Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Το Δέντρο


Αφιέρωμα στον Τόμας Μαν. Το ΔΕΝΤΡΟ, Νο 205-206, που θα εμφανιστεί προσεχώς. Στο ίδιο τεύχος Σελίδες για τον Δ.Ν. Μαρωνίτη και μια μεγάλη ,"εφ' όλης της ύλης", συζήτηση μαζί του. Βλέπουμε σήμερα ορισμένα κείμενα για τον γερμανό συγγραφέα που έφτασαν πολύ νωρίς, διορθωμένα, από το ατελιέ.
"Βασικές θεματικές παράμετροι στο πρώιμο έργο του Μαν".
"Παρουσία στον Ωκεανό: Ο 'Δον Κιχώτης' του Τόμας Μαν".
"Δείπνο στη Ζυρίχη".
"Μια νουβέλα και ένα σκάνδαλο".
"Βενετία, ένας ευτελής περίγυρος".
"Για τους 'Στοχασμούς ενός απολιτικού' ".
"Η βιογραφία της ασθενούς μεγαλοφυίας".
"Για το ΄Μαγικό βουνό' ".
"Ο Τόμας Μαν στην Ταορμίνα".
"Ο τελευταίος έρωτας".
"Ο Τόμας Μαν στην οθόνη".
"Μια μεγαλοφυία σε πόζα".
"Ο αρχάγγελος".
"Από την ευγενή αρετή στη σύγχρονη κρίση".
Ακολουθούν πολλά άλλα, δικά μας και ξένα.



Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Τόμας Μαν, Ιούλιος 2015


Το εξώφυλλο του επόμενου τεύχους (Ιούλιος 2015) μπορούμε να πούμε ότι ακόμα δοκιμάζεται. Λίγο πιο μικρή η φωτογραφία του συγγραφέα, ίσως άλλο χρώμα, τρεις-τέσσερις συνεργασίες επιπλέον. Μόλις μας το έστειλε το ατελιέ για να το δούμε.


Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Ο εξαντλημένος Καβάφης

Στην "Πολιτεία", Ασκληπιού 1, Αθήνα, βρέθηκαν και πωλούνται τα τρία, δυσεύρετα πια, αφιερώματα του ΔΕΝΤΡΟΥ στον Κ. ΚΑΒΑΦΗ. Σπεύσατε οι ενδιαφερόμενοι.

Ένας ευτελής περίγυρος

ΤΟ ΠΡΟΣΕΧΕΣ "ΔΕΝΤΡΟ" θα είναι αφιέρωμα στον Τόμας Μαν. Από τις ποικίλες συνεργασίες που το αποτελούν μόνον αυτή, τη δική μου, δικαιούμαι να εμφανίσω πριν την έκδοση του τεύχους. Γραμμένη πολύ παλιότερα, σήμερα μπορεί να έχει ένα επιπλέον ενδιαφέρον. Θεωρώ ότι κάποιο απ' τα, δευτερεύοντα βέβαια, επίπεδα της νουβέλας είναι και το βλέμμα του Βορρά απέναντι στα ήθη του νότου. Δεν ξεφεύγει απ' την ανάγνωση η δηκτική κριτική και η περιφρόνηση των συμπεριφορών. Αρχαιόφιλοι, ρομαντικοί, περίεργοι, όσοι επισκέφτηκαν τη Μεσόγειο τους τελευταίους αιώνες, δεν αγνόησαν, καλοπροαίρετα ή όχι, την ηθογραφική εικόνα.



*
*

ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΟΘΕΣΕΙ ΤΙ σκέπτεται ο Γκούσταβ φον Άσενμπαχ στον κινηματογραφικό "Θάνατο στη Βενετία", όταν σ’ εκείνο το κουρείο δέχεται τις περιποιήσεις και τις ανανεωτικές παρεμβάσεις του φλύαρου ιταλού κομμωτή; Το γνωρίζει μόνον ο αναγνώστης της νουβέλας. Ο θεατής του βισκοντικού έργου το αγνοεί, αφού, κατά κανόνα, για τη βουβή σκέψη των ηρώων και τους συλλογισμούς του αφηγητή, η κινηματογραφική εικόνα παραμένει ένας απρόθυμος μάρτυρας. Έτσι, όταν οι βαφές επαναφέρουν το μαύρο χρώμα των μαλλιών, τονίζουν τα μάτια και τα χείλη του ήρωα, έχει παραμείνει εκτός του πλάνου ότι ο Άσενμπαχ «κοιτάζοντας το γερασμένο του σώμα ένιωθε ντροπή και απελπισία», ότι «απέναντι στη γλυκιά νεότητα που αγαπούσε, δεν ανεχόταν το γερασμένο του κορμί».
Υπάρχει εντούτοις ένα στοιχείο στο πρώιμο (1912) αυτό έργο του Τόμας Μαν, το οποίο βρίσκει σχολαστική αντιστοιχία στην κινηματογραφική του μεταφορά. Είναι το ενοχλημένο και περιφρονητικό βλέμμα του αφηγητή (βλέπε συγγραφέα) απέναντι στο περιβάλλον ή στο χορό των ανωνύμων, που κινούνται γύρω από τον προαναφερθέντα ήρωα, πρόσωπα που συμπεριφέρονται με ανυπόφορη δουλικότητα και ευτέλεια. Αυτό το κλίμα (σε αντίθεση με τις αλλαγές που έχει επιφέρει ο Βισκόντι κάνοντας στην ταινία τον συγγραφέα Άσενμπαχ μουσικό) αποδίδεται πιστά στην ταινία, η μεταφορά γίνεται σχεδόν λέξη προς λέξη.
*
Η παρουσία του Άσενμπαχ στην Αδριατική αρχίζει από το κεφάλαιο 3 του βιβλίου. Ο ήρωας, με προορισμό τη Βενετία, επιβιβάζεται από τις Δαλματικές ακτές «σ’ ένα παμπάλαιο ιταλικό πλοίο, σ κ ο τ ε ι ν ό και σ κ ο υ ρ ι α σ μ έ ν ο». Απ’ το σημείο αυτό ο πρωταγωνιστής φαίνεται να μπαίνει σ’ ένα προεπιλεγμένο περιβάλλον όπου διαγκωνίζεται μ’ έναν κόσμο αήθειας και παρακμής. «Κάποιος καμπούρης και βρώμικος ναύτης με λαδερό χαμόγελο, όλο ευγένεια, τον οδηγεί πίσω από το τραπέζι όπου καθόταν ένας γενειοφόρος με φυσιογνωμία διευθυντή τσίρκου. Εισέπραξε βιαστικά τα λεφτά κι άφησε τα ρέστα στο λεκιασμένο τραπεζομάντιλο. Είναι τιμή μου να σας εξυπηρετώ, είπε […].
Το σκουριασμένο πλοίο, έχοντας διαπλεύσει βορειοδυτικά την Αδριατική, φθάνει στη Βενετία. Στο κατάστρωμα ένας μεθυσμένος φορτικός γέρος, «γλείφοντας τις άκρες των χειλιών του, σήκωνε το ζαρωμένο, γεμάτο δακτυλίδια δάκτυλο, σχεδιάζοντας σαχλά υπονοούμενα. Για ώρα κάνει στους ξένους αποχαιρετιστήριες ρεβεράντζες. Ευχόμαστε την πιο ευχάριστη διαμονή, τραύλιζε. Το στόμα του το ύγραιναν σάλια […]».
*
Με την άφιξη του πλοίου εμφανίστηκαν οι γονδολιέρηδες. Η εικόνα της ευτέλειας έχει συνέχεια. «Τσακώνονται στη διάλεκτό τους, σκληροί, ακατανόητοι, με απειλητικές φυσιογνωμίες». Αυτός που παραλαμβάνει τον Άσενμπαχ έρχεται σύντομα σε προστριβή με τον πελάτη του. Τον μεταφέρει στο Λίντο ενώ ο τελευταίος θέλει να αποβιβαστεί στον Άγιο Μάρκο. Ο βενετσιάνος γονδολιέρης δεν έχει άδεια εργασίας. Έτσι, όταν πλησιάζει την προβλήτα του Λίντο, διακρίνοντας την αστυνομία, εξαφανίζεται. Ο Άσενμπαχ δεν προλαβαίνει να πληρώσει. Ένας αχθοφόρος τον πλησιάζει. «Ο κύριος ήρθε δωρεάν, είπε, και άπλωσε το χέρι». «Στο ξενοδοχείο, ο υπάλληλος ήταν ένας κοντούλης, όλο ευγένεια και τσιριμόνιες, που τον συνόδεψε ώς το ασανσέρ».
Με τις λεπτομέρειες της αφίξεως ο συγγραφέας εξακολουθεί να τυλίγει στο ίδιο κλίμα τον ήρωα του, που εκτός από υπαρξιακά κουρασμένο πρόσωπο τον θέλει παρατηρητή αδιάφορο και ξένο για το καθημερινό, διαθέσιμο στα σκοτεινά πάθη, αλλά ανεξοικείωτο στη μικροπολιτική τής συναλλαγής.
*
Ανατρέχω στην πολύ μεταγενέστερη νουβέλα του Μαν, "Ο Μάριος και ο μάγος" (1930), μια ιστορία που ξετυλίγεται στις ακτές του Τυρρηνικού πελάγους. Ο συγγραφέας φιλοτεχνεί ένα παρεμφερές σκηνικό. (Η ιταλική λουτρόπολη «μυρμηγκιάζει από μαυριδερά πλήθη που φιλονικούν, αλλάζουν, ενώ ο αφόρητος ήλιος τούς ξεφλουδίζει το σβέρκο»). Και εκεί, σε γενικές γραμμές, ο θίασος του πλήθους κινείται ανάγωγος και απεχθής.
«Μερικές φορές μας φαινόταν μάλλον απίθανο πως βρισκόμαστε στην πατρίδα της μουσικής τέχνης της Δύσης. “Φουτζέροοοο…!” Ακόμη και σήμερα αντηχεί στο αυτί μου εκείνη η κραυγή, που την άκουγα να ηχεί για είκοσι πρωινά, επί εκατό φορές, κολλητά δίπλα μου, απροκάλυπτα βραχνή, φριχτά τονισμένη… Απευθυνόταν σ’ έναν απεχθή νεαρό με ηλιακό έγκαυμα στην πλάτη, που σου προξενούσε αηδία…»
Στο ίδιο σημείο: «Η ζέστη ήταν υπερβολική, ήταν αφρικανική, η κυριαρχία του ήλιου αδυσώπητη… Το πυρακτωμένο κενό του ουρανού μού γίνεται βάρος μέρα με τη μέρα». Και λίγες γραμμές πιο κάτω διατυπώνεται μια σκέψη επεξηγηματική, που φωτίζει, αιφνιδίως, το άτεγκτο βλέμμα, αιτιολογεί την κριτική και την ενόχληση. Η σκέψη πού λέει ότι: «αν η βόρεια ψυχή δεν δει, δεν συνεκτιμήσει και τις θετικές πλευρές μιας τέτοιας συνθήκης (τα εορταστικά συναισθήματα, την ανεμελιά των διακοπών, την ανεξαρτησία, την απλοϊκότητα) μένει με ανεκπλήρωτες κάποιες βαθύτερες ανάγκες και ενσταλλάζεται μέσα της κάτι σαν περιφρόνηση».
*
Στο "Θάνατο", η περιφρονητική διάθεση προβάλλεται από τον Βισκόντι όσο και από τον συγγραφέα. Η εικόνα είναι εξίσου λεπτομερής απέναντι στον εσμό των εγχώριων επιτηδείων, που κυκλώνει την περίσκεπτη και εύθραυστη παρουσία του βόρειου επισκέπτη. Απ’ την προσοχή μας δεν θα διαφύγει πόσο ο φακός θα σταθεί εκστασιασμένος μέσα στην αίθουσα του σαλονιού, στο ξενοδοχείο του Λίντο, παρακολουθώντας με θαυμασμό, με συνεχή γκρο πλαν, την πολυεθνική αριστοκρατία των παραθεριστών. Ιδού πώς έχω περιγράψει πριν 40 χρόνια, γνωρίζοντας μόνο την ταινία, αυτή την εντύπωση. «…κι όταν λοιπόν ολόκληρο το κάδρο γεμίζει από τα ψάθινα πλατύγυρα της πολωνικής οικογένειας και τις πολύχρωμες κορδέλες τους, αντιλαμβάνεσαι πως αυτά έχουν τόσο (ηθελημένο) βάρος όσο και τα πρόσωπα που τα φορούν και δεν φαίνονται. Έτσι, που η προβολή αυτών των “αθώων” σε πρώτη ματιά στοιχείων μπορεί να ανάγεται σε “στάση” και σε “ποιητική”». Όντως, βλέπω τώρα ότι το εσωτερικό στο πολυτελές ξενοδοχείο του Λίντο είναι η πυκνή εικαστική διατύπωση της σκέψης του αφηγητή, όπως τη διαβάζω στο 3ο κεφάλαιο της νουβέλας: «Ανάκατα αντηχούσαν οι φθόγγοι από τις μεγάλες γλώσσες. Η καθιερωμένη σ’ όλο τον κόσμο βραδινή φορεσιά, σύμβολο πολιτισμού, έδενε εξωτερικά τις ανθρώπινες παραλλαγές σε μιαν ενότητα αξιοπρέπειας».
*
Στο 5ο κεφάλαιο, ο Άσενμπαχ από το αντικρινό Λίντο έχει βρεθεί πάλι στη Βενετία. «Τα μαρμάρινα σκαλιά μιας εκκλησίας κατέβαιναν ώς τα κύματα. Ένας αντικέρ με τις πιο δουλικές χειρονομίες καλούσε τους περαστικούς να σταματήσουν και να μπουν, με την ελπίδα να τους εξαπατήσει […]»
Είναι η τέταρτη εβδομάδα της διαμονής του στην πόλη. Τα απολυμαντικά μέτρα κατά της πανώλης είναι πλέον αντιληπτά. Ο Άσενμπαχ, έχοντας διαβάσει τα δημοσιεύματα των εφημερίδων, έχοντας δει το ξενοδοχείο του να αδειάζει από τους ενοίκους που επιστρέφουν στην πατρίδα τους, επιτέλους «ζητά πληροφορίες για την ανησυχητική μυρωδιά, από έναν καταστηματάρχη που πουλούσε κοραλένια κολιέ και ψεύτικους αμέθυστους. Στεκόταν ακουμπισμένος στην πόρτα του μαγαζιού του. Τον κοίταξε και έκανε μιαν ανυπόμονη κίνηση. “Προληπτικά μέτρα, κύριέ μου”, απάντησε με θεατρικές χειρονομίες. Μια πρωτοβουλία της αστυνομίας που πρέπει να επιδοκιμάσουμε… Η μεταβολή του καιρού το επιβάλλει. Ο σιρόκος δεν κάνει καλό στην υγεία…» Και βέβαια, δεν είναι χωρίς σημασία μια σύμπτωση στην εξέλιξη: το μοναδικό πρόσωπο το οποίο φωτίζει την αλήθεια για το λόγο των απολυμάνσεων, εκείνος που αποκαλύπτει στον Άσενμπαχ τι πραγματικά συμβαίνει, είναι ο Ά γ γ λ ο ς υπάλληλος μιας τράπεζας, στην πλατεία του Αγίου Μάρκου…
*
Στο ίδιο κεφάλαιο περιέχεται η σκηνή με τους πλανόδιους τραγουδιστές που καταφθάνουν στη βεράντα του ξενοδοχείου, στο Λίντο. «Τα νεύρα τού Άσενμπαχ δέχονταν λαίμαργα τις βάρβαρες και φτηνές μελωδίες, γιατί το πάθος παραλύει το γούστο και την εκλεκτικότητα […] ο κιθαρίστας, ξερακιανός, με πρόσωπο σκελετωμένο, με το βρώμικο σκούφο του πεσμένο προς τα πίσω, τραγουδούσε με πόζα, όλο αναίδεια, εκτοξεύοντας προς τη βεράντα τις τσιρίδες του, με φουσκωμένες τις φλέβες στο μέτωπό του. Δεν έμοιαζε βενετσιάνος, αλλά μάλλον από εκείνη τη ράτσα των ναπολιτάνων κωμικών, μισονταβατζής, μισοθεατρίνος, διασκεδαστικός κι επικίνδυνος. Εκείνο που έκανε, όμως, τον Άσενμπαχ να τον προσέχει ήταν πως η ύποπτη φυσιογνωμία του έμοιαζε να κουβαλάει μαζί και μιαν ύποπτη ατμόσφαιρα. Μόλις τελείωσε ο τραγουδιστής, άρχισε την είσπραξη. Όσο θράσος έδειχνε στο τραγούδι, άλλο τόσο δ ο υ λ ι κ ά φερόταν τώρα. Με κυρτωμένη τη ράχη σαν γάτα, γλιστρούσε ανάμεσα στα τραπέζια κι ένα χαμόγελο πονηρής υποταγής ξεγύμνωνε τα δυνατά του δόντια».
*
Όσο πιο απεχθές είναι το περιβάλλον, φαίνεται να πιστεύει ο συγγραφέας, τόσο δραματικότερα φωτίζεται η εύθραυστη και σιωπηλή υπεροψία του Άσενμπαχ, η ανικανοποίητη βούληση για το απόλυτο κάλλος.
Στο συγκεκριμένο σημείο, όμως, είναι αξιοσημείωτο ότι η ταινία (σε αγαστή, έως εδώ, σ ύ μ π ν ο ι α με το κείμενο) έχει ξεπεράσει τον γραπτό ήρωα. Ο Βισκόντι επεφύλαξε για το πρόσωπο του πλανόδιου μουσικού μιαν εικόνα ακόμη πιο απωθητική απ’ ότι ο συγγραφέας. Υποβάθμισε στο πεδίο του αποκρουστικού τον πλανόδιο. Έτσι, όταν στην τελευταία σκηνή τον δείχνει με την κιθάρα να τραγουδά και να καγχάζει, δεν διακρίνονται «τα δυνατά του δόντια», όπως διαβάζουμε στις σελίδες του Μαν. Η κινηματογραφική φιγούρα γελά μ’ ένα στόμα σκοτεινό και γλοιώδες, απ’ όπου λείπουν τα δόντια…


Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΤΟΜΑΣ ΜΑΝ [1875-1955]


[...] "Οι Μπούντενμπρουκ" παρέμειναν για τον Μαν, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, και παρά τον πλούτο της λογοτεχνικής παραγωγής που ακολούθησε, ένα μοναδικής σημασίας βιβλίο. Όλα όσα έγραψε αργότερα, μυθιστορήματα και δοκίμια, αντανακλώνται σ' αυτό το σχεδόν μαγικό έργο που προκαλεί ερωτήματα, θαυμασμό, έκπληξη,αφορμή για συγκρίσεις. Ποτέ πριν στη λογοτεχνία δεν συνέβη κάτι παρόμοιο με ένα πρωτόλειο έργο. Παρά την αρχική απόσταση που είχε κρατήσει ο Μαν απέναντι στη γενέθλια πόλη, "Οι Μπούντενμπρουκ" είναι βιβλίο αφιερωμένο στη Λίμπεκ [...]


Πιέτρο Τσιτάτι: "Η Λίμπεκ", απόδοση: Ευαγγελία Γιάννου.


Τρίτη 21 Απριλίου 2015

21η Απριλίου 1967

Σαν σήμερα, πρωί Παρασκευής, απ’ το τρανζίστορ που είχα πάντα στο μαξιλάρι μου, άκουσα μισοκοιμισμένος κάτι που σε λίγο κατάλαβα ότι αφορά την άρση ορισμένων άρθρων του Συντάγματος. Θεώρησα ότι κάποιος μιλά για τη δικτατορία του Μεταξά, αλλά σε λίγα λεπτά ήξερα ότι πληροφορούμαι μια τρέχουσα εξέλιξη. Απ’ το απέναντι μπαλκόνι, τρία μέτρα απ’ το δικό μου (ένας δρομίσκος παράλληλος της Πατησίων) βγήκε με τη ρομπα του ο κύριος Ανδρέας, ηλικιωμένος ομοφυλόφιλος που ζούσε με την αδελφή του. Με παρακάλεσε να πάω για προμήθεια ψωμιού. «Μπορεί να μείνουμε μέρες στα σπίτια μας», είπε ανήσυχος. «Αν απαγορευθεί η κυκλοφορία τι θα κάνουμε;».
Ήμουν υποψήφιος φοιτητής. Έφυγα περπατώντας μέχρι το κέντρο. Για πληροφορίες, όχι για ψωμί. Ανεβήκαμε στα γραφεία της Ενώσεως Κέντρου, γωνία Ακαδημίας και Ομήρου. «Τίποτε», μας είπε κάποιος με γυαλιά, που είχαν όπως όλα τότε, κοκάλινο σκελετό. «Έκανε κίνημα το Ναυτικό, αλλά είναι ζήτημα ημερών. Να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας». Στην οδό Αμερικής ορισμένοι βεβαίωναν ότι είναι μια κίνηση του στρατού, που όμως δεν την εγκρίνει ο Κωνσταντίνος. Με πλησίασε ένας ηλικιωμένος. Με ύφος ανθρώπου που γνωρίζει τα πάντα μού είπε. «Τους έπιασαν στον ύπνο!». Στη στοά της Όπερα (Ακαδημίας), όπου βρίσκονταν οι εκδόσεις Θεμέλιο, έχω την αβέβαιη εντύπωση ότι υπήρχε μια ομάδα στρατιωτών. Πριν λίγους μήνες, μόλις πολιτογραφημένος Αθηναίος, είχα παρακολουθήσει εκεί, αργά το απόγευμα, την παρουσίαση του "Ζ". Για ώρα έβλεπα με δέος την εκδήλωση από την είσοδο της στοάς. Ο Βασιλικός, με ένα καφέ δερμάτινο σακάκι και τη Μιμή δίπλα του, υπέγραφε το βιβλίο και οι αγοραστές περνούσαν για μιαν αφιέρωση.
Μάταια ζητώ λεπτομέρειες για τα χαρακτηριστικά της ημέρας. Πώς ήταν ο καιρός, αν κυκλοφορούσαν λεωφορεία, πότε εξαφανίστηκαν απ’ τους δρόμους τα τανκς, ή ακόμα, τι ακουγόταν στο ραδιόφωνο όταν επέστρεψα στο σπίτι. Δεν ξέρω το λόγο, αλλά οι εγγραφές που άντεξαν είναι επιλεκτικές. Με την ανεξιχνίαστη συμπεριφορά της μνήμης, ορισμένες εικόνες πάνε στο περιθώριο ή μένουν ακατάγραπτες, ενώ άλλες συντηρούνται (όπως ορισμένα κτίρια μετά από σφοδρό βομβαρδισμό). Δεν υπάρχει τάξη στο ημερολόγιο. Η αξία της μαρτυρίας είναι σχετική. Ό,τι κι αν έχει συμβεί μιλά αποσπασματικά. Είναι ανάκληση ενός κόσμου, τον οποίο παρατηρούμε σήμερα με το βλέμμα ενός άλλου. Μάταια θα προσπαθούσε να ταυτιστεί αυτό που θυμόμαστε με την συγκυρία στην οποία ανήκει.
Επέζησαν μόνο οι διάχυτες διαθέσεις, το ύφος, τα γενικά περιγράμματα, ένα μεγάλο, γενικό πλάνο της εποχής. Το καταλαβαίνουμε καλύτερα βλέποντας παλιές φωτογραφίες ταξιδιών μας. Τα περισσότερα στοιχεία δεν τα θυμόμαστε. Χωρίς αυτές δεν ξέρουμε πως ήταν το τράμ που περνούσε, το ζευγάρι των Ιαπώνων που έτρωγε δίπλα μας, η είσοδος ενός ναού. Είμαστε μάρτυρες της ιστορίας μας που αγνοούν ένα μεγάλο μέρος της: το συγκεκριμένο.

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Κυκλοφορήσαμε

Πολλοί αναγνώστες προτιμούν τον τύπο του τρέχοντος τεύχους: πολλά και ποικίλα κείμενα λογοτεχνίας και στοχασμού αντί του μονοθεματικού αφιερώματος.
Οι σελίδες του ΔΕΝΤΡΟΥ αυτή τη φορά είναι ανθολόγηση μικρών και ποικίλων κειμένων, γνωστών και λιγότερο γνωστών συγγραφέων. Η πεζογραφία σε μια καλή της στιγμή.
Ακόμα και σελίδες από το περίφημο Ημερολόγιο των αδελφών Γκονκούρ δημοσιεύονται, κείμενα που εδώ και δεκαετίες έχουν να εμφανιστούν στα ελληνικά, για να μην πούμε πως έχει ξεχαστεί ή αγνοηθεί.
Υπάρχει ήδη στα βιβλιοπωλεία Πατάκης (Ακαδημίας), Χριστάκης (Ιπποκράτους 10), Πολιτεία (Ασκληπιού 1), Πρωτοπορία (Γραβιάς 3), Ιανός (Σταδίου).


Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Τιτάνια



    Φίλος στενός, μου συνέστησε το "Μητέρα και γιος" του Σοκούροφ, ενώ ξέρει ότι μου αρέσει ο κινηματογράφος που οι άνθρωποι κινούνται και τα πλάνα αλλάζουν. Από την πρώτη σκηνή μέχρι την τελευταία, μητέρα και γιος είναι ζήτημα αν μίλησαν πέντε έως δέκα φορές. Ξέρω πως έχει πολλούς φίλους αυτός ο κινηματογράφος. "Μα δεν σας κράτησε;", με ρώτησε ο ένας και μοναδικός θεατής του "Τιτάνια". "Τόση εσωτερικότητα δεν σας άγγιξε;".
    Είχα γράψει κάπου, ότι το να απολαμβάνεις την αυτοαναφορικότητα της ποιητικής (και κινηματογραφικής, φυσικά) γλώσσας, την ενδοστρεφή λειτουργία ενός οργάνου που μιλά με τον εαυτό του, είναι κάτι τόσο ενδιαφέρον όσο και το να βλέπεις το νερό να πλένεται ή τον αέρα να παίρνει βαθειές ανάσες.


Νικος Παππάς

Το άκουσα το πρωί στο ραδιόφωνο οδηγώντας. Βιαστική αναφορά. Σαν σήμερα πέθανε ο πλοίαρχος του Α/Τ "Βέλος" Νίκος Παππάς. Ποιος ήταν ο Παππάς και το Α/Τ "Βέλος"; Η βραχεία μνήμη, που κάνει κάθε δημόσια πράξη κρυμμένο επίπεδο του παλίμψηστου, το ξέρω, δεν βοηθά να συγκρατήσουμε το όνομα ενός ρομαντικού και γενναίου.
Στις 25 Μαίου 1973, το απόγευμα, το αντιτορπιλικό "Βέλος" αγκυροβολεί έξω από το λιμάνι του Φιουμιτσίνο της Ιταλίας, στην περιοχή της Ρώμης. Πρωτεργάτης του Κινήματος του Ναυτικού κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών, ο Παππάς εγκατέλειψε νατοϊκή άσκηση στο Τυρρηνικό Πέλαγος και οδήγησε το πλοίο στην Ιταλία ζητώντας πολιτικό άσυλο. Τελικά παραχωρήθηκε από την κυβέρνηση της χώρας στον ίδιο και στο πλήρωμα. Έξι αξιωματικοί και 25 υπαξιωματικοί. Ολοι τους αποφασισμένοι να αντισταθούν στη χούντα. Το κίνημα βέβαια είχε αποτύχει. Στην Αθήνα είχαν αρχίσει οι συλλήψεις.
Από μια ραδιοφωνική υπόμνηση ρουτίνας, λοιπόν, καταλογάδην μάλιστα με πολλούς που γεννήθηκαν ή πέθαναν σήμερα, να η ευκαιρία να μνημονεύσουμε το πρόσωπο και τις ημέρες. Ας θριαμβεύει ο καιροσκοπισμός. Ας μην πιστεύουμε σ' αυτά που βλέπουμε. Υπήρξαν και ζήσαμε φωτεινές στιγμές, έστω και προορισμένες για τη συλλογική λήθη.



Γαλήνη

"Βρήκατε τίποτε σήμερα στους ρακοσυλλέκτες", με ρώτησαν στο ινμποξ. "Γαλήνη ", η πρώτη έκδοση του 1939. Έχει κάνει από τότε κι εγώ δεν ξέρω πόσες εκδόσεις. Πρέπει να πω ότι είναι σπάνιο έως απίθανο πια να βρεις βιβλία με αφιερώσεις συγγραφέων της γενιάς του '30. Μέσα υπήρχε και μια φωτογραφία. Το πιθανότερο είναι ότι δεν έχει καμιά σχέση με τον κτήτορα στον οποίο αφιερώνεται το βιβλίο.