Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Ατάκτως

To κείμενο αυτό δημοσιεύεται στο περιοδικό «Τα ποιητικά», που κυκλοφόρησε σήμερα αφιερωμένο στον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη.




Ατάκτως





























1. Με τόσο νωπό τον αντίκτυπο από τον θάνατο του Γιάννη Βαρβέρη, προτιμώ να μιλήσω για το πρόσωπο που γνώρισα, παρά για τη λογοτεχνία του. Δεν θα φώτιζα επιπλέον τίποτα επισημαίνοντας τις τεχνικές, τον σκηνικό του κόσμο, την επιμονή του στην αναπόληση του χαμένου και της παιδικότητας, τον μνημονικό ψυχαναγκασμό με το παρελθόν. Άλλωστε κι εκείνος θα με προέτρεπε σε μιαν αναφορά ζωής, σε γεγονότα που δεν συντηρούνται παρά μόνο με την απόφαση να είμαστε ενοχλητικοί στο αθόρυβο εργαστήριο της λήθης.

2. Ένα στοιχείο καίριας σημασίας για τον σημαντικό (το δηλώνω εξαρχής), αλλά κυρίως ιδιαίτερο αυτόν ποιητή της γενιάς μου είναι ο διχασμός που τον τον χαρακτήριζε. Αφενός αφοσιωμένος στη ραφινάτη διαχείριση της νοσταλγίας, στην αριστοκρατική του απομόνωση, και στη διαρκή ιδέα του θανάτου. Αφετέρου κοινωνικός, μανιώδης της συναναστροφής, της πολυπρόσωπης εξόδου, του λόγου ο οποίος έτερπε αλλά και αυτοθαυμαζόταν. Αυτά τα δύο ασύμπτωτα στοιχεία συναντούσαν ένα ακόμη. Την ξεχωριστή του ικανότητα σε πρακτικά ζητήματα, διευθετήσεις του καθημερινού, τη χρήση της κατάλληλης “γλώσσας” για κάθε περίπτωση, μια ικανότητα που είναι σύμπραξη νοημοσύνης και γνώση χειρισμού των ανθρώπων.

3. Το παρελθόν είναι η αυθεντικότερη κλίση μας. Συμβαίνει κάτι αλλόκοτο όμως εκεί. Ενώ στη μακρινή μνήμη αντιμετωπίζουμε κάποτε τον εαυτό μας σαν ένα πρόσωπο άγνωστο ( σχεδόν όπως τον χαρακτήρα ενός έργου), όλες οι συνέπειες από τη ζωή αυτού του προσώπου είναι παρούσες, τωρινές, μόνιμες. Σαν αρχάριοι της ποίησης συζητούσαμε, κάποτε με ωριαία τηλεφωνήματα, διάφορα ανάλογα βαρυσήμαντα και μη: Την εξήγηση, π.χ., του Αριστοτέλη (Περί ποιητικής Τέχνης) γιατί το άσχημο και δυσάρεστο πράγμα μας αρέσει όταν το βλέπουμε στη ζωγραφική ή το διαβάζουμε, ή τι πραγματικά από την πρόθεση του ποιητή συλλαμβάνεται, θέμα το οποίο κατέληγε στο ζήτημα της παρανάγνωσης, την συνηθέστερη προσέγγιση του αναγνώστη. Σαν κάθε γνήσια αριστοκρατικό πνεύμα, είχε απόλυτη επιφύλαξη για το αν υπάρχει γόνιμη πρόσληψη του αισθητικού αντικειμένου. Συμφωνούσαμε στην ευτυχή σπανιότητα αυτής της συνάντησης. Συνήθως ονόμαζε τον επαρκή αναγνώστη «προνομιακό συνομιλητή». «Υπάρχει ένα ποίημα στην προσεχή συλλογή μου», του είπα, «που θέλω να το δεις». Έχει αυτό το θέμα. Κάποιος διαβάζει  μια παλιά ιστορία σε ένα ποίημα και όχι μόνον επικοινωνεί, αλλά ταυτίζεται μ’ αυτήν. Είναι σαν να ξέρει τα γεγονότα που παρατίθενται, και μολονότι ξένος, τα ανακαλύπτει και τα νιώθει σαν δικά του βιώματα.  Πήγα στο διαμέρισμα της οδού Ομήρου με ένα κουτί κουλουράκια, για να μιλήσουμε και να του διαβάσω το ποίημα. Δεν προλάβαμε. Θυμηθήκαμε τις παρέες του '70 και του '80, πρόσωπα γνωστών, ποικίλα οικογενειακά μας, και τέλος η κουβέντα εξαντλήθηκε σε μικρά καθημερινά.

4. Σε μια απ’ τις τελευταίες μας τηλεφωνικές συζητήσεις με ρώτησε, με εκείνο το κατά τι παιδικό, κατά τι μακιαβελικό ύφος. «Τι λες, βρε Κώστα, θα μείνει τίποτε απ’ αυτά που γράψαμε»; «Το ερώτημα του Άστροφ, Γιάννη, στον Θείο Βάνια: “Θα μας θυμάται κανείς, θα έχει έναν καλό λόγο για μας μετά από εκατό χρόνια”; Δεν ξέρω για μένα, αλλά εσύ μπορείς να έχεις αυτή τη βεβαιότητα», είπα, χωρίς ίχνος προσποίησης. «Δεν είμαι βέβαιος», απάντησε. «Φοβάμαι, διότι δεν ξέρω αν η ποίησή μου είχε αρκετές ατάκες, γνωμικές φράσεις και αφορισμούς, αυτό δηλαδή που στερεώνεται, περνά εύκολα και μου φαίνεται διαρκέστερο». Σκέφτηκα μετά από εκείνη την παρατήρηση, πόσο μεθοδικά πρέπει να είχε λογαριάσει αυτό που έκανε, πόσο είχε ζυγίσει τους τρόπους του και πόσο υπολόγιζε το αντικειμενικό αντίκρισμα της παραγωγής του. Ακόμα, πόσο συγγενικό ήταν αυτό που ζητούσε για τη γραφή (η ετοιμόλογη ατάκα), με το ύφος τού καθημερινού του λόγου, που συχνά, προγραμματικά, κατέληγε κι αυτός σε ένα περίτεχνο αφοριστικό σχήμα.

5. Μια απ’ τις αιτίες της προσοχής μας στον Γ.Β. όλα αυτά τα χρόνια  ήταν εξωποιητική. Η γοητεία, συγκεκριμένα, που ασκούσε ο ίδιος, με τον αιχμηρό σαρκασμό του, τον  αισθητισμό του, την αφ’ υψηλού θέαση. Πάντα ήξερες ότι μπορούσε να σκοπεύσει κι εσένα. Δεν σε εξαιρούσε. Τα πάντα όμως ακούγονταν, και είχαν σημασία, κυρίως ως πνευματώδες σχήμα, ακόμη κι αν ήταν υπονομευτικός σχολιασμός. Του είπα κάποτε ότι βλέπω έναν κοινό γνωστό μας. Με ρώτησε αν τον θεωρώ νοήμονα άνθρωπο. Ο Γιάννης θεωρούσε την ευφυία (όπως και την συγγενική σ' αυτόν ευαισθησία) θεμελιακή αξία. «Αμφιβάλλω γι' αυτό το παιδί», συνέχισε. «Δηλαδή»; ρώτησα. «Να, αν ας πούμε ήταν  ο Κολόμβος στη γέφυρα και κάποτε έβλεπε τη στεριά στο βάθος του ωκεανού, μπορεί...να μην πήγαινε κατά εκεί». Απολάμβανε να δείχνει την ετοιμόλογη ευστροφία του, μέχρι το όριο το οποίο ήξερε ότι ο συνομιλητής του μπορεί να εισπράττει. Τα πρώτα  χρόνια της γνωριμίας μας, μου έδειχνε μετά μανίας και ένα άλλο γνώρισμα. Τη χάρη μιας ανέμελης και φιλοπαίγμονος παιδικότητας. Οδηγούσε την παλιά Opel Cortina που κράτησε μετά το θάνατο του πατέρα του,  την συντήρησε και την κατέστησε μυθική με δύο εξαίρετα ποιήματα γι’ αυτήν. Με το καθρεφτάκι του φτερού, που τα παλιά αυτοκίνητα έχουν πολύ μπροστά και εξέχει, μπορούσε να σημαδέψει ακόμα και τη λαβή από τη σακούλα της αγοράς, στο χέρι μιας ηλικιωμένες κυρίας. Ήταν τόσο ακριβής στο σημάδι, που ο τρόμος της γυναίκας θύμιζε παλιά ιταλική κωμωδία. Στην πρώιμη συναναστροφή μας, το στοιχείο του παιχνιδιού και της φάρσας ήταν διαρκές. Ένα βράδυ (στις αρχές του '80;) έμεινα μέχρι αργά στο δωμάτιό του, στο παλιό σπίτι, κουβεντιάζοντας και ακούγοντας γαλλικά τραγούδια. Όταν αποφάσισα να φύγω, με σταμάτησε έξω από την πόρτα τού δωματίου και μου έδειξε το πάτωμα. «Τι είναι»; τον ρώτησα, γιατί δεν έβλεπα τίποτε. «Πήγε μιάμιση, και η μαμά έχει ρίξει αλάτι για να φύγεις»! μου είπε, και ξεσπάσαμε σε αθόρυβα γέλια. Μια άλλη φορά, κάποια Φώτα που φάγαμε με τη μητέρα του, σαν άτακτο παιδί της έλεγε πολύ αυστηρά ότι είχε σερβίρει γλυκά από τον περασμένο μήνα, να φέρει τα φρέσκα, «όχι αυτά που έχουμε για τους ξένους», πράγμα που έκανε την οικοδέσποινα να απολογείται με ενοχή και να διαψεύδει για ώρα.

6. Στην τελευταία μου ποιητική συλλογή υπάρχει ένα μεγάλο ποίημα («Φθινόπωρο, ή ξενάγηση σε γαλλική λουτρόπολη»). Ο αφηγητής ξεναγεί έναν ομότεχνό του. Το σκηνικό της πόλης μοιάζει πολύ με τους προσωπικούς μύθους και το κλίμα των λουτροπόλεων που φιλοτέχνησε  ο Γιάννης. Το ότι εν τέλει καταλήγει στο Καζίνο, επίσης παραπέμπει σε συγγενικά του τοπία. Το είδε προδημοσιευμένο σε ένα περιοδικό και μου τηλεφώνησε. «Αυτός είμαι εγώ, Κώστα: “[...] Έχετε γεννηθεί κι εσείς ηλικιωμένος / ποτέ δεν τρέξατε για τίποτε στο δρόμο./ Σας θέλγει από μικρό η ωριμότητα, / μια νεύρωση που απεχθάνεται τη δράση / [...] Φθινόπωρο λοιπόν, με έναν κουρασμένο σνόμπ του κύρους σας [...]” Αν ποτέ το περιλάβεις σε συλλογή, νομίζω ότι πρέπει να μου το αφιερώσεις». Το περιέλαβα στις Τέσσερις Εποχές, και δεν είχα αυτήν τη γενναιοδωρία. Δεν ξέρω γιατί. Τώρα, όταν κάποτε το διαβάζω δημόσια ή μιλώ γι' αυτό, αποκαλύπτω ποιος είναι ο ξεναγούμενος, πόσο αγαπούσε τη φινέτσα των παλαιών λουτροπόλεων και πόσο συνδέθηκε η γραφή του μ' αυτές, επιχειρώντας να σκιαγραφήσει οικογενειακά χρονικά και τη νοσταλγία μιας χαμένης ευδαιμονίας.

7.      Συνομιλήσαμε λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του. Είχε αφήσει ένα σημαντικό (για μένα) μήνυμα στον τηλεφωνητή του γραφείου. Το κρατούσα με προσοχή, το άκουγα μέχρι τώρα παίζοντας με το παράλογο, αλλά από κακό χειρισμό χάθηκε. Δεν συγχωρώ τον εαυτό μου που δεν το είχα μεταγράψει. Μιλήσαμε δύο μέρες μετά την κλήση εκείνη. «Είδα στο ατελιέ του Κέδρου», του είπα, «δύο χειρόγραφες λέξεις σε κομμένο φύλλο τετραδίου. Βαθέος γήρατος. Ο τίτλος του βιβλίου σου. Πώς κατάφερες να κάνεις τόσο τρεμουλιαστά τα γράμματα. Με το αριστερό, μήπως»; «Όχι», μου είπε, δίνοντας κάπως δραματικό τόνο στην εξασθενημένη φωνή του. «Έβαλα τη μαμά και τόγραψε». Του αποκάλυψα ότι το είχα καταλάβει. Όντως, ήταν στο ύφος του αυτή η ευλαβής θεατρικότητα, η κατασκευή μιας εικόνας-φετίχ για το εξώφυλλο. Έγραψε  ε κ ε ί ν η  τον τίτλο της συλλογής που όχι μόνο την αφορά εξ’ ολοκλήρου, αλλά στις σελίδες της γίνεται η ίδια συνομιλητής, σύμβολο ενός πολύτιμου παρελθόντος και της βαθιάς αφοσίωσης σ' αυτό. «Το ότι το κατάλαβες ίσως είναι η αιτία που μας επιτρέπει τόσα χρόνια τη συνεννόηση», μου είπε, και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει το ξαφνικό ράγισμα, το λυγμό της συγκίνησης, στη φωνή του.

                                                                                                                               22-10- 2011

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ 


4 σχόλια:

George-Icaros Babassakis είπε...

Σε ξέρω τριάντα τρία χρόνια. Σε μαθαίνω τριάντα τρία χρόνια. Είμαι περήφανος που μπορώ να συγκαταλέγομαι στους φίλους σου, Κώστα.

Ανώνυμος είπε...

Βλέμμα υπό πολλές γωνίες για τον Γιάννη. Ελεγειακή τρυφερότητα.

Gaetano

Babis Dermitzakis είπε...

Κώστα, θυμάμαι σε ένα τραπέζι που μας κάλεσες, το χιούμορ του Βαρβέρη. Ήταν όντως αξιαγάπητος.

Ανώνυμος είπε...

Τα θερμά μου συγχαρητήρια κ. Μαυρουδή. Ξέρω την ποίηση του Γ.Βαρβέρη και έχω δει το τελευταίο δείγμα της δικής σας ποιτικής δουλειάς. Το κείμενο αυτό όμως είναι εκτός από αγάπη στην ποίηση, αγάπη και ύμνος στη ζωή.

Περικλής Μ.