Τρίτη, 19 Αυγούστου 2008

Με τον Ηλία Πετρόπουλο, Αύγουστο στο Παρίσι [2]


Νομίζω ότι τον Αύγουστο του 1976 (ή ήταν το 1978;) βρισκόμουν στο Παρίσι. Όταν επιστρέφω σε τόσο μακρινά γεγονότα, ξέρω ότι οφείλω να επιφυλάσσομαι για τον ακριβή χρόνο. Δεν έχω καμιά ημερολογιακή σημείωση. Μπορεί να ήταν Ιούλιος ή μπορεί να πέφτω έξω ακόμα και ένα-δύο χρόνια. Εν πάση περιπτώσει, όποιο καλοκαίρι κι αν ήταν, λίγο μετά την άφιξή μου, άρχισα να επισκέπτομαι τον Ηλία. Κάποτε επιχειρούσαμε σύντομους περιπάτους, όχι μακριά από τη γειτονιά του. Ήταν μόνος εκείνο το καλοκαίρι. Με έναν απερίγραπτο καύσωνα, θυμάμαι να πηγαίνω νωρίς κάθε απόγευμα στο σπίτι του, στην οδό Μουφτάρ. Ανέβαινα από τα απότομα σκαλοπάτια στον πρώτο όροφο, καθόμουν απέναντί του και τον άκουγα να μιλάει και να καπνίζει τα Γκολουάζ, από το χάρτινο γαλάζιο πακέτο που βρισκόταν μονίμως μπροστά του. Θα πω, παρενθετικά, ότι για το κάπνισμα χρησιμοποιούσε πάντα το ρήμα «φουμάρω». Κλείνει η παρένθεση.

Ένα απόγευμα μου ανακοίνωσε ότι θα ήθελε να «δοκιμάσει» το καινούργιο του βιβλίο, που είχε τον τίτλο Εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη. Θα ήμουν δηλαδή ο πρώτος ακροατής, βάζοντας στην υπηρεσία του τα αυτιά και τα κριτήριά μου. Δεν ξέρω αν είχαν προηγηθεί άλλοι, αλλά έχω την εντύπωση ότι οι σελίδες τού εν λόγω έργου θα πρωτοακούγονταν εκείνα τα απογεύματα. Πήγαινα, λοιπόν, γύρω στις τέσσερις και καθόμουν, γνωρίζοντας ότι μου έχει ανατεθεί ένας χρήσιμος ρόλος. Να διευκρινίσω: είναι ιδιαίτερα κοπιαστικό για τον ακροατή εκείνο που συμβαίνει, αλλά στην περίπτωσή μου το ένιωθα άκρως κολακευτικό, θεωρώντας (ήμουν εικοσιτόσων χρόνων) ότι νομιμοποιούσε, κατά κάποιον τρόπο, το γούστο μου. Από τις πρώτες ήδη μέρες, πρόσεξα ότι το κείμενο που άκουγα, αν και διέφερε από τα ποιητικά ή δοκιμιακά έργα του που ήξερα, οδηγούνταν από τους ίδιους κανόνες γραφής. Ήταν, π.χ., πανταχού παρών ο ίδιος στιλιστικός χαρακτήρας, με τις σύντομες, γνωστές, αφοριστικές φράσεις. Πρόσεχες αμέσως τα μικρά αξιώματα με τα οποία έγραφε. «[…] Το κακόν, εν αντιθέσει προς το καλόν είναι άτρωτον. Η αλαζονεία του κακού παρέχει την εγκληματικότητα. Η πρωταρχική μορφή του πλούτου είναι το πλεόνασμα. Ο κλέφτης σκοτώνει το πλεόνασμα». Ήταν εκείνο το κλίμα που με έκανε να διακρίνω, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση κειμένου του, την προφανή αγωγή τού ύφους, και περαιτέρω τη μέριμνά του γι’ αυτό. Ήταν το γνώρισμα του Πετρόπουλου που, τότε, κυρίως με ενδιέφερε. Το Ελύτης Μόραλης Τσαρούχης με είχε γοητεύσει με τις γρήγορες αναπνοές του, το ρυθμικό σφρίγος και την περιεκτική συντομία του. «Εδώ», του εξομολογήθηκα, «έχω να κάνω με ένα ‘βλάσφημο’ έργο, ξένο προς την ιδιοσυγκρασία μου, στο οποίο όμως αναγνωρίζω τις αρετές σου».

Καταλάβαινα, λοιπόν, να συμβαίνει και μ’ αυτές τις σελίδες ό,τι προανέφερα στο κείμενο που ανάρτησα προ ημερών γι’ αυτόν. Ένα μέρος τού Εγχειριδίου υπηρετούσε την πρόκληση ή εγκαθίδρυε το κλίμα του «καταραμένου». Αυτή η «τόλμη» στη διαχείριση κάθε θέματος, μια στάση που έμοιαζε παντού με φιλοπαίγνονα αμοραλισμό, μου έκανε, αργότερα, απολύτως ξένη τη συγγραφική του προσωπικότητα. Στη συγκεκριμένη, π.χ., ανάγνωση, ενώ μιλούσε για τη φόλα που χρησιμοποιεί ο διαρρήκτης θέλοντας να εξουδετερώσει το σκύλο στην υπό διάρρηξη οικία, δεν μου διέφευγε μια προφανής αναλγησία, ανακατεμένη με το ιδιότυπο χιούμορ του. «Ο κακός σκύλος τρώει τη φόλα και ψοφάει μέσα σε πέντε λεφτά. Ο κακός σκύλος δεν γαβγίζει, απλώς κουλουριάζεται και σαν να σιγοκλαίει. Ο διαρρήκτης αναγκάζεται κάποτε να μην είναι φιλόζωος, εφόσον ο μπουρζουάς πάντοτε δεν είναι φιλάνθρωπος».
«Γράφεις, ελαφρά τη καρδία, για πράγματα που είμαι βέβαιος ότι εσύ δεν θα μπορούσες να κάνεις ποτέ. Εννοώ, να ρίξεις μια φόλα» διευκρίνισα. «Φυσικά», μου απάντησε με ετοιμότητα. «Έγραψα για τους ρεμπέτες και ασχολήθηκα μ’ αυτούς χωρίς νάχω βάλει στο στόμα μου ποτέ χασίς», και πρόσθεσε ότι ένας από τους πρυτάνεις των ρεμπετοσυνθετών, φίλος του, του χάριζε ποσότητες τις οποίες εκείνος αρνούνταν. «Δεν με ενδιέφερε το είδος!».

Μου είπαν πριν από ένα χρόνο ότι στο τέλος του Εγχειριδίου ο συγγραφέας αναφέρει πως έδειξε ορισμένα κεφάλαια σε τρεις συγκεκριμένους αναγνώστες, τους οποίους κατονομάζει. Αναφέρει, επί πλέον, τις αντιδράσεις τους. Ο ένας είμαι εγώ. Έψαξα να βρώ την έκδοση, αλλά το βιβλίο δεν υπάρχει πια στην αγορά. Το αντίτυπο που διαθέτω δεν έχει κανένα τέτοιο υστερόγραφο ή σημείωση. Θα ήθελα πάρα πολύ να δω πρώτα ποιο καλοκαίρι ήταν, και δεύτερον αν αναφέρεται σ’ εκείνα τα παρισινά απογεύματα, με τον υγρό καύσωνα και τους άδειους δρόμους της αυγουστιάτικης πόλης.

Αλλού όμως θα καταλήξω. Γι’ αυτό, άλλωστε, άρχισα να γράφω το συγκεκριμένο κείμενο. Ένα από εκείνα τα απογεύματα έφτασα στο σπίτι του. Βρισκόμασταν τουλάχιστον στην τρίτη «Συνεδρία». Χτύπησα το κουδούνι, μπήκα και τον είδα να στέκεται στο ύψος της απότομης εσωτερικής σκάλας. Με περίμενε ανάστατος, μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι. «Θα στα πω» μου είπε. «Κάτσε και άκου. Σήμερα το πρωί, στο Μετρό, μου έκλεψαν το πορτοφόλι»!! Δεν πήρα χαμπάρι τίποτα». Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε: «Αν τον έπιανα (εκστόμισε έναν χαρακτηρισμό για τον αυτουργό) δεν θα γλύτωνε». Μού εξήγησε τι υπήρχε μέσα στο περτοφόλι, πού περίπου νομίζει ότι συνέβη το κακό, και κατέληξε: «Τουλάχιστον να μου το ταχυδρομήσουν, όπως συνηθίζουν ορισμένοι να κάνουν εδώ». «Νομίζω, ότι έτσι θα γίνει» απάντησα, χωρίς να ξέρω την παρισινή πρακτική και χωρίς να το πιστεύω. Του έδειξα ότι θεωρώ πολύ πιθανή μια τέτοια προοπτική.
Ο άνθρωπος απ’ τα χείλη του οποίου άκουγα, σε συνέχειες, τον κατανοητικό και φίλιο προς την παραβατικότητα λόγο, εκείνος που από το κεφάλαιο «Κλοπές στο δρόμο» μόλις πριν δυο μέρες μού είχε διαβάσει «Οι βλάκες βάζουν το πορτοφόλι στην κωλότσεπα. Οι αστοί το χώνουν στην αριστερή τσέπη του σακακιού, στην καρδιά», ο συγγραφέας που έγραφε «Ο κλέφτης είναι αγνότερος από τον Ιησού», ήταν τώρα έξαλλος και απαρηγόρητος για την κλοπή του δ ι κ ο ύ του πορτοφολιού!
Δεν μπορώ να θυμηθώ αν τις ώρες που ακολούθησαν έγινε η καθιερωμένη ανάγνωση. Νομίζω, όχι. Πώς ήταν δυνατόν, άλλωστε. Θυμάμαι ότι αργότερα, πάντα συζητώντας για το πορτοφόλι, για την ταχυδακτυλουργική πράξη και τις συνέπειές της (εγώ προσπαθούσα να μεταθέσω, ματαίως, αλλού τη συζήτηση) βγήκαμε απ’ το σπίτι. Αλλάξαμε για λίγο παραστάσεις. Κατηφορίσαμε το δρόμο προς τη Σαν Ζενεβιέβ, φάγαμε κάπου, και συζητήσαμε μέχρι αργά. Στο τέλος της δύσκολης εκείνης βραδιάς ορίσαμε, θυμάμαι, το επόμενο ραντεβού μας.

Μετά από τρεις ημέρες βρισκόμουν πάλι στην οδό Μουφτάρ. Χτύπησα το κουδούνι, μπήκα από την πόρτα που άνοιξε, και πριν να ανεβώ τη σκάλα κοίταξα ψηλά, στην άκρη της. Με περίμενε εκεί. Στα χείλη του διαγραφόταν ένα σαρδόνιο γέλιο. Χωρίς να πει τίποτε σήκωσε ψηλά το χέρι του και μου έδειξε τι κρατούσε. Ήταν το χαμένο πορτοφόλι του που κράδαινε πανηγυρικά. «Το ταχυδρόμησαν!» μου φώναξε χαρούμενος. «Ακριβώς όπως είχα προβλέψει!». Ανέβηκα και πήγα για λίγο στο μπάνιο. Πάνω από την τουαλέτα είδα έκπληκτος ότι υπήρχε ένα κάδρο με το πορτρέτο του Ιωάννη Μεταξά.( Πού είχε βρει, αλήθεια, στο Παρίσι τον Μεταξά και πώς του ήρθε να τον αναρτήσει εκεί;). Επέστρεψα πάλι στο δωμάτιο. «Μου το ταχυδρόμησαν σήμερα!» επανέλαβε, με έκφραση μεταξύ χαράς και θαυμασμού για τα εγκληματολογικά ήθη της χώρας. Χάιδεψε τα γένια του, έστριψε τις τρίχες των φρυδιών του κόντρα στην κατεύθυνσή τους και είπε: «Γάλλος πορτοφολάς! Πες μου, δεν είναι εκπληκτικό»;

1 σχόλιο:

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος είπε...

Γράφει ο Πετρόπουλος στις 3.5.1990 "Το καλοκαίρι του 1975 ήρθε στο Παρίσι ο Κώστας Μαυρουδής. Του εδιάβασα το πρώτο και το δεύτερο μάθημα του Εγχειριδίου του Καλού Κλάφτη, για να ιδώ πόσα ψάρια έχω πιάσει". Οι άλλοι δύο ακροατές, δυο χρόνια αργότερα, ήταν ο Άρης Αλεξάνδρου και, βέβαια, ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος.