Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

Λόγος επικαιρότητας και λόγος αφιερωματικός

Το κείμενο είναι το Εντιτόριαλ του προσεχούς τεύχους του ΔΕΝΤΡΟΥ (νο 177-178). Θα κυκλοφορήσει στις αρχές Νοεμβρίου.


H ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΜΑΖΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΣΤΟ ΝΕΟΤΕΡΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ σφραγισε σε μεγάλο βαθμό το μεταμοντέρνο, τουλάχιστον όσον αφορά την πρόσμιξη και επαναξιολόγηση των ειδών. Μπορεί το φαινόμενο να υπήρξε θετικό, αλλά συνολικά ημάρτησε αντικαθιστώντας πολλές μορφές «σοβαρής» τέχνης με το μοντέλο της διασκεδαστικής έκφρασης (entertaining). Την έννοια, άγνωστη μέχρι τότε στο χώρο της αστικής αισθητικής, θα τη συναντήσουμε έκτοτε σε αναβαθμισμένες διατυπώσεις (στο μιούζικ χολ, στο ελαφρό θέατρο και στο σινεμά). Θα απευθυνθούν άνευ όρων στο ευρύ κοινό. Φυσικά η λογοτεχνία δεν έλειψε από το χορό, προτείνοντας ανάμεσα σε κάποιες αξιόλογες, λαϊκές εκφράσεις της και άλλες εντελώς καταναλωτικές πλευρές της. Η διαφημιστική και η μιντιακή μεσολάβηση διευκόλυνε τη σύγχυση μεγεθών, ανοίγοντας το δρόμο στο σημερινό δρώμενο: δηλαδή στο φαινόμενο κατά το οποίο η κοινωνική εικόνα των συγγραφέων υπερβαίνει το έργο τους. Στην Ελλάδα το φαινόμενο θριαμβεύει: η ανάγκη των πολλών για «θέαμα» τροφοδοτείται, δυστυχώς και με την αυτουργία συντελεστών της πνευματικής ζωής. Σε πολιτιστικές σελίδες εφημερίδων, εκτός των άλλων, υπάρχει πια ένα μέρος της ύλης αφιερωμένο στη «μικροπολιτική» της καλλιτεχνικής αγοράς, σε ένα, στην ουσία, life-style. Στο κοντινό παρελθόν μπορεί ο Τύπος να συναγωνιζόταν τα σοβαρά περιοδικά. Σήμερα, παρακολουθώντας την εποχή και το ύφος της, είναι αναπόφευκτο να παίζει και το ρόλο του «διασκεδαστή».


ΑΝΑΛΟΓΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟΣΤΕΙ ΜΕΓΑΛΑ, κεντρικα βιβλιοπωλεία, τα οποία, ξένα προς οποιονδήποτε πνευματικό χαρακτήρα, προτείνουν ένα θεαματικό πρόσωπο, συγγενικό με αυτό του εμπορικού πολυκαταστήματος. Πριν από λίγες 10ετίες, ο ιδιοκτήτης νέου, κεντρικού βιβλιοπωλείου αναρωτιόταν γιατί το κατάστημά του δεν είχε κίνηση. Απάντηση πήρε από κάποιον βιβλιόφιλο, ο οποίος παρατήρησε ότι η απουσία περσίδων στις μεγάλες τζαμαρίες επέτρεπε στους διερχόμενους να βλέπουν στο εσωτερικό όσους πελάτες έσκυβαν με κατάνυξη πάνω από τα βιβλία για να διαλέξουν, παραβιάζοντας τη μυστικότητα μιας προσωπικής ευγενούς πράξης... Σήμερα, οι παρουσίες στο χώρο των must βιβλιοπωλείων δεν θυμίζουν καθόλου «σκιές» στο άβατο του τυπωμένου χαρτιού, ούτε υποψήφιους χρυσοθήρες. Αυτοί που κινούνται εκεί είναι κυρίως ανέμελοι και αδιάκριτοι καταναλωτές ενός τυχαίου εμπορεύματος. To προϊόν των βιβλιοπωλείων αυτών «συνομιλεί» με την ποιότητα που συρρέει, και βέβαια με τη συνολική εικόνα που μας περιβάλλει: το επιφανειακό και το προφανές, οι παρουσιάσεις βιβλίων στο χώρο τους θυμίζουν κοσμικό γεγονός, ενώ το best seller και η ιδεολογία του δίνουν ταυτότητα και υπογράφουν το σκηνικό. Έτσι, η υποβάθμιση του ιδιαίτερου και ο συμφυρμός του με το «δημοφιλές» συντελούν ώστε η μαζική ελαφρότητα να έχει την τελευταία λέξη.


Η ΝEΑ ΑΥΤH ΤAΞΗ ΠΡΑΓΜAΤΩΝ, ΚΑΙ Η ΑΝAΓΚΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡAΣ ΝΑ ΠΡΟΣΑΡμοστεί στις καταναλωτικές συνθήκες της εποχής, οδήγησαν και στην εκδοτική κρίση. Το τέλος κάποιων «οίκων» και το οικονομικό αδιέξοδο ορισμένων παραδοσιακών επιχειρήσεων, που άλλοτε ήσαν δημιουργικοί θύλακες, είναι συνέπεια της σύγχρονης «συναίνεσης» απέναντι στα δεδομένα της «δημοφιλίας» και της μετανεοτερικότητας. Ο ανειδοποίητος αναγνώστης, μεταπράτης και κομιστής των τηλεοπτικών και παραδημοσιογραφικών αξιών, είναι πλέον ο πιο ισχυρός συνομιλητής του εκδοτικού χώρου. Κι αυτός ο τελευταίος υποχρεώνεται να ανταποκριθεί στις περιστάσεις, παράγοντας (ή μη αποκλείοντας) προγραμματικά το ευτελές.


TO ΑΦΙEΡΩΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟY ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟYΖΟ (1926-1990) Εδωσε αφορμή να ξαναδούμε το εύρος και το βάθος μιας ποιητικής, η οποία υποχρεώνει σε εγρήγορση και στη βεβαιότητα μιας αδυναμίας συστηματικής αποκρυπτογράφησής της. Οι προτάσεις του δημιουργού είναι κρυπτικές και μυστικές, αλλά ουδέποτε θα προσληφθούν ως χειρονομίες κατασκευής ενός ηθελημένα ασαφούς λόγου που σκοπεύει σε άκαρπη λεξιθηρία. Εάν κάποιος χάνει την ισορροπία και τον προσανατολισμό του με αυτό το έργο, μπορεί να σκεφθεί ότι εισέρχεται σε μια μεγάλη αναγνωστική περιπέτεια. Αυτό συμβαίνει γιατί ο αιφνιδιαστικός συνειρμός και η αλχημεία των λέξεων υπηρετούν μιαν εμφανή ανάγκη εξωτερίκευσης της αγωνίας απέναντι στο προσωπικό και καθολικό πρόβλημα. Οι χειρονομίες του Καρούζου προσκαλούν στην εμπειρία μιας παράδοξης ανάφλεξης. Η φράση, πριν αγγίξει το πλήρες νόημα, μας θυμίζει το φαινόμενο της θαυμαστής καταστροφής ενός «ξένου» σώματος κατά την επαφή του με την ατμόσφαιρα. Εάν το δει κανείς από την αντίθετη γωνία, η ποίησή του δίνει την εντύπωση ότι βρέθηκε στο κέντρο του Θαύματος, έτσι που να εκλύει ένα λόγο σχεδόν εκστατικό, λίγο πριν από τη σιωπή.


εικόνα: Isadore Weiner

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Η ζωή του κυρίου Πε Ρίπου

-


To διήγημα αυτό θα δημοσιευθεί στο επόμενο τεύχος του "Δέντρου", νο 176-177

του Χου Σι

Ξέρετε ποιος είναι ο πιο γνωστός άνθρωπος στην Κίνα;

Όπου και αν βρεθείς τον ξέρουν οι πάντες. Το επώνυμο του είναι Πε και το όνομά του Ρίπου. Η καταγωγή του θα μπορούσε να είναι από οποιοδήποτε νομό, από οποιαδήποτε επαρχία, από οποιοδήποτε χωριό. Σίγουρα τον έχετε συναντήσει. Σίγουρα έχετε ακούσει άλλοι να αναφέρονται σ’ αυτόν. Το όνομά του, κύριος Πε Ρίπου ([1]), βρίσκεται κάθε μέρα στο στόμα όλων ακριβώς, επειδή είναι ο εκπρόσωπος όλων των Κινέζων.

Στην όψη ο κύριος Πε Ρίπου είναι περίπου σαν εσένα και εμένα. Έχει δύο μάτια, όμως δεν βλέπει πολύ καθαρά. Έχει δύο αυτιά, όμως δεν ακούει πολύ καλά. Έχει μύτη και στόμα, όμως η όσφρηση και η γεύση του δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Αν και δεν υπολείπεται σε φαιά ουσία, ωστόσο η μνήμη του δεν είναι καλή. Οι απόψεις του είναι απλοϊκές.

Πολύ συχνά λέει «Αν κάτι είναι στο περίπου τότε είναι μια χαρά. Για ποιο λόγο να είναι στην εντέλεια;».

Όταν ήταν μικρός, η μητέρα του τού ζήτησε να αγοράσει μαύρη ζάχαρη, αυτός όμως γύρισε πίσω έχοντας αγοράσει άσπρη ζάχαρη. Η μητέρα του τον μάλωσε και αυτός κουνώντας το κεφάλι του της λέει: «Μαύρη ζάχαρη, άσπρη ζάχαρη, δεν είναι περίπου ίδιες;».

Όταν ήταν στο σχολείο, ο δάσκαλος τον ρώτησε: «Δυτικά της επαρχίας Τζίλι ([2]), ποια επαρχία είναι;».

Είπε ότι είναι η επαρχία Σαάνσι. Ο δάσκαλος του είπε: «Λάθος. Είναι η επαρχία Σάνσι, δεν είναι η επαρχία Σαάνσι». Και αυτός του λέει: «Σαάνσι και Σάνσι δεν είναι περίπου το ίδιο;».

Αργότερα δούλευε ως υπάλληλος σε μια τράπεζα. Μπορούσε να γράφει και να κάνει υπολογισμούς, μόνο που δεν κατάφερνε να είναι προσεκτικός και σωστός. Το ιδεόγραμμα του δέκα πολύ συχνά το έγραφε σαν ιδεόγραμμα του χίλια. Το ιδεόγραμμα του χίλια πολύ συχνά το έγραφε σαν δέκα. Ο διευθυντής θύμωνε και συχνά τον μάλωνε. Αυτός χαμογελώντας, για να τον ηρεμήσει, του είπε: «Το ιδεόγραμμα του χίλια με αυτό του δέκα διαφέρουν μόνο σε μια γραμμή, δεν είναι περίπου ίδια;».

Μια μέρα, λόγω μιας επείγουσας υπόθεσης έπρεπε να πάρει το τρένο για να πάει στη Σαγκάη. Έφτασε με το πάσο του στο σιδηροδρομικό σταθμό, καθυστερημένος δύο λεπτά και αφού το τρένο είχε ήδη αναχωρήσει. Έκπληκτος, με γουρλωμένα μάτια κοιτούσε τον καπνό του τρένου που απομακρυνόταν και, κουνώντας το κεφάλι του, είπε: «Καλύτερα να έρθω πάλι αύριο. Τι σήμερα πάω, τι αύριο, είναι περίπου το ίδιο. Όμως και αυτή η σιδηροδρομική εταιρία, πολύ συνεπής είναι. Είτε στις 8 και 30 αναχωρήσει το τρένο, είτε στις 8 και 32 δεν είναι περίπου το ίδιο;».

Μονολογώντας, σιγά-σιγά γύρισε στο σπίτι. Ωστόσο, μέσα του, δεν μπορούσε καθόλου να καταλάβει γιατί η σιδηροδρομική εταιρία δεν ήταν διατεθειμένη να τον περιμένει δύο λεπτά.

Μια μέρα ξαφνικά αρρώστησε. Αμέσως είπε στους συγγενείς του να καλέσουν τον γιατρό Γουα-άνγκ της Ανατολικής οδού. Οι συγγενείς του έτρεξαν γρήγορα, όμως δεν μπόρεσαν να βρουν τον γιατρό Γουα-άνγκ της Ανατολικής οδού. Κάλεσαν ωστόσο τον κτηνίατρο Γουάνγκ της Δυτικής οδού. Ο κύριος Πε Ρίπου, άρρωστος στο κρεβάτι, κατάλαβε ότι είχαν βρει τον λάθος άνθρωπο. Όμως ήταν άρρωστος, βιαζόταν, πονούσε, ανησυχούσε, δεν μπορούσε να περιμένει. Σκέφθηκε: «Ευτυχώς ο γιατρός Γουάνγκ και ο γιατρός Γουα-άνγκ είναι περίπου το ίδιο. Ας τον αφήσω να με εξετάσει». Ο κτηνίατρος Γουα-άνγκ πλησίασε το κρεβάτι και χρησιμοποιώντας μεθόδους της κτηνιατρικής πρόσφερε στον κύριο Πε Ρίπου θεραπεία. Πριν περάσει όμως μια ώρα ο κύριος Πε Ρίπου ξεψυχούσε.

