Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008

Η Ζωή με Εχθρούς

(Τα δύο κείμενα που ακολουθούν περιέχονται στο ομότιτλο βιβλίο που κυκλοφόρησε στις 16 Ιουλίου 2008 από τις εκδόσεις Μελάνι)


«Εδώ είναι η Έλλη, κύριε;»


ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΕΠΙΜΟΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΟΛΛΗΝ ΩΡΑ με το «γυαλί» των χταποδιών, όταν, εννοείται, η θάλασσα βρισκόταν στην πιο απόλυτη ηρεμία, ήταν πιθανόν, στο τέλος, να συμπεράνεις κάποιους αμφίβολους σκοτεινούς όγκους. Αν κάποιος επέμενε πως, πράγματι, διακρίνεται μια σκούρα έκταση στο βυθό, ο καθένας θα ήταν έτοιμος να τη δει. Ναι· αόριστη, συγκεχυμένη, λιγότερο φωτεινή από το υπόλοιπο μέρος του νερού, και γι’ αυτό πάντα υποθετική στα μάτια μας, αναπαυόταν σ’ ένα απλησίαστο βάθος η Έλλη.
Ημέρες μεγάλης γαλήνης, με την ευκαιρία ενός ψαρέματος (που έφερνε στην επιφάνεια την τροπική πολυχρωμία των πετρόψαρων) ή μιας βόλτας με τα κουπιά, την ώρα που ο δυνατός ήλιος έγερνε προς την πλευρά της Γυάρου, τα παιδιά των παραθεριστών, κάτω απ’ το λευκό αντιηλιακό πανί, πάντα έσκυβαν ρωτώντας τους γονείς τους ή τον ντόπιο βαρκάρη που κωπηλατούσε κάθιδρος: «Εδώ είναι η Έλλη, κύριε;».
Υγρός και απαραβίαστος κόσμος, 200 μέτρα νοτιοδυτικά από τον μακρύ, βραχώδη κυματοθραύστη με τον πράσινο φάρο, αποτελούσε για ένα παιδί την ιδιότυπη ατμόσφαιρα ενός δικού του Τιτανικού.
Τα νερά της Τήνου σκέπαζαν μιαν αψηλάφητη αλλά συγκεκριμένη μνήμη, που οι ιστορικές στρωματώσεις, μετά τον τορπιλισμό και τους πολέμους (η ζωή που κέρδιζε και πάλι αργά το βηματισμό της), την πρόβαλλαν περισσότερο σαν τη σκιά ενός γεγονότος παρά σαν σημασία εμπράγ­ματη.
Για μας, τους γεννημένους αρκετά μετά το ’40 στην Τήνο, που δεν είχαμε ζήσει το γεγονός κι ούτε είχαμε ακόμη διαβάσει γι’ αυτό, υπήρχαν επιπλέον λόγοι ν’ αντιμετωπίζουμε την Έλλη ως κάτι μακρινό, με την έννοια του θρύλου. Η μοναδική φωτογραφία που ήταν γνωστή, τραβηγμένη ποιος ξέρει από ποιον, ήταν ένα μακρινό πλάνο από το υψηλότερο σημείο της πόλης, πίσω από το λόφο όπου είναι κτισμένη η εκκλησία της Μεγαλόχαρης. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως με τον πανικό που ακολούθησε τον τορπιλλισμό, η φυγή των κατοίκων και των προσκυνητών οδήγησε και τον ανώνυμο (;) φωτογράφο στο μακρινό σημείο της σκόπευσης. Η εικόνα, λοιπόν, εκείνη, μοναδική εικαστική τεκμηρίωση του γεγονότος, απ’ όσο θυμάμαι, ήταν η μόνη άμεση αναφορά που μπορούσε να έχει ο νεότερος. Τα υπόλοιπα ήταν μυθοποίηση από τις αφηγήσεις των οικείων του, προϋπόθεση ισχυρή, δηλαδή, για την αναγωγή ενός γεγονότος σε ποιητική μαρτυρία.
Η φωτογραφία, λοιπόν, αυτή, έγινε αργότερα, το 1948, εκατοντάδραχμο γραμματόσημο με χρώμα μπλε και σχήμα κατακόρυφο. Απ’ ό,τι χωρίς νεότερη πιστοποίηση ανακαλώ, δείχνει την Έλλη να φλέγεται, με μια τεράστια στήλη καπνού που ανεβαίνει στον ουρανό, ενώ, πλησιέστερο στον φωτογραφικό φακό διακρίνεται, χωρίς να κρύβει το σώμα του πλοίου, το κωδωνοστάσιο του ναού των Ταξιαρχών και οι δύο λιμενοβραχίονες.
Όλοι αρέσκονταν, όταν συνέβαινε να ξεναγούν γνωστούς τους, επισκέπτες του νησιού, να διευκρινίζουν με ακρίβεια –όπως, άλλωστε, ζητούνταν επιμόνως από τους ενδιαφερομένους– το σημείο όπου βρισκόταν αγκυροβολημένη η Έλλη τη στιγμή της επιθέσεως. Κυρίως, όμως, φρόντιζαν να δείχνουν τα αβαθή νερά μπροστά στον κυματοθραύστη, εκείνον που δέχτηκε τη μία από τις τρεις τορπίλλες.
«Εδώ», δήλωναν σταματώντας τον περίπατο, «βρέθηκαν τα θραύσματα της τορπίλλης που αστόχησε, πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το υποβρύχιο βρισκόταν δυτικά και κάπως νοτίως της πόλεως, στο ύψος του παλιού ενετικού λιμανιού». Ακολουθούσε συνήθως η απορία «πώς η μία από την άλλη σκόπευση είχε τόση απόκλιση», ενώ στο τέλος της ενημέρωσης, κατά κανόνα, πρόσθεταν για τους νεότερους: «Για να μη δώσουμε λαβή στους Ιταλούς, η ανακοίνωση που ακολούθησε ανέφερε ότι επρόκειτο για υποβρύχιο “αγνώστου εθνικότητος”, ενώ οι δύτες του ναυτικού, που έφτασαν απ’ την Αθήνα, εύκολα διέκριναν πάνω στα μέταλλα τον αριθμό μητρώου και το εργοστάσιο κατασκευής».

Διάβαζα σχετικά πρόσφατα, και πάλι, τον τρίτο τόμο από τις Μέρες του Σεφέρη:
15 Αυγούστου. Βούλιαξαν την Έλλη. [...] Γυρίζοντας το μεσημέρι από το γραφείο, πέρασα από τον Κήπο. Μόνη στιγμή που μπόρεσα να συλλογιστώ. Προσπάθησα να φανταστώ το ασπροθαλασσίτικο λιμάνι, το μάζεμα των προσκυνητάδων, το συνωστισμό, τη μυρωδιά των κακοταξιδεμένων και ξενυχτισμένων κορμιών, τους μικροπουλητάδες, την ατμόσφαιρα της δέησης και του θαύματος. Ο πρωινός ήλιος, η θάλασσα, το καραβάκι στολισμένο μ’ όλες του τις σημαίες, τ’ άσπρα σκουφιά του αγήματος στο κατάστρωμα. Και ξαφνικά, χωρίς να συμβεί τίποτε, χωρίς να περιμένει κανείς τίποτε, σαν ένας άντρας που σωριάζεται με μια μαχαιριά στη ράχη, καθώς ψέλνει ο παπάς, τις τρεις τορπίλλες, τη φωτιά στο καράβι, τον τρόμο στ’ ανθρωπομάζεμα. Προσπάθησα ακόμη να φανταστώ το νέο παλικάρι, τον καπετάνιο του υποβρύχιου που έκανε την άναντρη πράξη [...].
Νομίζω ότι το κείμενο, ακόμη κι αν έχει τύχει μεταγενέστερης επιμέλειας, όπως πιστεύεται ότι συμβαίνει με πολλά σημεία στα ημερολόγια του Σεφέρη, προδίδει τα χαρακτηριστικά της άμεσης αντίδρασης. Το «ασπροθαλασσίτικο λιμάνι» (φαίνεται να μην το γνώριζε, αφού η πόλη της Τήνου, με κεραμοσκεπή κτίρια αστικού χαρακτήρα στην παραλία της, ποτέ δεν είχε τυπική εικόνα κυκλαδικού οικισμού), αλλά και «o συνωστισμός», «τα κακοταξιδεμένα κορμιά», η «μυρωδιά» τους, είναι φράσεις μέθεξης, με πνεύμα –μάλιστα– άκρως αντίθετο από τη σεφερική εκείνη εικόνα αποστροφής για τους ταξιδιώτες και το πλήθος (Μυθιστόρημα, Η΄): «Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας πάνω σε καταστρώματα [...] στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε...».
Κι ύστερα, «ο πρωινός ήλιος», «η θάλασσα», το υποκοριστικό «καραβάκι», «οι σημαίες» του, «τ’ άσπρα σκουφιά των ναυτών» είναι εικονοποιία μιας αιθρίας, που επιχειρεί να μιλήσει, με όσο περισσότερα ειρηνικά στερεότυπα μπορεί, για το τραύμα του ανυπεράσπιστου θύματος.

Το 1955 άρχισαν οι εργασίες ανέλκυσης του βυθισμένου πλοίου. Ένας τεράστιος, στα μάτια μας, πλωτός γερανός, ανέσυρε διαρκώς κομμάτια χονδρής σκουριασμένης λαμαρίνας και άμορφων σιδερικών απ’ το βυθό. Οι δύτες εργάζονταν χωρίς διακοπή, αθέατοι, κόβοντας με οξυγόνο το σιδερένιο σώμα. Ο γιγαντιαίος βραχίονας σήκωνε τα κομμένα μέρη αργά, κρατώντας τα μετέωρα, ώσπου να πέσει ένα μεγάλο φορτίο άμμου και νερού, που συνήθως περιείχαν. Το βρεγμένο σίδερο που ανασυρόταν άστραφτε για λίγο στις ακτίνες του δυνατού φωτός ή του ήλιου της δύσης, και αφηνόταν στην ορθογώνια επιφάνεια της πλωτής εξέδρας. Τα κομμάτια εκείνα μεταφέρονταν στο υποτυπώδες γήπεδο της πόλης που, πετρώδες και ανοιχτό πλάι στη θάλασσα, προσφερόταν να τα δεχτεί προσωρινά, ώσπου κάποτε να μετακινηθούν προς τον τελικό τους προορισμό.
Ορισμένοι μας εξηγούσαν ότι το υλικό εκείνο επρόκειτο να παραληφθεί από ιταλική εταιρεία, έναντι της παραδόσεως στη χώρα μας του καταδρομικού Ευγένιος της Σαβοΐας, που είχε επιδικαστεί ως «Επανόρθωσις». Το ιταλικό πλοίο, πράγματι, παραδόθηκε και ονομάστηκε, τιμής ένεκεν, Έλλη II.
Αυτά τα λείψανα, λοιπόν, που ανέβαιναν πάλι στο φως της μέρας, έτσι απλά σαν οποιαδήποτε εργασία, χωρίς ν’ ακούγεται κανένας ψίθυρος του χρόνου, χωρίς να μεσολαβεί ο πόνος της Ιστορίας, ήταν η δική μας Έλλη. Το απέραντο υλικό των σιδερικών άρχιζε σταθερά να αυξάνει την έκταση και την ποικιλία του. Το μήκος των εκατό μέτρων που είχε το σκάφος έφτανε στη νέα του θέση ανακατεμένο, άμορφο, ασύνδετο. Και η παιδική (κυρίως αυτή) περιέργεια δεν άφησε τίποτε ανεξερεύνητο. Η γέφυρα (είχε ήδη αντικατασταθεί το 1925, όταν έγινε πλήρης ανακαίνιση στο σύνολο του ελληνικού στόλου), οι σκάλες, τα εσωτερικά διαμερίσματα (χώροι αγνώριστοι και ασαφείς, για τους οποίους κάποιοι επιδείκνυαν τη γνωστή νεοελληνική παντογνωσία), το σύστημα ποντίσεως ναρκών, οι τορπιλλοσωλήνες, όλα έγιναν αντικείμενο ενδιαφέροντος για μας.
