Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

Με τον Ηλία Πετρόπουλο, Αύγουστο στο Παρίσι



Ήταν και τότε καλοκαίρι. ’75 ήταν ή 76;. Πρέπει να υπολογίσω ορισμένα γεγονότα για να βεβαιωθώ. Είχα ταξιδέψει στο Παρίσι, και μια απ’ τις σπουδαιότερες μέριμνές μου ήταν να βρεθούμε και πάλι. Είχαμε, παρά τη διαφορά ηλικίας, μια καλή σχέση. Εγώ φυσικά πολύ μικρότερος, με χρόνια που κατά κανόνα υποχρεώνουν σε μια χρήσιμη σχέση μαθητείας, αλλά και σιωπηρής αποδοχής της ιεραρχίας. Μου είχε αρέσει ότι έδειχνε να με υπολογίζει ένας τόσο δύσκολος άνθρωπος. Με είχε αναφέρει ήδη σε ένα του μεγάλο ποίημα που είχε γράψει για τον ζωγράφο Σικελιώτη. Με έπαιρνε στις συντροφιές του. Διάβαζε τα ελάχιστα ποιήματά μου. Πριν λίγο είχε καταφέρει να αποφυλακιστεί λόγω «Ανηκέστου βλάβης» και στη συνέχεια να πάρει διαβατήριο με ισχύ ενός μηνός. Ταξίδεψε στη Γαλλία, όπου εγκαταστάθηκε με τη σύντροφό του. Είχαν αγοράσει ένα διαμέρισμα στην οδό Μουφτάρ. Βρέθηκα κι εγώ στο Παρίσι, λίγους μήνες μετά από κείνον. Του τηλεφώνησα.. Η στενή μας σχέση από την Αθήνα αυτό υπαγόρευε, σαν την φυσικότερη συνέχεια.
Ήταν ενθουσιασμένος. Θα έπαιρνε άδεια παραμονής. Θα εργαζόταν γράφοντας μια σειρά από βιβλία που είχε προγραμματίσει και είχε ή θα του έστελναν, δεν θυμάμαι, το υλικό τους. «Τέλος με την Ελλάδα», μου δήλωσε απ’ την αρχή, με το συνηθισμένο απαξιωτικό του ύφος. Είχε ήδη ταξιδέψει μέσα στη Γαλλία. Δεν ήξερε τη γλώσσα, αλλά ήταν παρατηρητής. Είχε το χάρισμα να αντιλαμβάνεται, να αποκρυπτογραφεί. Όταν είχαμε γνωριστεί, με εντυπωσίασε ένας αξιοσημείωτος διχασμός του. Είχε, ή έδειχνε, μια πλευρά «βέβηλη» αλλά και μια άλλη, λόγια, βαθιάς καλλιέργειας. Καταλάβαινες τη μαθητεία σε παλαιότερα πνεύματα. Κάποιες ακαδημαϊκές καταβολές σε παρατηρήσεις του το έδειχναν. «Αν αναρωτηθείς γιατί ένα γυμνό κρύβει με την παλάμη του το γνωστό σημείο έχει πετάξει η ευκαιρία να δεις τέχνη» μου είχε πει. Δεν το αρνιόταν «Σύχναζα στο φαρμακείο του Πεντζίκη, στη Θεσσαλονίκη. Για να μπορώ να κάθομαι με τις ώρες, αναγκαζόμουν να τους κάνω καμιά εξυπηρέτηση. Μου άρεσε να ακούω την κουβέντα εκεί». Πολλές παρατηρήσεις του ήταν καρπός μιας τέτοιας παιδείας. Όταν, για παράδειγμα, μου είπε ότι οι «εκκλησίες, όλες οι εκκλησίες, είναι καταδικασμένες να αποτυγχάνουν, γιατί κάτω απ’ την ίδια στέγη δεν χωράει ο χοντρός κι ο αδύνατος, ο ωραίος και ο άσχημος, ο πλούσιος και ο πένης», καταλάβαινα ότι ακούω ιδέες που δεν ανήκουν στην εύκολη, γεμάτη πρόκληση εικόνα που ήθελε να βγάζει προς τα έξω. Ήταν ψυχογράφημα ώριμο, ανθρωπογνωσία σοβαρή. Αργότερα, στον μετά τον θάνατό του απολογισμό, κατάλαβα πως ανάμεσα σ’ αυτή την καλλιέργεια και την εικόνα της πρόκλησης είχε προτιμήσει τη δεύτερη. Όμως γνώριζα ποιες κεραίες τον τροφοδοτούσαν. Το υποστηρίζω καμιά φορά σε παιδιά που δεν τον γνώρισαν και ξέρουν μόνον τον συγγραφέα της προκλητικής ανθελληνικότητας, της επιθετικότητας και της αντιπαράθεσης με όλα.

Μού άρεσε και με διασκέδασε σε κείνη την πρώτη συνάντηση εκτός συνόρων. Πρόσεξα ότι είχε πάντα (μήνες μόνον εκεί) κάτι εξαιρετικά θετικό να πει για τη Γαλλία. Είχε ταξιδέψει στη Νορμανδία πριν λίγο καιρό. Στη θάλασσα. «Μέσα στο τρένο» μου έλεγε, «με τόσα πιτσιρίκια που πήγαιναν στις διακοπές τους, δεν άκουσα τσιμουδιά. Μια ησυχία που σου επέτρεπε να νιώθεις, μετά από πενήντα χρόνια, επί τέλους άνθρωπος! Μπορείς να φανταστείς» πρόσθεσε «τι εικόνες κουβαλώ απ’ τα ελληνικά τρένα. Τους σταθμούς, τις καθυστερήσεις, τη μπόχα. Κι όταν άνοιγες το παράθυρο, σου κόλλαγε τη φάτσα του ένας βρωμύλος, που κρατούσε έναν νταβά και σούφτυνε κατά πρόσωπο τα ελληνικά του: ‘Σοφλάκι! Πάρε σοφλάκι! Δεν θες σοφλάκι;’»

Είχα κατά νου να μιλήσω κάποτε για τον Πετρόπουλο. Δεν είναι εδώ η καλύτερη ευκαιρία. Γράφω αυτό το κείμενο στο πόδι, και με ένα απίστευτο κίνητρο. Έβλεπα πριν λίγο με την κόρη μου μια τηλεοπτική εκπομπή για πιθήκους. Χιμπαντζήδες, συγκεκριμένα. Με μαγνητίζουν πάντα αυτά τα ζώα. Χαίρομαι μπροστά τους. Γειώνομαι. Όμως ήταν μια αφορμή να σκεφθώ την επίσκεψη που κάναμε σε κείνο το ταξίδι με τον Πετρόπουλο στο ζωολογικό κήπο, στο Παρίσι. Όχι στις Βενσέν, στο κέντρο. Καθόμαστε όρθιοι μπροστά στα κλουβιά των γοριλών, για ώρα. Σιωπηλοί. Εκείνος φαίνεται ήξερε το σημείο, βρισκόταν συχνά εκεί, γιατί μου είπε να προσέξω πώς ένας γορίλας τρώει, επί μέρες, το δάχτυλό του, και ακόμη τη συμπεριφορά των δύο τελευταίων στη σειρά ζώων, αν και όταν θα δούνε τον φύλακα να περνά μπροστά απ’ τα κλουβιά. Όντως, δύο γορίλες, λίγο αργότερα, όταν ο φύλακας έκανε τον αργό του περίπατο, γύρισαν αμέσως τα οπίσθιά τους και έμειναν να βλέπουν τον τοίχο του κλουβιού. Ο Πετρόπουλος που, να μην το ξεχνάμε, υπήρξε κρατούμενος, χωρίς να μου πει τίποτε έστρεψε προς το μέρος μου και μου έκλεισε το μάτι με μια ικανοποίηση που ήταν σαν να έπαιρνε κάποια ρεβάνς.
Οι επισκέψεις μας συνεχίστηκαν. Υπήρχε ένα καφέ στον Βοτανικό Κήπο όπου μετά την περιήγησή μας (κυρίως στους γορίλες και τους χιμπατζήδες) καθόμασταν και συζητούσαμε. Βρεθήκαμε, λοιπόν, πάλι μπροστά στα κλουβιά τους. Σιωπούσαμε, μαγνητισμένοι λες και κοιτάζαμε ένα συναρπαστικό ηλιοβασίλεμα. Κάποια στιγμή, ένιωσα να με σπρώχνει με τον αγκώνα. «Δες τον γορίλα και μετά γύρνα δίπλα σου» ψιθυρίζει. Δίπλα μου βρισκόταν ένας μικρόσωμος νάνος. Ήταν μια αντίθεση πράγματι εντυπωσιακή. «Το μπόι του σε κάνει να σκέφτεσαι πως είναι ένα παιδάκι που το έχουν φέρει να δει τα ζώα. Όμως η παρουσία του εδώ, κάνει πιο φύση τη φύση». «Τι εννοείς» τον ρώτησα επιθυμώντας να καταλάβω αν ήθελε να μου μιλήσει για τους παράλογους όρους που διέπουν το φυσικό παιχνίδι, τη σκληρότητα, τη βία των αντιθέσεων και των μεγεθών.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά τον ξαναείδα. Κοντά στο σπίτι του στο Παρίσι. Τυχαία. Κρατούσε έναν φάκελο και πήγαινε στο ταχυδρομείο. «Μόλις χειρουργήθηκα» μου είπε, αφού πρώτα του αποκάλυψα ποιος ήμουν και του σύστησα σύζυγο και παιδιά Είχε κρατήσει την ικμάδα του, παρά τα χρόνια. Αλλά και το ενδιαφέρον του να δείχνει πως ζει σε έναν κόσμο βίας και σκληρότητας. «Ανέβα στο πεζοδρόμιο», μου είπε. «Περνούν τα φορτηγά και με τον καθρέφτη τους μπορεί να σου στραπατσάρουν τη μάπα» πρόσθεσε, κάνοντάς με να αναγνωρίσω τη στάση και την μπλαζέ πόζα τού ανυπότακτου και συγχρόνως του συνομιλητή της βαναυσότητας και του βίαιου καθημερινού.

1 σχόλιο:

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος είπε...

Αυτός ο διχασμός του Ηλία Πετρόπουλου, από τη μία "βέβηλος" από την άλλη "λόγιος", αποτελεί νομίζω ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά τόσο της προσωπικότητάς του όσο και του έργου του. Είναι τρυφερός και σκληρός, είναι κυνικός και ρομαντικός, είναι "ανθέλληνας" και "φιλέλληνας" (βάζω εισαγωγικά και στους δύο χαρακτηρισμούς για να μη χρειαστεί να γράψω ολόκληρο διευκρινιστικό δοκίμιο), είναι ερασιτέχνης και επιστήμονας κλπ κλπ. Γιατί ποτέ δεν φοβήθηκε τις αντιφάσεις του - "αντιφάσκω, άρα ζω", έγραψε κάποτε.

Πολύ ωραίο κείμενο (και κίνητρο!).