Περίπου τη στιγμή που ο κύριος Πε Ρίπου πέθαινε, είπε χωρίς καθόλου να κομπιάσει: «Είτε ζωντανός είτε νεκρός είναι πε… πε… πε… ρίπου το ίδιο. Όταν όλα είναι πε… πε… πε… ρίπου το ίδιο, τότε όλα είναι μια χαρά. Για ποιο λόγο να είναι όλα στην εντέλεια;» Μόλις τελείωσε αυτή τη φράση- «σήμα κατατεθέν» εξέπνευσε.

Μετά το θάνατό του, όλοι επαινούσαν το χαλαρό τρόπο με τον οποίο ανέλυε και προσέγγιζε την κάθε υπόθεση. Έλεγαν ότι στη ζωή του δεν επιθυμούσε να είναι επιμελής και συνεπής, δεν επιθυμούσε να κάνει υπολογισμούς, δεν επιθυμούσε να προσχεδιάζει. Στ’ αλήθεια, ήταν ένας ενάρετος άνθρωπος. Γι’ αυτό του έδωσαν ένα μεταθανάτιο θρησκευτικό τίτλο, τον ονόμασαν ο Μεγάλος Δάσκαλος Γουέντονγκ .

Όσο περνούσε ο χρόνος η φήμη του έφθανε όλο και πιο μακριά, μεγάλωνε όλο και πιο πολύ. Αναρίθμητοι άνθρωποι μελέτησαν το παράδειγμά του. Και έγιναν όλοι ένας κύριος Πε Ρίπου. Έτσι όμως και η Κίνα έγινε μια χώρα τεμπέληδων…


Απόδοση από τα κινεζικά: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΜΠΑΣ

Ο Χου Σι (Hu Shih) (1891-1962) υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς κινέζους διανοούμενους. Γεννήθηκε στη Σαγκάη και σπούδασε φιλοσοφία στο Cornell University και αργότερα στο Columbia University (καθηγητής του ήταν ο John Dewey). Επέστρεψε στη Κίνα για να διδάξει στο Peking University. Υπήρξε ηγετική μορφή του κινήματος της «4ης Μαΐου» (1919) (ή Κίνημα για ένα Νέο Πολιτισμό), που αναμόρφωσε και εκσυγχρόνισε την πολιτική και πολιτιστική σκηνή της Κίνας. Αγωνίστηκε για την επικράτηση της μπάιχουα (η «δημοτική» εκδοχή της κινεζικής γλώσσας). Υπήρξε πρεσβευτής της (εθνικιστικής) Δημοκρατίας της Κίνας στις ΗΠΑ (1938-1942) και πρύτανης στο Peking University (1946-1948). Μετά την ήττα των εθνικιστών στον εμφύλιο τούς ακολούθησε στην Ταϊβάν, όπου και διηύθυνε το Ερευνητικό Ινστιτούτο Academia Sinica. Κήρυκας των δημοκρατικών αξιών, άσκησε κριτική στον ηγέτη των εθνικιστών Chiang Kai-shek και υπέστη την λογοκρισία του. «Η ζωή του κύριου Πε Ρίπου» δημοσιεύτηκε στις 28/6/1924, στην κινεζική εφημερίδα της Σαγκάης Shen-bao.



[1] Στην κινέζικη γλώσσα πάντα το επώνυμο προηγείται του ονόματος. (σ.τ.μ.)

[2] Παλιά ονομασία επαρχίας της Κίνας. Στην έκταση της περιελάμβανε τμήματα των σημερινών επαρχιών Χέμπεϊ, Χέναν, Σάνντονγκ και τις πόλεις Πεκίνο και Τιεντζίν. (σ.τ.μ.)

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Αναγνώσεις



Τα δύο αυτά κείμενα περιέχονται στο προσεχές τεύχος του "Δέντρου", (νο 177-178), στη στήλη "Αναγνώσεις". Το τεύχος, που θα κυκλοφορήσει στο τέλος Οκτωβρίου, είναι αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Καρούζο.