Διατηρώ ανεξίτηλη την εικόνα μιας πανύψηλης στοίβας πιάτων (προφανώς, σε κάποια απ’ τις εξερευνήσεις μου είχα εισχωρήσει σε ένα μέρος κουζίνας), κολλημένων μεταξύ τους –με τον τρόπο που η θάλασσα συγκολλά τα αντικείμενα– άθικτων, αλλά σκεπασμένων με χόρτα και όστρακα, καθώς και δύο ναυτικών πηληκίων που, άγνωστο πώς, είχαν μείνει κι αυτά άφθαρτα. Ανακάλυψα, επιπλέον, μαχαιροπήρουνα, ψωμιέρες αλουμινίου κι ένα ζευγάρι κλειδιά πόρτας που ξεχάστηκαν, ως φαίνεται, στη βιασύνη. Ένα πυροβόλο των 152 χιλιοστών αποσπάστηκε, τότε, απ’ το κατάστρωμα και τοποθετήθηκε σε κεντρικό σημείο της πόλης (χρόνια αργότερα, συχνά, διάφοροι φιλέρευνοι απ’ τον κόσμο των προσκυνητών του νησιού, με ρωτούσαν αν προέρχεται από την επανάσταση του ’21).
Ένα βράδυ, τις πρώτες κιόλας μέρες της ανέλκυσης, στη διάρκεια ενός περιπάτου με τους δικούς μου, που έφτασε μέχρι την Έλλη, μείναμε εμβρόντητοι: δυο μεθυσμένοι συμπατριώτες μας, σοβαροί άνθρωποι κατά τα άλλα, υποδύονταν τον «τορπιλλισμό». Συγκεκριμένα, ο ένας μένοντας σκυφτός στην είσοδο του γηπέδου παρίστανε το κρυμμένο υποβρύχιο, ενώ ο άλλος έτρεχε με χαμηλωμένο κεφάλι και σφύριζε, κάνοντας την τορπίλλη που σχίζει το νερό. Μας είδαν και, παρ’ όλη τη μέθη τους, δεν ένιωσαν άνετα κι απομακρύνθηκαν εσπευσμένα.
Λίγο καιρό αργότερα, απόγευμα καλοκαιριού, φθάνοντας στο ίδιο σημείο με το καλάμι μου (είχα σκοπό να ψαρέψω στα μεγάλα βράχια του κυματοθραύστη), πρόσεξα κάποιον γνωστό που απομακρυνόταν από τους σωρούς των μετάλλων, έχοντας πάρει μαζί του ένα κυλινδρικό όργανο του πλοίου, δεν κατάλαβα τι. Φοβήθηκε, ως φαίνεται. Για να εξασφαλίσει την εχεμύθειά μου με φώναξε, και βγάζοντας μια χοντρή μπρούντζινη βίδα απ’ την τσέπη του μου τη χάρισε και με χάιδεψε λέγοντας μου: «Κανείς δεν έχει τέτοια βίδα απ’ την Έλλη. Να τη γυαλίσεις».
Κατάφερε να εξασφαλίσει σαράντα χρόνια απόλυτης σιω­πής: 1956-1996.

Την εποχή εκείνη είχε ανακαλυφθεί από τους μικρούς μαθητές ένα είδος μαύρου, χονδρού «μακαρονιού», ένας μπαρουτοσωλήνας μεγάλου μήκους, που όταν τον έκοβες σε μικρά μέρη και έβαζες φωτιά στην μιαν άκρη του, έφευγε σφυρίζοντας δαιμονισμένα κι έτρεχε για ώρα ώσπου να καεί εντελώς. Το είδος αυτό, εξαιρετικά δημοφιλές και σύντομα δυσεύρετο, χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στα σχολεία και εμφανίστηκε με επιτυχία στις διάφορες ενορίες κατά τη λειτουργία της Αναστάσεως.
Τέλος, τα μεταλλικά σφαιρίδια, απ’ τα διαφόρων χρήσεων ρουλεμάν των μηχανών, έφεραν στο προσκήνιο ένα είδος μπίλιας για το γνωστό παιχνίδι, που πήρε μιαν απρόσμενη αξία στο παιδικό χρηματιστήριο και την ανταλλακτική αγορά του είδους.
Ο πατέρας μου μου είχε δείξει δύο κλειστές σκουριασμένες πόρτες, λέγοντας μου πως με τον κραδασμό που προκλήθηκε απ’ την τορπίλλη σφήνωσαν, κρατώντας, έτσι, έγκλειστους όσους βρίσκονταν μέσα. Αργότερα, διαβάζοντας λεπτομέρειες για το γεγονός, είδα πως νεκροί ήταν –λόγω της εκρήξεως όμως– άνδρες απ’ το μηχανοστάσιο, ενώ οι είκοσι εννέα τραυματίες απομακρύνθηκαν από το πλοίο πριν πάρει κλίση και βυθιστεί σε 35 λεπτά.
Ο Σεφέρης, στη σύντομη σημείωση που παρέθεσα, υποθέτει (δεν μου φαίνεται πολύ πιθανό να γνωρίζει, την ίδια κιόλας μέρα, το γεγονός λεπτομερώς) τον τρόμο και τον πανικό του πλήθους. Την εικόνα αυτού του πανικού ξαναβρήκα πρόσφατα στη μαρτυρία μιας γυναίκας, που αυτο­βιογραφείται μιλώντας για τη ζωή της στο νησί: «Είδαμε στη θέση της Έλλης να σηκώνεται ξαφνικά ένα μεγάλο κυπαρίσσι από νερό, το καράβι άρχισε να γέρνει τυλιγμένο στις φλόγες. Πανικός έπιασε τον κόσμο. Γιατί άλλη μια έκρηξη έγινε στο μόλο, και σηκώθηκε ένα κύμα ώς τον ουρανό [...] μια Αρμένισσα που ήτανε εκεί πέθανε από συγκοπή και πολλοί προσκυνητές τραυματίστηκαν από τα θραύσματα [...]»1.
Ο ίδιος μάρτυρας, με απίστευτα γόνιμη μνήμη, παραθέτει λίγες γραμμές πιο κάτω και τα ονόματα ορισμένων πλοίων που βρίσκονταν εκείνο το πρωί ελλιμενισμένα στην Τήνο: «[...] ήταν εκεί το Φρίξος, το Αλμπέρτα, το Κωστάκης Τό­γιας, μεγάλα βαπόρια όλα τους».
Τα δύο πρώτα δεν τα πρόλαβα ή δεν τα θυμάμαι. Το τρίτο, με χρώμα μαύρο (συνηθισμένο εκείνη την εποχή στο στόλο των επιβατικών) και με ξύλινο έμβολο στην πλώρη, υπηρέτησε τη ναυσιπλοΐα μέχρι τις αρχές του 1960. Είχα κι εγώ –ως παιδί– την ίδια εικόνα για το μέγεθός του και τη συντήρησα μέχρι πριν από λίγα χρόνια, όταν το διέκρινα, όλως τυχαίως, σε μια παλιά ελληνική ταινία που παιζόταν στην τηλεόραση. Το μήκος του δεν ξεπερνούσε εκείνο ενός μεγάλου καϊκιού και το ύψος του φαινόταν ελάχιστο.
Εν πάση περιπτώσει, ο κτυπημένος κυματοθραύστης δεν είναι πλέον ο ίδιος. Με έργα που έγιναν στα μέσα της δεκαετίας του 1950, καταστράφηκε, στην κυριολεξία, το μοναδικό ιστορικό και αισθητικό στοιχείο που χαρακτήριζε το λιμάνι του νησιού. Μια φαρδιά ευθεία λεωφόρος διέκοψε βίαια τον ιστό του παραλιακού οικισμού και ένωσε το λιμάνι με την εκκλησία. Το σημείο που βλήθηκε απ’ την ιταλική τορπίλλη, αντί να αποτελέσει ένα είδος φυσικού μνημείου της νεότερης Ιστορίας, μεταβλήθηκε σε εκτεταμένη αποβάθρα, δίνοντας προτεραιότητα στις πρακτικές ανάγκες των χιλιάδων μετακινουμένων και του τοπικού εμπορίου. Οι επεμβάσεις –ασήμαντες και ακαλαίσθητες– στο σημείο αυτό δεν έχουν σταματήσει έως σήμερα.



4 Μαΐου 1957


«Ειμεθα απογονοι των Δωριεων ή καταγομαστε απο τις ρωσικές στέπες;» Το απόγευμα εκείνο, στην απέραντη αίθουσα του καφενείου μιας μικρής επαρχιακής πόλης, η εξαμελής ομήγυρις (με τα κεφάλια να συγκλίνουν πάνω από τη μετωνυμία του πεδίου μάχης που είναι το σκάκι) περιελάμβανε επιπλέον έναν μικρό μαθητή. Αυτός ο οποίος διατύπωνε το ερώτημα ήταν κάποιος μελαχρινός και άξεστος απόστρατος που, ενώ απευθυνόταν στο ανύποπτο παιδί σαν να εξέταζε τις εγκύκλιες γνώσεις του, στην ουσία εκτόξευε έναν ύπουλο πολιτικό υπαινιγμό προς τον συμπαίκτη του, καθηγητή μαθηματικών, του οποίου υποπτευόταν τις, σωφρόνως για την εποχή, αποσιωπούμενες πολιτικές πεποιθήσεις.
«...Ή τις ρωσικές στέπες;» επανέλαβε, χωρίς να κοιτάζει στο πρόσωπο ούτε το παιδί ούτε τον καθηγητή (θα ’λεγες ότι ρωτούσε τα πιόνια), λίγο πριν αποφασίσει να μετακινήσει ένα άλογο με φθαρμένα, σχεδόν ανύπαρκτα, τα αφτιά του από την αδιάκοπη χρήση. Το παιδί δεν αντιλαμβανόταν τίποτα από τη συγκαλυμμένη επιθετικότητα. Το ενοχλούσε κυρίως η χρονοτριβή στα επιτραπέζια, όπου παρασυρόμενο συχνά από τον θεατή πατέρα του (εισηγητή –ειρήσθω εν παρόδω– μιας θεωρίας κατά την οποία είναι αδύνατον να παρακολουθήσουμε ουδέτεροι οποιαδήποτε αναμέτρηση), αναγκαζόταν να εκτρέπει τη σκέψη του στα πιο ετερόκλητα αντικείμενα. Τη στιγμή μάλιστα του δόλιου εκείνου ερωτήματος, μόλις είχε πάψει να παρατηρεί το σκασμένο σε ένα σημείο ξύλο του παλιού κατακόρυφου εκκρεμούς που βρισκόταν δίπλα τους και ήταν αφοσιωμένο στο «υποβρύχιο» που του είχαν φέρει, με το βυθισμένο κουταλάκι και τις πέντε φυσαλίδες πάνω στη λευκή μάζα του, μία απ’ τις οποίες, μεγεθυσμένη από το νερό και το παχύ κρύσταλλο, θα ξέφευγε σε λίγο και θα χανόταν στην ήρεμη επιφάνεια.
«...Ή τις ρωσικές στέπες;» μουρμούρισε για τρίτη φορά ο απόστρατος, χωρίς, και πάλι, καμιάν ανταπόκριση από τους έξι ματαιόσχολους που αργά, υπναλέα, κύκλωναν με περίσκεπτη σιωπή την αναμέτρηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: