Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, Νο 207-208

Όντως είναι ξεχωριστό το κείμενο του Μάριο Βάργκας Γιόσα. Καλώς το προβάλλει η σύντομη παρουσίαση στο σημερινό "Βήμα". Ο Γιόσα παραδίδει ένα σύντομο μάθημα διαύγειας (στην αφήγησή του) και αγάπης για το ευρωπαικό ιδανικό.
Μιλά για το βιβλίο "Τhe idea of Europe", του Στάινερ. Πιστεύει πως στις σελίδες του εμφανίζει υποδειγματικά το προφίλ της Ευρώπης. Πώς; Μέσα από έναν ελάχιστο αριθμό θεσμών, εθίμων, ιδεών και παραδόσεων της ζωής, στις οποίες αναφέρεται: "Κατά τη γνώμη τού Στάινερ, η ιδέα της Ευρώπης βρίσκεται πρώτα απ' όλα μέσα σε ένα cafe γεμάτο κόσμο και συζητήσεις, όπου κανείς γράφει στίχους, συνωμοτεί, λέει σοφιστείες και ασκεί δημόσιο διάλογο.
Απ' τη Μαδρίτη μέχρι τη Βιέννη κι απ' την Πετρούπολη ώς το Παρίσι, την Πράγα και τη Λισσαβώνα, ο χώρος αυτός συνδέεται άρρηκτα με όλα τα σημαντικά πολιτιστικά, καλλιτεχνικά και πολιτικά δρώμενα της Δύσης. Στα τραπεζάκια των καφενείων, μέσα σε τοίχους κιτρινισμένους απ' τους καπνούς, γεννήθηκαν όλα τα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα, τα κοινωνικά πειράματα, οι ιδεολογικές και αισθητικές επαναστάσεις."
Μιλά ακόμα, ο Στάινερ, για την κοινή και βαρυσήμαντη παρουσία του παρελθόντος στη ζωή του Ευρωπαίου ("...στο Δουβλίνο, στις στάσεις του λεωφορείου, οι επιβάτες πληροφορούνται για τους συγγραφείς που έζησαν στα σπίτια της συνοικίας"), και το αντιπαραθέτει στα αμερικανικά ήθη, που προτιμούν να στρέφουν το βλέμμα στο μέλλον παρά σ' ό,τι έχει περάσει.
"Η Ευρώπη", λέει ο Στάινερ, "είναι τόπος της μνήμης. Η Αμερική των οραμάτων και της ουτοπίας". Τονίζει ακόμα την κοινή καταγωγή των Ευρωπαίων ("απ' την Αθήνα και την Ιερουσαλήμ"), και βρίσκει ταυτοτικά χαρακτηριστική την κλίση της Ευρώπης, που, όπως κάθε τι που φτάνει σε ένα απόγειο, σκέπτεται το θάνατό της.
Ο Γιόσα καταλήγει: "Παρά τα όσα ελαττώματα σέρνει πίσω της η Ευρώπη, δεν παύει να αποτελεί σήμερα το μόνο μεγάλο διεθνιστικό και δημοκρατικό σχέδιο εν εξελίξει, και παρά τις επιβεβαιωμένες ελλείψεις εξακολουθεί να προχωρά"


Για ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ από τον Κώστα Ρεσβάνη

Kostas Resvanis
Δεν είναι η πρώτη φορά που αναφέρομαι στην αναγνωσματική απόλαυση που προσφέρει ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ. Πέρασα αρκετές ώρες του Σαββατοκύριακου με τα κείμενα σπουδαίων συγραφέων και ανθρώπων των Ιδεών και της Σκέψης, αλλά και με εύστοχα σχόλια από την τρέχουσα ζωή.
Θα έγραφα το μεγαλύτερο ποστ έως σήμερα αν αναφερόμουν στα περιεχόμενα του διπλού τεύχους(207-208) . Μένω στα μικρά αφιερώματα στον Ίταλο Καλβίνο και στον Τζορτζ Στάινερ.
Ωραία έκπληξη και ένα, αμετάφραστο έως τώρα στα ελληνικά, κείμενο( 1847) του Χέρμαν Μέλβιλ, τέσσερα χρόνια πριν γράψει το θρυλικό Μόμπι Ντικ. Τίτλος του-τι άλλο;- "Η αλήθεια για το κυνήγι των φαλαινών"(απόδοση για το "Δ" Ευαγγελία Γιάννου).

Mε τον Vicente Fernandez 21.3.2016

Vicente Fernández González. Κώστας Μαυρουδής. Απογευμα στη Ριανκουρ


Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Caruso



MUSICA
Συναρπαστική φωτογραφία, από το σπουδαίο γαλλικό περιοδικό "Musica" (Οκτώβριος 1910). Ο Καρούζο φωτογραφημένος με την προτομή του στο ατελιέ του γλύπτη Filippo Cifatiello (1864-Νάπολη 1936). Στην εγκυκλοπαίδεια βλέπω να αναγράφεται Cifariello, άρα υπάρχει λάθος στη λεζάντα του περιοδικού. Το υψηλόφρον ύφος του, ενδεικτικό. Ο τόμος του περιοδικού "Musica" έχει τη χρονολογία 1908-1911.

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Το δέντρο

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (Νο 207-208), από μέρες υπάρχει κ α ι στα περίπτερα (και στους πάγκους) του κέντρου. Το αφιέρωμα στον Τόμας Μαν (Νο 205-206) υπάρχει στο πρακτορείο της επαρχίας ("Ευρώπη")

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

Aντρέα Καμιλέρι

Το νέο τεύχος του ΔΕΝΤΡΟΥ (Νο 207-208) μόλις κυκλοφόρησε. Στο προσεχές τεύχος, Νο 209, υπάρχει ένα κείμενο του Αντρέα Καμιλέρι, γνωστού συγγραφέα (μιας ιδιότυπης) αστυνομικής λογοτεχνίας. Σχετικά πρόσφατα δημοσιεύσαμε κείμενό του. Αφορούσε την δύσκολη σχέση με τον πατέρα του, που την αναπολεί μετά το θάνατο εκείνου.
Τώρα πρόκειται για σύντομες σκέψεις, είδος που o Βαλερί, σε τίτλο βιβλίου του, το είπε Μelange (σύμφυρμα). Αρέσει σε πολλούς με την ποικιλία και την ελευθερία του το είδος. Η λογοτεχνία μας δεν έχει αυτή την παράδοση. Ελάχιστοι έγραψαν έτσι, και το επιχείρησαν ως πάρεργο.
Α. Καμιλέρι. Αποσπώ από την μετάφραση της κας Ε.Γιάννου:
"Λέγεται ότι ένα βράδυ ο Φραντς Κάφκα, φιλοξενούμενος για πρώτη φορά σε διαμέρισμα φίλων, όταν σηκώθηκε να πάει στο μπάνιο, έκανε λάθος την πόρτα και μπήκε σε μια κρεβατοκάμαρα, άναψε το φως και ξύπνησε το ανδρόγυνο που κοιμόταν εκεί. Διαπιστώνοντας το λάθος του, είπε στο έκπληκτο ζευγάρι: «Σας παρακαλώ, θεωρείστε πως είμαι όνειρο», κατόπιν έσβησε το φως, ξανάκλεισε την πόρτα κι απομακρύνθηκε διακριτικά. Πολλοί άνθρωποι μπήκαν ξαφνικά στη ζωή μου από λάθος αλλά, μόλις συνειδητοποίησαν την πράξη τους, κανείς δεν μου ζήτησε να θεωρήσω ότι ήταν όνειρο. Έχω τη βάσιμη υποψία ότι, έστω κι αν μου το ζητούσαν, δεν θα μπορούσα να το κάνω".


Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Μιχαήλ Ζοστσένκο


Ελεγα, σε ανάρτηση του fb, μεταξύ τυρού και αχλαδίου, για τη σάτιρα στις νουβέλες του ούγγρου συγγραφέα Ίσβαν Ορκένι. Στο τρέχον τεύχος του ΔΕΝΤΡΟΥ υπάρχει ένα διήγημα του σοβιετικού συγγραφέα Μιχαήλ Ζοστσένκο. Γραμμένο το 1947. Περιγραφή μιας μίζερης καθημερινότητας στην πόλη, με τις ανθρώπινες συμπεριφορές και τα ήθη, που για τον ώριμο αναγνώστη δεν συνδέονται μόνο με την πολιτική συγκυρία, αλλά και με στερεότυπα αμετάβλητα.

Ωστόσο, αυτός ο παιγνιώδης αντικομφορμιστής, αντιμετωπίζεται αυστηρά από τον Ζντάνοφ, ως συγγραφέας που "σατιρίζει την παράδοση του λαού και των εθίμων του". Διαγράφεται απ' την Ένωση Συγγραφέων, ενώ τα έργα του θαυμάζονται στα θέατρα όπου διαβάζονται. Θυμάμαι ότι, το 1965 (;), η δίκη των Ντάνιελ και Σινιάφσκι, αφορούσε μιαν ανάλογη περίπτωση. Κάποιος, δεν θυμάμαι ποιος απ' τους δύο, έγραψε ένα διήγημα για τη μέρα κατά την οποία οι σοβιετικοί πολίτες ξυπνούν χωρίς νόμους που απαγορεύουν οτιδήποτε. Συμβαίνουν, φυσικά, όσα μπορούμε να φανταστούμε ότι έχει την έφεση να κάνει ένας ανεμπόδιστος όχλος ή μια σκοτεινή συνείδηση.
Είχε εκδοθεί ένα βιβλιαράκι με τα πρακτικά της δίκης. Το απέκτησα, μάλλον αφού πολιτογραφήθηκα Αθηναίος. Θυμάμαι, ότι εκείνο το καλοκαίρι, ο πατέρας μου (δολίως) είχε πει στο παιδάκι ενός αθηναίου αριστερού, αν ξέρει κάτι σχετικά με τη δίκη. Ο νεαρός εκείνος της έκτης δημοτικού είχε απαντήσει ότι και βέβαια γνωρίζει: "καταδικάστηκαν δύο συγγραφείς που δεν θέλησαν να σεβαστούν τους νόμους της σοσιαλιστικής κοινωνίας".

Κακά μαντάτα οι αναδρομές. Εν πάση περιπτώσει, λίγο αργότερα, εκείνο το λαμπερό για την ηλικία του παιδί, μας είπε (στο τελευταίο παραθαλάσιο καφενείο της Τήνου), ότι η οικογένειά του φιλοξένησε προ καιρού έναν σοβιετικό αντιπρόσωπο (ανταλλακτικών αυτοκινήτων;), που σχολίασε ότι "η μοναρχία σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, είναι σαν μια τρώγλη με τηλεόραση και ψυγείο πολυτελείας". Είχαμε επιφυλάξεις για τις απόψεις των συνομιλητών μας, αλλά θαυμάσαμε τη μεταφορική οξύνοια του ξένου αντιπροσώπου και την ευφυία του μικρού από την Αθήνα.

Ας πάμε πάλι στον Μιχαήλ Ζοστσένκο και ας προτρέψουμε τον αναγνώστη να δει αυτό το διήγημα (σελ. 109). Κάποιος με νεκροφάνεια, σε ένα διαμέρισμα όπου ζουν τρεις οικογένειες, μένει στο κρεβάτι, ενώ οι γείτονες και οι συγγενείς περιμένουν μάταια να φτάσει η άμαξα με τα άλογα που θα τον πάρει. Συμβαίνουν πράγματα που με έκαναν να χαμογελάσω. Υπάρχει 'αλλωστε μια μεγάλη παράδοση αυτής της γραφής. Από τον πεζογράφο Τσέχοφ και τον Γκόγκολ μέχρι τον Μπουλγάκοφ.  Συχνά, η επιμέλεια στα κείμενα του περιοδικού δεν είναι μόνο χρονοβόρα ενασχόληση, αλλά  απόλαυση και γνωριμία με άγνωστες περιοχές των  γραμμάτων.


Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Κυριακή

Η ομογενής κυρία Κυριακή, στο παζάρι της Κυριακής. "Μετ' αγάπην, η θεία σας Κυριακή". Το καλοκάγαθο ύφος μνημειώθηκε στο στούντιο του F.Glied Junior (West Los Angeles). Η αγάπη λάμπει και στα ξένα χέρια.


Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Παναγιώτης Τέτσης (1925-2016)


Τον άκουγα σε μια συνέντευξη, μήνες πριν. Η συνομιλήτρια τον ρώτησε για ένα έργο του με λουλούδια. Πώς ή γιατί τα ζωγράφισε. Η απάντηση, φαινομενικά απλή, ήταν όλη η γενεαλογία της τέχνης. "Μου φέρνουν λουλούδια. Τα καημένα θα ξεραθούν. Δεν τα ζωγραφίζω;"
Προχθές διαβασα μια δήλωσή του, για τον φόβο της υπερβολής και του λεγόμενου "μοντέρνου". Μου θύμισε τη συμβουλή που έδινε στο γιο του ο τεχνοκριτικός, πατέρας του σπουδαίου Πολ Μοράν. "Πρόσεχε, μέχρι τον Σεζάν, όχι πιο πέρα".

Ορισμένοι μπορούν να το καταλάβουν. Ο μοντερνισμός στη ζωγραφική δεν υπήρξε μόνο μια κρίση του αντικειμένου και της παράστασης, αλλά και λύση σε κάποιες περιπτώσεις, ενός ηθικού συμβολαίου με τα ίδια τα πράγματα. Ορισμένοι μπορεί να θυμούνται κάτι που έχει λεχθεί για μια παράσταση του Αγίου (ή ευαγγελιστή;) Μάρκου, του Ντονατέλο. Απόλυτος ύμνος στην εικόνα και τη δεξιοτεχνία. "Αν έτσι πράγματι ήταν ο Μάρκος πρέπει να πιστέψω αυτά που έγραψε".


Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Οι αράχνες του Καλβίνο (1947)


Ένα απ' τα δύο κείμενα του ιταλού σκηνοθέτη Ερμάνο Όλμι, που δημοσιεύτηκαν στο ΔΕΝΤΡΟ (Νο 205-206). Ο Ερμάνο Όλμι (Μπέργκαμο, 1931) είναι ο δημιουργός των σημαντικότατων ταινιών "Η θέση" (1961), "Οι αρραβωνιασμένοι", "Δέντρο για τσόκαρα" (1978). Νομίζω αυτή τη στιγμή παίζονται στην Αλκυονίδα "Οι αρραβωνιασμένοι". Αν δεν τρομάζει η έκταση και δεν αποτρέπει ο χρόνος, διαβάστε το, μαζί με το δεύτερο κείμενό του, αναρτημένο εδώ, στις 19 Φεβρουαρίου.


ΤΟ ΠΡΩΙ ΤΗΣ 25ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1945, όπως και κάθε πρωί, πριν πάω στο σχολείο πετάχτηκα για ψωμί στον φούρναρη της πλατείας Νίγκρα, στην Μποβίζα, βιομηχανική συνοικία στην περιφέρεια του Μιλάνου. Μόλις βγήκα στο δρόμο, συνάντησα τον Μισέλ που έμενε στο απέναντι συγκρότημα και ήρθε προς το μέρος μου φωνάζοντας: «Τέλειωσε! Τέλειωσε!». Είχε τελειώσει ο πόλεμος. Ή μάλλον όχι: ο πόλεμος κρατούσε ακόμη, αλλά για μας είχε τελειώσει, γιατί η Ιταλία απελευθερωνόταν καθώς οι Γερμανοί υποχωρούσαν.
Το ραδιόφωνο μετέδιδε συνεχώς ειδήσεις και ανακοίνωνε τον σχηματισμό κομμάτων με ολοκαίνουργια ονόματα. Και στο ενδιάμεσο, πατριωτικά τραγούδια που εμείς τα παιδιά δεν είχαμε ξανακούσει. Εκτός ίσως από την «Μπαντιέρα Ρόσα», την οποία ο ασπριτζής του τέταρτου ορόφου τραγουδούσε χαμηλόφωνα, κάθε φορά που χτυπούσε ο συναγερμός και κατεβαίναμε στο αντιαεροπορικό καταφύγιο, στα υπόγεια του συγκροτήματος.
Από εκείνο το βράδυ, τέρμα οι συσκοτίσεις. Τα φώτα όλων των σπιτιών άναβαν και κανείς δεν έκλεινε πια τα σκούρα παραθυρόφυλλα. Επιτέλους όλοι στους δρόμους, τέρμα και η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Από κάποιο παράθυρο, στο ισόγειο, ξεπρόβαλε το χωνί ενός γραμμόφωνου και ο Αλμπέρτο Ραμπαλιάτι άρχισε να τραγουδά το «φι-φι-φίλα με, μικρούλα, στο μικρό μου στο-στο-στόμα». Νεαροί και δεσποινίδες χόρευαν και συνεννοούνταν όχι τόσο με τα λόγια όσο με τις ανεπαίσθητες κινήσεις των σωμάτων: ένα πιο σφιχτό αγκάλιασμα, ένα πιο κρυφό άγγιγμα. Είχα μάθει κι εγώ να χορεύω «μπούγκι» και όταν ο ρυθμός γινόταν αργός και το πλησίασμα κοντινότερο, ένιωθα τη λαχτάρα της λαγνείας. Τον Οκτώβριο, με μισή καρδιά, ξαναπήγα στο σχολείο. Αλλά βαριόμουν. Μου άρεσε περισσότερο να τριγυρίζω ξέγνοιαστος και να βλέπω όσα μου πρόσφερε ο κόσμος, τον οποίο ακόμη δεν γνώριζα αλλά με έκανε να ονειροπολώ.
Ένα βροχερό πρωινό, ξέροντας ότι στo «βουναλάκι» δεν θα πήγαινε κανείς γνωστός, άρχισα να περιφέρομαι άσκο­πα στους δρόμους του κέντρου και κάποια στιγμή βρέθηκα στην πλατεία Φιλοντραμάτιτσι, ακριβώς δίπλα στη Σκάλα του Μιλάνου. Στην κεντρική είσοδο ενός αυστηρού κτιρίου υπήρχε μια πινακίδα με την επιγραφή: «PCI2 – Το σπίτι του πολιτισμού». Και πιο κάτω, ένα χαρτί με γραμμές σχεδιασμένες στο χέρι, που ανακοίνωνε τα εξής: «ΣΗΜΕΡΑ στις 17.30, παρουσίαση του βιβλίου "Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές", πρώτο έργο του συγγραφέα Ίταλο Καλβίνο – Είσοδος ελεύθερη». Αμέσως ο τίτλος με γοήτευσε κι εξάλλου δεν είχα παρευρεθεί ποτέ σε «παρουσίαση» βιβλίου. Οι ώρες δεν περνούσαν. Εξακολουθούσε να βρέχει και το μόνο που έκανα ήταν να περπατώ κάτω απ’ τις στοές χωρίς να ξεμυτίζω: Γκαλερία, Πλατεία Ντουόμο, Κόρσο Βιτόριο Εμανουέλε, Σαν Μπα­μπίλα. Μπρος πίσω, αναμένοντας την παρουσίαση του Μονοπατιού με τις αραχνοφωλιές. Κάθε τόσο έμπαινα στο «Ρινασέντε», πολυκατάστημα του Μιλάνου όπου μπορούσες να χαζέψεις χωρίς απαραιτήτως ν’ αγοράσεις κάτι• μου άρεσε η ωραία μυρωδιά του καινούργιου και η ευχάριστη ζεστασιά του χώρου.
Έφτασα μπροστά στην είσοδο του «Σπιτιού του Πολιτισμού» μισή ώρα νωρίτερα. Ορισμένοι βρίσκονταν εκεί ακόμη πιο πριν από μένα κι έδιναν την εντύπωση ότι όλοι γνωρίζονταν ήδη μεταξύ τους, γιατί με το που έφταναν άρχιζαν να συνομιλούν με μεγάλο θάρρος και οικειότητα.
Η αίθουσα όπου γινόταν η παρουσία­ση ήταν κατάμεστη. Ένας που έδειχνε διοργανωτής άρχισε να μιλά για μια λογοτεχνία ανυπότακτη στις προνομιούχες τάξεις, και για τους πρωταγωνιστές του "Μονοπατιού με τις αραχνοφωλιές" που ήταν ήρωες του λαού, και είχαν καταστήσει ώριμη μια νέα πολιτική συνείδηση. Για να κάνει πιο σαφείς τις σκέψεις του, κάθε τόσο διέκοπτε το λόγο του και διάβαζε κάποιες από τις σελίδες του μυθιστορήματος. «Αρκεί μια κραυγή του Πιν, μια κραυγή για ν’ αρχίσει ένα τραγούδι… Ο Πιν ξέρει όλα τα τραγούδια που του έμαθαν οι άνδρες στην ταβέρνα…». Λίγες γραμμές ήταν αρκετές για να γίνω κι εγώ Πιν. «…ο Πιν έχει βραχνή φωνή, σαν γερασμένο παιδί…». Κι ύστερα, όταν οι άνδρες της ταβέρνας τού ζητούν να κλέψει το πιστόλι του γερμανού ναύτη την ώρα που θα κοιμάται με την αδερφή του Πιν, την πόρνη, τους ρωτά: «Και πώς θα τα καταφέρω;…» «Θα βρεις τρόπο», του απαντούν.

Όσο περισσότερο εκείνος διάβαζε τόσο η ιστορία του Πιν μ’ ενθουσίαζε. Με τον Πιν τότε είχαμε την ίδια ηλικία. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, το 1947, ήμουν κι εγώ στα δεκάξι, και όπως κι εκείνος, αισθανόμουν σαν να μ’ έριξαν σ’ έναν κόσμο ενηλίκων. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει στη διάρκεια των τελευταίων βομβαρδισμών στο Μιλάνο και δεν πρόλαβε καν να δει το τέλος του πολέμου. Η μητέρα μου χρειάστηκε να βρει δουλειά για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα. Δεν με έλεγχε κανείς και περνούσα τις μέρες μου κάνοντας κοπάνα απ’ το σχολείο. Ο Πιν σύχναζε στις ταβέρνες του λιμανιού και τραγουδούσε άσεμνα τραγούδια. Εγώ πήγαινα στον ζωολογικό κήπο όπου, σε μιαν απόμερη γωνιά, την οποία ονομάσαμε «το βουναλάκι», έδιναν ραντεβού διάφοροι ξεστρατισμένοι σαν κι εμένα: αγόρια και κορίτσια που το σκάγανε απ’ το σχολείο, αλλά και μεγαλύτεροι σε ηλικία, οι οποίοι αφηγούνταν ερεθιστικές ιστορίες από τους έρωτές τους.
Κλείνοντας την παρουσίαση, ο διοργανωτής είπε ότι έπρεπε να στηρίξουμε τη διάδοση του βιβλίου μιλώντας γι’ αυτό στον περίγυρό μας και ότι το «Σπίτι του Πολιτισμού» ξεκινούσε διαγωνισμό σχεδίου για παιδιά σαν τον Πιν. Σαν κι εμένα.
Αζιάγκο, 7 Ιουλίου 2013
Απόδοση για το "Δ": Ευαγγελία Γιάννου