Αφήνω τα Φέισ-μπουκ, όπου ανθεί το φαινόμενο και βλέπω έκπληκτος ακόμη και σοβαρούς καθηγητές της Ψ υ χ ι α τ ρ ι κ ή ς, ως συγγραφείς, να αποφεύγουν σαν δυσάρεστη υπενθύμιση το έτος γεννήσεως στο βιογραφικό τους. Πράγματι, μάταια έψαξα να βρω το συγκεκριμένο στοιχείο στα «αυτιά» δύο βιβλίων. Το πρώτο που σκέπτομαι είναι ότι πρόκειται για έναν ανθρώπινο ευεξήγητο ναρκισσισμό. Ναι, απαντώ στον εαυτό μου, αλλά αυτό μπορείς να το κατανοείς αν έχεις να κάνεις με έναν ανυποψίαστο ερωτύλο γραφιά, με μια φιλάρεσκη κυρία, έναν κρυψίνοα μ’ άλλα λόγια, πουδεν επιθυμεί να διακρίνεται η βιολογική του πορεία, η ηλικιακή του ταυτότητα. Πώς να το κατανοήσεις σε «μαχόμενους» ψυχαναλυτές, σε πρόσωπα που υποτίθεται ότι φωτίζουν και θεραπεύουν νευρώσεις των άλλων. Τουλάχιστον οι σοβαροί εκδότες θα μπορούσαν να συμμορφώσουν τους συγγραφείς τους στις στοιχειώδεις αυτές γραμματολογικές υποχρεώσεις. Δ ι ό τ ι, η ηλικία του δημιουργού δεν εξυπηρετεί μόνον άσκοπες περιέργειες του κοινού, κενά και ανησυχίες των αναγνωστών. Μέσω αυτής μπορείς να δεις, τώρα ή αργότερα, τη συγκυρία γραφής ενός έργου ή, αν αγνοείς το πρόσωπο, να καταλάβεις σε ποια ηλικιακή ωριμότητα το παρήγαγε, τη σχέση των ιδεών με τον συγγραφέα. Να συνδέσεις κατακτήσεις με το χρόνο. Και επειδή το έργο (παρόλα όσα είπε η νεωτερικότητα), συνδέεται απόλυτα με τον συγγραφέα του, το πραγματολογικό στοιχείο.μας χρειάζεται και διευκρινίζει πολλά
Όσοι στην Ελλάδα προσπάθησαν να εξελληνίσουν ξένα ονόματα (Γιάννης Λένον κ.λπ.), αγνοούν ότι αυτές οι συμπεριφορές έχουν ως πρόγονο την Ιστορία, και συγκεκριμένα τα ήθη των ποικίλων εθνικισμών. Ανάμεσαστα μέτρατου Μουσολίνι, για παράδειγμα, πρέπει να ξέρουμε ότι υπήρξαν για εξάλειψη και αλλαγή των ξένων όρων. Ο autistaαντικατέστησε τον σοφέρ, το hotelέγινε το ιταλικότατο albergo. Οι εραστές της μουσικής άκουγαν ηχογραφήσεις των Βλαντίμιρο Χόροβιτς, σονάτες και συμφωνίες του Λουίτζι Μπετόβεν, Φραντσέσκο Σούμπερτ κ.λπ .Στα γραμμόφωνα γύριζαν στις 78 στροφές οι δίσκοι της «LaVocedelPadrone»( HisΜaster’sVoice). Όσοι αναγνώστες του Δέντρου μου υπενθυμίζουν ότι κάνουμε κάτι παρεμφερές με τον αλφαβητικό εξελληνισμό των ξένων ονομάτων στις σελίδες μας, ελπίζω να μην συνδέουν την πρακτική μας μεφίλαυτες εθνικές ιδεοληψίες. Για την Ιστορία, όπως λέμε, προκαταλαμβάνοντας τη σημασία των λεγομένων μας, εκείνο το «Η Ελλάδα στους Έλληνες», που ακούσαμε από τον τριτοκοσμικό Ανδρέα, δεν ήταν τίποτε άλλο από κλεμμένο σλόγκαν του Μουσολίνι: «Η Ιταλία στους Ιταλούς». Η πρώτη εκείνη αυθεντική εκδοχή αφορούσε τον μεσοπόλεμο. Ακούστηκε κάτω απ’ τον ήλιο της Μεσογείου, ήδη από τη δεκαετία του ’30 !!
Η νεοελληνική συνθήκη είναι η πιο υπερακοντισμένη εφαρμογή των αξιών του Διαφωτισμού σε ό,τι αφορά τα λαϊκά δικαιώματα. Ο περίφημος μέσος άνθρωπος ως πηγή και εφαρμογή εξουσίας (και φυσικά ως καθημερινή εικόνα του αυτόχθονος ήθους) βρίσκεται πολύ πιο μακριά απ’ ό,τιοραματίστηκανο ουμανισμός, οι….εγκυκλοπαιδιστές, οι επαναστάσεις και τα Συντάγματα. Στη χώρα μας η βούληση του λαού ασκείται όπως ξέρουμε, απόλυτα, αδιαμεσολάβητα, ανεξέλεγκτα. Στο πεζοδρόμιο και στο οδόστρωμα. Στο λεωφορείο και το τριπλομισθωμένο ταξί. Στο υποτιθέμενο άστυ και την ασυνάρτητη (αλλά μακάρια) ύπαιθρο. Νιώθουμε αυτή τη δύναμη να πηγάζει εκ των κάτω, τόσο ισχυρή όσο και αυτή των αρχόντων. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την καθ’ ημάς λαϊκή εξουσία. Η αδίστακτη εικόνα της (για να μιλήσουμε σοβαρά), θα ήταν ο ασύλληπτος εφιάλτης των σκαπανέων της ελευθερίας, των μεταρρυθμιστών, των ανθρωπιστών που ονειρεύτηκαν δικαιώματα και θεσμική αξιοπρέπεια για τους απλούς ανθρώπους….
Αφού, ως φαίνεται, είναι βολικό ο καλόγουστος στη ζωή της λογοτεχνίας μας να αποκαλείται από τους άλλους ε σ τ έ τ, ας θυμηθούμε τις Αναμνήσεις ενός εστέτ, του Χάρολντ Άκτον (1904-1984) άγγλου διπλωμάτη και συγγραφέα, μονίμως εγκατεστημένου στην Τοσκάνη. Περιέγραψε, μεταξύ των άλλων, κινήσεις ομοεθνών του συγγραφέων στην προπολεμική Φλωρεντία. «Υπήρχε ένα πλήθος απ’ αυτούς, που οπωσδήποτε θα συναντούσες. Ο Ντ. Χ. Λόρενς με τη σύζυγό του, που θυμίζει γυναίκα του Ρούμπενς και κρατά το διχτάκι της αγοράς στο χέρι. Ο Νόρμαν Ντάγκλας, που σκεπτότανπάντα κάποιον από τους ζωγράφους της Τοσκάνης. Ο Άλντους Χάξλει, που είχε την άποψη ότι στη Φλωρεντία "ηπροοπτική είναι ευχάριστη, αλλά ο άνθρωπος είναι ουτιδανός". Ο Σκοτ Μόνρικοφ, που δειπνούσε στο εστιατόριο Μπέτι,σκανδαλοθηρούσε στo βιβλιοπωλείο Οριόλι και έπινε βερμούτ στο Καζόνε….
Όταν ρωτήσεις έναν φίλο του σινεμά πώς εξηγείται η εξαφάνιση της μεγάλης κινηματογραφικής παράδοσης στον ιταλικό κινηματογράφο (νεορεαλισμός, κωμωδία, κορυφαίοι και μοναδικοί πρωταγωνιστές), αν δεν είναι «σκληροπυρηνικός» διανοούμενος θα σου απαντήσει απλά. Πρέπει να αναζητήσεις τις αιτίες στην ευημερία. Αυτή αλλάζει τις κοινωνικές στρωματώσεις, τους χαρακτήρεςκαι τις συμπεριφορές που μας γοήτευσαν και μας κατέκτησαν. Θα σου πει, δηλαδή, ό,τι με μορφή ρητορικού ερωτήματος έχει εκφράσει και ο τεχνοκριτικός ΚένεθΚλαρκ. «Πώς αντέχει η γνησιότητα σε συνθήκες ευημερίας και καταναλωτισμού;»
Κυκλοφόρησε το νέο πολυσέλιδο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (Νο 169-170) με ένα εκτενές αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του.
Στις σελίδες του «Δ» φιλοξενούνται 40 συγγραφείς και καλλιτέχνες (ποιητές, δοκιμιογράφοι, φιλόλογοι, σκηνοθέτες, συνθέτες και ηθοποιοί) οι οποίοι προσπαθούν να προσεγγίσουν το πολυεπίπεδο έργο του δημιουργού της Τετάρτης Διάστασης.
Επίσης δημοσιεύονται ανέκδοτες επιστολές του Γιάννη Ρίτσου στον Τίτο Πατρίκιο και παλαιότερα κείμενα των Ανδρέα Καραντώνη, Άλκη Θρύλου και Τάκη Σινόπουλου.
Το τεύχος συνοδεύει ένα cd με απαγγελίες ποιημάτων του Γιάννη Ρίτσου από σύγχρονους έλληνες ποιητές. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους: Τίτο Πατρίκιο, Μάνο Ελευθερίου, Γιάννη Κοντό, Γιάννη Πατίλη, Μιχάλη Γκανά, Κώστα Μαυρουδή, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Μανώλη Πρατικάκη, Γιάννη Κακουλίδη κ.ά.
Την αφιερωματική ύλη συμπληρώνουν πεζά του Εμίλ Ζολά και του Πάκο Ιγνάθιο Τάιμπο ΙΙ, καθώς και μία συνέντευξη του ποιητή Λευτέρη Κανέλλη. Οι γνωστές στήλες του περιοδικού για την ξένη πνευματική ζωή και την εγχώρια πολιτιστική κίνηση σφραγίζουν τον επίλογο της ύλης.
Όταν επιστρέφουμε στην Πάτρα ή την Ηγουμενίτσα έχοντας διαπλεύσει την Αδριατική, η σύγκριση εκείνου που αφήσαμε με την εικόνα αυτού που έχουμε μπροστά μας (αποτύπωμα της μεταποιμενικής μας αναίδειας) αποδίδει δύο μελαγχολικά ασύμπτωτες μεταξύ τους προτάσεις. Είμαστε ο αντίποδας εκείνου του Άγγλου, ο οποίος εκστασιαζόταν όταν έφτανε στις γαλλικές ακτές. Εκτός από το ασύγκριτο πνεύμα της χώρας, τον ενέπνεε παν ό,τι συνιστούσε τον συνολικό, καθημερινό πολιτισμό της. Τον έθελγε, λοιπόν, ο τρόπος που ο γάλλος χασάπης έκοβε το κρέας, θαύμαζε τη σοβαρότητα και την τάξη των φαρμακείων, ζήλευε τους καλούς τρόπους των παιδιών στα εστιατόρια, εκστασιαζόταν με τις πινακίδες των γαλλικών δρόμων (μερικές απ’ τις οποίες σε ειδοποιούσαν μέχρι και για το αν υπάρχει εποχικό κατρακύλισμα τεύτλων στο οδόστρωμα), φωτογράφιζε με μανία τα υπέροχα κτίρια των Δημαρχείων, και απολάμβανε το κρασί που μπορούσες να πιεις στις υγρές κάβες των αγροτικών δρόμων, όταν σταματούσε για λίγο την οδήγηση.
Μιλώντας για την κουλτούρα και για τον πολιτισμό στον δικό μας τόπο, είναι πάντα ενδιαφέρον να βλέπουμε τις μεταξύ τους σχέσεις, και επιπλέον να επιχειρούμε την αναπόφευκτα μεμψίμοιρη αλλά αναγνωριστική σύγκριση με άλλες κοινωνίες, που γνώρισαν το χαμόγελο του ουμανισμού, σχετίστηκαν με τον ορθό λόγο, και παρακολούθησαν τη γέννηση της αστικής ζωής. Είχα επισκεφθεί πριν από λίγα χρόνια μια έκθεση ιταλών Ιμπρεσιονιστών στο Τρεβίζο. Μπροστά σ’ έναν εντυπωσιακό πίνακα, τη «Γυναίκα σε κήπο», είχε συγκεντρωθεί, αθόρυβη και ήρεμη, η πρώτη τάξη ενός σχολείου. Αν η σιωπή παραπέμπει στη στοχαστικότητα, εκείνοι οι μικροί επισκέπτες ήταν εντυπωσιακή μικρογραφία διανοητών. Το κορίτσι που τα συνόδευε (βγαλμένο από ένα ξανθό παραμύθι ευγένειας), τους πρότεινε να καθίσουν στο πάτωμα και άρχισε να ρωτά χαμηλόφωνα. «Τι βλέπουμε απέναντί μας;» «Μια κυρία!», είπε ένα παιδάκι. «Γιατί είναι πράσινο το φόντο του πίνακα;». «Διότι είναι κήπος!» απάντησε ένα άλλο παιδί.
Η κομψή κοπέλα συνέχισε να ρωτά. «Γιατί έχει λευκό φόρεμα και λευκό δέρμα αυτή η κυρία;». Τα παιδιά δίστασαν και έμειναν στο ρόλο της ακρόασης . «Η κυρία αυτή, λοιπόν, ανήκει στην αριστοκρατία της εποχής. Αυτή η τάξη, που δεν υπάρχει πια με τον ίδιο τρόπο, είχε κατοικίες με μεγάλους κήπους και μπορούσε να παραγγείλει έναν ακριβό πίνακα στον ζωγράφο. Το δέρμα της είναι λευκό, σε αντίθεση μ’ αυτό ενός εργαζόμενου, και είναι σε αρμονική αντίθεση με το πράσινο του φόντου».Η συζήτηση, φαντάζομαι, συνεχίστηκε. Εμείς προχωρήσαμε σε άλλη αίθουσα. Το περιστατικό, μπορούμε να σκεφθούμε, είναι μέρος μιας στοιχειώδους παιδαγωγικής, που αφορά —αν το λέγαμε πομπωδώς—, τις μεταδόσιμες «αξίες της τέχνης του ωραίου». Μ’ άλλα λόγια, οι παιδευτικές δυνάμεις μιας κοινωνίας παράγουν το αυτονόητο: τη στοιχειώδη αγωγή των παιδιών. Η υλική έννοια του πολιτισμού και οι ειδικές αγωγές της, έχουν στην κοινωνία αυτή κοινές αφετηρίες και αξίες, κοινή ιστορία και πρόταση. Αυτό, μ’ άλλα λόγια, που συναντούμε βγαίνοντας από τις αίθουσες (η πόλη, οι πλατείες, οι ναοί) είναι ομότροπη ποιότητα των παιδευτικών προτάσεων, εξ αίματος συγγενής της αγωγής. Χωρίς υπερβολή άλλωστε μπορούμε ισχυριστούμε ότι βλέποντας, και μόνον, εικόνες ενός δρόμου ή μιας πλατείας, πανεύκολα υποθέτουμε το πολιτισμικό βάθος του τόπου, τη σοβαρότητα της οργάνωσής του ή ακόμα το πώς εκδηλώνεται και τι βάθος μπορεί να έχει η καθημερινή ζωή του.
Αντίθετα, ένα άμορφο σκηνικό, χωρίς ταυτότητα (αφού στη φυσική και τη δημιουργική ζωή όλα ταυτοποιούνται από τη μορφή) δύσκολα μπορεί να είναι το ίδιο δημιουργός μορφών. Ζώντας σε ένα ανάλογο περιβάλλον (το άμορφο είναι πολλά σκαλοπάτια κάτω από το άσχημο, που σε τελευταία ανάλυση είναι αισθητική κατηγορία), είμαστε μάρτυρες αυτού του βάναυσου κενού. Αυτή η συνθήκη είναι που κάνει κατανοητό γιατί και πώς, π.χ., νιώθουμε τόσο έκθετη και παράλογη τη δημοσίως εκτιθέμενη τέχνη, όταν αυτή δεν προτείνεται με τη γελοιογραφική εκδοχή της. Η γύρω μας εξαρθρωμένη εικόνα τραυλίζει απέναντι στην απόλυτη πνευματική πειθαρχία που είναι το έργο. Το ίδιο δεν συμβαίνει, αν από το αυτοκίνητό μας ακούμε ένα συμφωνικό κομμάτι επιχειρώντας να το αντιληφθούμε σε σχέση με τον αθηναϊκό ορίζοντα; Έχουμε όχι απλώς την εντύπωση του ανακόλουθου, αλλά του βίαια εχθρικού.Με δυο λόγια καμιά δημιουργική μορφή δεν συνάπτεται στο κενό της μη εικόνας. Δεν υπάρχει «κάδρο» γι’ αυτήν. Έτσι, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί στο περιβάλλον μας θα ήταν περισσότερο οικείες ως «καλαισθητικές» προτάσεις παντός είδους ανεικονικές αυθαιρεσίες. Κατανοώ τον θεατή εαυτό μου, που μια μέρα διαπίστωσε ότι στην Αθήνα οι σωροί των απορριμάτων (η γνωστή εικόνα των απεργιών) μπορούν να φαίνονται ως απόλυτα φιλική πρόταση (αυτό που ονομάζουμε εγκαταστάσεις, installations) αναντίρρητα ενταγμένες στο άναρθρο —εξίσου ασήμαντο— περιβάλλον. Αντίθετα, το έργο πάντα συνδέεται με ένα δυναμικό συγκεκριμένης ποιότητας που πρέπει να το περιβάλλει. Είναι αδιανόητο εν κενώ. Από εδώ θα έπρεπε να αρχίζει η συζήτηση, που με δυο λόγια συνοψίζεται στο ζήτημα, ποια νεοελληνική εικόνα θα υποδεχθεί και θα εντάξει στα δεδομένα της την πρόταση της μυθοποιημένης εικόνας (σινεμά, ζωγραφική, θέατρο), ποιο περιβάλλον θα συνομιλήσει με την πρόταση της πλαστικών μορφών, ποια περιρρέουσα έκφραση θα αναδεχθεί τη γραφή και το λόγο της.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι μέρος από τον λόγο που εκφώνησε ο ποιητής Γιόζεφ Μπρόντσκι κατά την απονομή του βραβείου Νομπέλ το 1987. Είχε δημοσιευθεί για πρώτη φορά στο Δέντρο Νο 36 (Γ΄ περίοδος, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1988). Αναδημοσιεύεται στο προσεχές τεύχος (Νο169-170) στην στήλη «Επιστροφή», όπου επανεμφανίζονται κείμενα εξαντλημένων ή δυσεύρετων τευχών. Η απόδοση έχει γίνει από την Εσπεράντσα Σουρβίνου
Για έναν απλό ιδιώτη που πάντα προτιμούσε τον ιδιωτικό χαρακτήρα της ζωής από την όποια μορφή του δημόσιου βίου, για έναν άνθρωπο που από την προτίμησή του αυτήν παρασύρθηκε μάλλον μακριά –μακριά προπάντων από τη χώρα του, αφού αξίζει πολύ περισσότερο να είσαι ο έσχατος των εσχάτων σε μια δημοκρατία, παρά μάρτυρας, ή maître à penser, σε μια τυραννία– το να βρεθεί ξαφνικά σε τούτο το βήμα είναι λιγάκι άβολο, είναι δοκιμασία. Αυτή η αίσθηση γίνεται ακόμα πιο έντονη, όχι τόσο στη σκέψη εκείνων που ανέβηκαν πριν από μένα σε αυτό το βήμα, όσο στη θύμηση εκείνων στους οποίους δε δόθηκε μια παρόμοια τιμή, που δεν μπόρεσαν να μιλήσουν από δω urbi et orbi και των οποίων η συλλογική σιγή γυρεύει, κατά κάποιον τρόπο, μια διέξοδο και δεν τη βρίσκει. Το μόνο που βοηθάει σε μια τέτοια κατάσταση, είναι η ιδέα –πάρα πολύ απλή– πως, για λόγους πρώτα απ’ όλα προσωπικού ύφους, είναι αδύνατο σ’ ένα συγγραφέα, να μιλήσει για έναν άλλο συγγραφέα• και πιο πολύ ακόμα σ’ έναν ποιητή να μιλήσει για έναν άλλον ποιητή. Αν ο Όσιπ Μάντελσταμ, η Μαρίνα Τσβετάγεβα, ο Ρόμπερτ Φροστ, η Άννα Αχμάτοβα ή ο Όντεν είχαν βρεθεί εδώ, κι αυτοί δε θα μπορούσαν να μιλήσουν παρά μόνο για τον εαυτό τους, κι αυτοί θα είχαν αισθανθεί τρομερά αμήχανοι.
Οι σκιές εκείνες πάντα με συγκινούσαν και με συγκινούν και τώρα. Πολύ λιγότερο, βέβαια, με κάνουν ομιλητικό. Στις καλύτερες στιγμές μου, θα έχω την εντύπωση πως είμαι κάτι σαν όλοι αυτοί μαζί• ένα σύνολο, που όμως θα είναι πάντα κατώτερο από την κάθε μία από τις σκιές εκείνες, αν την πάρει κανείς ξεχωριστά [...].
Αν υπάρχει ένα δίδαγμα της τέχνης –προπάντων για τον καλλιτέχνη– αυτό βρίσκεται ακριβώς στον προσωπικό χαρακτήρα της ανθρώπινης ζωής. Η τέχνη –που είναι η παλαιότερη μορφή και η πιο επιγραμματική της προσωπικής πρωτοβουλίας– καλλιεργεί στον άνθρωπο, είτε το θέλει είτε όχι, την αίσθηση πως είναι ένα ον μοναδικό• από το κοινωνικό ζώο φτιάχνει άτομο. Πολλά πράγματα μπορεί κανείς να μοιραστεί: το ψωμί, το κρεβάτι, τις πεποιθήσεις, τη γυναίκα που αγαπάει• δεν είναι όμως δυνατόν να μοιραστεί, λόγου χάρη, ένα ποίημα του Ρίλκε. Το έργο τέχνης, ειδικά η λογοτεχνία, και ειδικότερα η ποίηση, απευθύνεται στον άνθρωπο πρόσωπο με πρόσωπο, συνάπτει μαζί του μια σχέση άμεση, χωρίς μεσολαβητές. Και γι’ αυτό το λόγο οι υποστηρικτές της παγκόσμιας ευημερίας, οι επικεφαλής των λαών, οι κήρυκες της ιστορικής αναγκαιότητας, δεν έχουν σε εκτίμηση συνήθως την τέχνη, ειδικά τη λογοτεχνία και ειδικότερα την ποίηση. Πράγματι, εκεί απ’ όπου πέρασε η τέχνη, εκεί όπου το ποίημα βρήκε αναγνώστες, στη θέση της ομόφωνης συγκατάθεσης που θα περίμεναν, βρίσκουν ψυχρότητα και θέσεις πολυφωνικές• στη θέση της κινητοποίησης, την αδιαφορία και την επιφύλαξη [...]Όσο πιο πλούσια είναι η αισθητική εμπειρία κάποιου, τόσο πιο σίγουρος είναι αυτός για την όσφρησή του, έχει πιο ξεκάθαρες ηθικές προτιμήσεις, πιο πολύ είναι ελεύθερος, χωρίς αναγκαστικά για το λόγο αυτό να είναι και πιο ευτυχισμένος. Μ’ αυτή την έννοια πρέπει να ερμηνεύεται η διατύπωση του Ντοστογιέφσκι «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», ή η δήλωση του Μάθιου Άρνολντ «Η ποίηση θα μας σώσει». Ο κόσμος, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είναι πλέον δυνατόν να σωθεί, όμως το άτομο μπορεί.
Η αισθητική αντίληψη στον άνθρωπο καλλιεργείται από εσωτερική ανάγκη, γιατί μόλο που δεν συνειδητοποιεί απόλυτα ποιος είναι και τι του χρειάζεται, γενικά ο άνθρωπος ξέρει από ένστικτο τι δεν του αρέσει και δεν του είναι απαραίτητο. Μιλώντας για τον άνθρωπο θα λέγαμε πως είναι πρώτα ον αισθητικό και έπειτα ηθικό. Γι’ αυτό η τέχνη –και προπαντός η λογοτεχνία– δεν είναι ένα υποπροϊόν της εξέλιξης του είδους, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Αν αυτό που μας διακρίνει από τους άλλους εκπροσώπους του ζωικού κόσμου είναι ο λόγος, τότε η λογοτεχνία, και μάλιστα η ποίηση, σαν ανώτερη μορφή λογοτεχνικής έκφρασης, είναι –για να εκφρασθούμε ωμά– ο στόχος του είδους μας [...]
Μακριά από μένα η ιδέα της μαζικής μαθητείας στην ποιητική συγγραφή και την ποιητική σύνθεση• όμως αυτό δε σημαίνει πως ο διαχωρισμός μιας κοινωνίας ανάμεσα στην ιντελιγκέντσια και όλους τους άλλους μου φαίνεται παραδεκτός. Στον ηθικό τομέα, αυτός ο διαχωρισμός είναι παρόμοιος μ’ εκείνον που διακρίνει τους πλούσιους από τους φτωχούς στον κοινωνικό τομέα• μα αν για την ύπαρξη της κοινωνικής ανομοιομορφίας μπορεί να ληφθούν υπόψη κριτήρια καθαρά εξωτερικά, υλικά, για την πνευματική ανομοιομορφία τα κριτήρια αυτά είναι αδιανόητα [...]
Δεν προτείνω να υποκατασταθεί το Κράτος από μια βιβλιοθήκη (αν και αυτή η ιδέα μού πέρασε πολλές φορές)• αλλά είμαι πεπεισμέ¬νος πως, αν διαλέγαμε αυτούς που μας κυβερνούν με βάση το τι έχουν διαβάσει και όχι με βάση τα πολιτικά τους προγράμματα, στη γη θα υπήρχαν πολύ λιγότερες συμφορές. Θα έπρεπε να ρωτήσουμε τον ισχυρό διαφεντευτή των πεπρωμένων μας, όχι βέβαια πώς βλέπει την εξέλιξη της εξωτερικής πολιτικής, αλλά τι ιδέα έχει για τον Στεντάλ, τον Ντίκενς ή τον Ντοστογιέφσκι [...]
Επειδή δεν υπάρχουν νόμοι που να μας προστατεύουν από μας τους ίδιους, κανένας κώδικας ποινικός δεν προβλέπει ποινές για τα εγκλήματα σε βάρος της λογοτεχνίας. Ανάμεσα στα εγκλήματα αυτά το σοβαρότερο δεν είναι η δίωξη των συγγραφέων, ο πειθαναγκασμός της λογοκρισίας, το κάψιμο των βιβλίων. Υπάρχει ένα έγκλημα χειρότερο, κι είναι η υποτίμηση των βιβλίων, η μη ανάγνωσή τους. Αυτό το έγκλημα ο άνθρωπος το πληρώνει σε όλη του τη ζωή.
Κι αν είναι έθνος αυτό που το διαπράττει, τότε το έθνος εκείνο το πληρώνει σε όλη του την ιστορία. Ζώντας στη χώρα που ζω, θα μπορούσα να είχα οδηγηθεί στην αντίληψη πως υπάρχει σχέση ανάμεσα στην υλική ευημερία του ανθρώπου και στην από μέρους του άγνοια της λογοτεχνίας. Όμως η ιστορία της χώρας στην οποία γεννήθηκα και μεγάλωσα με εμπόδισε να πιστέψω κάτι τέτοιο. Αν πράγματι απλοποιήσαμε τη ρωσική τραγωδία σε μια στοιχειώδη σχέση αιτίου-αιτιατού, σε μια διατύπωση συνοπτική, θα μπορούσαμε να την ορίσουμε σαν την τραγωδία μιας κοινωνίας, όπου η λογοτεχνία στάθηκε προνόμιο μιας μειονότητας: της περιβόητης ρωσικής ιντελιγκέντσιας [...].
Ο ποιητής Γιόζεφ Μπρόντσκι (Πετρούπολη, 1940 - Νέα Υόρκη, 1996) από το 1972 έζησε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1987 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νομπέλ για το ποιητικό του έργο, που, όπως αναφέρεται στο αιτιολογικό βραβεύσεως, διακρίνεται για τη μεγάλη ένταση και τον λυρισμό των ποιητικών μέσων που χρησιμοποιεί. Το παρόν κείμενο είναι ο λόγος που εκφώνησε κατά την τελετή της απονομής του Νομπέλ στην Στοκχόλμη.
Το κείμενο αυτότου μεξικανού συγγραφέα Πάκο Ιγνάθιο Τάιμπο ΙΙπρόκειται να δημοσιευθεί στο τεύχος Νο 169-170 του Δέντρουπου θα κυκλοφορήσει στις αρχές Ιουνίου. Έχει μεταφραστεί από τη Φανή Μουρίκη.
Οι τρεις αξιωματικοί και ο πράκτορας της CIAείχαν ψάξει εξονυχιστικά το σακίδιο. Τελικά η λεία τους ήταν φτωχή: δώδεκα φιλμ, καμιά εικοσαριά χάρτες σημαδεμένοι με χρωματιστά μολύβια, ένα φορητό ραδιόφωνο που είχε πάψει να λειτουργεί εδώ και καιρό, ένα δύο ημερολόγια και ένα πράσινο τετράδιο.
Τα ημερολόγια είχαν δημιουργήσει θόρυβο. Οι αξιωματικοί, αφού διάβασαν τα πολύ μικρά γράμματα, επιβεβαίωσαν ότι επρόκειτο για ένα ημερολόγιο που κάλυπτε την περίοδο από τον Νοέμβριο του 1966 μέχρι τον Οκτώβριο του 1967. Λίγο αργότερα, κοντά στην πόρτα του σχολείου όπου είχαν ετοιμάσει τη φυλακή για τον ιδιοκτήτη του σακιδίου, κατασκεύασαν ένα εργαστήριο όπου ένας πράκτορας της CIA φωτογράφισε τα ημερολόγια. Το υλικό μεταφέρθηκε με ελικόπτερο από ένα συνταγματάρχη στη Λα Παζ, πρωτεύουσα της Βολιβίας. Το πράσινο τετράδιο, όπου μπορεί κανείς να διαβάσει διάφορα ποιήματα, δεν φαίνεται να είχε προκαλέσει εκείνες τις στιγμές μεγάλο ενδιαφέρον. Λίγες ώρες αργότερα, ο ιδιοκτήτης του σακιδίου, ο Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα, θα δολοφονηθεί στο σχολείο της Λα Ιγκέρα και τα φτωχικά του περιουσιακά στοιχεία θα εξαφανιστούν.
Το πράσινο τετράδιο
Ένα αυγουστιάτικο πρωινό του 2002 ο Τζ. Α., παλιός φίλος του συγγραφέα και σύντροφος υπεράνω πάσης υποψίας, άφησε στο γραφείο μου μια δέσμη φωτοτυπίες: «Tι είναι αυτά; Ποιος τα έχει γράψει; Μπορείς να αναγνωρίσεις το γραφικό χαρακτήρα;» Ξεφύλλισα τις σελίδες. Ανατρίχιασα. Έμοιαζε να είναι γραμμένα από τον Τσε. Ήταν αληθινό; Από πού προέρχονταν; Ζήτησα στο φίλο μου δύο μέρες διορία. Πήρα τις φωτοτυπίες στο σπίτι. Σύγκρινα το γραφικό χαρακτήρα με διάφορα έγγραφα που είχα στην κατοχή μου, γραμμένα από τον Τσε. Αναμφίβολα ήταν ο γραφικός του χαρακτήρας. Ξαναμελέτησα με την ησυχία μου εκείνες τις 150 σελίδες με αίσθημα, δεν το αρνούμαι, μεγάλου σεβασμού.
Επρόκειτο για μια συλλογή ποιημάτων, πολλά από τα οποία είχαν τίτλο ενώ άλλα μόνο αρίθμηση και δεν αναφερόταν πουθενά ο συγγραφέας τους. Σε κάποιο σημείο υπήρχε το όνομα Λ. Φελίπε, που σίγουρα έχει σχέση με τον Ισπανό ποιητή Λεόν Φελίπε, εξόριστο στο Μεξικό τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Αρκετά κείμενα ήσαν αναγνωρίσιμα. Σίγουρα επρόκειτο για το πράσινο τετράδιο που είχε εξαφανιστεί στη Βολιβία. Πώς είχε φτάσει στα χέρια μου;
Ένα μέρος του τετραδίου είχε γραφτεί σίγουρα κατά τη διάρκεια της εκστρατείας της Βολιβίας. Υπάρχει μια φωτογραφία που δείχνει τον Τσε, σκαρφαλωμένο στα κλαδιά ενός δέντρου να κρατάει τσίλιες, ενώ διαβάζει ή γράφει. Ο κατάλογος των βιβλίων που είχε στο σακίδιό του ο Τσε εκείνους τους μήνες είναι γνωστός και ορισμένοι από τους συγγραφείς νομίζω ότι είναι οι ίδιοι που αναγνώρισα στο τετράδιο.
Είχε αντιγράψει τα κείμενα ή τα είχε γράψει από μνήμης; Έψαξα στη βιβλιοθήκη μου και τα σύγκρινα με εκείνα που γνώριζα. Όταν κρατάμε κάτι στο μυαλό μας, δεν μπορούμε να είμαστε τόσο ακριβείς ώστε να θυμόμαστε ότι ένας στίχος καταλήγει σε άνω τελεία, ή ότι μια φράση είναι κομμένη αυθαίρετα σε δύο σειρές με έναν καθορισμένο τρόπο. Γιατί τότε να παραλείψει τα ονόματα των συγγραφέων; Μήπως βρισκόμουν μπροστά σε ένα από αυτά τα αστεία που τόσο άρεσαν στον Τσε; Ήταν ένα διανοητικό παιχνίδι; (Εγώ τους γνωρίζω, ποιος ο λόγος να γράψω τα ονόματά τους;). Ή, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ο Τσε είχε σκεφτεί ότι έτσι μετέτρεπε το τετράδιό του σε ιδιωτικό έγγραφο, με δυνατότητα προσπέλασης μόνον από τον ίδιον; Ό,τι και αν ήταν, επρόκειτο για ανθολογία. Ήταν η ανθολογία του Τσε. Μια προσωπική ανθολογία.
O Τσε και η ποίηση
Ο Ερνεστο Γκεβαρα, κατα τη διαρκεια της ζωης του, ήταν αδηφάγος αναγνώστης ποίησης. Υπάρχουν εκατοντάδες ανέκδοτα που το επιβεβαιώνουν. Ήταν ένα πάθος που ανακάλυψε στην εφηβεία, μια περίοδο συνεχών κρίσεων άσθματος, όταν ο Τσε, υποχρεωμένος να υπομένει πολλές ώρες ακινησίας, έβρισκε στα βιβλία ένα συγγενικό κόσμο όπου μπορούσε να καταφεύγει. Οι πρώτοι του έρωτες ήσαν ο Πάμπλο Νερούδα και τα Άνθη του Κακού του Μποντλέρ, που παραδόξως τα διάβασε στα γαλλικά. Σε ηλικία 15 ετών είναι η σειρά του Βερλέν και του Αντόνιο Ματσάδο. Πέρα από την ανακάλυψη του Γκάντι που τον εντυπωσιάζει βαθιά, οι φίλοι του τον θυμούνται να απαγγέλλει Νερούδα, αλλά και ισπανούς ποιητές.
Το 1952, σε ηλικία 24 ετών, και ενώ βρίσκεται στη Μπογκοτά, ο Τσε κάνει τη γνωριμία ενός κολομβιανού ηγετικού στελέχους του φοιτητικού κινήματος. Μιλάνε για πολιτική, λογοτεχνία, και ο
Τσε ισχυρίζεται ότι έχει αποστηθίσει όλα τα ποιήματα του Νερούδα. Ο κολομβιανός φοιτητής τον προκαλεί αρχίζοντας να απαγγέλλει κάποιο ποίημα του Νερούδα και σταματά. Ο Γκεβάρα συνεχίζει χωρίς δισταγμό: «...μπορώ να γράψω απόψε τους πιο λυπημένους στίχους/ Να γράψω για παράδειγμα…» και συνεχίζει. Κάπου δύο χρόνια αργότερα, από μια μεξικάνικη φυλακή, θα έγραφε στους γονείς του: «Εάν για έναν οποιοδήποτε λόγο, παρόλο που μου φαίνεται απίθανο, δεν θα μπορούσα πλέον να γράψω και τα πράγματα πήγαιναν προς το χειρότερο, δεχτείτε αυτές τις γραμμές σαν αποχαιρετισμό, όχι δραματικό αλλά ειλικρινή. Διέσχισα τη ζωή αναζητώντας την αλήθεια μου μέσα από χιλιάδες εμπόδια, και τώρα, που βρίσκομαι πλέον σε αυτό το δρόμο, με μία κόρη που θα συνεχίσει την πορεία μου, έχω κλείσει τον κύκλο μου. Στο εξής δεν θα θεωρήσω το θάνατό μου σαν αποτυχία. Ίσως, όπως ο Χικμέτ, «Στον τάφο θα φέρω μονάχα / την πίκρα ενός ατέλειωτου τραγουδιού». […]
Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στη Σιέρα Μαέστρα, ο Τσε κατόρθωσε να οργανώσει ένα δίκτυο επαφών, ικανό να μπορεί να στέλνει στο βουνό τα βιβλία του Χοσέ Μαρτί, τις ποιητικές συλλογές του Χοσέ Μαρία Ερέδα, του Χερτρούδες ντε Αβεγιανέδα, του Γκαμπριέλ δε λα Κονθεπθιόν και του Ρούμπεν Νταρίο. Ανάμεσα σ’ αυτά έβλεπες και τη βιογραφία του Γκέτε από τον Εμίλ Λούντβιχ, που διάβασε (όπως φαίνεται σε φωτογραφία), ξαπλωμένος σε μια καλύβα από κλαδιά, σκεπασμένος με κουβέρτα και καπνίζοντας ένα τεράστιο πούρο.
Τον Ιούνιο του 1961, όταν ήταν Υπουργός Βιομηχανίας της νικηφόρας επανάστασης, ο Τσε αποκάλυπτε στον Ίγκορ Μαν, κατά τη διάρκεια συνέντευξης: «γνωρίζω τον Νερούδα απέξω, και στο κομοδίνο μου έχω τον Μποντλέρ, τον οποίο διαβάζω στα γαλλικά». Ο Γκεβάρα είχε προσθέσει ότι από τα ποιήματα του Νερούδα αγαπούσε πιο πολύ «Το ερωτικό άσμα στο Στάλινγκραντ». Η Αλέιδα Μάρτς, η σύντροφός του, θυμάται: «διάβαζε όλες τις ώρες, σε οποιαδήποτε ελεύθερη στιγμή, ανάμεσα σε δύο συσκέψεις, ή στη διάρκεια των ταξιδιών του».
Ο Τσε ως ποιητής
Ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν μόνο δεινός αναγνώστης. Όλητη ζωή ερωτοτροπούσε με την ποίηση ως δημιουργός, την είχε πλησιάσει και είχε απομακρυνθεί, αντιμετωπίζοντάς την με απόλυτο σεβασμό. Ποτέ δεν αισθάνθηκε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα των προσπαθειών του και πιστεύοντας ότι οι στίχοι του δεν είχαν μεγάλη αξία, δεν θέλησε ποτέ να τους δημοσιεύσει.
Είναι πιθανόν να έγραφε ποίηση σε όλη τη διάρκεια της εφηβείας του και της πρώτης νιότης του, όμως τα λίγα κείμενα που γνωρίζουμε σήμερα γράφτηκαν μεταξύ του 1954 και του 1956 στη Γουατεμάλα και το Μεξικό. Πρόκειται για ποιήματα ενός ατόμου σε μεταβατική περίοδο, γοητευμένου από το απέραντο σύμπαν (που κατά κάποιον τρόπο τον περίμενε) και από τα προκολομβιανά ερείπια. Το 1955 ο Τσε έγραφε: «Η θάλασσα με καλεί με το φιλικό της χέρι/ το λιβάδι μου – μια ήπειρος – / ανοίγει απαλό και ανεξίτηλο / σαν κωδωνοκρουσία στο δειλινό». Θα επιστρέψει με τα ίδια θέματα σε ένα άλλο ποίημα: «Βρίσκομαι μόνος απέναντι στην αμείλικτη νύχτα / με το ελαφρό άρωμα των εισιτηρίων / η Ευρώπη με φωνή παλιού κρασιού / πνοή ξανθής σάρκας, μουσειακά αντικείμενα. / Με το χαρούμενο κουδούνισμα των νέων χωρών / βρίσκομαι μπροστά στις συγκρούσεις / που έφερε το τραγούδι του Μαρξ και του Ένγκελς».
Όταν ασκούσε την ιατρική στο Μεξικό, ο Τσε χρειάστηκε να θεραπεύσει μια γυναίκα ονόματι Μαρία, με σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα εξαιτίας του άσθματος. Θεωρώντας την εξαθλίωση μέσα στην οποία ζούσε η γυναίκα αυτή και το φρικτό θάνατό της σαν προσωπική προσβολή, ο Γκεβάρα έγραψε ένα ποίημα: «Γριά Μαρία, πρόκειται να πεθάνεις / θέλω να σου μιλήσω σοβαρά /η ζωή σου ήταν γεμάτη αγωνίες / δεν είχες εραστή, ούτε υγεία ούτε χρήματα / μόνο την πείνα είχες να μοιραστείς...».
Είναι πιθανόν ότι συνέχισε να γράφει στίχους κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της ζωής του, αλλά κανείς δεν τους γνωρίζει.
Η ανθολογία
Απο τα 69 ποιηματα που υπαρχουν στο πρασινο τετραδιο, μονο ενα, έφερε το όνομα του συγγραφέα: το 67ο, «Η μεγάλη περιπέτεια», που τελείωνε με το όνομα «Λ. Φελίπε». Τα άλλα 68 δεν είχαν υπογραφή. Αρχικά είχα σκεφτεί να κάνω έναν κατάλογο των ποιητών που αγαπούσε ο Τσε, αλλά αυτό μου φάνηκε αδύνατο όταν αντιμετώπισα κάπου 50 συγγραφείς.
Θα μπορούσα να ανατρέξω στην ευρύτερη παιδεία και ποιητική μνήμη φίλων ή ειδικών. Ήμουν σίγουρος ότι ο Ρομπέρτο Φερνάντες Ρεταμάρ θα μπορούσε να ξεδιαλύνει τα περισσότερα μυστήρια μέσα σε λίγα λεπτά, όμως με γοήτευε η πρόκληση. Έχοντας στο μυαλό μου τον Σέρλοκ Χολμς, χρησιμοποίησα την αδιάσειστη λογική του: από τη στιγμή που αποκλείω τα αδύνατα, τα όσα μένουν… Ξεκίνησα ελέγχοντας καμιά δεκαπενταριά ποιήματα που γνώριζα ή που κατά κάποιον τρόπο έμοιαζαν οικεία. Τον αριθμό 20, από τα 20 ερωτικά ποίηματα και ένα απελπισμένο τραγούδι του Πάμπλο Νερούδα,το περίφημο "Farewell", άλλα δυο ποίηματα του Βαγιέχο «Σε εκείνη τη γωνιά όπου κοιμηθήκαμε μαζί» και «Κατεβαίνω από το άλογό μου απόψε». Ακόμα διάφορα κείμενα του Νικολάς Γκιγιέν: «Δεν ξέρω γιατί σκέφτεσαι εσύ», «Σενσεμαγιά, ένας μακρύς πράσινος αλιγάτορας» και το ίδιο το ποίημα του Φελίπε που αναφέραμε προηγουμένως: «Πέρασαν τέσσερις αιώνες…».
Θεωρητικά έμεναν τέσσερις ποιητές: Ο Νερούδα, ο Βαγιέχο, ο Γκιγιέν και ο Φελίπε. Μου φάνη
κε σωστή η μέθοδός μου: άρχισα να μελετώ τα υπόλοιπα ποιήματα, σχετίζοντάς τα με αυτά τα τέσσερα ονόματα και αφήνοντας για το τέλος τις πιο προβληματικές ταυτοποιήσεις. Υπήρχαν πράγματα σχετικά εύκολα, που μου έφερναν στο νου το Κάντο Χενεράλ, κείμενα που θα μπορούσαν να είναι μόνο του Λεόν Φελίπε ή κάποιου πολύ κοντινού μιμητή του, φράσεις του Βαγιέχο ή καραϊβικοί ήχοι του Γκιγιέν. Κάποιες ανθολογίες αποδείχτηκαν ανεπαρκείς, έτσι αναγκάστηκα να βρω τα άπαντα του Βαγιέχο, του Νερούδα και του Γκιγιέν και να λεηλατήσω τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου αναζητώντας τα βιβλία του Λεόν Φελίπε.
Προφανώς, ένα ειδικός θα είχε πολύ λιγότερες δυσκολίες, αλλά δεν θα είχε χαρεί τόσο κάνοντας αυτή τη δουλειά. Μια βδομάδα αργότερα, μαζί με τα ξενύχτια, με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια και ατέλειωτα χασμουρητά, είχα εντοπίσει τους συγγραφείς 67 ποιημάτων από τα 69. Τους υπόλοιπους δύο τους ανακάλυψα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Κατά τη διάρκεια της έρευνας είχα αντιμετωπίσει κάποιες παγίδες: ο Τσε είχε παραλείψει τον τίτλο δύο ποιημάτων, το ένα είχε αντιγραφεί σε δύο ξεχωριστές σελίδες και είχε προστεθεί σε διπλανό, ενώ άλλα δύο είχαν αντιγραφεί αποσπασματικά και είχαν κολλήσει στο επόμενο. Συνολικά όμως η ανθολογία του Τσε είχε σαφές περίγραμμα.
Το τετράδιο περιείχε μια σειρά επιλεγμένων στίχων του Νερούδα, του Βαγιέχο, του Γκιγιέν και του Φελίπε, μόνον αυτών των τεσσάρων ποιητών. Ούτε ενός παραπάνω. Παραδόξως, τα κείμενα δεν είχαν τοποθετηθεί με βάση το συγγραφέα, αντίθετα έμοιαζαν εντελώς ακατάστατα (π.χ. είχαν χρονολογική σειρά όπως θα έκανε μια ανθολογία), δηλαδή ο Τσε είχε διαβάσει και αντιγράψει βιβλία ποίησης των τεσσάρων δίχως συγκεκριμένο κριτήριο. Στην αρχή υπάρχει μια ακολουθία: ένα ποίημα του Βαγιέχο, ένα του Νερούδα, ένα του Γκιγιέν, ακολουθία που επαναλαμβάνεται οκτώ φορές. Προς στιγμήν είχα σκεφτεί ότι ίσως υπήρχε ένα μυστικό κλειδί, όμως από ένα σημείο και μετά αυτή η ακολουθία διακόπτεται: στη συνέχεια δεν μπόρεσα να επισημάνω κάποια συνεπή σειρά. […]
Παραμένει μια τελευταία απορία: γιατί ο Τσε δεν είχε συμπεριλάβει στην ανθολογία του το αγαπημένο του ποίημα «Ερωτικό άσμα στο Στάλινγκραντ» του Νερούδα; Γιατί αγνόησε τα ποιήματα του Βαγιέχο για τον ισπανικό εμφύλιο; Η απάντηση ότι τα είχε αποστηθίσει πρέπει να αποκλειστεί, διότι τα ερωτικά ποιήματα του Νερούδα που συμπεριλαμβάνονται εδώ τα είχε επίσης αποστηθίσει. Για κάποιο λόγο, παραλείποντας αυτά τα κείμενα, ο Τσε αφήνει χώρο στην ανθολογία για ερωτικά ή με περισσότερη εσωτερικότητα ποιήματα. Ίσως να ήταν αναπόφευκτη επιλογή εκείνα τα τελευταία χρόνια της ζωής του, στη δίνη μιας επανάστασης που του ξέφευγε από τα χέρια. Η ποίηση σαν καταφύγιο, απέναντι στη σκληρότητα της καθημερινής ζωής, της προσωπικής του ιστορίας και της κοινωνικής μοίρας της Αμερικής.
Ο Πάκο Ιγνάθιο Τάιμπο ΙΙ γεννήθηκε το 1949 στην Ισπανία, αλλά θεωρείται Μεξικανός επειδή η οικογένειά του εγκατέλειψε την Ισπανία το 1958 για να αποφύγει το φρανκικό καθεστώς. Παραγωγικότατος αριστερός διανοούμενος, ιστορικός, καθηγητής, δημοσιογράφος και παγκοσμίως γνωστός πεζογράφος, καθιέρωσε το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα στη Λατινική Αμερική. Το βιβλίο του Βιογραφία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα πούλησε, το 1998, 500.000αντίτυπα σε όλον τον κόσμο.
Το επόμενο τεύχος του ΔΕΝΤΡΟΥ (Νο 169-17ο) πρόκειται να φιλοξενήσει ένα πολυπρισματικό και ενδιαφέρον αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του.
Με το δημιουργό της Τέταρτης διάστασης συμπληρώνεται ο κατάλογος των σημαντικών ονομάτων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, των οποίων το έργων απασχόλησε ορισμένα αφιερώματα του «Δ».
Στο παρόν αφιέρωμα επιχειρείται μια ιδιαίτερη προσέγγιση στην πληθωρική αυτή μορφή των γραμμάτων μας, με παλιά και νέα κείμενα τα οποία φωτίζουν ένα έργο πολυδύναμο και σύνθετο.
Ανάμεσα στις υπογραφές των συγγραφέων που φιλοξενούνται στο συγκεκριμένο τεύχος διακρίνουμε αυτές των: Αντρέα Καραντώνη, Άλκη Θρύλου, Τάκη Σινόπουλου, Αλέξη Αργυρίου, Κώστα Γεωργουσόπουλου, Βασίλη Βασιλικού, Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, Τηλέμαχου Χυτήρη, Θάνου Μικρούτσικου, Χρήστου Λεοντή, Μιχάλη Μερακλή, Γιάννη Κοντού, Σόνιας Ιλίνσκαγια, Έλλης Φιλοκύπρου, Έρης Ρίτσου, Γιάννη Κακουλίδη κ.ά.
Επίσης φιλοξενούνται άγνωστα, εξαιρετικά ενδιαφέροντα, γράμματα του Γιάννη Ρίτσου προς τον Τίτο Πατρίκιο που βρισκόταν εξόριστος στον Άη-Στράτη, το 1952. Την ύλη του τεύχους συμπληρώνουν ποικίλα κείμενα των Εμίλ Ζολά, Πάκο Ιγνάθιο Τάιμπο ΙΙ, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Ρόμπερτ Μούζιλ κ.ά.
Το αφιέρωμα συνοδεύεται από ένα CD με απαγγελίες. 15 σύγχρονοι ποιητές διαβάζουν ποίηση του Γ. Ρίτσου. Οι ποιητές αυτοί είναι οι: Τίτος Πατρίκιος, Μάνος Ελευθερίου, Γιάννης Κοντός, Γιώργος Χρονάς, Γιάννης Πατίλης, Μανόλης Πρατικάκης, Κώστας Μαυρουδής, Γιώργος Μαρκόπουλος, Τηλέμαχος Χυτήρης, Γιάννης Κακουλίδης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Γιώργος Βέης, Κώστας Παπαγεωργίου, Νάσος Βαγενάς, Παντελής Μπουκάλας.
Την Τετάρτη, 6 Μαίου, ο Ηλίας Δημητρίου, με την κάμερα του Παρασκηνίου, καταγράφει την περιπλάνηση του Κώστα Μαυρουδή (συγγραφέα και εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού Το Δέντρο) μέσα σε παλιά αντικείμενα, στον Κεραμεικό, τα οποία προσπαθεί να συνδέσει με το παρελθόν τους.
«Οι μοναχικές παρατηρήσεις αποσπασμένων πραγμάτων, χρήζουν μιας στάσης, όπου η μέθεξη οφείλει να είναι ποιητική». Ο Κώστας Μαυρουδής όμως δεν γοητεύεται απλώς από το μύθο που κουβαλούν τα παλιά αντικείμενα, αλλά αποκαλύπτει με ποιητική ενάργεια τη σημασία του ευρήματος φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με τις δικές μας υπαρξιακές μέριμνες μπροστά στην αμείλικτη ροή του χρόνου.
Με την εγγραφή της εικόνας και της φωνής κρατούμε στην αντίληψή μας μια χαμένη στιγμή, ένα παρόν που αμέσως μετά την ύπαρξή του μας διαφεύγει. Αν ο στίχος (η δημιουργική γραφή γενικά) «είναι μια είδηση που έχει πάντα σημερινή ημερομηνία», που δηλαδή δεν παλιώνει, δεν χάνει την επικαιρότητά του, η εγγεγραμμένη ποίηση είναι συγχρόνως ζωντανή μαρτυρία και αρχείο μιας συγκεκριμένης στιγμής. Είναι ένα σημάδι χρόνου που αιχμαλωτίζεται, ενώ ο ίδιος ο χρόνος μάς έχει ξεφύγει. Θυμάμαι πάντα την έκπληξη μιας ντίβας, στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν είδε και άκουσε το δίσκο της. Θεωρώντας ότι ο παχύς βακελίτης περιέχει κάτι που υπήρξε ζωντανό, είπε έκπληκτη: «Ενθάδε κείται η φωνή μου». Ο δίσκος που φιλοξενεί ανάγνωση ποίησης είναι ένα φετίχ που προσθέτει στη γνώση μας πώς μιλούσε, πώς διάβαζε και ερμήνευε εκείνος που έγραφε και φανταζόταν. Κι ενώ η ποίηση είναι μια εκτός χρόνου εμπειρία, η ηχογραφημένη ποίηση μας προσηλώνει στην στιγμή της παραγωγής της. Προσθέτει δηλαδή κάποια, δεν ξέρω πόσο κρίσιμα, πραγματολογικά γνωρίσματα στην αύρα και τη σημασία τού αισθητικού γεγονότος. Έχει ακόμα τη σημασία του τεκμηρίου, πράγμα που μετά από χρόνια είναι συγκινητικό και βοηθητικό στην αναπόληση. Είναι ένα μέρος από το καλλιτεχνικό υποκείμενο, ένα κομμάτι του φυσικού του προσώπου. Για μένα, τα εβδομήντα αυτά λεπτά απαγγελίας είναι η σύνοψη μιας πορείας και δημιουργικής έκφρασης τριάντα χρόνων, που συγκεντρωμένη σε ένα δίσκο είναι αναπόφευκτο να παράγει έκπληξη, περίσκεψη και δέος.
Ο Γιάννης Μπασκόζος συνομιλεί με τον Κώστα Μαυρουδή(Μάρτιος 2009)
Γράφετε στο πρόσφατο βιβλίο σας η Η ζωή με εχθρούς ότι οι νεοέλληνες ζουν με την αίσθηση ότι είναι περικυκλωμένοι από εχθρούς. Γιατί συμβαίνει αυτό, τόσα χρόνια μετά τον υποτιθέμενο εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας;
Η Ζωή με εχθρούς(Μελάνι, 2008) είναι συγκέντρωση άρθρων, σχολίων και δημιουργικών κειμένων μου που γράφτηκαν τα τελευταία 20 χρόνια Οι εχθροί που έδωσαν τον τίτλο είναι είδωλα μιας παράνοιας που μας θέλει να απειλούμαστε. Ως γνωστόν, παν ό,τι νομίζουμε ότι συνιστούμε θεωρούμε ότι το επιβουλεύονται. Όπως ο κάτοικος ενός χωριού νιώθει ως ομφαλό του κόσμου τον τόπο του, έτσι και μεις κατοικούμε ένα προνομιούχο κέντρο που αντιμετωπίζεται με ζηλότυπο φθόνο! Το σύνδρομο του υπερόπτη, αλλά συγχρόνως απειλούμενου και αδικούμενου, δεν είναι νόσος. Οφείλεται στην ανυπαρξία κριτικής παιδείας αφού μεγαλώνουμε με βεβαιότητες που καρπός τους είναι η ανασφάλεια, η αυταρέσκεια ή ο αυτισμός. Όλα αυτά έχουν βέβαια ιστορικές ρίζες και είναι δύσκολο να ανατραπούν. Οι θεμελιακές αγωγές που στερεώνουν τις ιδέες είναι ζητήματα που αλλάζουν με την παιδευτική αγωγή, δηλαδή με τους αιώνες.
Για τους «εχθρούς» του συγγραφέα τώρα, τους δικούς μου «εχθρούς», με τους οποίους συνομιλώ στο βιβλίο. Θα έλεγα ότι είναι ένα περιβάλλον που δεν έχει επιλεγεί από μας τους ίδιους ως σκηνικόή προσκήνιο του βίου μας. Στις Κουρτίνες του Γκαριμπάλντι, έγραφα ότι ο ενοχλημένος από τους όρους της ζωής του είναι σαν τον συγγραφέα ο οποίος βλέπει να ανεβαίνει το έργο του στη σκηνή κατά τρόπο που εκείνος δεν είχε φανταστεί και δεν ήθελε. Κρίνει ότι έπρεπε να αντιμετωπιστεί διαφορετικά.«Η γκρίνια», πρόσθετα, για την εικόνα της ζωής μας, δεν είναι μόνο η ματαιόδοξη ιδεοληψία για το τ ι και το π ώ ς ενός ασήμαντου περιβάλλοντος. Είναι η απογοήτευση για μια παράσταση που οφειλόταν με άλλους σκηνικούς όρους». Κάτι που θα μπορούσε να ονομάσει κανείς αίσθημα νοσταλγίας προτύπου.
Βιώνοντας το ασήμαντο, το ενοχλημένο υποκείμενο νιώθει πως νοσταλγούσε και αξίωνεμια διαφορετική μοίρα. Δεν είναι κάποιος νευρωτικός με διακεκριμένες εμμονές και καλαισθητικές υποχονδρίες, ένας αφοσιωμένος στις μοναχικές τέρψεις και τις εκπλήξεις της διάνοιας. Απλώς νιώθει την ανάγκη να μεταφερθεί σε μια περιοχή βιώσιμη και, μη μπορώντας, κάνει την αντίδρασή του αισθητικό παίγνιο ή σκωπτικό μνημόνιο. Την πραγματική βία που θα επιθυμούσε να ασκήσει στον περίγυρό του την αναθέτει στα γραπτά του δηλητήρια. Τα δύο τελευταία μου βιβλία, η Στενογραφία και η Ζωή με εχθρούς, έχουν κάτι απ’ αυτό το πνεύμα.
Προσωπικά θεωρούσα πάντα ενδιαφέρουσα μιαν ιδιαίτερη τάξη συγγραφέων που έχει διαμορφωθεί σ’ όλες τις γραμματείες. Πρόσωπα και έργο με κύριο χαρακτηριστικό τους την άρνηση προς το αυτόχθον. Αν πάει το μυαλό μας στον Ροΐδη, τον Μπέρνχαρντ ή τον Καρλ Κράους, ας σκεφτούμε πόσο εύκολα και νόμιμα το έργο αυτών των «ενοχλημένων» με τη συγκυρία τους διανοιών μπορεί να στεγαστεί υπό τον τίτλο Η ζωή με εχθρούς.
Γράφετε έναν στοχαστικό λόγο πάνω στην καθημερινότητα με πολλαπλές αναφορές σε λόγιους και μη. Νιώθετε ότι συνομιλείτε με κάποιον σήμερα; Εδώ ή στο εξωτερικό;
Το ερώτημα είναι μια έμμεσηαναφορά στη διακειμενικότητα. Την ένταξη της ξένης γνώσης στον δημιουργικό μας κόσμο. Συχνά συναντώντας ένα έργο αναγνωρίζουμε σ’ αυτό συμπτώσεις με τις ιδέες και τις κλίσεις μας. Σε πολλές περιπτώσεις (όχι ως «παράσιτα του υπέροχου» που έλεγε κάποιος), οικειοποιούμαστετους τρόπους, την εικονοποιία, δανειζόμαστε και χρησιμοποιούμε μια μεταφορά, μια ιδέα, έτσι ώστε να κάνουμε κάτι νέο.
Θυμάστε τον πρώτο αφορισμό από τα Αξιώματα του Λα Ροσφουκό; «Όλα έχουν ειπωθεί και ερχόμαστε πολύ αργά στον κόσμο». Θα πω, ότι γι’ αυτό ακριβώς είμαστε οι κληροδόχοι μιας άπειρηςκαι λαμπρής ύλης, που μας συναντά με αξίες, ιδέες και τρόπους. Βρίσκουμε εκείδικές μαςκλίσεις και στενές, εξ’ αίματος, συγγένειες που τις οικειοποιούμαστε περιστασιακά Κάθε πρόθεσή μου νιώθω να έχει ενδυναμωθεί από τη χρήση του δάνειου ρηματικού κατορθώματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Απολλόδωρος εγκαλούσε τον φιλόσοφο Χρύσιππο που ενέτασσε στα βιβλία του όχι μόνο μέρη, αλλά ολόκληρα έργα άλλων συγγραφέων. «Αν τους αφαιρέσεις ό,τι ξένο υπάρχει, η σελίδα θα μείνει άδεια», έγραφε σκωπτικά. Στις Κουρτίνες του Γκαριμπάλντι έλεγα ότι θα ήθελα να εξασφάλιζα την υψηλή κερδοφορία από ένα κείμενό μου, έστω και με κεφάλαιο που οφείλω σε πιστωτές. Θα αρκούσε μόνο να δω μια κατασκευή του μεσαίωνα (φτιαγμένη από τα ετερόκλητα υλικά προγενέστερων κτισμάτων, όπως συνέβαινε τότε), για να μου θυμίσει και να με βεβαιώσει ότι δεν παύω, όπως κι αυτά, να είμαι πρωτότυπος. «Η επιφύλαξη για τη χρήση του νέου» έγραφα, «είναι η σεμνοτυφία του ανασφαλούς, ενώ ο οξυδερκής, με ξέγνοιαστη ειλικρίνεια, αποδεικνύει αμέσως την καινούργια πείρα που φτιάχνει ιδέες μορφές και νοήματα. Τίποτε δεν έχει ολοκληρωθεί χωρίς τα αδρανή μέρη ενός κουρασμένου απ’ το χρόνο τεχνήματος, που και το ίδιο, αν το ρωτούσαμε, θα επιθυμούσε να αναλωθεί στη νέα προοπτική του».
Ανήκετε στη γενιά του ’70 (την οποία δεν θεωρείτε ότι είναι της αμφισβήτησης). Τι άφησε αυτή η γενιά;
Νομίζω ότι σ’ εμάς απουσίαζε η ύλη, το κοινωνικό είδωλο που αμφισβητήθηκε το ’68 και στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Θυμάμαι ότι πριν από 20 χρόνια, στις σελίδες του περιοδικού σας, έγραφα ότι είναι ανερμάτιστο να δίνεται η συγκεκριμένη ιδεολογική ταυτότητα στους ποιητές αυτής της γενιάς. Κατά τη γνώμη μου, πρόθεση της κριτικής και ενός μέρους του ποιητικού δυναμικού, ήταν να δείξει πως κάτι συμβαίνει στα ακίνητα νερά του ’70. Ας σκεφθούμε μόνον ότι δεν είχαμε απέναντί μας κανέναν σοβαρό ιστό, κανένα συγκροτημένο σε αξίες κοινωνικό σώμα. Μόλις αρχίζαμε να αποκτούμε αγαθά, ενώ η αμφισβήτηση, βέβαια, προϋποθέτει το κουρασμένο παρελθόν που έχει εξαντληθεί και έχει γεράσει. Η δική μας δοσοληψία ήταν με τα ράκη μιας μεταποιμενικής αταξίας, που έγινε η σημερινή αισθητική και ηθική συγκυρία. Κι όταν ακόμη ακούστηκε σε κείνη την ποίηση κάτι σαν ιερόσυλη οργή, ήταν το είδωλο της beatgeneration.Δεν είχε καμιά συνέχεια.
Κάνω τη σκέψη ότι ο οργισμένος γάλλος νεαρός που το ’68 καίει ένα αυτοκίνητο ή τα γραφεία μιας εταιρίας, το κάνει αντιδρώντας στο σύνδρομο της κατανάλωσης. Ο σημερινός νεοέλληνας προσωπιδοφόρος φοβάμαι ότικάνει το ίδιο, επειδή το συγκεκριμένο αγαθό δεν είναι δικό του ή διότι νομίζει πως δεν θα το αποκτήσει. «Ποια αμφισβήτηση» σκεπτόμουν, λοιπόν, «όταν δεν έχουμε ούτε σιδηροδρομικό δίκτυο;». Στη χώρα μας δεν υπήρξαν ανατροπές, γιατί η απομόνωσή μας (γλωσσική, πολιτισμική) δεν έδωσε το πεδίο της σύγκρισης. Έτσι μας έλειψε το αντανακλαστικό της οργής και της άρνησης. Είμαστε όλοι συμφιλιωμένοι, έχουμε μιαν άφρονα ικανοποίηση με το αυτόχθον και την ιδιοτυπία του. Θεωρούμε φυσικότητα την αμορφία μας, την έλλειψη ύφους, ενώ η παρακμή σε άλλους λαούς είναι κλισέ, αυτονόητο αντικείμενο, εθνικό κριτήριο.
Εν πάση περιπτώσει, η ετερογένεια των ποιητών του ’70 μάς έδωσε τη στροφή σε μιαν ιδιότυπη ατομικότητα, στο προσωπικό χαμηλόφωνο πάθος, στο στοιχείο της ειρωνείας, στην απεμπόληση του δραματικού, στην απομάκρυνση από το πολιτικό πνεύμα του μεταπολέμου που κυριαρχούσε. Έχασε, βέβαια, τη σχέση της με την αναζήτηση του υπερβατικού και της ουσίας του, τις μεταβάσεις προς ένα ιδεώδες, τη στοχαστική απορία για το άγνωστο και τον κόσμο. Σε σχέση πάντοτε με την παιδεία και την αγωγή του καθενός, έκανε πιο κοσμικό, πιο καθημερινό το ποιητικό υλικό, ελαφρύνοντας τη φόρμα και ακολουθώντας το ρηματικό ήθος της εποχής.
Γράφετε κάπου στο βιβλίο σας μια ρήση του Δ. Δασκαλόπουλου, ότι στα σημερινά περιοδικά τόσο λίγο κρίνεται η επικαιρότητα, που αν κρύψουμε την ημερομηνία δεν θα ανακαλύψουμε την εποχή της έκδοσής τους. Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε. Υπάρχει λόγος γι’ αυτά τα περιοδικά σήμερα; Θα αντικατασταθούν από το διαδίκτυο;
Σήμερα δεν ξέρω αν θα προσυπέγραφα αυτή τη σκέψη, που ευαισθητοποιείόλους όσοι έχουν μέριμνα για το καθημερινό και το επίκαιρο. Έγραψα στο blog μου ένα κείμενο όπου λέω, εν ολίγοις, ότι δεν με ενδιαφέρει μια ανάγνωση που καθηλώνεται ως μαρτυρία του τρέχοντος, μια διάθεση που ταυτίζει την ιδέα του πνευματικού με την παραγωγή των ημερών μας, με την εποπτεία της αγοράς, με μιαν ατζέντα. Από κάποια ηλικία και μετά με συνόδεψε η εμμονή για αξιοκρατικές ιεραρχήσεις, όταν κατάλαβα ότι στρεφόμουν σε έργα συγκαιρινά χωρίς να έχω διατρέξει αναγκαίους τόπους, τα βιβλία, όπως λέει ο Χάζλιτ, που επέζησαν του συγγραφέα τους μετά από τέσσερεις γενιές. Μ’ ενδιαφέρει (κι αυτό θά θελα να προτείνω σήμερα στον αναγνώστη του Δέντρου αλλά δεν γίνεται) το βάθος της λογοτεχνικής ιστορίας, που ξετυλίγει μπροστά μας τον υποβλητικό κανόνα της παγκόσμιας γραμματείας. Αυτό δημιουργεί τον υψηλό βαθμό συνείδησης, την ιδιότυπη κατάνυξη της σχέσεώς μας με τη λογοτεχνία, αφού η αφθαρσία, η διάρκεια του έργου, φωτίζει τη μοίρα δύο διαφορετικών δεδομένων: της βραχύβιας ανθρώπινης εμπειρίας αφενός, και της δημιουργικής μορφής αφετέρου, που πραγματώνει την έννοια του αιώνιου.
Θυμάμαι τον Χ. Έσε, όταν περιγράφει την πρώτη βραδιά ενός ταξιδιού του στη Γερμανία. Αφού εγκαθίσταται στο ξενοδοχείο βγαίνει στους δρόμους για να βρει ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Νομίζω ότι η φράση που θυμάμαι προέρχεται απ’ αυτήν την αφήγηση. «Να κλείνεσαι στο δωμάτιό σου και να ανοίγεις τον Οράτιο, περιφρονώντας τα πλήθη». Απ’ όπου κι αν ανακαλώ τη συγκεκριμένη αποστροφή, ο λόγος της αποδίδει την παραμυθία που παρέχει η πράξη της ανάγνωσης, και τη θαυμαστή μεταβολή τού «εμείς» σε «εγώ». Επιπλέον τη σχέση μας με έναν κόσμο που δεν έχει χρόνο, που αυθαδιάζει στο φευγαλέο και τον χρειαζόμαστε.
Κανένα περιοδικό δεν επιδιώκει βέβαια να περιφρονήσει τον αναγνώστη. Πρέπει όμως να δημιουργήσει αμφιβολίες στην εύκολη επιλογή. Η αντίθετη στάση είναι ιεροποίηση της αγοράς, ενδοτισμός στις ροπές της, στην έλλειψη ιδεών, και κυρίως ύφους. Στο μέτρο που το περιοδικό είναι έκφραση της εποχής του, πρέπει να βλέπει γύρω του. Στο μέτρο που αποδίδει τον δημιουργό του, οφείλει να υπολογίζει λιγότερο τη συγκυρία του.
Τριάντα χρόνια εκδότης του περιοδικού Το Δέντρο. Τι σας άφησαν ως αίσθηση, άξιζε ο κόπος ή μήπως αλλιώς θα είχατεχρόνο για τα δικά σας πονήματα;
Η έκδοση του Δέντρου με έκανε χειροτέχνη, με καθημερινή πολύωρη απασχόληση. Τριάντα ένα χρόνια. Ενδεχομένως θα είχα γράψει και θα είχα διαβάσει περισσότερο. Χωρίς τον βιοπορισμό θα είχα κινηθεί κυρίως προς τις κλίσειςμου. Ας μην μεμψιμοιρήσω όμως για ένα χαμένο, χάριν της αγοράς, «έργο». Ως παιδί έχω ακούσει συχνά ποδοσφαιριστές που δεν μπόρεσαν να παίξουν σε μεγάλους συλλόγους εξαιτίας κάποιων σκοτεινών συμφερόντων και τραγουδίστριες που θα μεσουρανούσαν αν ενέδιδαν στις προτάσεις παραγόντων της δισκογραφίας. Ξέρουμε μόνον αυτό που κάναμε. Φοβάμαι να πιθανολογήσωκάτι άλλο. Στον κακό χορευτή φταίει το πάτωμα, όπως λέει μια παροιμία.
Νιώθω πως συνεχίζω, ασκώντας συγχρόνως την επαγγελματική μου ασχολία. Διαβάζω εκ νέου παλιά βιβλία και αντιλαμβάνομαι το πνεύμα τους πλουσιότερο. Αυτό σημαίνει γονιμότητα, ότι εμπλουτίζεται ακόμα το κριτήριό μου. Ετοιμάζω ένα ποιητικό βιβλίο και ένα άλλο με διηγήματα.