εντύπωσης, εύστροφης, ευφυούς, που φωτίζει τον χαρακτήρα της αναφοράς και παραπέμπει σ’ αυτόν.
Στην έξοδο του ναού
Ο εξ’ επαγγέλματος επαίτης, που δεν κουραζόταν να περιμένει επί ώρες έξω από εκείνον τον ιταλικό ναό, γνώριζε άριστα τις λεπτομέρειες των «σημείων». Ήξερε τι να προβάλει και πώς να συγκινήσει τους πιστούς. Με τη χειρονομία του δείχνει στην κυρία ότι έχει μικρό παιδί. Το δείχνει μ’ αυτόν τον τρόπο, γιατί δεν μπορεί να το πει. Είναι τσιγγάνος, από χώρα των ανατολικών Βαλκανίων, απ’ τους εκατοντάδες που κατέκλισαν τις πόλεις της κεντρικής Ευρώπης και έδωσαν εκ νέου ώθηση στην αρχαία αυτή δραστηριότητα των δρόμων. Για δύο λόγους, που αναφέρονται και αγγίζουν διαφορετικές ενοχικές χορδές των περαστικών, οι έξοδοι των Σούπερ-Μάρκετ και των εκκλησιών είναι ένα συνηθισμένο σημείο που επιλέγουν να ασκήσουν τη δράση τους.
Η Αθήνα δεν εξαιρέθηκε από τον ζήλο τους. Όσοι, βέβαια, στη νεότητά τους, έχουν διαβάσει και θυμούνται τον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα μένουν αδιάφοροι από την εικόνα και αιτήματα των «πασχόντων», που συνοδεύονται συνήθως από παιδιά, εικόνες Αγίων ή σκύλους, παραστάσεις που παραπέμπουν σε οικείες αναφορές. Αλλά οι λεπτομέρειες που κινητοποιούν τη φιλανθρωπία είναι πολλές. Μια στάση, μια απειροελάχιστη έκφραση, ένα ακρωτηριασμένο μέλος. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε έναν τόπο που τα καλοκαίρια η επαιτεία (γύρω από την εκκλησία) ήταν ένα απέραντο θέατρο, το κέντρο μιας πανελλήνιας συγκέντρωσης. Έλεγαν τότε χαριτολογώντας, πως, στην Τήνο, αν τύχαινε κουρασμένος να καθίσεις σε ένα σκαλοπάτι, σε λίγο έπεφτε μπροστά σου ένα κέρμα!.
Προ ετών διάβασα μιαν εκπληκτική ιστορία για τη δύναμη του μάρκετιγκ. Στη Νέα. Υόρκη, ένας επαίτης καθόταν πάντα στο ίδιο σημείο, έχοντας μονίμως στα πόδια του ένα χαρτόνι που έγραφε «Είμαι άνεργος». Ελάχιστους κινητοποιούσε η στερεότυπη φράση. Μπροστά του περνούσε καθημερινά ένας διαφημιστής που πήγαινε στο γραφείο του. Μια μέρα έσκυψε, πήρε το χαρτόνι και με το μολύβι του πρόσθεσε: «…και είναι Άνοιξη». Ο νέος λόγος, με καινοφανές βάρος από την αντίστιξη, δραστικός, συγκινησιακός, είχε αμέσως αποτελέσματα.
Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008
Μια χρήση της φόρμας Μποτερό

Βρισκόμουν πριν από χρόνια στην Ιταλία, σε μια υπαίθρια έκθεση γλυπτικής τού Μποτερό. Καθώς στάθηκα και παρατηρούσα ένα έργο με θέμα ελληνικό —την αρπαγή της Ευρώπης από τον Δία—, πέρασε από το μυαλό μου μια ιδέα. Οι χοντρές φιγούρες, τα στρουμπουλά σώματα που έχουν όλοι οι αναπαριστώμενοι από τον γλύπτη, θα μπορούσε να έχουν ένα εξαιρετικό απομυθευτικό αποτέλεσμα στα αγάλματα των δημόσιων χώρων. Αγάλματα και προτομές, που σε όλες τις χώρες είναι σύμβολα συγκεκριμένης ιδεολογίας, ή για να το πούμε διαφορετικά, είναι φορτισμένα με τις αξίες και τις ακαταμάχητες αλήθειες της κοινωνίας τους, θα μετέβαλλαν χαρακτήρα. Στην Αγγλία θα έβλεπες τον Νέλσωνα με φουσκωτό σώμα, στην Ιταλία τον πανταχού παρόντα έφιππο Γκαριμπάλντι σαν ανθρωπάκι της Μισλέν, στην Ελλάδα μας τους Βενιζέλους ή άλλες ιστορικές προσωπικότητες σαν αφράτους λουκουμάδες. Όσο τα σώματα θα φούσκωναν, τόσο η ευγενής αμφισβήτηση και η φινέτσα αυτού του χιούμορ θα γινόταν —σκεπτόμουν—πιο καταλυτική. Οι αναπαριστώμενοι, μυθοποιημένοι από τις τοπικές Ιστορίες, θα είχαν, μ’ αυτή τη φόρμα, ταυτότητα αυτοαμφισβήτησης. Με την συγκεκριμένη πλαστική αντίληψη, όλοι θα ήταν λιγότερο άκαμπτοι στον ρόλο τους. Καθημερινοί, παιδικοί, τρυφεροί. Αν κρατούσαν σπαθί θα σκεφτόσουν πως είναι χαρτοκόπτης, αν κοίταζαν τον ορίζοντα ως εθνάρχες ή βασιλείς θα έμοιαζαν με φιλοπερίεργους και συμπαθείς περιηγητές που ερευνούν το χώρο, αν ήταν θύματα θα είχαν πάρει δίκαια την εικόνα του παιδιού. Η Ιστορία θα εισερχόταν σε έναν τρυφερό εξανθρωπισμό, σε μια παράδοξη ποίηση. Η δημόσια εντύπωση θα χάριζε στο πνεύμα μας τα φιλοπαίγμονα αποτελέσματα της χαρίεσσας αυτής τέχνης. Το παρελθόν μας, καθόλου συνοφρυωμένο, θα ήταν μια παραμυθένια αφήγηση.
Σάββατο 9 Αυγούστου 2008
Στη Σάντα Μαρία Νοβέλα. Ιούλιος 1999

Ο κύριος, και ο νεαρός που βρίσκεται αριστερά του, έχουν στην πλάτη τους την περίφημη φλωρεντινή εκκλησία Σάντα Μαρία Νοβέλα, ενώ κοιτάζουν προς τον σιδηροδρομικό σταθμό της Φλωρεντίας. Για την ιστορία, να πούμε ότι ο κύριος της φωτογραφίας είχε αφιχθεί για πρώτη φορά σ’ αυτόν το σταθμό το 1972, έχοντας ξεκινήσει από τη Νάπολι. Στη διαδρομή είχε διαβάσει διάφορα φύλλα της Ελεύθερης Ελλάδας που του είχε δώσει ένας έλληνας φοιτητής (θυμάται το απίστευτο χαρτομάνι των εντύπων και των προκηρύξεων που κατέκλυζε το μικρό του διαμέρισμα), με την οδηγία-παράκληση να τα μεταφέρει στην Αθήνα, κρυμμένα στον υπνόσακό του.
