Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Ο μέσος αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος





Από το in2life:


Από τους πρώτους δημιουργούς της «γενιάς του ’70», ο Κώστας Μαυρουδής ξεκίνησε το ποιητικό του ταξίδι με κομψοεπείς «μινιμαλιστικές» δημιουργίες, οι οποίες, όπως ο ίδιος μας λέει, έδωσαν στην συνέχεια πρόθυμα την θέση τους στην μεγάλη «ρεπορταζιακή» φόρμα. Ταυτόχρονα, από το 1978 μέχρι και σήμερα, ο Έλληνας δημιουργός ανέλαβε να φυτέψει το «Δέντρο», ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας, που ο ίδιος εκδίδει και διευθύνει. 


Για την τελευταία του ποιητική συλλογή «4 εποχές», ο Κώστας Μαυρουδής έλαβε το φετινό Βραβείο Ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω» (εξ ημισείας με τον Χριστόφορο Λιοντάκη), ενώ στο in2life μίλησε για την πεμπτουσία της ποίησής του και για την σύγχυση κριτηρίων που κυριαρχεί στην σημερινή μας «ανεκτική δημοκρατία». 



*Έχουν αλλάξει οι άξονες και οι πηγές έμπνευσης της ποίησής σας από την αρχή της καριέρας σας ως το 2011; Από τι εμπνέεστε σήμερα; 


Λέγεται συχνά ότι ο ποιητής σ' όλο το έργο του φτιάχνει παραλλαγές ενός και μόνον ποιήματος. Ότι οι διαθέσεις δηλαδή, οι αφοσιώσεις και οι κλίσεις του είναι αμετακίνητες. Σε ό,τι με αφορά, μπορώ να πω πως το θέμα της δικής μου ποίησης ήταν πάντα ένας διάλογος με την αναδρομή και το χρόνο. Ανάκληση οικείων γεγονότων και εικόνων. Ξεκίνησα με ολιγόστιχα ποιήματα, επιχειρώντας τη στιλιστική πυκνότητα και τη συντομία, αλλά η ανάγκη να περιγράψω με οδήγησε στην πολύστιχη αφηγηματική ποίηση. Μεγάλη φόρμα, εξιστόρηση, λεπτομέρειες του «ρεπορτάζ» αντί το αόριστο υλικό του λυρισμού. Αναφορές ενός ποιητικού ρεαλισμού, δηλαδή, αντί του μουσικού αισθήματος. Μέχρι σήμερα η ποιητική μου είναι στραμμένη στο παρελθόν, στη μνημονική καταγραφή (Το δάνειο του χρόνου, Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια, Τέσσερις εποχές). Να προσθέσω ότι το βιωματικό υλικό της μνήμης αντιμετωπίζει μονίμως έναν τεράστιο κίνδυνο: το στόμφο της νοσταλγίας. Εν πάση περιπτώσει, βλέπω ότι σε αυτά που γράφω τώρα υπάρχει η συνομιλία με το παρόν. Δεν εννοώ την επικαιρότητα, αλλά το σύγχρονο βίωμα, το αίσθημα και την κίνηση του καθημερινού. 




*Πώς θα περιγράφατε το «σκηνικό» της ελληνικής ποίησης σήμερα με μια φράση; 

Το σκηνικό της ελληνικής ποίησης με μια φράση; Δεν υπάρχει, νομίζω, συγκεκριμένη εικόνα, κυρίαρχη διάθεση, συγκεκριμένο τοπίο. Υπάρχουν οι φωνές και η ποικιλία τους. Με διαφορετική δυναμική και σοβαρότητα η κάθε μία. Διαβάζω ακόμα την ποίηση των παλαιότερων γενεών, επιφυλακτικός ή αμήχανος με τις νεότερες επιδόσεις. Στις τελευταίες αυτές, βέβαια, η αυθεντική διάθεση και το σημαντικό υλικό διακρίνονται εύκολα από τον επαρκή αναγνώστη. Όμως ένα από τα χαρακτηριστικά της συγκυρίας μας είναι η έλλειψη (σύγχυση) κριτηρίων, η αποδοχή από την μέση αντίληψη ετερόκλητων ποιοτήτων, η αδυναμία να διακρίνουμε, να ιεραρχήσουμε. Τα κριτήρια (όπως και για όλες τις άλλες περιοχές του βίου μας) δείχνουν να είναι χαλαρά ή ανύπαρκτα. Υπάρχει ένα είδος απαίδευτης και γι’ αυτό ανεκτικής δημοκρατίας, απέναντι σε μια έκφραση αριστοκρατική από τη φύση της. Αν μου πείτε ότι, παρόλα αυτά, βλέπουμε μεγέθη να ξεχωρίζουν, θα σας απαντήσω ότι δεν είναι το συλλογικό κριτήριο που τα διακρίνει, αλλά η πειθώ κάποιων ειδικών φωνών, ο δημόσιος θόρυβος και ο παντοδύναμος συρμός. 



*Ποια η θέση της ποίησης και του ποιητή στην «ηλεκτρονική» εποχή; 


Στη Γη των ανθρώπων, θυμάμαι τον Σεν Εξιπερί που λέει, πως με την ποίηση η Γένεση συνεχίζεται, φαίνεται να μην έχει τελειώσει. Η τέχνη μεταβάλλει τον καθημερινό κόσμο σε καθαρή μορφή. Μ' αυτή την έννοια, είτε στην εποχή των Μεδίκων, είτε στην «Ηλεκτρονική εποχή», όποια ειδικά γνωρίσματα κι αν έχει, θα μας θυμίζει πάντα ότι προσπαθούμε να φτιάξουμε μια πραγματικότητα λιγότερο ξένη. Ένας υπέροχος αφορισμός το έχει πει καλύτερα: «Το ότι υπάρχει η τέχνη, σημαίνει πως η ζωή δεν αρκεί». Βέβαια δεν αμφιβάλλουμε ότι στα κείμενα, πάντοτε, υπάρχει και εκφράζεται η εποχή. Όμως αλίμονο αν δεν αναγνωρίζεται κάτι μόνιμο σ' αυτά. Άλλωστε, το κύριο και διαρκές μάθημα των τεχνών υπήρξε πάντα το ίδιο: η αδυναμία μας να δώσουμε απάντηση στο αίνιγμα της ζωής. 



*Πώς έχετε στο μυαλό σας το ελληνικό αναγνωστικό κοινό; Υπάρχει ανταπόκριση στην ποίηση; Και τελικά, ο ποιητής επιζητά την ανταπόκριση ή γράφει «εγωιστικά», πρώτα-πρώτα για τον εαυτό του; 




Να διευκρινίσω ότι δεν μου αρέσει ο όρος «κοινό». Είναι κάτι απρόσωπο, ένα αριθμητικό μέγεθος που δεν μπορεί να έχει ουσιαστική σχέση με το έργο. Εκείνος που επικοινωνεί είναι μια μοναχική, δημιουργική μονάδα. Μέσω της ποίησης, διαβάζοντας δηλαδή, γίνεται περισσότερο ιδιαίτερος και μοναχικός, αφού η κριτική στάση είναι το πιο προσωπικό γνώρισμα του αισθητικού ανθρώπου. Αν εννοείτε, λοιπόν, γενικά τους αναγνώστες, αυτοί είναι ίδιοι παντού. Έχουν κοινά αντανακλαστικά. Άλλο πράγμα συμβαίνει με την προσπέλαση στο πνευματικό βάθος του έργου. Εδώ δεν είναι ζήτημα μιας γενικής παιδείας. Είναι αποτέλεσμα μιαςειδικής αγωγής που μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε και να επικοινωνούμε με τον κώδικα αυτής της έκφρασης (κείμενο). Εκείνος που προσεγγίζει το ποιητικό γεγονός ανήκει σε μιαν ειδική κατηγορία, με συγκεκριμένη έφεση, προσληπτικότητα και επάρκεια. Να μην ξεχνάμε πως η προσέγγιση στο πνεύμα ενός έργου, στην ουσία φωτίζει αυτό που είμαστε εμείς οι ίδιοι. Μαθαίνουμε γι αυτό τόσα, όσα και για μας. Αυτό που μας αρέσει είναι γιατί θα μπορούσαμε να το έχουμε πει εμείς. Έτσι εξηγούνται οι μεγάλες αγάπες μας και οι ταυτίσεις που μας δένουν με ορισμένα έργα και συγγραφείς. 



Η «ανταπόκριση» που υποτίθεται ότι ζητά ο ποιητής είναι μια ιδέα νεανική, ένας ενθουσιασμός ασύστατος. Το έργο προϋποθέτει και αναζητά τον ένα συνομιλητή, που όπως είπα πριν, διαβάζει στην ξένη σελίδα τον δικό του κόσμο, μπορεί να τον αναγνωρίσει και να νιώσει τη τέρψη από την ταύτιση. Κατά κανόνα, απέναντι στο έργο υπάρχει κυρίως παρανάγνωση ή χαμηλές πτήσεις. Ο μέσος αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος που τις περισσότερες φορές ακούει και καταλαβαίνει άλλα πράγματα. Δεν μιλώ, λοιπόν, για την ελαφρά ενασχόληση με το γεγονός της τέχνης, πράγμα που είναι ένας καλαισθητικός ερασιτεχνισμός. Αναφέρομαι στον ισόβιο σύνδεσμο με τον οποίο ζει κανείς μια πνευματική περιπέτεια ή έναν απόλυτο βίο. Αυτό το απόλυτο μέγεθος, φυσικά το καταθέτει, όπως λέτε, δημόσια ο ποιητής. Υπάρχει στην άλλη άκρη κάποιος που ενδεχομένως θα το υποδεχτεί, θα αντικαταστήσει δηλαδή με μια δημιουργική μορφή τις ασύντακτες συγκινήσεις του. Και βέβαια, κάθε σοβαρό δημιουργικό γεγονός αφορά, εκτός από τον αποδέκτη του, την παράδοση της γλώσσας και την ιστορία της πνευματικής ζωής. 



*Η περίοδος που διανύουμε, η «εποχή της κρίσης» έχει αντίκρισμα (δημιουργικό ή μη) στην ποίηση; 


Σε όλες τις εποχές ο ποιητικός λόγος έχει μια συγκεκριμένη, σχεδόν ανύπαρκτη, ανταπόκριση. Η υποδοχή του δεν αλλάζει. Είναι μέγεθος ανελαστικό. Η τέχνη είναι μια σπάνια ευγένεια σε ένα περιβάλλον ενστίκτων, που είναι η καθημερινότητα και η Ιστορία. 



*Σε μια «κυνική» εποχή, ο ποιητικός λόγος μπορεί να συγκινήσει ως τρόπος έκφρασης; 


Όλες οι εποχές είναι εξίσου κυνικές. Ας μην νομίζουμε άλλωστε ότι ο καλλιτέχνης είναι ένα πρόσωπο που διακρίνεται από ουμανιστικές ιδέες και πρακτικές. Η ιστορία της τέχνης μάς αφήνει άναυδους για το ποιοι υπήρξαν ορισμένοι απ' αυτούς που δημιούργησαν τα αριστουργήματα και εμψύχωσαν χαρακτήρες προεκτείνοντας τον πραγματικό κόσμο. Πρέπει να μας αφορά το έργο, η κάθαρση που δίνει πάντα η πράξη της τέχνης, όχι ο δημιουργός και ο μύθος του. 



*Τι κάνει ένα ποίημα διαχρονικό; 


Κάθε έργο, ως άρτια μορφή, είναι εξ' ορισμού διαχρονικό. Το λέω με ένα απλό παράδειγμα καμιά φορά. Βλέπουμε σε μια παλιά ταινία τα αυτοκίνητα, τα ρούχα, ένα μοντέλο τηλεοράσεως, ακούμε στους διαλόγους ονόματα ξεχασμένων πολιτικών και γεγονότων, επιστρέφουμε στη μόδα της εποχής. Ό,τι εμφανίζεται στις εικόνες είναι ξεπερασμένο. Παλιό. Η ίδια η ταινία όμως, είναι νέα. Δεν έχει παλιώσει. Να σκεφτούμε λοιπόν, τι είναι αυτό που μεταμορφώνει και στερεώνει τα πράγματα, τα κάνει έργο, μια αξία άχρονη, «διαχρονική» όπως λέτε. Επιχείρησα αυτή την εισαγωγή ενώ κατάλαβα ότι θέλετε να πείτε κάτι άλλο. Με τη δική σας έννοια, λοιπόν, δεν υπάρχει κάτι που εξασφαλίζει για πάντα μιαν αξία. Μιλάμε γι αυτό που γνωρίζουμε από τους αιώνες και τις χιλιετίες. Οι εποχές φέρνουν πάνω κάτω τα κριτήρια. Σήμερα μοντέρνος είναι, ας πούμε, ο Καβάφης, ενώ ο Παλαμάς φαίνεται παλιωμένος, χθεσινός, μεγαλόστομος. Ποιος μας λέει -αν υπάρχουν σε 200 χρόνια τα ελληνικά-, ότι τα κριτήρια θα είναι τα ίδια; Είναι πολύ σχετική η εικόνα του «διαχρονικού». Μυριάδες έργα έχουν χαθεί κι άλλα τόσα έχουν εμφανιστεί από τη λήθη. 



*Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας έναν στίχο που σημαίνει πολλά για εσάς; 

[...] «Τα παιδιά που θα βρουν τα κοκαλά μας, δεν θα σκεφτούν ποτέ ότι κάποτε αυτά υπήρξαν γρήγορα, σαν αλεπούδες στην πλαγιά» [...] Στίχος από ποίημα του Αμερικανού ποιητή Ουάλας Στίβενς (1875-1955). Στο σκηνικό της αμερικάνικης εξοχής, μας αναστατώνει η σίγουρη προφητεία της μοίρας μας. 

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Σκέψεις μετά την ανάγνωση δυο κειμένων του Κώστα Μαυρουδή



Της Πόλυ Χατζημανωλάκη

Ο Καρλ Γιουνγκ σε μια επιστολή του στον Τζέημς Τζόυς, όταν εκείνος είχε στείλει για να διαβάσει τον Οδυσσέα του, του έγραψε,  ότι μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες που κατέβαλε για να τον διαβάσει, τελικά τα κατάφερε αφού μπόρεσε να προσεγγίσει το κείμενο επινοώντας αυτό που ονόμασε  “visceral reading”. Μια ανάγνωση δηλαδή που δεν έγινε με το νου, αλλά κατεβάζοντας το κατώφλι της συνείδησης,  ώστε το κείμενο να τον προσεγγίζει στα σπλάχνα του…

Αναφέρω αυτή την εικόνα από την τέχνη της  ανάγνωσης – εκεί που για να προσεγγιστεί ένα σπουδαίο έργο ο επαρκής αναγνώστης επινοεί και ομολογεί  ένα  «τέχνασμα»,  για να την μεταφέρω στην τέχνη της  γραφής και μάλιστα της  ποίησης. Εκεί δηλαδή που ο ποιητής, επιλέγει να κατεβάσει το κατώφλι των εσωτερικών νοητικών του αντιστάσεων και να εκτεθεί, επιλέγοντας το περιβάλλον την φιλόξενης (αν και ματαιωτικής) άνοιας του συνομιλητή του, του γονιού  του εν προκειμένω.  Αυτό θα του επιτρέψει να ανατρέξει και να αναδομήσει δημιουργικά  με τους συνειρμούς του και να επανέλθει στις κοινές τους αναμνήσεις, χωρίς να συναντήσει τις αντιστάσεις και τις απαγορεύσεις του πατρικού υπερεγώ, ποντάροντας έτσι σε μια  ενεργό ματαιότητα της επικοινωνίας. Αφού δεν μπορεί δηλαδή να πάρει άλλου είδους απόκριση μια και ο συνομιλητής του, εν ανοία, είναι προ πολλού απών… Η ποιητική συλλογή έχει τίτλο "Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια" 

Συνομιλίες λοιπόν με ένα φάντασμα, στοχασμοί για την ιστορία, τη μνήμη, το εφήμερο, στην παιδική ηλικία του αφηγητή – εκεί που ο ανιών τον κρατά σταθερά από το χέρι και του μεταδίδει αταβιστικά τον αισθητισμό της σκέψης του -  με την αγωνία πάντοτε σε αυτές τις συνομιλίες/αναδρομές να συλλάβει και να σταθεροποιήσει εικόνες, συνομιλίες, στιγμές από το παρελθόν, αφού όλα τα έχει παρασύρει το εφήμερο…

« με την αναπαράσταση ταριχεύουμε το τρέχον (το εφήμερο ζώο). Με την αναπαράσταση ακούει πάλι το όνομά του εκείνο που υπήρξε […] απέναντι στην κίνηση που ξεφεύγει, ο ποιητής βυθίζει τα γεγονότα στα υγρά, προσπαθώντας να στερεώσει κάτι ελάχιστο αυτού του περιπάτου»…


Προσπάθεια να στερεωθεί – ορολογία φωτογραφίας -  το ελάχιστο της μνήμης απέναντι στο εφήμερο, που ωστόσο αποτελεί το αναπόσπαστο πλαίσιο για να γίνει αυτή η στερέωση. Όπως ο Κικέρωνας με την περίφημη μεταφορά του για τη μνήμη, προς όφελος της τέχνης του της ρητορικής αντιστοιχίζει τις imagines agentes του,  σε χωριστά δωμάτια στο περίφημο παλάτι της φαντασίας του, όπου περιδιαβαίνει νοερά συλλέγοντας τα μέρη της ομιλίας του, έτσι και ο ποιητής μετατρέπει ολόκληρο το εφήμερον της ζωής του, σε μηχανισμό που πυροδοτεί τη διαδικασία της «στερέωσης»:

«με τη βροχή στη λεωφόρο που δεν προχωρεί συνήθως με παρηγορεί το ραδιόφωνο»

«πήγα και ψήφισα νωρίς με ελάχιστη κίνηση»

«εύκολα ανέβηκα την άδεια Κηφισίας, ακούγοντας στο Δεύτερο αναδρομή σε εκλογές του περασμένου αιώνα»

«ένα σοκολατάκι με γέμιση κονιάκ. Θα το ξετυλίξω εγώ. Κρατήστε το χρυσόχαρτο που σας αρέσει»…αναζητώντας πάντα, στην περιδιάβασή του από τα πιο λεπταίσθητα θέματα της ιστορίας, της ανάγνωσης, της μνήμης… το φάρμακον, το «αντίδοτο στο χρόνο»…

Τόνισα αυτή την ιδιόμορφα νοηματοδοτημένη αναφορά στην άνοια ως θερμοκήπιο για να βλαστήσει η ποιητική γραφής του Kώστα  Μαυρουδή, γιατί κατά σύμπτωση, αμέσως μετά από την ποιητική του συλλογή «Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια» διάβασα το μη δυνάμενο εύκολα να καταταγεί σε λογοτεχνικό είδος έργο του, την  «Στενογραφία», που βρίσκεται στον αντίποδα ακριβώς αυτής της γραφής. Τα άνθη που καλλιεργούσε  προστατευμένα στη θαλπωρή του θερμοκηπίου των συνομιλιών εν ανοία, ευρίσκονται αίφνης εκτεθειμένα στις σκληρές καιρικές συνθήκες του αγρού…Μικρά ευθύβολα, ακριβή ποιητικά και στοχαστικά κείμενα, συγκροτούν τον άλλο πόλο όπου υπάρχει ο ποιητής. Το Σύμπαν της οξύνοιας που με τον σαφή και ενίοτε προκλητικό τρόπο της έκφρασης, ωθεί την λογική στα άκρα διατυπώνοντας λαμπερούς  «αφορισμούς» για την Ιστορία, την αισθητική, τη λογοτεχνία, για την προσωπική του μυθολογία με κοφτερή  συνέπεια,  καλούν τον απέναντι συνομιλητή, όχι μόνο να στοχαστεί αλλά κάποιες φορές να διαφωνήσει, να εξεγερθεί απολαμβάνοντας και θαυμάζοντας, χωρίς την υπεκφυγή της «άνοιας», την καταστατική συνθήκη του προηγούμενου τρόπου έκφρασης…

«…Όλα τα ογκώδη και δύσβατα αριστουργήματα της παγκόσμιας γραμματείας διατήρησαν το δραματικό περιεχόμενο των λεπτομερειών τους σε αριστοκρατική απομόνωση, μένοντας ανενόχλητα από τον μέσης αντοχής επισκέπτη»

γράφει, μιλώντας για τα γνωστά σύμβολα που αναφέρονται από τους πολλούς που δεν ολοκλήρωσαν την αναγνωστική διαδρομή σε κλασσικά έργα, και μιλούν μόνο για την κλεμμένη φρατζόλα του Γιάννη Αγιάννη, τους ανεμόμυλους στον Δον Κιχώτη και την περίφημη – κλισέ πια – αναφορά στην μαντλέν του Χαμένου Χρόνου…

Ή ακόμα

«η άμμος θυμίζει πάντα τη λογοτεχνία. Όχι μόνο με την έννοια της απειρίας, αλλά ως τόπος όπου ο αναγνώστης – στρουθοκάμηλος,  κρύβει το κεφάλι του, μένοντας ο υπόλοιπος βορά στον πραγματικό κόσμο»

Και ο συγγραφέας  όμως και τα κείμενά του, βορά στον πραγματικό κόσμο εδώ…

Εκείνο όμως που προέχει είναι πάντα η ποίηση. Εν ανοία ή οξυνοία, παραφράζοντας τον Ελύτη, και από τις δυο μου όψεις ίδιος είμαι. 


Πόλυ Χατζημανωλάκη
28.10.2011

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Επιστρεψιμότητα ή «όλα στο μέλλον προχωρούν»;


Διαβάζοντας τις «Τέσσερις εποχές» του Κώστα Μαυρουδή


Από την Πόλυ Χατζημανωλάκη


To εξώφυλλο  του βιβλίου  κοσμεί το Tango του Michael Sowa, του  ζωγράφου με τις ιδιότροπες σουρρεαλιστικές απεικονίσεις των ζώων (που έγιναν γνωστές στο ευρύ κοινό χάρη στους πίνακές του που κοσμούσαν το υπνοδωμάτιο της Αμελί στην ταινία)
Τα πρόσωπα των χορευτών δεν φαίνονται, τα σώματά τους ακίνητα ή ακινητοποιημένα, αγκαλιασμένα σφιχτά για τις ανάγκες της χορογραφίας. Δεν ακούγεται η μουσική και ο χρόνος, η κίνηση,  ο στροβιλισμός των σωμάτων προβάλλεται στο πάτωμα και παντού: με αδιάφορες και βιαστικές πινελιές καλύπτει το φόντο…Δεν γλυτώνει το φόρεμα της ευτραφούς κυρίας…Ο εξόριστος χρόνος επανέρχεται. Ίσως και να είναι πιο σημαντικός στη φούρια του από τις ακίνητες φιγούρες…

Όσο δηλαδή και να θέλει να κρατηθεί η αμετακίνητη εικόνα των χορευτών, σταθερή και αιώνια, η κίνηση διαφεύγει στο υπόβαθρο και οι πινελιές εν τέλει, περνούν αδιάφορα και καλύπτουν με την ομίχλη τους…

Αν επέμεινα κάπως στο σχολιασμό του  πίνακα του εξωφύλλου είναι γιατί θαρρώ – αυτό βέβαια το αντελήφθην μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Κώστα Μαυρουδή – ότι  πρόκειται για μια παραλλαγή στο ίδιο θέμα με το βιβλίο:
Οι εποχές που επαναλαμβάνονται, δίνοντας την απατηλή εντύπωση της  αιώνιας επιστροφής, της σταθερότητας και της αθανασίας ενώ επάνω τους καρφιτσώνεται η χρονολογία, η φθορά που καλύπτει με την αχλύ της τη μνήμη, που όλα τα σαρώνει…

«Νοέμβριος του ʼ56, για να είμαστε συγκεκριμένοι
στο σπίτι είχαν εισβάλει πρωτοσέλιδα τανκς»

από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής σε αρχάριο ποιητή και μετά παντού μπρος πίσω:
«χίλιαεννιακόσιαπενήνταεννιά», 1977, 1953, χρονολογίες της προσωπικής του μυθολογίας,  «ακμαία ενός έτους η ΕΡΕ», αλλά και της ιστορίας που τον περιβάλλει και τον αφορά, όπως το 1715 (το έτος γεννήσεως  του Jean Baptiste de Gribeauval του μηχανικού του γαλλικού στρατού που το όνομά του είχε ένας δρόμος στο Παρίσι «η μικρή παρισινή οδός που με φιλοξενούσε»…ή το 1930, για να αναφερθεί στο τότε πορτρέτο του Λόρκα…

Το ταξίδι στο Κομπρέ των αναμνήσεων, που έρχονται ταξινομημένες περιοδικά στο άρμα των εποχών επιτελείται με την ανάκληση  εκλεκτών στιγμών της βιογραφίας  του αφηγητή που με τους «στίχους στερεώνει ένα σύμπαν πιο σταθερό και από το χαλκό». Από τους χαρακτήρες του εγχειρίδιου του μαθήματος των Αγγλικών, τις υπογραμμίσεις του πατέρα στο βιβλίο και το τρένο των συνειρμών στην ανάγνωση της Μαντάμ Μποβαρί, θραύσματα αναμνήσεων σε ένα πλοίο, σε μια σχολική τάξη, σε μια λουτρόπολη, σε μια γιορτή Χριστουγέννων στην Αυστρία, παραμονή Πρωτοχρονιάς στο Παρίσι…στιγμές ιδιωτικές, εύθραυστες, που προκαλεί εναγωνίως τον αναγνώστη να αναμετρηθεί μαζί τους…


Η αγωνία της ξενότητας – για να χρησιμοποιήσω τη λέξη που χρησιμοποίησε ο Νάσος Βαγενάς για τον Ανδρέα Κάλβο – το πόσο αφορά τον Άλλο αυτή η κατάδυση στο βυθό των τόσο προσωπικών αναμνήσεων και η θεραπευτική σκέψη – όχι μόνο για τον αναγνώστη αλλά και για τον αφηγητή – πώς ό, τι γράφεται αφορά και αυτόν…

Όλα συμβαίνουν στο ποίημα – «η λουτρόπολη είναι μια λουτρόπολη», του απαντά ο ποιητής (στον αναγνώστη «που πάντα επιθυμεί διευκρινίσεις») που κατοικεί στο κείμενο…»
Εκεί του δείχνει  το Κομπρέ, τον  Τόπο του χαμένου χρόνου, τον τόπο των αναμνήσεων…και ο αναγνώστης του εκεί θα τον συναντήσει, με τρόπο ανεξήγητο γιατί ό, τι γράφεται, αν και ξένο, αφορά και αυτόν…
«Ό, τι πέρασε αφορά και αυτόν» παρά το ότι – λέει ο αναγνώστης
«εγώ μεγάλωσα σε άλλη πόλη»…


Εποχές λοιπόν, επαναλήψεις, επέτειοι. Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιές, διακοπές…όχι για να πυροδοτηθεί η αλυσίδα των συνειρμών και των αναμνήσεων, αυτό που έκανε το άρωμα του τσαγιού με τη μαντλέν στον Προυστ, αλλά για να σταθεροποιηθεί ο χρόνος…να ελεγχθεί…για να πετύχει ο Ποιητής την τέλεια επιστροφή, την «Επιστρεψιμότητα»…
Εκεί που φαντάζεται πως ίσως είναι δυνατόν να συμβεί όταν γράφει:

«από το ναό βγαίνει το ζεύγος Στάντλερ
επαναλαμβάνοντας ανάστροφα την πρωινή πορεία από το
σπίτι.

Πρωινό στην κουζίνα.
Το γάλα πλάγιος πίδακας, επιστρέφει στη φιάλη του, τα δημητριακά επιστρέφουν στη συσκευασία της Νεστλέ.
Με τις πιζάμες του ο σύζυγος
Βαδίζει ανάποδα προς το κρεβάτι
[…]»
Και παρακάτω:
«όπως συμβαίνει (αν θυμάστε) στην ταινία του Βερτόφ
ο χρόνος κινείται αντίστροφα,
το ψωμί επιστρέφει στο αλεύρι…»

Οι πινελιές του εξώφυλλου, μας προδιαθέτουν πια, για το ανέφικτο:

«…κανείς αν εξαιρέσουμε τα τρικ του σινεμά,

Δεν επιστρέφει με την πλάτη.
κανείς δεν ξαναβρίσκει
Την παλιά του θέση.
Η πόλη ας υπόσχεται ό, τι θέλει
[…]
Χριστούγεννα ή όχι
όλα
στο
μέλλον
προχωρούν.
Σε
μια
κατεύθυνση

βαδίζουμε,
Zum
Jungen
Fuchs,
στην
ίδια
ευθεία
όλοι
πάμε.» 


«Όλα στο μέλλον προχωρούν» και η μόνη που ξέρει (κάπως) από φάρμακα, είναι η Τέχνη της Ποιήσεως: «νάρκης του άλγους δοκιμές, εν φαντασία και λόγω»


Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

Facebook





  • Δεν φτάνουν όλα τα άλλα, πρέπει κανείς να διαβάζει με το σοβαροφανή τους στόμφο, τις γνωστές νεοελληνικές δοξασίες και τα στερεότυπα: "Ο πολιτισμός, η βαρειά μας βιομηχανία", Η Ελλάς (η νέα), κοιτίδα της Δημοκρατίας", και άπειρα παρόμοια. Τελικά, σε κάθε εποχή, η αθωότητα και ο απλοικός αυτοθαυμασμός καταυγάζονται από την αυτάρεσκη χρήση συρμών και κοινών τόπων.

  • Νομίζω ότι στις Χαμένες ψευδαισθήσεις που διάβασα, κείμενο του Μπαλζάκ γραμμένο μεταξύ του 1830 και του '40 , ακούγεται έμμεσα αλλά με σαφήνεια η μακρινή προφητεία για το ηλεκτρονικό βιβλίο, δύο εκατονταετίες αργότερα. Ο συγγραφέας, ερμηνεύοντας την οικονομία των κλιμάκων στην εποχή του, γράφει: "Τα έργα του Βολτέρου, τυπωμένα στο δικό μας χαρτί (velin), ζυγίζουν 250 λίβρες, ενώ σε κινέζικο δεν θα ξεπερνούσαν τις 50. Η μείωση του όγκου των βιβλιοθηκών θα είναι πρόβλημα πολύ δύσκολο να λυθεί, σε μια εποχή που ο γενικός περιορισμός των πραγμάτων και των ανθρώπων δεν εξαιρεί ούτε τις κατοικίες τους. Στο Παρίσι τα μεγάλα διαμερίσματα και τα μέγαρα θα κατεδαφιστούν" [...]

    Και καταλήγει: "Τι ντροπή για την εποχή μας να παράγει βιβλία χωρίς διάρκεια!"



  • Με το προηγούμενο σχόλιο αναφερθήκαμε στις προφητικές νύξεις ενός γάλλου συγγραφέα. Ας δούμε και μια αναφορά του δικού μας Δ. Βικέλα, που εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά επίκαιρη. Λουκής Λάρας. Ο νεαρός Λουκής, με ένα ραβασάκι του προύχοντα Μαυρογένη (πατέρα της Μαντώς) ταξιδεύει, αν θυμάμαι καλά, στις Σπέτσες (ή μήπως στο Ναύπλιο;) και συναντά τον Φ. Νέγρη. Εκείνος, για χάρη του φίλου του "διορίζει" τον νεαρό Λουκή σε μια θέση γραμματέως, προσέξτε, α ν κ α ι ό τ α ν θα απελευθερωθεί η πόλη. Με άλλα λόγια, το πρώτο ρουσφέτι και ο πρώτος διορισμός στη χώρα μας καταλαβαίνουμε ότι έχουν συμβεί πριν καν αυτή αποκτήσει κρατική οντότητα!!!. Καμιά μιζέρια δεν είναι χωρίς ιστορία.

  • Στην προηγούμενη ανάρτηση, ένα κείμενο του 19ου αιώνα μιλούσε για το πρώτο, ως φαίνεται, ρουσφέτι και διορισμό στην ιστορία μας. Η πεζογραφία δίνει συχνά χαριτωμένες μαρτυρίες. Διαβάζοντας το δημοφιλέστερο διήγημα του Παπαδιαμάντη ("Όνειρο στο κύμα") βλέπει κανείς με έκπληξη ότι η βίαιη καταπάτηση των ακτών θάλλει από τις ημέρες εκείνες. Ο ευκατάστατος πατριός της Μοσχούλας (που ο νεαρός βοσκός τη βλέπει έκθαμβος, γυμνή στη θάλασσα, υπό το σελινόφως) έχει φράξει τον αιγιαλό, περικλείοντας τον πύργο και το τεράστιο κτήμα του. "...Ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων μέτρων την ακτή", ομολογεί το κείμενο. Πολύ πριν εγκατασταθούν οι σύγχρονες επαύλεις, τα θηριώδη ξενοδοχεία, οι ταβέρνες και τα λαικά αυθαίρετα, έχουμε τις πρώτες αναφορές για το φαινόμενο. Θέλω να πώ: "Αγανακτισμένοι" και μή, με αυτές ή με άλλες ερμηνείες για τις ευθύνες και τη μοίρα μας, διαθέτουμε ήθη και παραδόσεις που συχνά δίνουν ενδιαφέρουσες απαντήσεις.

  • Σταματώ την ανάγνωση στην σελ. 115, για να υπογραμμίσω αυτό το σημείο. Παίρνουμε συχνά ένα μολύβι όταν η λογοτεχνία, όπως εδώ, ταυτίζεται με την τέρψη και τον αιφνιδιασμό της μ ε τ α φ ο ρ ά ς. Γιατί, πώς αλλιώς πανηγυρίζει αυτή η εμπειρία παρά με το απρόσμενο άλμα του κοινότοπου σε έναν κόσμο πηγαίας ποίησης και ευφάνταστης αναγέννησης του καθημερινού; "...Είχα ανάγκη από τον θεό. Μου τον έδωσαν, τον πήρα χωρίς να καταλάβω πως τον ζητούσα. Φυτοζώησε μέσα μου για λίγο κι ύστερα πέθανε. Σήμερα, όταν μου μιλάνε γι αυτόν, λέω με το χωρίς τύψεις ύφος ενός γηραιού γόητα που συναντάει μια τέως καλλονή: 'Πριν από πενήντα χρόνια αν δεν είχε μεσολαβήσει αυτή η παρεξήγηση που μας χώρισε, κάτι θα μπορούσε να έχει γίνει μεταξύ μας' ".

  • Πολύ συχνά, πρόσωπα εντάχθηκαν σε ανοίκειους χώρους, τόσο που να μοιάζουν με το σώμα που μένει ξεσκέπαστο κάτω από την κοντή κουβέρτα. Δύσκολα καταλαβαίνουμε τ ι και π ώ ς σπρώχνει κάποιον στην "ομάδα" και τη σ χ ε τ ι κ ή της αλήθεια. Κατά μιαν έννοια, καμιά στέγη δεν μπορεί να σκεπάζει -όπως έλεγε ένας παλιός μου "δάσκαλος"- το ίδιο αποτελεσματικά τον κοντό και τον ψηλό, τον ωραίο και τον άσχημο, τον πλούσιο και τον φτωχό. Δεν χωρούν όλοι το ίδιο. Γι'αυτό, εκ προοιμίου, είναι αμφίβολη και ληξιπρόθεσμη η θαλπωρή κάθε "Εκκλησίας". Απ' τα πιο χαριτωμένα παραδείγματα είναι ο αριστοκράτης (και συγκεκριμένης ερωτικής κλίσεως) σκηνοθέτης Λουκίνο Βισκόντι, που ανήκε στο Κ.Κ.Ιταλίας. Το 1946, νομίζω, παρακολουθούσε μια συγκέντρωση του κόμματος για το Δημοψήφισμα που αφορούσε την τύχη της Μοναρχίας. Ο κομμουνιστής ομιλητής, αφού ανέπτυξε διάφορα, κατέληξε ως εξής. "...και εκτός των όσων είπα, σύντροφοι, πρέπει να αποφασίσουμε: εν τέλει, θέλουμε έναν ομοφιλόφιλο μονάρχη στη χώρα μας;". Ενώ το κοινό επευφημούσε ενθουσιασμένο, ο Βισκόντι, μπορούμε να υποθέσουμε, σκεπτόταν τη μεγάλη αλήθεια που γνώριζε: ότι οι συγγένειες επικυρώνονται με τις στενότερες και αμεσότερες ταυτίσεις. Εκείνες που παράγουν οι κλίσεις του σώματος και οι άλλες κυρίως, οι λεγόμενες πνευματικές.




















Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Ρόδος







Ο γυφτάκος, σε μια Πύλη των τειχών της Ρόδου, ανήκε σε οικογένεια επαιτών. Είχαν έρθει από την Καλαμάτα. "Η Ρόδος είναι Καλαμάτα;" με ρώτησε. "Όχι", του είπα, είναι αλλού, άλλη πόλη". "Μου λένε ότι είναι το ίδιο", είπε. Πολύ αργότερα σκέφτηκα ότι ο φιλόστοργος πατέρας ίσως τον βεβαίωνε πως δεν έχουν απομακρυνθεί από το σπίτι τους. Τον προστάτευε με την ανακρίβεια, του μείωνε το άγχος της απόστασης και έκανε οικείο τον τόπο της "δουλειάς". Τα μικρά Εγγλεζόπουλα, αντίθετα, ασκούνται από τώρα στη γοητεία της μετακίνησης και του εξωτικού.





Ρόδος, 3.9.'11.Tρώγαμε λοιπόν δυο ομελέτες στις Πεταλούδες, σε ένα εστιατόριο με το έτος ιδρύσεως 1948 στην πόρτα του. Ο ηλικιωμένος κύριος που μας σέρβιρε μας εξηγούσε ότι μιλούσε με άνεση ιταλικά διότι πήγε σε ιταλικό σχολείο, πως ακόμα κι αυτά τα μονοπάτια που βλέπουμε (και οι πέτρες τους) είναι έργα εκείνης της εποχής. Κι ενώ εκείνος μιλούσε, ο ομοτράπεζός μου ψιθύρισε: Απέναντί μας, κάτω από την καρέκλα, υπάρχει φωτογραφικό θέμα. Τι λες, δεν προσπαθείς, κάπως διακριτικά





Νάμαστε και στην περίφημη κοιλάδα με τις πεταλούδες. Κομψά, ανηφορικά χιλιόμετρα που τα παρακολουθούν ρυάκια, ήπιοι καταρράκτες, και λιμνούλες με νούφαρα που είχα χρόνια να δω. Οι πεταλούδες (ένα και μόνο είδος) κοιμούνται απαρατήρητες πάνω στους κορμούς των δέντρων και σπάνια τις βλέπουμε να πετούν. Το πάνδημο ενδιαφέρον και η κομψότητα μπορούν να συνυπάρχουν.
— με τον Vicente Fernández







Θυμάμαι ότι παλιά η Ρόδος (και ειδικά η κοιλάδα με τις πεταλούδες) ήταν τόπος επισκέψεως νεονύμφων. Η τοποθεσία είναι όντως ιδιαίτερη. Ανηφορικά χιλιόμετρα μέσα σε πυκνή βλάστηση ενός κομψού τοπίου, ένα διαρκές ρυάκι που γίνεται συχνά ήπιος καταράκτης, νερά στάσιμα (είχα να δω πολλά χρόνια νούφαρα), κατά διαστήματα καταράκτης, ωραίος σχεδιασμός (ιταλικός κι αυτός), πεταλούδες που μένουν στα δέντρα χιλιάδες αλλά απαρατήρητες. Στην έξοδο το παλιό εστιατόριο. Δυο χορταστικές ομελέτες και μια σαλάτα.





Ρόδος, 2.9.'11. Η Ακρόπολη



Πηγές Καλλιθέας (1928-1930), έργο των Lombardi και Bernabiti. Το καλοκαίρι του 1963 είχα δει με συγκίνηση την ταινία "Το δόλωμα" (με κάποια επιφύλαξη για τον τίτλο), που ένα μικρό μέρος της (το ραντεβού της Βουγιουκλάκη με τον Βαγγέλη Βουλγαρίδη) γίνεται εκεί.
Η Α. Βουγιουκλάκη συναντούσε τον Β. Βουλγαρίδη σ' αυτή τη μαγική είσοδο. Το έργο των Λουτρών στην Καλλιθέα (1928-1930) είναι των αρχιτεκτόνων Lombardi και Bernabiti. Αυτό που σκέπτεται κανείς είναι, πώς μέσα στο τίποτε (σε μιαν δαντελένια παραλία, για να είμαστε ακριβείς) μπορείς να φανταστείς και να χτίσεις την ανατολίτικη κομψότητα, τις πανάλαφρες εικόνες και τη φαντασμαγορία που προσφέρει το συγκεκριμένο έργο.



Ρόδος. Σήμερα το πρωί (2 Σεπτεμβρίου), στην Ακρόπολη (για τον Δημήτρη Χρ., στο Βερολίνο, που αγαπά κι αυτός τον παλιό κόσμο)




Ρόδος, 1.9.2011. Αυτός ο νεαρός Γερμανός, με τη στολή της Βέρμαχτ, μέσα στη μεσαιωνική πόλη, πού βρέθηκε. Και τι πρόθυμος στη φωτογραφία μου!



Μεσημβρινό γεύμα (ένα είδος ισπανικής ομελέτας με μισοτηγανισμένες πατάτες) με τα παιδιά του σεμιναρίου. Μας φωτογραφίζει ο Vicente (καθηγητής)









Ρόδος. Με την ομάδα του σεμιναρίου. Σχολή Μεταφρασεολογίας του Παν/μίου της Μάλαγα. Είμαστε στην είσοδο του Δημαρχείου. Πίσω μας το Palazzo del Governo (1926-1927), έργο του αρχιτέκτονα Florestano di Fausto, του χαρακτηριστικότερου εκπροσώπου της Ιταλικής Αποικιακής Αρχιτεκτονικής στα Δωδεκάνησα.





Ρόδος. Acquario, ή Istituto di biologia marina, όπως ονομαζόταν επί ιταλικής Διοικήσεως. Είναι έργο του αρχιτέκτονα Armando Bernabiti, 1934-1935. Η εικόνα θυμίζει σκηνικό της Αδριατικής από την Σινετσιτά, ή λεπτομέρεια από το "Amarcord. Πρέπει όμως να ξεχάσεις τα νεότερα κατορθώματα που το περιβάλλουν.


Ρόδος, 28.8.2011
\



Στην Ακρόπολη της Λίνδου