Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Τρίτη Πτέρυγα, ή «Ποιμενική»



Το διήγημα αυτό του Κ.Μ. δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία» το 2006.




                 

Το μεσημέρι της 16ης Ιουλίου του 1957 (ημέρα με υψηλή θερμοκρασία, υγρασία και απόλυτη άπνοια) στην πρωτεύουσα ενός μικρού αλλά ιστορικού νομού της χώρας συνέβη το γεγονός που ακολουθεί. Κάποιος 54χρονος καθηγητής της φιλολογίας, φαλακρός, μετρίου ύψους, με μυωπικά γυαλιά και μιαν ενοχλητική  λογιότητα που δεν έχανε την ευκαιρία να προβάλλει διαρκώς (ήταν απ’ τους τελευταίους εκπροσώπους της γενιάς που χρησιμοποιούσε την έκφραση «ου μην αλλά»), προσφέρθηκε —ως γηγενής— να ξεναγήσει τρεις παλαιούς γνωρίμους του οι οποίοι παραθέριζαν σ΄εκείνη την πόλη. Tους συνέδεε μια τυπική αλλά παλιά και αδιατάρακτη σχέση. Έτσι, πριν από ένα κοινό γεύμα, συμφωνημένο για τις 2.30 μ.μ., έχοντας αγνοήσει τη διάθεση και τα ενδιαφέροντά τους, έκρινε σκόπιμο να τους οδηγήσει στο Μουσείο Εκκλησιαστικής Ιστορίας, ένα κτίριο με χαρακτηριστικά τοπικής αρχιτεκτονικής, συντηρημένο άριστα χάρη στις δαπάνες μιας ελληνοαμερικανικής οργανώσεως.
           
Είχε ήδη καταστρώσει ένα πρόχειρο σχέδιο. Δεν θα χρονοτριβούσε στα εκτεθειμένα άμφια ή τους ποικιλμένους με εξαιρετική καλλιγραφική τέχνη χειρόγραφους τόμους, πράγματα που απαιτούν εκτός από την λεπτομερειακή παρατήρηση το εξειδικευμένο ενδιαφέρον, που φυσικά, ως πρακτικοί άνθρωποι του εμπορίου, δε διέθεταν οι τρεις παραθεριστές. Θα αφιέρωνε, όμως, πολλαπλάσιο χρόνο  σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και συγχρόνως παράδοξα εκθέματα  που βρισκόταν στην Τρίτη Πτέρυγα, την επονομαζόμενη «Ποιμενική». Έτσι, προσπέρασε προθήκες με αντικείμενα εντυπωσιακά και ιδιαιτέρως δημοφιλή στους επισκέπτες, όπως μίτρες,  επισκοπικές ράβδους ή ποικιλμένα χρυσά αρτοφόρια. Αγνόησε ακόμη και το περιώνυμο «Αυγό», που βρήκε την 27η Οκτωβρίου του 1940 ο μοναχός Συμεών στο κοτέτσι της μονής Παντοκράτορος. Το αυγό εκείνο, πασίγνωστο ανά το πανελλήνιο, περιείχε στο εσωτερικό του ένα  άλλο, μικρότερο αυγό, κι αυτό με τη σειρά του ένα τρίτο. Αν και φαινόμενο πρωτοφανές και δυσερμήνευτο, θεωρήθηκε αμέσως προδρομικό σημάδι γεγονότων, που χρειάστηκαν, όπως ξέρουμε,  ελάχιστες ώρες για να επιβεβαιωθούν.
                         
Με μικρή καθυστέρηση και ελάχιστα σχόλια για τα περιεχόμενα των πρώτων αιθουσών, τους οδήγησε στην Τρίτη Πτέρυγα, ήσυχη, χωρίς  επισκέπτες τη στιγμή εκείνη. Εδώ και λίγα χρόνια στο σημείο αυτό στεγαζόταν μια εντυπωσιακή  συλλογή προβάτων, ζώα από εκείνα που περιβάλλουν τη φάτνη των Χριστουγέννων και βρίσκονται καθισμένα  στα πόδια των μάγων και των βοδιών. ΄Ολα προέρχονταν από τη δωρεά ενός προσώπου ιδιαίτερου —αν όχι ανεξιχνίαστου—, πλοιάρχου του εμπορικού ναυτικού, ο οποίος, στη μακρόχρονη θητεία του ως ναυτιλλόμενος, φαίνεται ότι επιχείρησε να μην αφήσει χαμένο στις ηπείρους και  τις μητροπόλεις του κόσμου το αναπόδεικτο υλικό της μνήμης του. Με την αρωγή αντικειμένων που συνέλεξε, επιχείρησε,  όπως θα δούμε, να συνδεθεί εσαεί  μαζί του. Έτσι —τους διευκρίνισε ο οδηγός—  σε κάθε χώρα όπου συνέπιπτε να βρίσκεται και να εορτάζει τα Χριστούγεννα, επισκεπτόταν κάποιον ναό, κεντρικό ή περιφερειακό του λιμανιού, απ’ όπου φρόντιζε να αποσπά, με τη βοήθεια μελών του πληρώματος, τουλάχιστον έναν από τους εκτεθειμένους αμνούς της φάτνης. Το μέγεθος της διαρπαγής, όπως ήταν φυσικό, ποίκιλλε ανάλογα με  τη συγκυρία, τις διαστάσεις του ζώου, το πόσο και τι επέτρεπε η φύλαξη ή ο φωτισμός του περιβάλλοντος. Εκείνο, εν τέλει, που ο πλοίαρχος τόλμησε για πρώτη φορά στο Μπουένος Άϊρες, θέλοντας να θυμάται τα θερινά Χριστούγεννα του 1924, συνεχίστηκε ως διαρκές συλλεκτικό ενδιαφέρον, ένα ιερόσυλο πάθος,  που μετά από χρόνια έφτασε να μεταμορφωθεί σε αξιόλογο υλικό με δεκάδες λαφυραγωγημένους αμνούς, ετερογενείς ως εικόνα, αξιοθέατους όμως και, με κάθε κριτήριο, εθνολογικό ή αισθητικό, σπάνιους και πολύτιμους.

«Αυτό που βλέπουμε στις μεγάλες  βιτρίνες να μοιάζει με  κοπάδι,  είναι 67 καθισμένοι ή όρθιοι αμνοί, φτιαγμένοι από χέρια λαϊκών καλλιτεχνών, σε άγνωστη χρονική στιγμή και με ανόμοια υλικά. Πρόκειται για ζώα της φάτνης που για χρόνια ανήκαν στο λατρευτικό υλικό διαφόρων  ναών, υπό την φροντίδα ενός ευρωπαίου ή αμερικανού νεωκόρου. Για την κατασκευή τους έχει χρησιμοποιηθεί, κατά περίστασιν, πεπιεσμένο χαρτί, δουλεμένη στο χέρι λαμαρίνα, γυαλί,  λεπτό βαμβακερό ύφασμα, χαρτόνι, ξύλο, ακόμη και αυθεντική προβιά. Να μην σκεφθείτε ούτε στιγμή ότι πρόκειται για κάτι σαν την κλοπή των προβάτων που ανθεί σε ορισμένα σημεία της χώρας μας. Εννοώ αυτό που συμβαίνει, όπου τολμούν να φτιάξουν και να εκθέσουν φάτνη με πραγματικούς αμνούς. Η συγκεκριμένη συλλογή έχει ως αφετηρία  μια βαθιά ψυχική παρόρμηση. Αυτή που, συνοπτικά θα λέγαμε, δημιουργεί τον συλλέκτη, ο οποίος  με τα αντικείμενα κατασκευάζει γύρω του ένα προστατευτικό φράγμα, όπου φυλάσσει το παρελθόν, και καθηλώνει το χρόνο. Δεξιά μας, βρίσκονται δύο μικρών διαστάσεων καθισμένα ζώα. Προέρχονται από του Σαν Αμπρόζιο (περικαλλή ναό της Τεργέστης, κτίσμα του 1712). Είναι κατασκευή του Μουράνο, στοιχείο που μας αποκαλύπτει ότι ολόκληρη η σύνθεση της Γεννήσεως ήταν κατασκευασμένη, πράγμα σπανιότατο αν όχι μοναδικό, από το ίδιο γαλακτώδες γυαλί. Λίγο δεξιότερα, το ογκώδες αυτό πρόβατο έχει 42,2 εκατοστά μήκος επί 28,7 ύψος και, όπως ήδη σκεφθήκατε, μοιάζει με λύκο. Η αιτία είναι προφανής. Το υλικό του είναι ψάθα της Σαγκάης, η οποία όσο λεπτή κι αν είναι δημιουργεί στο πλέξιμο γενικευτικούς, χωρίς λεπτομέρειες, όγκους. Αγνοούμε, δυστυχώς, την προέλευσή του, Τα στοιχεία μάς προσανατολίζουν στην ασιατική  καταγωγή».

Η ζέστη στην αίθουσα ήταν υπερβολική. Από τα ανοιχτά  παράθυρα  δε γινόταν αισθητό το παραμικρό ρεύμα αέρα και ένιωθες έντονη την ανάγκη να λύσεις τη γραβάτα ή να κρατήσεις το σακάκι στα χέρια. «Το ‘’πρόβατο του Σάουθαμπτον’’» συνέχισε, ενώ οι ακροατές έκαναν αέρα με  τα καπέλα, «διατηρεί ακόμη στις οπλές του ξερά χόρτα, από τη βάση του σπηλαίου, το μέγεθος του οποίου εικάζουμε  από τις διαστάσεις  του ζώου. Μπορούμε να υποθέσουμε το  εντυπωσιακό μέγεθος των μάγων, των ποιμένων και των βοδιών. Εν πάση περιπτώσει, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα χαρακτηριστικό τύπο βρετανικού προβάτου, του  “Ρόμνι Μαρς’’, αυτού που από τα λιβάδια της Σκοτίας μάς παρέχει την εξαιρετικά λεπτή ποιότητα ερίου. Εκατοντάδες αγγλικές μονές, από τον 14ο αιώνα, έστελναν τη μεγάλη παραγωγή τους στη νότια Ευρώπη, που είχε, ήδη, μηχανοποιήσει την κατασκευή των υφασμάτων. Οι άγγλοι μοναχοί και τα τάγματά τους, πρέπει να σας πω, έγιναν πάμπλουτοι από τις εξαγωγές και το εμπόριο του μαλλιού. Στην αμέσως επόμενη θέση βλέπουμε το πρόβατο με την ένδειξη “Αμβούργο,1948’’. Έχει μέγεθος 46,7 επί 29,4 εκατοστά. Είναι κατασκευασμένο από μαύρο χαρτόνι, χρώμα σπάνιο στα  πρόβατα  της φάτνης, εκτός αν κάτι έχει αφαιρεθεί από την επιφάνειά του.  Προσωπικά, δε θα απέκλεια τον υπαινιγμό για την προ δωδεκαετίας πλήρη καταστροφή της γερμανικής πόλεως. Είναι όμως πιθανόν να πρόκειται για μια αλληγορία του «μαύρου προβάτου», το οποίο εν προκειμένω σπεύδει στο σημείο της  Σωτηρίας.
           
Κοιτάξτε τώρα αριστερά σας. Βρισκόμαστε μπροστά από έναν  χρυσό αστέρα με ουρά. Τα άστρα αυτά, όπως γνωρίζουμε, υπέρκεινται του σπηλαίου σε όλες τις παραστάσεις. ’’Ελθών εστάθη επάνω ου ην το παιδίον’’. Mου διαφεύγει αυτή τη στιγμή. Λουκάς ή Ματθαίος; Αγνοούμε αν και με ποιο από τα εκθέματα συνδέεται. Εξ αυτού του λόγου ο αστέρας αποκαλείται ‘’Ορφανός’’. Εκτίθεται με το υπόλοιπο ποίμνιο ως μέρος της συλλογής. Σε μια σχολική παράσταση, προ εικοσαετίας, τότε τις πρωτοβουλίες  στα σχολεία είχε η ΕΟΝ, ένας μαθητής  υπεδύθη το άστρο της Βηθλεέμ  φορώντας  περικεφαλαία με ακτίνες. Πίσω έρχονταν οι ποιμένες που τραβούσαν πάνω σε καρούλια τις καμήλες τους: ‘’Μαρία και Ιωσήφ” επαναλάμβανε, “φυλάξετε το βρέφος από την φονική μανία του Ηρώδη! ’’». Έκανε μια σύντομη παύση. «Ο αμνός…Ιταλιστί.…’’Pecora, pectoris’’. …Οι Ιταλοί στρατιώτες το ’42 μας ζητούσαν Πεκορίνο, και τους εξηγούσαμε ότι φτιάχνουμε κάτι παραπλήσιο, αλλά όχι το ίδιο…Συγγνώμη για την παρέκβαση. Το  φουσκωτό προβατάκι που βλέπετε, 32,2 επί 21 εκατοστά, είναι φτιαγμένο από λεπτό πλαστικό που κάθε τόσο χάνει τον αέρα του. Ο  υπάλληλος του μουσείου δεν παύει να το ελέγχει και να το φουσκώνει διαρκώς. Στον κατάλογο καταγράφεται με τον χαρακτηρισμό «Ο πνευματικός». Προέρχεται, αν δεν διακρίνετε τη μικρή συνοδευτική επιγραφή, από την Λα Κορούνια, λιμάνι της βορείου Ισπανίας,της Γαλικίας συγκεκριμένα, που βρέχεται  από τον Ατλαντικό και η αρχή της χάνεται στα βάθη της Ιστορίας. Η πόλις αυτή —ειρήσθω εν παρόδω—, αλλάζει διαρκώς οικιστάς. Οι Ρωμαίοι διαδέχονται  τους Κέλτες και αυτούς με τη σειρά τους οι Άραβες, που δίνουν εν συνεχεία τη θέση τους στους Νορμανδούς. Με λίγη προσπάθεια, όχι πως έχει κάποια σημασία, θα διακρίνετε την υπογραφή, κατά πάσαν πιθανότητα του σχεδιαστού, τυπωμένη στην κοιλιά του ζώου: Vicente Fenandez Gonzalez». Κανένας από τους τρεις δεν πρόσεξε τη διαδοχή των κατακτητών στη Γαλικία ούτε και την υπογραφή του ισπανού σχεδιαστή, γιατί το ενδιαφέρον τους είχε κερδίσει κατά κράτος η εικόνα του αδύναμου προβάτου που, χωρίς αέρα, μόλις στηριζόταν  στα  λυγισμένα του πόδια.

Tο καθισμένο, στο βάθος, 31,8 επί 19,5 εκατοστά,  μου αρέσει ιδιαιτέρως για τους εξαιρετικούς χρωματικούς τόνους και την ανθρώπινη έκφραση στο βλέμμα. Πρέπει, νομίζω, να το φανταστούμε στραμμένο προς την φάτνη, με τα οπίσθια στον επισκέπτη. Είναι λάφυρο του 1937 από τον ναό του Σεντ Ιλέρ της Μασσαλίας. Η αναφορά της πόλης με παραπέμπει στην σύντομη  παρέκβαση που θα μου επιτρέψετε. Άκουσα κάποτε τη διήγηση μιας γαλλίδας κυρίας. Μου αφηγήθηκε για τα παιδικά της χρόνια σ’ ένα σχολείο καλογραιών όπου φοιτούσε «εσώκλειστη». Στον προθάλαμο  του σχολείου, οι μοναχές διατηρούσαν, όλο το χρόνο, μια τεράστια φάτνη. Την τριγύριζαν βουνά και χαράδρες φτιαγμένες από  χαρτόνι, που είχαν πάνω τους μεγάλο αριθμό προβάτων. Κάθε ένα —προσέξτε—  αντιπροσώπευε μια μαθήτρια. Ανάλογα με τη συμπεριφορά της, το απομάκρυναν ή το πλησίαζαν στο θείο βρέφος. Τα πιο κακά πρόβατα βρίσκονταν στην άκρη του γκρεμού, με τα  μπροστινά πόδια τους  να αιωρούνται. “Μέχρι δεκατεσσάρων χρόνων, έζησα εξαρτημένη από τα βήματα του αρνιού μου, που δεν μετακινήθηκε σχεδόν ποτέ από το χαίνον  βάραθρο...”, πρόσθεσε φιλάρεσκα.

«Προλαμβάνω την απορία σας. Όντως, αυτή η ζέβρα μπροστά μας είναι το αίνιγμα της εκθέσεως. Πρόκειται για ανεξήγητη παρουσία μέσα στην ομάδα των προβάτων. Κατά τη γνώμη μου βρισκόταν σε φάτνη αφρικανικού ναού. Το πιθανότερο είναι ότι κάποιος απλοϊκός πιστός, που αγνοούσε το  σκηνικό της Γεννήσεως (και βέβαια δεν γνώριζε τη μεσογειακή πανίδα) κατασκεύασε με την ποιητική του αφέλεια, τι άλλο, μιαν εικόνα του περιβάλλοντός του. Δεν αποκλείεται ένας εφημέριος να επέτρεψε την ένταξή της μεταξύ των αμνών. Θεωρώ υπερβολικό η φάτνη να πλαισιωνόταν εξ’ ολοκλήρου από ζώα της Αφρικής. Ο επόμενος, κατά σειρά, αμνός έχει διαστάσεις 40,6 επί 24 εκατοστά. Έχει γυάλινα μάτια και αυθεντικό μαλλί προβάτου. Προέρχεται από το Σπλιτ της Κροατίας (ιταλιστί Σπάλατο), θέρετρο των δαλματικών ακτών, διάσημο τόπο διακοπών του αυτοκράτορος Διοκλητιανού. Προσέξτε πόσο πειστικό είναι το  τόξο από το μέτωπο έως τη μύτη, όπως και τα καλοσχηματισμένα, σε κάθετη θέση προς το κεφάλι, αυτιά. Θεωρείται το πιο ρεαλιστικό δείγμα της αιθούσης και αν είχε φυσικές διαστάσεις δύσκολα θα διακρίναμε αν είναι, ή όχι, ταριχευμένο. Στον κατάλογο των εκθεμάτων ονομάζεται ‘’Ο Αληθοφανής’’. Αγνοούμε, δυστυχώς, πότε αποκτήθηκε. Το αμέσως επόμενο είναι φτιαγμένο από φελλό. Άγνωστο γιατί δεν υπάρχει η αναφορά της πόλεως, αλλά μόνον  χρονολογία αποκτήσεως, 1939. Από την γραμμή του φαίνεται ότι ανήκει εις τον τύπο Μπερισόν ντυ σερ,  με κάπως  κυλινδρικό κορμό και γυμνά, λίγο πιο ψηλά απ' όσο γνωρίζουμε, πόδια. Πιθανολογώ ότι έχει ταξιδέψει από λιμάνι της Πορτογαλίας, χώρας παραγωγής του φελλού. Δυστυχώς, η σπασμένη ουρά αντικαταστάθηκε άτεχνα, και όχι από ειδικό.

Όπως αντιλαμβάνεστε, έχουμε μπροστά μας τα προϊόντα ενός συλλεκτικού πάθους. Ως είδος, θα τα εντάσσαμε στο χώρο της θρησκευτικής γλυπτικής. Εκτός από τον εντυπωσιακό τρόπο και τα ιδιαίτερα ελατήρια που οδήγησαν στην κτήση τους, ας σκεφθούμε ότι συγκεντρώθηκαν εδώ από τα πιο μακρινά  σημεία της γης, σε μια φάτνη, ένα ιδεατό σπήλαιο. Τα κειμήλια —σκέπτομαι συχνά— είναι αρχεία που εξορκίζουν έναν πολύ συγκεκριμένο φόβο. Την παρέλευση του χρόνου και την παροδικότητα αυτού που συμβαίνει. Να γίνω σαφής: Επενδύοντας σε αντικείμενα, επιχειρείς να κάνεις το παρελθόν που αντιπροσωπεύεται απ’ αυτά εμπράγματο και απτό. Κάτι που, συμβολικά πάντα, θα το κρατάς υπό τον έλεγχό σου». Ο ένας από  τους τρεις ακροατές, κινώντας την  παλάμη προς το  αυτί του, έδειξε πως δεν είχε ακούσει. «Κάνεις τον χρόνο χειραγωγήσιμο και ελέγξιμο», επανέλαβε ο οδηγός τους, σκουπίζοντας με ένα  μαντήλι το μέτωπό του. «΄Ετσι, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ένα κομμάτι από το παρελθόν του πλοιάρχου, αυτό που αφορούσε τα Χριστούγεννα, έμενε παρόν και πάντοτε διαθέσιμο». Αυτή η άποψη για το αναμνηστικό αντικείμενο, έστω και αν διατυπώθηκε με  απόλυτο τρόπο, δεν ήταν βέβαια μια παγιωμένη γνώμη. ΄Αλλωστε, ένα αντικείμενο μπορεί να τονίζει αντί να απομακρύνει την ιδέα του φευγαλέου ή, όπως στη μνήμη, να δημιουργεί τη συνείδηση της απώλειας και του χαμένου. Είναι εξάλλου γνωστό με τι ενθουσιασμό εναγκαλιζόμαστε, τον πρώτο καιρό, κάθε απόκτημα και πώς αυτό παράγει τα συναισθήματα που μας συνδέουν με  την ιστορία της κτήσεώς του. Κι όμως, λίγο μετά είναι αναπόφευκτο, το ίδιο πράγμα, να μας αγγίζει πολύ πιο λίγο. Τη θέση του παίρνει το πιο πρόσφατο μέρος της συλλογής μας, που  γίνεται αμεσότερο και εναργές.

Οι ερμηνείες του, όταν του δινόταν η ευκαιρία να συνοδεύσει κάποιον στην Τρίτη Πτέρυγα, δεν σταματούσαν εκεί. Σαν όλους τους προφορικούς λογίους, που δεν εκτόνωσαν τα ενδιαφέροντά τους σε δημοσιεύσεις ή στην επίπονη δραστηριότητα της γραφής, εκδήλωνε ακατάβλητη ενέργεια στο λόγο και φρόντιζε με κάθε ευκαιρία να εξασφαλίζει ακροατήριο. Έτσι, συχνά, με το ρόλο του οδηγού, υπογράμμιζε το «σύνθετο του ανθρώπινου χαρακτήρος», θέλοντας να δείξει την «απειρία των αιτίων που συντρέχουν για τη δημιουργία του αιτιατού».  Άλλοτε προτιμούσε να φωτίσει και ένα διαφορετικό ελατήριο του συλλεκτικού ενδιαφέροντος: ότι, δηλαδή, ο εύθραυστος κόσμος των αντικειμένων μαρτυρεί την προσπάθεια να επικεντρωθείς στον εαυτό σου και το στενό περιβάλλον σου, λησμονώντας ή αφήνοντας αυτάρεσκα στην άκρη την πραγματική ζωή, την ανεπάρκεια, τα λάθη, τις προφανείς της ατέλειες. Εκείνο το μεσημέρι, όμως, δεν είπε τίποτε γι' αυτά. Είτε επειδή ήταν κουρασμένος  από την χωρίς κίνηση ορθοστασία, είτε γιατί κατάλαβε ότι το ψυχογράφημα του συλλέκτη (οι ερμηνείες που τον καθιστούν πρόσωπο αφοσιωμένο στα αντικείμενά του και στις εκλεπτυσμένες νευρώσεις του) ήταν κάτι φανερά ξένο για τους ακροατές του. Και οι τρεις, άλλωστε, μόλις κατάφερναν να κρύψουν την αδιαφορία τους. Τόσο για το κίνητρο  που είχε δημιουργήσει το κοπάδι όσο και για την ίδια τη συλλογή, που την έβλεπαν ενώ συγχρόνως κοιτούσαν το ρολόι τους ή τον δημόσιο κήπο κάτω απ' τα παράθυρα. Όταν κατευθύνθηκαν στην πόρτα της εξόδου ήταν σαν να είχαν διανύσει μια πολύ μεγάλη απόσταση. Μαζί τους μετέφεραν τη σκιά της αίθουσας που διατηρήθηκε ώσπου να φτάσουν στο δυνατό φως. Φόρεσαν τα καπέλα τους, που  σε όλη τη διάρκεια της ξεναγήσεως τα κρατούσαν στο χέρι. Του τελευταίου, κάπως μεγαλύτερο νούμερο, κατέβηκε και στάθηκε άκομψα μέχρι τα αυτιά. Ήταν εκρού πλατύγυρα με μαύρες κορδέλες, ο γνωστός τύπος του «παναμά», που βλέπουμε κατά κόρον, για να μην πούμε αποκλειστικά, στις φωτογραφίες της εποχής. Συγχρονισμένα, λες και είχε υπάρξει προσυνεννόηση, έβαλαν τα γυαλιά τους και κατέβασαν όσο μπορούσαν χαμηλότερα το φαρδύ, εύκαμπτο γείσο.  Με την κίνηση που κάνει κανείς όταν τον ενοχλεί ο ήλιος ή όταν θέλει να περάσει απαρατήρητος.
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                               




1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Εκτός από το στυλ, και οι εικόνες είναι ο άνθρωπος

Ι.Μπ.