Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Δεκεπενταύγουστος

Σκέφτηκα σήμερα να γράψω για Δεκαπενταύγουστους που θυμάμαι. Οι επέτειοι είναι σαν τις παγίδες. Τα πουλιά γεγονότα κάθονται και δεν μπορούν να ξεκολλήσουν. Όλα είναι στη διάθεσή μας στο εξής, τίποτε δεν πετά στη λήθη. Πρόθεσή μου ήταν να ξαναθυμηθώ τη μέρα αυτή στην Τήνο, ένα βράδυ υπό ραγδαία βροχή στη Λούρδη (προσκύνημα οικουμενικό, παγκόσμιο, υψηλού κύρους, σε σχέση με τις εικόνες της δικής μας λατρείας), να γράψω ακόμα για Δεκαπενταύγουστους στην Αόστα, στην έρημη Μπολόνια, σε ένα ορεινό χωριό στα σύνορα Ελβετίας-Ιταλίας, στου οποίου την εκκλησία είδα, θυμάμαι, για πρώτη φορά, σκύλο να εκκλησιάζεται και στην είσοδό της μια μαρμάρινη πλάκα με ονόματα από δύο πεσόντες εκείνου του Αλπικού τόπου, το '40, στην Αλβανία.

Ακόμα ήθελα να μιλήσω για την "εμβληματική" (όπως λένε μ' αυτή την εκνευριστική διατύπωση) ταινία του Ντίνο Ρίζι, με τον Βιτόριο Γκάσμαν και τον Ζ.Λ. Τρεντινιάν, το εξαίρετο "Sorpasso", (ελλην. "Ο φανφαρόνος"), απ' τις δέκα καλύτερες ταινίες στην ιστορία του σινεμά (η αξιολόγηση δική μου), όλη η δράση σε έναν ρωμαικό Δεκαπενταύγουστο που συναιρεί την κωμωδία και το δράμα, δείχνοντάς μας το σημείο της τομής τους. Πολλά είναι. Καταλήγω να αναρτήσω συνοδευτικά δύο εικόνες από το "Θησαυρό" της 14ης Αυγούστου (σαν σήμερα ακριβώς εκεί που ζούσα, πριν από 58 χρόνια) και ένα απόσπασμα από παλιό μου κείμενο, "Η Τήνος σε τρίτο πρόσωπο", από την "Ελευθεροτυπία" (Δεκέμβριος 2000). Μιλώ σε τρίτο πρόσωπο, ως Χ., για τις εικόνες που ξαφνικά κατέκλιζαν, την περίοδο της γιορτής, το νησί, επίμονες καταγραφές, έκτυπες εντυπώσεις, όμως τώρα πια με την επιφύλαξη της ηλικίας που μας έχει μάθει τι ανακρίβειες έχουμε επεξεργαστεί και κουβαλάμε ως μνήμη. Άλλωστε, στην ταινία που μόλις μνημόνευσα, ακούγεται εκείνη η υπέροχη φράση: 'Ολοι έχουμε μια λάθος ανάμνηση απ' τη νεότητά μας. Είναι η ωραιότερη ηλικία γιατί δεν θυμόμαστε". Αποσπώ, λοιπόν:

"[...] Μια θερινή μέρα, στο τρίτο κατάστρωμα του ατμόπλοιου "Ιόνιον", ο μικρός Χ. ταξίδευε με τον πατέρα του, ακροατή σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, μιας μοναχής, ηγουμένης για την ακρίβεια. Ο μικρός, αμύητος στα υπερβατικά, πρόσεχε το μουστάκι τού πάνω χείλους της και δεν του διέφυγε ότι, βαθμιαία, στο πρόσωπό της εμφάνισαν πτώση οι τόνοι της ώχρας, μέχρι που, τρέχοντας πάνω απ' την παροπλισμένη πισίνα, η ταλαιπωρημένη γυναίκα τήρησε σχολαστικά την αλγεινή εθυμοτυπία της ναυτίας [...]

Ανακαλώντας τώρα ο Χ. εκείνον τον τόπο της λαϊκής λατρείας, συνέχεται από την εντύπωση ότι η παθολογία και η διαταραχή ήταν τρέχουσα συνθήκη. Ενηλικιώθηκε μέσα σε εικόνες ενός ανοικτού ασύλου, μιας φυσικής παραφροσύνης που η αποδοχή της όμως από την απλοϊκή πίστη μετέβαλε το δραματικό και το ανίατο σε κατανοητή νομιμότητα. Κάποιος τυφλός επαιτούσε με δυο γυάλινα μάτια στην παλάμη, ένας ασθενής με επιληψία κυλιόταν στο έδαφος ώσπου να βάλουν στο χέρι του το μεγάλο κλειδί μιας παλιάς πόρτας. Δυο ατροφικά πόδια εμφανίζονταν ανάμεσα στο συνωστισμένο πλήθος. Τετραπληγικοί σε ξεχαρβαλωμένα καρότσια προλάβαιναν να σου στείλουν ένα βλέμμα απελπισίας. Μόλις που μάντευες το βιαστικό πέρασμα ενός ψυχοπαθή στα μαύρα, που τον συνόδευε με έκφραση κατήφειας η οικογένειά του.

Αν η ανθρώπινη έκπτωση (όπως η ακατάγραπτη ποίηση) επιζητούσε τη διατύπωσή της, η Τήνος ήταν το προνομιούχο σημείο. Ο ίλιγγος της πίστης, που καταργεί το θάνατο και σώζει με την ελπίδα, ποτέ άλλοτε και πουθενά δεν δημιούργησε την ποσοτική συσσώρευση της αρρώστιας που κατέληγε να την αντιμετωπίζουν σαν αναπόφευκτο, και γι αυτό αποδεκτό, σύμπτωμα. Η Τήνος ήταν ο κρίκος, ο αναγκαίος σύνδεσμος του επίγειου κολασμού με τη σωτήρια αυταπάτη. Κανένας πόλεμος με το σύμπαν, κανένα αντεπιχείρημα στην τιμωρία. Η αρχέγονη κλίση αποδεχόταν άκριτα το μοιραίο. Έπαιζαν όλοι το ρόλο που τους είχε δοθεί".

Δεν υπάρχουν σχόλια: