Τρίτη, 15 Ιουλίου 2008

Το λογοτεχνικό περιοδικό

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισήγηση του Κώστα Μαυρουδή για το Συνέδριο που οργάνωσαν οι Γενικές Γραμματείες Επικοινωνίας και Ενημέρωσης (28 & 29/11/2007). Το θέμα ήταν «ΜΜΕ και Λογοτεχνία». Η εισήγηση τονίζει τον χαρακτήρα του λογοτεχνικού περιοδικού ως εναλλακτικής προτάσεως απέναντι στην πραγματικότητα.


Συμπληρώνονται 30 χρόνια αφότου Το Δέντρο εμφανίστηκε στην αγορά. Είναι χιλιάδες οι σελίδες που τυπώθηκαν, εκατοντάδες τα γραπτά νεοελλήνων και ξένων συγγραφέων. Μετέχω εκών άκων σε αυτό που αποκαλούμε «πνευματικό βίο», αλλά δεν είναι πολλά χρόνια που έπαψε να με απασχολεί ένα ερώτημα το οποίο διάβαζα σε ένα πρώιμο βιβλίο του Χέρμαν Έσε και κατάλαβα πως απασχολεί κι εμένα.
«Κι αν η πραγματικότητα έχει δίκιο; Αν εμείς οι άλλοι είμαστε μια αποκλίνουσα κοινότητα, μια οικογένεια νευρωτικών; Αν καλύτερος ήταν ο ρόλος του αφοσιωμένου οικογενειάρχη και τα γραφεία μας, οι καταθέσεις, τα αυτοκίνητά μας; Αν αυτά όλα είναι τα συγγενέστερα προς τη φύση μας αγαθά;»
Αρχίζω έτσι μιλώντας για ένα περιοδικό λογοτεχνίας, για τη λογοτεχνία την ίδια δηλαδή, επειδή ό,τι θα ακουστεί στη συνέχεια διατυπώνεται ως ένα είδος υπεράσπισης της μη πραγματικής ζωής, στην εκδοχή βέβαια και υπό τη μορφή μιας εκδόσεως λογοτεχνίας.
Ένα λογοτεχνικό περιοδικό λοιπόν, οριζόμενο από το πνεύμα της εποχής του και από το πνεύμα των ανθρώπων που το οργανώνουν και το εκδίδουν –εννοώ τις προθέσεις και την πνευματική σκευή τους- είναι αναπόφευκτο να αποδίδει κάτι και από τα δύο. Οπωσδήποτε το περιρρέον κλίμα αλλά κυρίως τις προϋποθέσεις των συντελεστών του. Είναι μια λεπτομέρεια που ακούστηκε και από τον προηγούμενο ομιλητή, τον κ. Ζουμπουλάκη. Ειδικά σήμερα ό,τι χωρίς άλλο διακρίνεται είναι αυτές οι τελευταίες, οι προϋποθέσεις δηλαδή των συντελεστών του.
Περιρρέον κλίμα, πνευματική ζωή, έχει καταντήσει να είναι κυρίως ένα ποσοτικό άθροισμα κινήσεων και πληροφοριών, που ορίζουν με τον τρόπο τους το πνευματικό και μας το παραδίδουν ως αβαρή πράξη γραφής ή ενημέρωση ή κοσμικό γεγονός. Μας δείχνουν αυτάρεσκα ένα συμβάν εκεί όπου όφειλε να παράγεται νόημα βίου.
Ένα λογοτεχνικό έντυπο κατά τεκμήριο θέλει να προβάλει, να ερμηνεύσει ή και να δημιουργήσει τις αξίες του καιρού του, όπως αυτές δεν φαίνονται από τις άλλες εκδηλώσεις της αγοράς, προτείνοντας ένα λόγο επίκαιρο, αλλά παράλληλα με τις αρετές εκείνες που εξασφαλίζουν στη γραπτή έκφραση και το χαρακτήρα της διάρκεια και αντοχή.
Περιμένουμε από ένα λογοτεχνικό έντυπο όμως να είναι παράλληλα και ένα είδος «αντ’ αυτής», της αγοράς εννοώ, όταν εκείνη προβάλλεται ως συνθήκη που καθιστά αδιανόητο τον μύχιο διάλογο κάποιου με την ύπαρξή του, τη μοίρα του ή το προσωπικό του όραμα.
Ας προσέξουμε την εικόνα της πνευματικής λεγόμενης ζωής. Οι αναφορές των lifestyle περιοδικών, εκείνες των εφημερίδων -αυτές οι τελευταίες όχι κατ’ ανάγκη χωρίς ενδιαφέρουσες σελίδες, συχνά και βαρυσήμαντου κριτικού λόγου- διαμορφώνουν ασφυκτικά το τρέχον γούστο, την κυκλοφορία, και ορίζουν εν τέλει τον λεγόμενο λογοτεχνικό κανόνα.
Το περιοδικό, μια πιο ιδιωματική πρόταση, προσηλωμένη σε αυστηρότερες επιλογές, θα έλεγα ότι μέσω της δημιουργικής λογοτεχνίας αποζητά σημασίες που διαλέγονται με νοήματα της ύπαρξης. Οι κορυφαίες αισθητικές αξίες που μας άνδρωσαν, που έκαναν έναν ανυπόφορο νεοελληνικό κόσμο βιώσιμο, δεν αναγνωρίζονται σήμερα πουθενά, μέσα σε ένα περιβάλλον νομιμοποιημένης καθημερινής βίας, ανοχής των πάντων, απίστευτα ελαστικών κριτηρίων.
Επιχειρώντας κάθε τρίμηνο τώρα –παλιά ήταν διμηνιαίο το περιοδικό- να δημιουργήσουμε μια πρόταση, έχω την αίσθηση ότι ανατρέχουμε όλο και περισσότερο στο παρελθόν, σε αντίθεση με ό,τι ακούστηκε από την προηγούμενη ομιλήτρια. Υποθέτω και αυτό ότι δεν είναι μόνο αποτέλεσμα προσωπικής ιδιοσυγκρασίας. Σε ένα παρελθόν με επιλογές που έχουν να κάνουν με μεταφράσεις κλασικών και την προσφυγή στο ταμείο των ξενόγλωσσων συνεργατών.
Θα μου πείτε ότι αυτή την αίσθηση την έχουν σήμερα σε όλα τα πλάτη. Κάποτε διάβαζα τη συνέντευξη ενός αλλοδαπού μουσικού. Μιλούσε για την επαφή του με το σινεμά στα εφηβικά του χρόνια, το ρόλο του (του σινεμά) στην αποκατάσταση της πραγματικής ζωής, για την οποία εγώ επιμένω να επισημαίνω, το «αντ’ αυτής» που είπα πριν. «Όταν έφτανα, έλεγε, στο ταμείο για εισιτήριο, ήταν σαν να επιδείκνυα το διαβατήριό μου που θα μου επέτρεπε να φύγω, να ταξιδέψω».
Έτσι απόλυτα αντιλαμβάνομαι την εμπειρία του δημιουργικού γεγονότος. Σαν την υποκατάσταση που μου επιτρέπει να καρπωθώ το μακρινό, το γοητευτικό και σωτήριο ψεύδος. Το ζω μάλιστα και αντίστροφα από τον τρόπο με τον οποίο το διατύπωνε ο μουσικός, τον οποίο σας διάβασα, όταν συχνά δείχνω το διαβατήριό μου στις αρχές μιας χώρας όπου φτάνω, και έχω τότε την αίσθηση ότι αρχίζει μια γεμάτη αιφνιδιασμούς και γοητεία ταινία μπροστά στα μάτια μου.
Με όσα σημείωσα, υποδηλώνω ίσως μια αντίληψη για τους ήχους που οφείλουν να ακούγονται από τη συναλλαγή μας με τον άλλο αυτό λόγο, αλλά και από την οργανωμένη εκδοχή που τον περιέχει και τον προβάλλει, την έκδοση ενός εντύπου.
Δεν με ενδιέφεραν ποτέ οι σελίδες εκείνες που υπηρετούν μια διεκπεραιωτική αντίληψη της λογοτεχνίας, με στατιστικές, κριτικές μιας νυσταλέας φιλολογικότητας, φωτογράφηση της αφυδατωμένης αγοράς και αυτές τις μικρές αγγελίες που σήμερα λέγεται βιβλιοπαρουσίαση και ενημέρωση για την παραγωγή.
Πιστεύω στην πιο προσωπική εκδοχή του περιοδικού, όπου ένας ή δύο παραγωγοί του έχουν δικές τους -έστω απόλυτες- απόψεις, τις υπερασπίζονται, κρίνουν και προτείνουν με βάση την αγωγή τους, έτσι ώστε το έντυπό τους να είναι η ματιά τους, η εντύπωσή τους και μένει να καταστήσουν πειστική τη σημασία αυτής της εντύπωσης, αυτής της ματιάς. Να κατορθώσουν μια αδελέαστη άμεση σχέση του αναγνώστη με το έργο, τη μόνη που μπορεί να προσφέρει το απροσδόκητο, την έκπληξη, δηλαδή την τέρψη και την ψυχαγωγία.
Το περιοδικό θα ήθελα παράγει τους πιο «ταυτοτικούς» ήχους, έχοντας στέρεες αναγνωρίσιμες προτάσεις αφενός, καλλιεργώντας όμως παράλληλα ένα φιλαμφίβολο αίσθημα για την αξία όσων το ίδιο επέλεξε, όσων έκρινε και κυρίως όσων σχολίασε στις οικείες στήλες. Επιτρέπει έτσι στον αναγνώστη να λειτουργεί ανεμπόδιστα ως εκφραστής των κριτηρίων του.
Ύστερα, ζούμε εδώ που ζούμε. Τι σημαίνει αυτό; Ζούμε με μια ασύνορη ανάγκη επικοινωνίας, ακόμα και σήμερα, και γι’ αυτό ελλειμματική στη σχέση μας με έργα υποδομής και κορυφαία γεγονότα πολιτισμικά. Αυτό δεν χρειάζεται συζήτηση, διακρίνεται και από το δορυφόρο.
Θα γίνει αντιληπτό ό,τι θέλω να πω αν ακούσουμε έναν Ευρωπαίο δημιουργό πόσο οικεία, από πόσο κοντά διαλέγεται με το σώμα του μεγάλου πολιτισμικού παρελθόντος. «Είμαι 60 χρόνων», λέει αυτός. «Χρόνια που πέρασαν σαν αστραπή. Τρεις από αυτές τις αστραπές προς τα πίσω, και θα μπορούσα να δω τον Μότσαρτ στο Ζάλτσμπουργκ. Δέκα και θα μπορούσα να συναντήσω τον Πετράρχη στη Αβινιόν. Είκοσι και θα άκουγα το «Κέρας» του Ορλάνδου στο Ροντισβάλ».
Απεναντίας, το κλασικό για μας νιώθω να αρχίζει και να τελειώνει με τον Βιζυηνό, με τον Ροΐδη, λίγο πριν, λίγο μετά, και τα έργα που θα συγκροτούσαν ένα σύμπαν ολοκληρωμένο και συνεχές πολιτισμού, ή σωστότερα που θα εξέφραζαν αυτό το σύμπαν, δεν υπήρξαν. Η πιο πρόσφατη άνοδος νέων στρωμάτων, κατατροπώνοντας κάθε ελπίδα εξαστισμού δημιούργησε το περιβάλλον που όλοι βιώνουμε δραματικά, αν δεν το έχουμε πια αποδεχθεί ως αναπόφευκτη αισθητική μας ιθαγένεια.
Λέω πράγματα γνωστά, επιδιώκοντας να τονίσω την ανάγκη που πιστεύω ότι οφείλουμε να υπηρετήσουμε. Λογοτεχνία υποδομής, έργα ιδεών, υψηλών αισθητικών προδιαγραφών, καρπούς σημαντικών ζυμώσεων. Είναι σύμπτωμα μωρίας τα αμφίβολα νεοελληνικά αναγνώσματα να έχουν διαβαστεί περισσότερο από ό,τι το Μαγικό βουνό ή η Μαντάμ Μποβαρί. Να έχουμε δηλαδή όλοι επιτρέψει για το πνευματικό προϊόν τη δημιουργία μιας εικόνας ελαφρότητας, ενός κλίματος αντιιεραρχικού πάντως, την υποκατάσταση του υψηλού από συγγραφικούς ψιθύρους.
Στο μεγαλύτερο μέρος την ευθύνη γι’ αυτά δεν θα δυσκολευτούμε να την καταλογίσουμε στο πνεύμα της ηγεμονεύουσας εφημεριδογραφίας, χώρου όμως που με τη σειρά του είναι καρπός του κοινωνικού προσώπου μας, και ο κύκλος είναι φαύλος όπως καταλαβαίνετε.
Όλα αυτά σε ένα συντείνουν: Στη σκέψη ότι σήμερα οι μικρές ασήμαντες νησίδες εκφράσεως, τα λογοτεχνικά περιοδικά, οφείλουν την όποια παρέμβαση τους αναλογεί, τον εναλλακτικό τους μη θεσμικό λόγο, προβάλλοντας ένα πνεύμα δημιουργικό, παράλληλα στις απλουστεύσεις που ζητά η μεγάλη και χαλαρή αγορά.
Αλλά κυρίως –και τελειώνω– τους ανατίθεται ένας άλλος, σημαντικότερος ρόλος. Να τι εννοώ: Ο λόγος της τέχνης, λόγος ύψιστης πειθαρχίας, γνωρίζει κανόνες, διέπεται από αρχές, είναι προϊόν ηθικής βουλήσεως, αντικαθιστά, παίρνει τη θέση της αταξίας του νεοελληνικού βίου.
Μερικοί βέβαια θεωρούν τον νεοελληνικό βίο ένα ακίνδυνο χαρωπό χάος. Οι σκεπτικιστές τον θεωρούν μια φάρσα που πρέπει να μην μας αφορά. Εγώ, όχι. Αυτός ο βίος λοιπόν, άναρχος, άμορφος, καρπός αισθητικός και ηθικός μιας κοινωνίας ασπόνδυλης και άβουλης, είναι αναγκαίο για έναν αριθμό προσώπων να υποκαθίσταται από το οργανωμένο σώμα του φαντασιακού και της τέχνης. Να γίνεται χαρακτήρας ζωής, όχημα αναγκαίων αξιών εδώ, επειδή απουσιάζουν. Ευχαριστώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: