Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

Ένας ευτελής περίγυρος


Ποιός μπορεί να υποθέσει τι σκέπτεται ο Γκούσταβ φον Άσενμπαχ στον κινηματογραφικό Θάνατο στη Βενετία, όταν σ’ εκείνο το κουρείο δέχεται τις περιποιήσεις και τις ανανεωτικές παρεμβάσεις του φλύαρου ιταλού επαγγελματία; Το γνωρίζει μόνον ο αναγνώστης της νουβέλας. Ο θεατής της βισκοντικής μεταφοράς το αγνοεί, αφού, κατά κανόνα, για τη βουβή σκέψη των ηρώων και τους συλλογισμούς του αφηγητή –για τα έξω από την προφανή δράση στοιχεία της μυθοπλασίας–, η εικόνα παραμένει ένας απρόθυμος μάρτυρας. Έτσι, όταν οι βαφές επαναφέρουν το μαύρο χρώμα των μαλλιών, τονίζουν τα μάτια και τα χείλη του ήρωα, έχει παραμείνει εκτός εικόνας ένα μέρος του κειμένου, που λέει ότι ο Άσενμπαχ «κοιτάζοντας το γερασμένο του σώμα ένιωθε ντροπή και απελπισία», ότι «απέναντι στη γλυκιά νεότητα που αγαπούσε, δεν ανεχόταν το γερασμένο του κορμί». Υπάρχει εντούτοις ένα στοιχείο στο πρώιμο (1912) αυτό έργο του Τόμας Μαν, το οποίο βρίσκει σχολαστική αντιστοιχία στην κινηματογραφική του μεταφορά. Είναι το ενοχλημένο και περιφρονητικό βλέμμα του αφηγητή (βλέπε συγγραφέα) απέναντι στο περιβάλλον ή στο χορό των ανωνύμων, που κινούνται γύρω από τον προαναφερθέντα ήρωα, πρόσωπα που συμπεριφέρονται με ανυπόφορη δουλικότητα και ευτέλεια. Αυτό το κλίμα (σε αντίθεση με τις αλλαγές που έχει επιφέρει ο Βισκόντι στο πρόσωπο του Άσενμπαχ) αποδίδεται πιστά στην ταινία, η μεταφορά γίνεται σχεδόν λέξη προς λέξη, σ’ όλη την εξέλιξη της κινηματογραφικής αφήγησης.

Η παρουσία του Άσενμπαχ στην Αδριατική αρχίζει από το κεφάλαιο 3 του βιβλίου. Ο ήρωας, με προορισμό τη Βενετία, επιβιβάζεται από τις δαλματικές ακτές «σ’ ένα παμπάλαιο ιταλικό πλοίο, σκοτεινό και σκουριασμένο». Απ’ το σημείο αυτό ο πρωταγωνιστής φαίνεται να μπαίνει σ’ ένα προεπιλεγμένο περιβάλλον, έναν κόσμο αήθειας και παρακμής.
Κάποιος καμπούρης και βρόμικος ναύτης με λαδερό χαμόγελο, όλο ευγένεια, τον οδηγεί πίσω από το τραπέζι όπου καθόταν ένας γενειοφόρος με φυσιογνωμία διευθυντή τσίρκου. Εισέπραξε βιαστικά τα λεφτά κι άφησε τα ρέστα στο λεκιασμένο τραπεζομάντιλο. Είναι τιμή μου να σας εξυπηρετώ, είπε [...].
Το σκουριασμένο πλοίο, έχοντας διαπλεύσει βορειοδυτικά την Αδριατική, φθάνει στη Βενετία. Στο κατάστρωμα ένας μεθυσμένος φορτικός γέρος,
γλείφοντας τις άκρες των χειλιών του, σήκωνε το ζαρωμένο, γεμάτο δακτυλίδια δάκτυλο, σχεδιάζοντας σαχλά υπονοούμενα. Για ώρα κάνει στους ξένους αποχαιρετιστήριες ρεβεράντζες. Ευχόμαστε την πιο ευχάριστη διαμονή, τραύλιζε. Το στόμα του το ύγραιναν σάλια [...].
Με την άφιξη του πλοίου στη Βενετία εμφανίστηκαν οι γονδολιέρηδες. «Τσακώνονται στη διάλεκτό τους, σκληροί, ακατανόητοι, με απειλητικές φυσιογνωμίες». Αυτός που παραλαμβάνει τον Άσενμπαχ –«αντιπαθητική, κτηνώδης φυσιογνωμία»–, φοράει ένα «ξεφτισμένο ψάθινο καπέλο» και έρχεται σύντομα σε προστριβή με τον πελάτη του. Τον μεταφέρει στο Λίντο, ενώ ο τελευταίος θέλει να αποβιβαστεί στον Άγιο Μάρκο. Η περιφρόνηση στο βλέμμα του αφηγητή είναι διαρκής. Ο βενετσιάνος γονδολιέρης δεν έχει άδεια εργασίας. Έτσι, όταν πλησιάζει την προβλήτα του Λίντο, διακρίνοντας την αστυνομία, εξαφανίζεται. Ο Άσενμπαχ δεν προλαβαίνει να πληρώσει. Ένας αχθοφόρος τον πλησιάζει. «Ο κύριος ήρθε δωρεάν, είπε, και άπλωσε το χέρι». «Στο ξενοδοχείο, ο υπάλληλος ήταν ένας κοντούλης, όλο ευγένεια και τσιριμόνιες, που τον συνόδεψε ώς το ασανσέρ».
Με τις λεπτομέρειες της αφίξεως ο συγγραφέας εξακολουθεί να τυλίγει στο ίδιο, απαξιωτικό κλίμα τον ήρωά του, που εκτός από υπαρξιακά κουρασμένο πρόσωπο τον θέλει έναν παρατηρητή αδιάφορο και ξένο για το καθημερινό, διαθέσιμο στα σκοτεινά πάθη, αλλά ανεξοικείωτο στη μικροπολιτική τής συναλλαγής.
Παρεκβαίνω και ανατρέχω στη μεταγενέστερη νουβέλα του Μαν, Ο Μάριος και ο μάγος (1930). Εδώ η ιστορία ξετυλίγεται στις ακτές του Τυρρηνικού πελάγους. Ο συγγραφέας φιλοτεχνεί ένα παρεμφερές σκηνικό (η ιταλική λουτρόπολη «μυρμηγκιάζει από μαυριδερά πλήθη που φιλονικούν, αλαλάζουν, ενώ ο αφόρητος ήλιος τούς ξεφλουδίζει το σβέρκο»). Και εκεί, σε γενικές γραμμές, ο θίασος του πλήθους κινείται ακατανόητος, ανάγωγος και απεχθής.
Μερικές φορές μας φαινόταν μάλλον απίθανο πως βρισκόμαστε στην πατρίδα της μουσικής τέχνης της Δύσης. «Φουτζιέροοο...!» Ακόμη και σήμερα αντηχεί στο αφτί μου εκείνη η κραυγή, που την άκουγα να ηχεί για είκοσι πρωι¬νά, επί εκατό φορές, κολλητά δίπλα μου, απροκάλυπτα βραχνή, φριχτά τονισμένη... Απευθυνόταν σ’ έναν απεχθή νεαρό με ηλιακό έγκαυμα στην πλάτη, που σου προξενούσε αηδία[...].
Στο ίδιο σημείο:
Η ζέστη ήταν υπερβολική, ήταν αφρικανική, η κυριαρχία του ήλιου αδυσώπητη... Το πυρακτωμένο κενό του ουρανού μού γίνεται βάρος μέρα με τη μέρα.
Και λίγες γραμμές πιο κάτω διατυπώνεται μια σκέψη του αφηγητή, που φωτίζει, αιφνιδίως, το άτεγκτο βλέμμα, αιτιολογεί την κριτική και την ενόχληση. Η σκέψη αυτή λέει ότι:
αν η βόρεια ψυχή δεν δει, δεν συνεκτιμήσει και τις θετικές πλευρές μιας τέτοιας συνθήκης (τα εορταστικά συναισθήματα, την ανεμελιά των διακοπών, την ανεξαρτησία, την απλοϊκότητα) μένει με ανεκπλήρωτες κάποιες βαθύτερες ανάγκες και ενσταλλάζεται μέσα της κάτι σαν περιφρόνηση.
Στον κινηματογραφικό Θάνατο στη Βενετία, το στοιχείο της περιφρόνησης προβάλλεται όσο και στο βιβλίο. Η κινηματογραφική αφήγηση είναι εξίσου λεπτομερής απέναντι στον ευτελή εσμό των εγχώριων επιτηδείων, που κυκλώνει την περίσκεπτη και εύθραυστη παρουσία του βόρειου επισκέπτη. Απ’ την προσοχή μας δεν θα διαφύγει πόσο ο φακός θα σταθεί εκστασιασμένος μέσα στην αίθουσα του σαλονιού, στο ξενοδοχείο του Λίντο, παρακολουθώντας με θαυμασμό –με συνεχή γκρο πλαν– την πολυεθνική αριστοκρατία των παραθεριστών. Ιδού πώς έχει περιγραφεί πριν 30 χρόνια, στο κείμενο ενός θεατή της ταινίας, που δεν γνωρίζει το βιβλίο, αυτή η εντύπωση:
[...]κι όταν, λοιπόν, ολόκληρο το κάδρο γεμίζει από τα ψάθινα πλατύγυρα της πολωνικής οικογένειας και τις πολύχρωμες κορδέλες τους, αντιλαμβάνεσαι πως αυτά έχουν τόσο (ηθελημένο) βάρος όσο και τα πρόσωπα που τα φορούν και δεν φαίνονται. Έτσι, που η προβολή αυτών των «αθώων» σε πρώτη ματιά στοιχείων μπορεί να ανάγεται σε «στάση» και σε «ποιητική».
Όντως το εσωτερικό στο πολυτελές ξενοδοχείο του Λίντο είναι η πυκνή εικαστική διατύπωση της σκέψης του αφηγητή, όπως τη διαβάζουμε στο 3ο κεφάλαιο της νουβέλας:
[...]Ανάκατα αντηχούσαν οι φθόγγοι από τις μεγάλες γλώσσες. Η καθιερωμένη σ’ όλο τον κόσμο βραδινή φορεσιά, σύμβολο πολιτισμού, έδενε εξωτερικά τις ανθρώπινες παραλλαγές σε μιαν ενότητα αξιοπρέπειας.
Και φτάνουμε στο 5Ο κεφάλαιο. Ο Άσενμπαχ, από το αντικρινό Λίντο, όπου διαμένει, έχει βρεθεί στη Βενετία. Απ’ όσο καταλαβαίνω, περιγράφει τη Santa Maria della Salute:
Τα μαρμάρινα σκαλιά μιας εκκλησίας κατέβαιναν ώς τα κύματα. Ένας αντικέρ με τις πιο δουλικές χειρονομίες καλούσε τους περαστικούς να σταματήσουν και να μπουν, με την ελπίδα να τους εξαπατήσει [...].
Είναι η τέταρτη εβδομάδα της διαμονής του στην πόλη. Τα απολυμαντικά μέτρα κατά της πανώλης που έχει ενσκήψει είναι πλέον αντιληπτά. Ο Άσενμπαχ, έχει διαβάσει τα δημοσιεύματα των εφημερίδων, και βλέποντας το ξενοδοχείο του να αδειάζει από τους ενοίκους που επιστρέφουν στην πατρίδα τους, επιτέλους
ζητά πληροφορίες για την ανησυχητική μυρωδιά, από έναν καταστηματάρχη που πουλούσε κοραλένια κολιέ και ψεύτικους αμέθυστους. Στεκόταν ακουμπισμένος στην πόρτα του μαγαζιού του. Τον κοίταξε και έκανε μιαν ανυπόμονη κίνηση. «Προληπτικά μέτρα, κύριέ μου!» απάντησε με θεατρικές χειρονομίες. Μια πρωτοβουλία της αστυνομίας που πρέπει να επιδοκιμάσουμε... Η μεταβολή του καιρού το επιβάλλει. Ο σιρόκος δεν κάνει καλό στην υγεία...
Και βέβαια, δεν είναι χωρίς σημασία μια σύμπτωση: το μοναδικό πρόσωπο που φωτίζει την αλήθεια για το λόγο των απολυμάνσεων, που αποκαλύπτει στον Άσενμπαχ τι πραγματικά συμβαίνει, είναι ο Άγγλος υπάλληλος μιας τράπεζας, στην πλατεία του Αγίου Μάρκου...

Στο ίδιο κεφάλαιο περιέχεται η σκηνή με τους πλανόδιους τραγουδιστές που καταφθάνουν στον κήπο και τον εξώστη του ξενοδοχείου, στο Λίντο.
Τα νεύρα του Άσενμπαχ δέχονταν λαίμαργα τις βάρβαρες και φτηνές μελωδίες, γιατί το πάθος παραλύει το γούστο και την εκλεκτικότητα [...] ο κιθαρίστας, ξερακιανός, με πρόσωπο σκελετωμένο, με τον βρόμικο σκούφο του πεσμένο προς τα πίσω, τραγουδούσε με πόζα, όλο αναίδεια, εκτοξεύοντας προς τη βεράντα τις τσιρίδες του, με φουσκωμένες τις φλέβες στο μέτωπό του. Δεν έμοιαζε Βενετσιά¬νος, αλλά μάλλον από εκείνη τη ράτσα των Ναπολιτάνων κωμικών, μισονταβατζής, μισοθεατρίνος, διασκεδαστικός κι επικίνδυνος. Εκείνο που έκανε, όμως, τον Άσενμπαχ να τον προσέχει ήταν πως η ύποπτη φυσιογνωμία του έμοιαζε να κουβαλάει μαζί και μιαν ύποπτη ατμόσφαιρα. Μόλις τελείωσε ο τραγουδιστής, άρχισε την είσπραξη. Όσο θράσος έδειχνε στο τραγούδι, άλλο τόσο δουλικά φερόταν τώρα. Με κυρτωμένη τη ράχη σαν γάτα, γλιστρούσε ανάμεσα στα τραπέζια κι ένα χαμόγελο πονηρής υποταγής ξεγύμνωνε τα δυνατά του δόντια.

Να τι συμβαίνει λοιπόν: Όσο πιο απεχθές είναι το περιβάλλον, φαίνεται να πιστεύει ο Τόμας Μαν, τόσο δραματικότερα φωτίζεται η εύθραυστη και σιωπηλή υπεροψία του Άσενμπαχ, η ανικανοποίητη βουλιμία για το απόλυτο κάλλος.
Στο συγκεκριμένο σημείο, όμως, είναι αξιοσημείωτο ότι η ταινία (σε αγαστή, έως εδώ, σύμπνοια με το βλέμμα και τις διαθέσεις του κειμένου) έχει υπερκεράσει μαξιμαλιστικά το πρότυπο του γραπτού ήρωα. Ο Βισκόντι επιφύλαξε για το πρόσωπο του πλανόδιου μουσικού μιαν εικόνα ακόμη πιο αδιάλλακτη και απωθητική απ’ ό,τι ο συγγραφέας με την περιγραφή του. Υποβάθμισε μέχρι το αποκρουστικό την εντύπωση. Έτσι, όταν στην τελευταία σκηνή τον δείχνει με την κιθάρα να τραγουδά και να καγχάζει, δεν διακρίνονται «τα δυνατά του δόντια», όπως διαβάζουμε στις σελίδες του Τόμας Μαν. Η κινηματογραφική φιγούρα είναι χυδαιότερη απ’ τη γραπτή. Γελά μ’ ένα στόμα σκοτεινό, απεχθές, όπου –όπως πιθανόν θυμάται ο θεατής της ταινίας– δεν υπάρχουν καν δόντια...

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ Η ζωή με εχθρούς. Εκδόσεις Μελάνι, 2008


1 σχόλιο:

Babis Dermitzakis είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.