Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Πλυμένα σεντόνια

του Βιθέντε Φερνάντεθ Γκονθάλεθ


Στον Κώστα Μαυρουδή

ΠΑΝΕ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ. ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΓΥΡΙΣΑ στις Καρυές, ενώ θα ήθελα τόσο πολύ να ξαναδώ τη ζωγραφική του Πανσέληνου. Να τη δω νύχτα, όπως σε εκείνη την αγρυπνία, στο Πρωτάτο. Θυμάμαι τους όμορφους οπλοφόρους Αγίους Γεώργιο και Θεόδωρο, Μιχαήλ τον Αρχάγγελο, να βγαίνουν, με την κίνηση των πολυελαίων από τους τοίχους, και να πλησιάζουν τη σύναξη όπου στεκόμασταν εμείς και άλλοι δύο-τρεις κοσμικοί στις γραμμές των μοναχών. Είχαμε φτάσει στο Άγιον Όρος μια βδομάδα πριν. Στο βαπόρι από την Ουρανούπολη στη Δάφνη πιάσαμε φιλίες με έναν γάλλο προσκυνητή, τακτικό επισκέπτη της Αθωνικής Πολιτείας. Μας μίλησε για την αγιορείτικη γαστρονομία με κομψότατους γαλλικούς όρους. Το βράδυ απογοητευτήκαμε λίγο στην τραπεζαρία της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα, όταν οι aubergines έγιναν μελιτζάνες. Προηγήθηκαν όμως τα τερψιλαρύγγια που μας πρόσφεραν φτάνοντας στο μοναστήρι: τσίπουρο, λουκούμι και νερό. Καθόλου εκδρομικοί τύποι, είχαμε εξαντληθεί στον ποδαρόδρομο από τις Καρυές. Και, γιατί να μην το πω, εγώ ήπια και το τσίπουρο του Θωμά, ενώ ο Θωμάς έφαγε το λουκούμι μου. Μας έγινε συνήθεια. Έχετε σκεφτεί πόσο γρήγορα καθιερώνονται οι συνήθειες; Το πρωί προγευματίσαμε παρέα με τον Κωστή Μοσκώφ –ο Χρόνης τον ήξερε από παλιά– και έναν πολύ συμπαθή φίλο του. Μετά περπατήσαμε μέχρι τη θάλασσα. Ο Μοσκώφ μού έλεγε για την υπεροχή της ορθόδοξης θεολογίας, για την ευλογία του σώματος και του έρωτα. Φτάναμε όλο και πιο κουρασμένοι στα μοναστήρια Ιβήρων και Φιλοθέου. Πρέπει να πω ότι δεν είχαμε κλείσει που­θενά, μόνο στη Μονή Σταυρονικήτα, εκεί πήγαμε συστημένοι. Στην επιβλητική Σιμωνόπετρα φτάσαμε πολύ ταλαιπωρημένοι. Στο αρχονταρίκι μάς είπαν ότι μπορούμε να καθίσουμε και να φάμε (πολύ ωραία ρεβίθια), αλλά δωμάτιο δεν έχει. Εδώ στάθηκε χρησιμότατη η τσαχπινιά του Θωμά, που πήρε σε μια γωνιά τον αρχοντάρη και του είπε πόσο θα στενοχωριόταν μ’ αυτήν την εξέλιξη ο μαέστρος. Ποιος μαέστρος; ρώτησε αθώος, ο μοναχός. Ο ζωγράφος, απάντησε ο Θωμάς, με τρόπο που ήταν για τον αρχοντάρη αναντίρρητος. Και δεν του είπε ψέμα. Όλος ο κόσμος ξέρει, στην Αθή­να και στη Θεσσαλονίκη, ότι ο Χρόνης είναι ζωγράφος.
Μας έδωσαν ένα πεντάκλινο δωμάτιο –το κρατάνε, υποθέσαμε, πάντα ελεύθερο για τέτοιες περιπτώσεις–, μας δέχτηκε ο ηγούμενος και μας έδειξαν διάφορα κειμήλια της Μονής. Αλλά οι μέρες έτρεχαν και έπρεπε να φύγουμε. Το πλοιάριο μάς άφησε στη Δάφνη και από κει, όπως την πρώτη μέρα, το λεωφορείο μας πήγε στις Καρυές. Μας περίμενε ο Ιερόθεος –εκείνος μας είχε συστήσει στην Ι.Μ. Σταυρονικήτα– και μας φιλοξένησε στο κονάκι του. Αξέχαστη μέρα. Ο Ιερόθεος μας ξενάγησε στο Πρωτάτο –επιτέλους ο Πανσέληνος!– και, έμπειρος κωδωνοκρούστης, μας χάρισε μια συναυλία, που χρόνια αργότερα τη θυμήθηκα όταν άκουσα από τη Φιλαρμονική της Μάλαγα το έργο Three Meditations from “Mass” του Λέοναρντ Μπερνστάιν. Πιο πολύ το πρώτο μέρος.
Γεύμα το βράδυ στο κονάκι και, μετά, όλοι στην εκκλησία του Πρωτάτου για την αγρυπνία. Θυμάμαι να τελούν μεγαλοπρεπώς την ολονυκτία πολλοί ιερείς, αλλά στη μνήμη μου σμιλεύτηκαν οι πολυέλαιοι, οι μοναχοί που τους κινούσαν, οι όμορφοι άγιοι πολεμιστές του μυστηριώδους Πανσέληνου, τα όπλα τους, οι λόγχες και τα σπαθιά.
Έφτασε η μέρα της αναχώρησης. Περιμέναμε το λεωφορείο που θα μας πήγαινε στη Δάφνη για να πάρουμε από εκεί το βαπόρι που θα μας άφηνε πίσω, στην Ουρανούπολη. Ύστερα οδικώς στη Θεσσαλονίκη. Θα μέναμε το σαββατοκύριακο. Περιμέναμε λοιπόν το λεωφορείο, όταν ξαφνικά ένα άρωμα με αναστάτωσε. Ανοι­γοκλείνω τα μάτια. Το άρωμα είναι πιο έντονο. Κοιτάζω πίσω• περνούν δύο νέοι μοναχοί. Μεταφέρουν ένα μεγάλο καλάθι με πλυμένα σεντόνια. Το άρωμα! Έχω μείνει άναυδος. Όλα τώρα γίνονται πολύ γρήγορα. Είναι η στιγμή που φτάνει το λεωφορείο. Ο Θωμάς με σπρώχνει μέσα. Ακόμα το άρωμα. Ακούω στα πίσω καθίσματα έναν ηλικιωμένο μοναχό να λέει συνέχεια στον συνεπιβάτη του «τι να πεις», «τι να πεις»... Δεν ξέρω για τι μιλούσαν, αλλά αυτό το θυμάμαι. Απομακρυνθήκαμε, χάθηκε τελικά το άρωμα.
Φοβάμαι πως θα παρεξηγηθώ, αλλά όλα έγιναν ακριβώς έτσι. Έκλεισα τα μάτια και αναπόλησα εκείνους τους μήνες –στην τελευταία τάξη του Λυκείου– που αγαπούσα την Μ., που γνωρίσαμε μαζί τον έρωτα, που το σώμα μου, το κορμί μου, ποθούσε επίμονα το δικό της. Τα εσώρουχα της Μ. είχαν εκείνο το άρωμα. Το ίδιο μ’ αυτό των σεντονιών που μεταφέρονταν. Είχε περάσει τόσος καιρός• και τώ­ρα πια έχει περάσει περισσότερος. Είχα χρόνια τότε να τη δω και δεν την είδα ποτέ πια. Δεν συνάντησα ξανά, ούτε νομίζω θα συμβεί, το άρωμα εκείνο. Μπορώ όμως να βρεθώ, και θα το ήθελα, στον τόπο που το ανακάλεσα. Μπροστά στη ζωγραφική του Πανσέληνου.


Ο Βιθέντε Φερνάντεθ Γκονθάλεθ (Ταλαβέρα της Ισπανίας, 1953) είναι μεταφραστής ελληνικής λογοτεχνίας και αναπληρωτής καθηγητής Μετάφρασης και Διερμηνείας Νέων Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Μάλαγα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: