Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Σύντομο σκεπτικό

Παίρνω απ' το προφίλ του εκδότη μου και αναρτώ το σκεπτικό για τη βράβευση των "Σκύλων", ως κείμενο κριτικά δημιουργικό. Αυτός που το έγραψε έχει μιλήσει με το περιεχόμενο και αυτά που λέει είναι οργανωμένα με ακρίβεια που εγώ θα δυσκολευόμουν να πετύχω. Παράδειγμα: "[...] Με αφορμή κάποιο γεγονός, προσωπικές μνήμες ή την ενατένιση ενός έργου τέχνης, αναπτύσσονται σκέψεις ανάμεσα στη μυθοπλασία και στο δοκίμιο. [...] Ο συγγραφέας, προσεγγίζοντας το θέμα του με ειρωνεία, με αυτοσαρκασμό αλλά και με τρυφερότητα, στοχάζεται πάνω στο εφήμερο, στην έννοια του χρόνου, στην αθανασία."[...]
Αν θες να πεις με δυο λόγια και χωρίς εξάρσεις τι είναι ένας γραπτός κόσμος έτσι τον περιγράφεις.

Το σκεπτικό της κριτικής επιτροπής για τη βράβευση του βιβλίου του Κώστα Μαυρουδή «Η αθανασία των σκύλων» με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας:
"Στην κατηγορία Διήγημα - Νουβέλα πλειοψήφησε το βιβλίο «Η αθανασία των σκύλων» του Κώστα Μαυρουδή (εκδόσεις Πόλις). Οι 70 σύντομες ιστορίες που απαρτίζουν το βιβλίο χαρακτηρίζονται από μια ποιητική γραφή που διαθέτει πυκνότητα, ευαισθησία και εσωτερική ένταση και αναδεικνύει τις λεπτές αποχρώσεις της κατάστασης που περιγράφει. Οι ιστορίες αυτές διακρίνονται επίσης από ιδιαίτερη ευρηματικότητα, διακειμενικότητα και ανανεώνουν τη θεματολογία της μικρής φόρμας. Με αφορμή κάποιο ιστορικό γεγονός, προσωπικές μνήμες, ένα τυχαίο περιστατικό ή την ενατένιση ενός έργου τέχνης, αναπτύσσονται σκέψεις και προβληματισμοί οι οποίοι ακροβατούν ανάμεσα στη μυθοπλασία και στο δοκίμιο. Συναίσθημα και στοχασμός βρίσκονται σε απόλυτη ισορροπία. Ο συγγραφέας, προσεγγίζοντας το θέμα του με ειρωνεία, με αυτοσαρκασμό αλλά και με τρυφερότητα, στοχάζεται πάνω στο εφήμερο, στην έννοια του χρόνου, στην αθανασία."

"Cuatro estaciones"

Σήμερα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Pre-Textos (Madrid- Buenos Aires-Valencia) στην Ισπανία η ποιητική συλλογή "Cuatro estaciones" ("Τέσσερις Εποχές", στα ελληνικά εκδόσεις Κέδρος, 2010). Είναι δίγλωσση έκδοση, σε μετάφραση του ελληνιστή και καθηγητή Μεταφρασεολογίας στη Μάλαγα Vicente Fernandes Gonzalez. 124 σελίδες, τιμή 15 ευρώ.


NOVEDAD EDITORIAL

"Cuatro estaciones" de Costas Mavrudís
Más información: www.pre-textos.com/escaparate/product_info.php…
... Δείτε περισσότερα


Costas Mavrudís es un coleccionista. Todos los fines de semana acude a los rastros de Atenas y El Pireo y busca vestigios de afectos en juguetes, muñecos, tarjetas postales, libros, soldaditos de plomo... No se complace tanto en el deterioro, en la belleza otoñal, en la ruina, cuanto en la evocación…
pre-textos.com

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Tα μακάρια χρόνια

Αγόρασα σήμερα απ' το παλαιοπωλείο αυτό το βιβλίο της Φλερ Ζέγκι (εκδ. Χατζηνικολή). Θυμάμαι πως τη διάβαζε με προσοχή και μας μιλούσε γι αυτήν κάποιος φίλος που μας φιλοξενούσε στην ύπαιθρο της Τοσκάνης. Ήταν καλοκαίρι του 1998.
Δεν το έχω διαβάσει και όπως είναι ολιγοσέλιδο θα είναι τα διαλείμματα από τις διορθώσεις του ΔΕΝΤΡΟΥ που θα ελέγχουμε αυτές τις μέρες. Το φωτογραφίζω και το αναρτώ σαν φόρο τιμής στην παλιά φίλη εκδότρια Ιωάννα Χατζηνικολή, μια παρουσία πριγκηπική στα στενά της Σόλωνος και του εμπορικού κέντρου.


Ο φίλος μου J.S. εξακολουθεί να επιθεωρεί τον κόσμο. Μου στέλνει τη φωτογραφία του από το Μαρόκο.


·
·

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Ah, so her major...


Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ βρίσκεται στην είσοδο μιας σπηλιάς, στη νότια Κρήτη, εκεί όπου κρατούν τον μόλις απαχθέντα γερμανό στρατηγό Καρλ Χάινριχ Κράιπε (1944). Ένα βρετανικό υποβρύχιο θα τον παραλάβει σε λίγο για να τον μεταφέρει στο Κάιρο. «Ζούσαμε έναν εφιάλτη αγωνίας και κινδύνου και ο αιχμάλωτός μας δοκιμαζόταν από τη θλίψη και τις κακουχίες. Ξυπνήσαμε τη στιγμή ακριβώς που η αυγή χάραζε στο φρύδι του Ψηλορείτη. Με το βλέμμα στυλωμένο πέρα από την κοιλάδα, ο στρατηγός ψιθύρισε στον εαυτό του: «Vides ut alta stet nive candidum Soracte» («Για δες πώς η Σοράκτη υψώνεται γεμάτη χιόνια»). Ήταν ο πρώτος στίχος μιας από τις Ωδές του Οράτιου που ήξερα πολύ καλά. Έτσι πήρα το νήμα απ’ το σημείο που το άφησε εκείνος. "Nec jam sustineant onus/Silvae laborantes, geluque/Flumina constiterint acuto" ("Οι άκρες των κλαδιών με δυσκολία σηκώνουν το φορτίο/ πικρό παγώνει τις κρυστάλλινες πηγές το αγιάζι"). Δεν σταμάτησα παρά αφού είχα απαγγείλει και τις άλλες πέντε στροφές ώς το τέλος. Τα γαλανά μάτια τού στρατηγού είχαν στραφεί τώρα πάνω μου και, αφού με κοίταξε άφωνος για κάμποση ώρα, μου είπε: "Ah, so her major" ("΄Ωστε έτσι, ταγματάρχα"). Ήταν απίστευτο. Για μια μετέωρη στιγμή ο πόλεμος είχε πάψει να υπάρχει. Σε πιο τρυφερά χρόνια είχαμε και οι δύο ξεδιψάσει με νάματα από τις ί δ ι ε ς π η γ έ ς και οι σχέσεις μεταξύ μας ήταν πολύ διαφορετικές πια για το υπόλοιπο διάστημα που ζήσαμε μαζί». Τελεία, παύση.
Και βέβαια οι ί δ ι ε ς π η γ έ ς οδήγησαν στους κοινούς κώδικες που ακούσαμε. Η μεγάλη επιχείρηση για λίγα λεπτά έχασε κάτι απ’ τη σημασία της από τις κοινές αφοσιώσεις, αλλά στη συγκεκριμένη συγκυρία δεν γινόταν να είναι σημαντικότερη από τη σύγκρουση των δυο στρατοπέδων. Φυσικά μάς παρασύρει (το ξέρει καλά ο αφηγητής) η θεσπέσια ποίηση που εμφανίστηκε απροσδόκητα, διαταγή θάλεγες, για να σταματήσει ξαφνικά ο παγκόσμιος ορυμαγδός. Ακούστηκαν ήχοι απ’ τη φύση, την ειρήνη, το θαύμα, αλλά ξημερώνει. Οι δύο αντίπαλοι ξαναπαίρνουν τις θέσεις τους, ο πιο σκεπτικιστής μπορεί να πει, «ξανασυναντούν τον καθημερινό εαυτό τους». Μετά τον Οράτιο που τους χάιδεψε για λίγο, είναι πάλι ξένοι. Τους αφορά ο Ψηλορείτης περισσότερο απ’ την αρχαία Σοράκτη. Τελεία και πέντε βήματα πίσω.
Στη "Μεγάλη χίμαιρα" του γάλλου σκηνοθέτη Ρενουάρ (1937), ταινία με θεατρικό σενάριο, βρίσκω την ίδια ακριβώς σχέση. Στο γερμανικό στρατόπεδο γάλλων αιχμαλώτων (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) διοικητής είναι ένας αριστοκράτης, ο φον Ραουφενστάιν (τον υποδύεται ο Έρικ φον Στροχάιμ). Δείχνει ιδιαίτερη και εμφανή εύνοια στον έναν απ’ τους τρεις κρατούμενους αξιωματικούς, τον κόμη Ντε Μπουαλντιέ. «—Γιατί δεν καλέσατε και τους άλλους συναδέλφους μου;» τον ρωτά ο γάλλος ευγενής, όταν βρίσκονται και συζητούν μόνοι. «—Να ακούσω τον Ρόζενταλ και τον Μαρεσάλ; Μα αυτοί είναι απόγονοι της Γαλλικής Επαναστάσεως». «—Κανείς δεν μπορεί να σταματήσει το χρόνο», απαντά ο κρατούμενος, παριστάνοντας για λίγο τον πραγματιστή. Ο διάλογος συνεχίζεται: φον Ραουφενστάιν: «—Δεν ξέρω ποιος θα νικήσει, μα όποιος κι αν είναι, έρχεται το τέλος για τον τύπο του ανθρώπου σαν κι εμάς!». Ντε Μπουαλντιέ: «—Θα ήμασταν αχρείαστοι πλέον». Φον Ραουφενστάιν: «—Δεν είναι κρίμα;». Ντε Μπουλαντιέ: «—΄Ισως».
Οι δύο άλλοι αξιωματικοί (ο Ρόζενταλ και ο Μαρεσάλ μόνο μια φορά φαίνονται επιφυλακτικοί για τον συγκρατούμενό τους κόμη. «—Δεν νιώθω ποτέ άνετα με τον Μπουαλντιέ», εξομολογείται κάποια στιγμή ο ένας, και εξηγεί: «Αν ποτέ χρεοκοπούσε, θα εξακολουθούσε να είναι ο κόμης Ντε Μπουαλντιέ. Με μας δεν θα ήταν το ίδιο». Για την ιστορία, ο Ντε Μπουαλτιέ, ατοπικός, χωρίς αναφορές στην εποχή του, σε αντίθεση με τους άλλους δύο, δεν επιζεί από την περιπέτεια της αιχμαλωσίας.
Επίλογος: Φον Κράιπε-Λη Φέρμορ, και φον Ραουφενστάιν-Ντε Μπουαλντιέ. Αυτό που συνδέει τα δύο ζεύγη είναι στην πρώτη περίπτωση η λογοτεχνία ως εποπτεία του υψηλού, στη δεύτερη ο ταξικός ιδεαλισμός ως μοίρα. Η απαγωγή της Κρήτης απέχει οκτώ χρόνια από το φιλμ του Ρενουάρ (1937). Και στις δύο περιπτώσεις τελικά δεν κερδίζει (πώς θα γινόταν άλλωστε;) η εξ αίματος συγγένεια των «εχθρών». "Σημαδεμένοι" το ίδιο, αλλά με τη συγκυρία, ισχυρότερη απ’ την εσωτερική παράσταση της ύπαρξής τους, θα ηττηθούν απ' την πολιτική, απ' τις περιστάσεις, απ' την Ιστορία. Μοιάζουν κάπως με τις περιπτώσεις που είδε η λογοτεχνία στην αστική περιπλάνηση (Flanerie), όταν δυο πρόσωπα διασταυρώνονται για λίγο, "αναγνωρίζονται", αλλά ακολουθούν τον ασύμπτωτο προορισμό τους.
Ο "διάλογος" δεν οδηγεί πουθενά. Απέναντι στους οιωνούς μιας παιδείας που προδιέγραφε εκλεκτές εποπτείες, κερδίζει ο άνθρωπος της εποχής και των σκοπών. Τα όρια της πραγματικής ζωής κρατούν τη σφραγίδα της ατομικής ιστορίας.


Καλλιεργητής

Ένας νεαρός παλιατζής, ρακοσυλλέκτης στην ουσία, μου έφερε σκόρπιους τόμους της "Νέας Εστίας" του 1933, 1934,1936, 1937, 1939, 1940, και μου τους χάρισε. Φεύγει για κάπου κοντά στον Όλυμπο, θα γίνει λέει καλλιεργητής. Μου έφερε και καμιά δεκαριά τενεκεδένια κουτιά."Έβγαλα κάποιο χαρτζιλικάκι τα τελευταία χρόνια από σας", μου είπε. "Τώρα αδειάζω το υπόγειο, τα δικαιούστε".


Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Συνδρομή

Σας χρειάζονται, σας ενδιαφέρουν, θέλετε να απολαύσετε τα μεγάλα αφιερώματα του ΔΕΝΤΡΟΥ;
Τώρα είναι ευκαιρία να τα αποκτήσετε δωρεάν.
Οι νέοι συνδρομητές του περιοδικού, με την εγγραφή τους λαβαίνουν ταχυδρομικώς gratis πέντε σπάνιους πια τόμους. Καζαντζάκης, Σεφέρης, Ρίτσος, Λειβαδίτης, Καρούζος, Καρυωτάκης (ή όποιον άλλον δεν διαθέτουν). Μαζί και τα επίσης σπάνια CD που συνόδευαν τους τόμους.



... Δείτε περισσότερα

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Από ένα ξένο προφίλ


.
""Ας παραδεχτώ επιτέλους την πάσα αλήθεια. Είμαι ένας αμαθής! Ανακάτεψα τα πάντα και παντού, άγγιξα και οσφράνθηκα το άρωμα της γνώσης, χτύπησα το κεφάλι μου στο άγνωστο μα ποτέ δεν εμβάθυνα στα πράγματα. Δεν υπάρχει θεωρία, τέχνη, φιλοσοφία, για τις οποίες να ισχυρισθώ ότι είμαι απόλυτος κύριος... Όταν εκπλήσσεται κανείς για τις γνώσεις μου θέλω να γελάσω. Μόνον εγώ ξέρω πόσα κενά υπάρχουν στο μυαλό μου... Είμαι αμαθής χωρίς όρια. Και το χειρότερο η αμάθειά μου δεν είναι όπως εκείνη των αθώων και αγνών ανθρώπων της φύσης, που τη διακρίνει μια γαλήνια δροσιά και κάποια ευφυία. Είμαι ο αμαθής που βρέθηκε χωμένος στα βιβλία, μια χαρτόψειρα, εκείνος που μαθαίνοντας έχασε τον αυθορμητισμό του χωρίς να αποκτήσει ολοκληρωμένη σοφία..."
Αν και τα παραπάνω θα μπορούσα να τα είχα γράψει εγώ για τον εαυτό μου, ωστόσο, με πρόλαβε και τα έγραψε ο Τζοβάνι Παπίνι (1881-1956) το 1912, στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα: "Ένας ξοφλημένος άνθρωπος". Το απόσπασμα είναι μεταφρασμένο από τον @[100008991516850:2048:Κώστας Μαυρουδής], και βρίσκεται στο εξαιρετικό τεύχος (157-158) του Δέντρου με τίτλο "τα Αξιανάγνωστα", μια επιλογή από εξαιρετικά κείμενα του περιοδικού. Εκεί ανακάλυψα τον Παπίνι και χθες παρέλαβα με το ταχυδρομείο το βιβλίο του, μεταφρασμένο στα γαλλικά..."  "Ας παραδεχτώ επιτέλους την πάσα αλήθεια. Είμαι ένας αμαθής! Ανακάτεψα τα πάντα και παντού, άγγιξα και οσφράνθηκα το άρωμα της γνώσης, χτύπησα το κεφάλι μου στο άγνωστο μα ποτέ δεν εμβάθυνα στα πράγματα. Δεν υπάρχει θεωρία, τέχνη, φιλοσοφία, για τις οποίες να ισχυρισθώ ότι είμαι απόλυτος κύριος... Όταν εκπλήσσεται κανείς για τις γνώσεις μου θέλω να γελάσω. Μόνον εγώ ξέρω πόσα κενά υπάρχουν στο μυαλό μου... Είμαι αμαθής χωρίς όρια. Και το χειρότερο η αμάθειά μου δεν είναι όπως εκείνη των αθώων και αγνών ανθρώπων της φύσης, που τη διακρίνει μια γαλήνια δροσιά και κάποια ευφυία. Είμαι ο αμαθής που βρέθηκε χωμένος στα βιβλία, μια χαρτόψειρα, εκείνος που μαθαίνοντας έχασε τον αυθορμητισμό του χωρίς να αποκτήσει ολοκληρωμένη σοφία..."
Αν και τα παραπάνω θα μπορούσα να τα είχα γράψει εγώ για τον εαυτό μου, ωστόσο, με πρόλαβε και τα έγραψε ο Τζοβάνι Παπίνι (1881-1956) το 1912, στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα: "Ένας ξοφλημένος άνθρωπος". Το απόσπασμα είναι μεταφρασμένο από τον Κώστας Μαυρουδής, και βρίσκεται στο εξαιρετικό τεύχος (157-158) του Δέντρου με τίτλο "τα Αξιανάγνωστα", μια επιλογή από εξαιρετικά κείμενα του περιοδικού. Εκεί ανακάλυψα τον Παπίνι και χθες παρέλαβα με το ταχυδρομείο το βιβλίο του, μεταφρασμένο στα γαλλικά...

"Ξέρεις πόσο πάνε στο ebay;"

Όταν το 1966 ο φίλος μου Α.Ν. με μύησε στις συμπεριφορές που πρέπει κανείς να έχει απέναντι στους παλιατζήδες, θυμάμαι πως το άρθρο Νο 1 για κάθε διαπραγμάτευση ήταν να δείχνεις πως δεν εκτιμάς αυτό που θέλεις, το Νο 2 ότι δεν σε ενδιαφέρει πολύ, το Νο 3, πως αν το αγόραζες θα ήταν για κάποιον άλλον, το Νο 4 ότι ρωτάς απλώς γιατί έχεις κάτι ίδιο και σκέφτηκες να τα κάνεις ζευγάρι, και το Νο 5 ότι έχει κάποιο ελάττωμα που πρέπει αμέσως να το βρεις (πράγμα πανεύκολο στα βιβλία) ή να το επινοήσεις.

Είχα πάνω από έξι μήνες να κατέβω στο πολύ φτωχό παζάρι των ρακοσυλλεκτών στον Πειραιά και είπα σήμερα να εκμεταλλευτώ το πρωινό μου ξύπνημα. "Πόσο κάνουν αυτά τα κουκλάκια", ρώτησα όταν είδα το ξυλόγλυπτο ζευγάρι, είδος που ψάχνω και αγοράζω μετά μανίας εδώ και χρόνια. "Κατά τες συνταγές", θέλησα να υποτιμήσω το εύρημα αποκαλώντας τα ξυλόγλυπτα "κουκλάκια".
"Τον Δον Κιχώτη και τον Σάντσο, λες;", μου απάντησε η χοντρή, λαική γυναίκα που ρουφούσε με καλαμάκι κάτι σαν καφέ, και τους είχε στήσει μπροστά της, ανάμεσα σε περιοδικά, μισοάδειες κολόνιες και μεταχειρισμένα παπούτσια. Κατάλαβα πως δεν θα είναι εύκολα τα πράγματα. "Φαίνεται να ξέρεις από τέχνη", είπε ξαφνικά. "Δες από κάτω". Έκανα πως κοίταξα, αδιάφορα. Αριθμημένο της "Ouro, Artesania". Νο 701-3". "Ξέρεις πόσο πάνε στο ebay;" ρώτησε.

Ευτυχώς ο άντρας της ήταν πιο διαλλακτικός για την τιμή που πρότεινα, πενήντα τοις εκατό κάτω κι ό,τι γίνει. Τα πήρα τυλιγμένα σε μια σακούλα του Σκλαβενίτη. Έχω τώρα πάνω από 20 ζευγάρια (2 έφιππα), 3 μονούς ιππότες και 2 μονούς Σάντσο.

Στο κεφάλαιο 18 (ή 19;) του "Δον Κιχώτη" υπάρχει ένας συναρπαστικός, για τα χαρακτηριστικά της ποιητικής αφέλειας, διάλογος. (Από μνήμης) ο Δον Κιχώτης καταλογίζει στον Σάντσο ότι δεν καταλαβαίνει τίποτε από ιπποσύνη. "Κάποτε θα νιώσεις", του λέει, "την τιμή να περιπλανιέσαι και να νικάς τους αντιπάλους σου!". Εκείνος απαντά ότι το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να γυρίσουν στο χωριό τους, άσε που δεν θυμάται μέχρι εκείνη τη στιγμή να έχουν νικήσει κάποιον αντίπαλο. "Εκτός από έναν", συμπληρώνει. "Αλλά και σ' εκείνη τη μάχη δεν ήταν ευνοικά τα πράγματα. Αφήσατε το μισό σας αυτί και την περικεφαλαία σας".

Πάντως, παρόλη την αποθάρρυνση του πιστού αλλά γειωμένου Σάντσο, παρόλη την ταλαιπωρία και τις κακουχίες, το επιτάφιο, τόσο στο μνημείο του ιππότη όσο και σ' εκείνο της Δουλτσινέας, θυμάμαι πως το έγραψαν ακαδημαικοί. Δεν ξέρω αν είναι μικρότερο κατόρθωμα απ' την παγκόσμια αναγνώριση ενός έργου.



·

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

Παραλειπόμενα των δύο αφιερωμάτων του ΔΕΝΤΡΟΥ
 στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

ΡΟΥΠΕΡΤ ΜΠΡΟΥΚ (1887-1915)

Ο στρατιώτης
Αν ποτέ πεθάνω, αυτό μονάχα να σκεφτείς για μένα:
'Οτι υπάρχει κάποια γωνιά σε ξένη γη
που δεν θα πάψει να 'ναι Αγγλία. Στο πλούσιο χώμα της
θα μένει μια ακόμα πιο πολύτιμη αθέατη σκόνη,
που στην Αγγλία είχε γεννηθεί, εκείνη τη σχημάτισε, την άσκησε,
έδωσε τα άνθη της να ερωτευτεί, δρόμους να περπατήσει,
σώμα αγγλικό, που αγγλικό αέρα είχε ανασάνει,
λουσμένο απ' τα ποτάμια κι απ' τον ήλιο μας.
Και σκέψου ακόμα, αυτή η καρδιά, γεμάτη καλοσύνη,
ένας παλμός στο αιώνιο πνεύμα πια,
επιστρέφει πάλι τις ιδέες που απ' την Αγγλία είχαν δοθεί.
Τους ήχους, τις εικόνες, τα ευτυχισμένα όνειρα.
Το γέλιο που διδάχτηκε από φίλους, και τη λεπτή ευγένεια
απ' τις ειρηνικές καρδιές, κάτω απ' του αγγλικού ουρανού τη στέγη.

Νοε-Δεκ. 1914

(Απόδοση: Κ.Μ.)

Στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ο Μπρουκ επιστρατεύτηκε στο Πολεμικό Ναυτικό. Συμμετείχε στο εκστρατευτικό σώμα, που θα επιχειρούσε εναντίον των Τούρκων στην Καλλίπολη. Δεν πρόλαβε να πάρει μέρος στην καταστροφική για τους Άγγλους απόβαση, γιατί έπαθε σηψαιμία από τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού. Πέθανε το απόγευμα της 23ης Απριλίου 1915, σ’ ένα γαλλικό πλωτό νοσοκομείο, που ήταν αγκυροβολημένο στην Σκύρο. Τάφηκε στον ίσκιο μιας ελιάς, στα νοτιοδυτικά του νησιού.