Οι Οδηγοί για τη Φλωρεντία, και οι συγγραφείς που αναφέρονται σ’ αυτήν (ερευνητές, κοσμικογράφοι, λογοτεχνίζοντες δημοσιογράφοι), γράφουν ότι η άφιξη είναι συχνά δύσκολη, διότι υπάρχει δυνατός άνεμος στο αεροδρόμιο που αναγκάζει τις πτήσεις να κατευθυνθούν στην Πίζα. Για τον σταθμό της Σάντα Μαρία Νοβέλα αναφέρουν —δίνοντας έναν γραφικό τόνο αν προέρχονται από τη Βόρεια Ευρώπη—, ότι «καταφθάνει εκεί ένας σε πλήρη σύγχυση όχλος από ανθρώπους, οδηγούς ταξί, κράχτες ξενοδοχείων, ξεναγούς, τσιγγάνους, ζητιάνους, σαστισμένους τουρίστες αφημένους πάνω σε νησίδες από αποσκευές». Ότι η ουρά όσων περιμένουν ταξί είναι μεγάλη και ότι για να φτάσει κανείς στο κέντρο πεζός διασχίζει μια υπόγεια διάβαση στις γωνιές της οποίας κοιμούνται τοξικομανείς με τα σκυλιά τους.
Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να πούμε ότι η εισαγωγή αυτή έγινε, προκειμένου να μην αποκαλύψουμε αμέσως ότι ο νεαρός εκείνης της εικόνας (Γιώργος Μαυρουδής), με εξαιρετικό ταλέντο πλέον στα ζητήματα των υπολογιστών, αναρτά σήμερα, εκτός από όσα έχουν ήδη προηγηθεί, και την παρούσα φωτογραφία, τραβηγμένη με αναλογική μηχανή. Τον δείχνει σε τρυφερή ηλικία, να ταξιδεύει με τον πατέρα του. Ίσως περίμεναν στη στάση για το λεωφορείο που ανεβαίνει στο Φιέζολε, στους ετρουσκικούς τάφους, ίσως περπάτησαν μέχρι το τέλος της Βία Τορναμπουόνι και πήγαν να δουν αφίξεις τρένων στο σταθμό. Πάντως, ο εν λόγω νεαρός, είναι ο δεύτερος μέγας ευεργέτης αυτού του blog, μετά τον ακάματο Μπάμπη Δερμιτζάκη, που υπήρξε εισηγητής και σκαπανέας αυτών των σελίδων, ένας Ιώβ των οχλήσεων και των συνεχών απαιτήσεών μου.
Παρασκευή 8 Αυγούστου 2008
Φλωρεντία, Ιούλιος 2007
Ο Δαυίδ.
Καθόμουν, απόγευμα, σ' ένα καφέ απέναντι απ' την είσοδο του Παλάτσο Βέκιο της Φλωρεντίας και φωτογράφιζα κάθε πέντε λεπτά τον Δαυίδ του Μιχαήλ Αγγέλου. Μου άρεσε η σκια του, που καθώς περνούσε η ώρα διαρκώς άλλαζε και επιμηκυνόταν στον τοίχο.Δεν υπάρχει λένε, έργο περισσότερο φωτογραφημένο απ' αυτό το άγαλμα.
Από ένα παράθυρο των μουσείων Ουφίτσι εμφανιζόταν ενδιαφέρουσα η προοπτική των γεφυρών πάνω απ' τον Άρνο...
Ο περίφημος τρούλος του Μπρουνελέσκι. Κάτω απ' αυτόν περνούν κάπου κάπου, μεταφέροντας τουρίστες, τα μόνιππα. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο άγγλος συγγραφέας Τζον Ράσκιν, με αφορμή μια στάση για τα μόνιππα που έγινε εκεί, ξεσπάθωσε για το συγκεκριμένο μέσον: "Άχυρα και καβαλίνες δεν σ' αφήνουν να σταθείς μπροστά στο κωδωνοστάσιο του Τζιότο". Και ο Χένρι Τζέιμς συμφωνούσε:"Ο πύργος του Τζιότο δεν έπρεπε να δίνει τέτοιες διευκολύνσεις..."
Στο προαύλιο του ναού. Τήνος 2008.
Ο Αλμπέρ Καμί, αναφέρει κάπου για την σημείωση μιας κοπέλας που είδε γραμμένη στον κίονα ενός ναού, στη Γαλλία. Προφανώς ήταν αβέβαιη για τη συνάντηση που επρόκειτο να έχει. Σαν δέηση, είχε γράψει: «Θεέ μου, κάνε να έρθει στο ραντεβού».
Σ’ όλες τις εποχές, τα γκράφιτι είναι μια συνηθισμένη εικόνα των πολυσύχναστων τόπων. Άλλα χωρίς την πρόθεση να μεταφέρουν κάποιο μήνυμα —όπως αυτό του κίονα—, και άλλα διότι οι άνθρωποι, με μια χρονολογημένη υπογραφή, θέλουν να επισημάνουν την εφήμερη διέλευσή τους από τον συγκεκριμένο τόπο. Πρόσφατα είδα, και αποφάσισα να φωτογραφήσω, σκαλισμένα στα μαρμάρινα πεζούλια που περιβάλλουν το ναό της Παναγίας, στην Τήνο, χιλιάδες ονόματα. Συνοδεύονταν μόνο από μια χρονολογία. Ανήκαν σε πρόσωπα που επισκέφθηκαν (ή διέμειναν φιλοξενούμενα), στα δωμάτια που υπάρχουν εκεί.
Και μάλλον αυτό το δεύτερο θα συνέβη, διότι χρειάζεται αρκετός χρόνος και κατάλληλα εργαλεία για να γραφτεί στο μάρμαρο κάτι. Πρόσεξα ότι οι σύγχρονοι επισκέπτες (προσκυνητές κυρίως), βιαστικοί, περίεργοι, ή με πρακτικότερες μέριμνες, κάθονται στα χαραγμένα με τα ονόματα μάρμαρα, ανυποψίαστοι για το δαιμόνιο της μακρινής παρουσίας, που απ’ το ίδιο σημείο θέλησε να ταξιδέψει στο μέλλον. Σπάνια το βλέμμα τους σταματά στη γραμμένη επιφάνεια. Δεν κοίταζαν ή αδιαφορούσαν για τα ονόματα που μας έγνεφαν, πυκνογραμμένα το ένα πλάι στο άλλο, από διαφορετικές εποχές, από διαφορετικές αφετηρίες. Πολλοί έχουν προσθέσει κάτω από το επώνυμο τον τόπο καταγωγής τους, ενδεχομένως διότι νιώθουν ταυτισμένοι μ’ αυτήν. «Αθηναίος», «Εκ Σπάρτης», «Εκ Γυθείου» κλπ. Άλλοι, απ’ την Αλεξάνδρεια και την Κωνσταντινούπολη αυτοί, έχουν υπογράψει με λατινικούς χαρακτήρες. Δεν γράφουν τίποτε άλλο. Όχι μόνον γιατί το υλικό αντιστέκεται, αλλά και γιατί νιώθουν ίσως ότι το δικαίωμά τους σε ένα Ιερό φτάνει μέχρι εκεί.
Και για να τελειώσω με μια σκέψη που μου δημιουργείται απ' τα "μηνύματα". Τα περισσότερα απ’ αυτά που μεταδίδουμε, με κυριολεξίες ή κώδικες, είναι χαμένα ή άδοξα διαβήματα. Κι αυτό ισχύει, γιατί θέλουμε να ταυτίζουμε το «μήνυμά» μας με το ευρύ κοινό. Επιθυμούμε να μας ανακαλύψουν πολλοί, να συνομιλήσουμε με αριθμούς. Κάποτε, φυσικά και αναπόφευκτα, αντιλαμβανόμαστε πόσο μεγάλο κέρδος είναι ο ένας, ο μοναδικός ακροατής. «Παίζω για έναν, που υπάρχει κάπου, στην αίθουσα των 2000 ακροατών» είχε πει ο πιανίστας Ρουμπινστάιν. Είναι σπουδαίο και συγχρόνως γοητευτικό γεγονός το ενδεχόμενο επικοινωνίας μ’ αυτόν, που θα υπάρξει τώρα ή στο μέλλον, και κάθε υπαινιγμός, κάθε κρυφό ή αθέλητο «μήνυμα» (όπως των προσκυνητών που φωτογράφισα στο μάρμαρο μετά από ενάμισι αιώνα), θα τον συναντήσει.
Τα κίτρινα κολοκυθάκια
Η φωτογραφία απ’ την αγορά του Κλάγκενφουρτ, με τα κίτρινα κολοκυθάκια, είδος που δεν είχα ξαναδεί, μου φέρνει στο μυαλό το τρυφερό ποίημα του Ολλανδού ποιητή Ρούντγκερ Κόπλαν (Απόδοση: Βασ. Καραβίτης). Αφορά τη μοίρα του νεαρού μαρουλιού.
Όλα μπορώ να τα αντέξω.
Τις φασολιές να μαραίνονται
τα λουλούδια να πεθαίνουν,
με στεγνά μάτια μπορώ να βλέπω
τις πατάτες να καίγονται
[……………………..]
Όμως, το νεαρό μαρούλι
τον Σεπτέμβρη,
μόλις φυτεμένο, ακόμη μαλακό στα υγρά παρτέρια,
όχι.
Λοιπόν, ορισμένοι συχνά αντιπαρατίθενται λέγοντας ότι ο μινιμαλισμός στην παρατήρηση καταντά μια κουραστική μανιέρα, ένας κώδικας του ελάσσονος, που αφορά τις αμήχανες συνειδήσεις ή το εύκολο βλέμμα. Έχω να πω —απαντώντας κατά κάποιον τρόπο—, ότι τα θραύσματα των εικόνων που μας ακολουθούν σαν σκιές μετά τα ταξίδια μας, χαρίζουν μια θαυμάσια και συγκινητική αποσπασματικότητα.
Είναι η ίδια συνθήκη που κάνει τα μέρη των αγαλμάτων και των γλυπτών (είναι κι αυτά μορφή έκφρασης του ελάσσονος) έναν καινούργιο, αυτονομημένο και αυτοδύναμο πλέον, κόσμο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βλέπουμε τα σπαράγματα (ένα χέρι, ένα πέλμα) που έχουν διασωθεί στο χρόνο, σαν νέο αντικείμενο. Η Γιουρσενάρ, θυμάμαι, σε ένα δοκίμιό της, μιλά για το αυτόνομο αντικείμενο που συνιστά πλέον το σωζόμενο μέρος ενός χαμένου συνόλου. Είναι, στην ουσία, ένα καινούργιο έργο, πολύ κοντά με εκείνο που έφτιαξε η ελευθερία της Αφαίρεσης στην μοντερνικότητα, εκμεταλευόμενη το ατελές ή το κατεστραμένο. Το απόσπασμα, η λεπτομέρεια του χαμένου συνόλου, γίνεται μοντέρνα εικόνα, κάτι που μπορεί να μιλά και να εισπράττεται με σύγχρονη εικαστική αντίληψη.
Όλα μπορώ να τα αντέξω.
Τις φασολιές να μαραίνονται
τα λουλούδια να πεθαίνουν,
με στεγνά μάτια μπορώ να βλέπω
τις πατάτες να καίγονται
[……………………..]
Όμως, το νεαρό μαρούλι
τον Σεπτέμβρη,
μόλις φυτεμένο, ακόμη μαλακό στα υγρά παρτέρια,
όχι.
Λοιπόν, ορισμένοι συχνά αντιπαρατίθενται λέγοντας ότι ο μινιμαλισμός στην παρατήρηση καταντά μια κουραστική μανιέρα, ένας κώδικας του ελάσσονος, που αφορά τις αμήχανες συνειδήσεις ή το εύκολο βλέμμα. Έχω να πω —απαντώντας κατά κάποιον τρόπο—, ότι τα θραύσματα των εικόνων που μας ακολουθούν σαν σκιές μετά τα ταξίδια μας, χαρίζουν μια θαυμάσια και συγκινητική αποσπασματικότητα.
Είναι η ίδια συνθήκη που κάνει τα μέρη των αγαλμάτων και των γλυπτών (είναι κι αυτά μορφή έκφρασης του ελάσσονος) έναν καινούργιο, αυτονομημένο και αυτοδύναμο πλέον, κόσμο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βλέπουμε τα σπαράγματα (ένα χέρι, ένα πέλμα) που έχουν διασωθεί στο χρόνο, σαν νέο αντικείμενο. Η Γιουρσενάρ, θυμάμαι, σε ένα δοκίμιό της, μιλά για το αυτόνομο αντικείμενο που συνιστά πλέον το σωζόμενο μέρος ενός χαμένου συνόλου. Είναι, στην ουσία, ένα καινούργιο έργο, πολύ κοντά με εκείνο που έφτιαξε η ελευθερία της Αφαίρεσης στην μοντερνικότητα, εκμεταλευόμενη το ατελές ή το κατεστραμένο. Το απόσπασμα, η λεπτομέρεια του χαμένου συνόλου, γίνεται μοντέρνα εικόνα, κάτι που μπορεί να μιλά και να εισπράττεται με σύγχρονη εικαστική αντίληψη.
Στην αγορά του Κλάγκενφουρτ
Καμιά φορά σκέπτομαι ότι ανεξάρτητα από τις προθέσεις μας μπορεί να παίρνουμε και να δίνουμε πληροφορίες για την εποχή μας. Για παράδειγμα, στο «Ένα βότσαλο στη Λίμνη», υπάρχει μια σκηνή όπου ο Λογοθετίδης, εξανίσταται ακούγοντας από τον φίλο του ότι το περασμένο βράδυ, μεθυσμένος, σπατάλησε χωρίς μέτρο τα χρήματά του, πίνοντας και δίνοντας τεράστια φιλοδωρήματα. Αν θυμάμαι καλά, όταν ακούει το ποσό των εβδομήντα δραχμών που έδωσε για φιλοδώρημα, σχεδόν δεν το πιστεύει και απορεί. «Με τόσα χρήματα, δεν αγόραζα μια βελούδινη ρεπούμπλικα απ’ τον Λαμπρόπουλο;» λέει.
Μ’ αυτή τη φράση, λοιπόν, μαθαίνουμε την τιμή ενός καλού καπέλου στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Το λέω, γιατί με τις φωτογραφίες που τράβηξα στην υπαίθρια αγορά φυτών και λαχανικών στο Κλάγκενφουρτ της νότιας Αυστρίας (πατρίδα του συγγραφέα Ρόμπερτ Μούζιλ), μπορεί, στο μέλλον, να βλέπει κάποιος φιλοπερίεργος ή νοσταλγός, την τιμή που είχε πριν από 50 χρόνια η μικρή γλαστρούλα της Majoran που εικονίζεται. Πουλιόταν, λοιπόν, το καλοκαίρι του 2007 —τον πληροφορεί με τη φωτογραφία του ο επισκέπτης της αγοράς—, προς 1.40 ευρώ.
Μ’ αυτή τη φράση, λοιπόν, μαθαίνουμε την τιμή ενός καλού καπέλου στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Το λέω, γιατί με τις φωτογραφίες που τράβηξα στην υπαίθρια αγορά φυτών και λαχανικών στο Κλάγκενφουρτ της νότιας Αυστρίας (πατρίδα του συγγραφέα Ρόμπερτ Μούζιλ), μπορεί, στο μέλλον, να βλέπει κάποιος φιλοπερίεργος ή νοσταλγός, την τιμή που είχε πριν από 50 χρόνια η μικρή γλαστρούλα της Majoran που εικονίζεται. Πουλιόταν, λοιπόν, το καλοκαίρι του 2007 —τον πληροφορεί με τη φωτογραφία του ο επισκέπτης της αγοράς—, προς 1.40 ευρώ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