Η Σιωπή

[…] Υπό την εξουσία του Μάο, οι διανοούμενοι χαρακτηρίζονταν «Βρωμεροί Ένατοι» –η τελευταία και η χειρότερη κατηγορία των ταξικών εχθρών. Προορισμός τους ήταν να λειτουργούν ως ταπεινοί υπηρέτες της επανάστασης. Στην «Εκστρατεία ενάντια στη Δεξιά», τη δεκαετία του ’50, οι συγγραφείς που θεωρήθηκαν ότι είχαν εκτραπεί της πολιτικής ορθοφροσύνης εξορίστηκαν σε απομακρυσμένα στρατόπεδα εργασίας. Κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης περίπου 200 συγγραφείς σκοτώθηκαν ή οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία. […] Μετά το θάνατο του Μάο το 1976 και την πτώση της «Συμμορίας των Τεσσάρων», στην εξουσία ανέβηκε ο Deng Xiaoping (Ντενγκ Σιάοπινγκ). Αντιλήφθηκε ότι οι οικονομικές με­ταρρυθμίσεις ήταν ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλίσει το κομουνιστικό καθεστώς και να κερδίσει ξανά τη λαϊκή υποστήριξη. Ωστόσο η επιτυχία μιας τέτοιας κίνησης εξαρτιόταν από τη συνεργασία των διανοουμένων. Για να τους κατευνάσει ενθάρρυνε ένα πιο ανοιχτό κλίμα, χαλαρώνοντας τον κρατικό έλεγχο στις τέχνες. […]

Σύντομα ακολούθησε μια έκρηξη δημιουργικότητας στη λογοτεχνία. Ορισμένοι συγγραφείς πειραματίστηκαν με πρωτοποριακές λογοτεχνικές τεχνικές. Κάποιοι άλλοι ανακάλυψαν μια αίσθηση κοινωνικής υπευθυνότητας και εστίασαν στο σκοτεινό και έως τότε παραμελημένο περιθώριο της κοινωνίας και στις οδυνηρές αναμνήσεις τους από την Πολιτιστική Επανάσταση.

[…] Όμως η σφαγή στην πλατεία Τιέν Αν Μεν έβαλε τέλος σ’ όλα αυτά. […] Όσοι είχαν ενεργό ρόλο στο κίνημα […] είτε φυλακίστηκαν είτε εξαναγκάστηκαν σε εξορία. […] Πριν καλά-καλά η κυβέρνηση καθαρίσει το αίμα από τους δρόμους του Πεκίνου, άρχισε να σβήνει την τραγωδία από την Ιστορία. Παραλυμένοι από φόβο και τρόμο οι περισσότεροι κινέζοι συγγραφείς σιώπησαν. […] Έστρεψαν το βλέμμα τους από τον πραγματικό κόσμο και αποσύρθηκαν στις ανέσεις του χρυσού κλουβιού τους. […] Καθώς το καθεστώς άρχισε, ως αντιστάθμισμα στα αιτήματα για πολιτικές μεταρρυθμίσεις, να αναπτύσσει την οικονομία της αγοράς, οι μυθιστοριογράφοι διαπίστωσαν ότι η σιωπή τους στα πολιτικά ζητήματα ανταμείβεται πλουσιοπάροχα. […] Αν και επισήμως είναι κυβερνητικά στελέχη, αρνούνται να παραδεχτούν τη συνεργασία τους μ’ ένα καταπιεστικό πολιτικό σύστημα. Ένας διάσημος συγγραφέας συγκρίνει την πολιτική με τη μύγα: «Εάν το ζουζούνισμά της μ’ ενοχλεί, μπορώ να κλείσω το παράθυρο και να συγκεντρωθώ στην τέχνη μου». […] Δεν αντιλαμβάνεται ότι όταν κλείνει το παράθυρο, αυτό που αφήνει έξω δεν είναι απλώς η μύγα αλλά ένα ολόκληρο τοπίο ηθικής.

Ελάχιστοι από τους πιο θαρρα­λέους συγγραφείς τολμούν ακόμα να καταπιαστούν με ευαίσθητα θέματα, όπως η κρατική διαφθορά, τα δεινά των κινέζων αγροτών και το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Όμως, ενώ χύνουν δάκρυα συμπάθειας γρήγορα προσθέτουν ότι η κυβέρνηση καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για να λύσει τα προβλήματα. Δεν θέλουν να χάσουν τη δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Καθώς αναπτυσσόταν η οικονομία της αγοράς, μια νέα γενιά συγγραφέων αναδύθηκε. Αυτοί μπορούν να ζουν με άνεση από τα βιβλία τους, χωρίς να έχουν την ανάγκη κυβερνητικής υποστήριξης. Είναι οι επονομαζόμενοι «Χούλιγκαν-συγγραφείς», που εστιάζουν στην αποξένωση της νεολαίας των πόλεων. Είναι επίσης οι «Όμορφες γυναίκες-συγγραφείς», που παράγουν τόμους ναρκισσιστικής chick-lit. Παριστάνουν ότι είναι απολιτικοί, αλλά η άρνησή τους να αμφισβητήσουν τις βασικές δομές της κοινωνίας είναι από μόνη της μια πολιτική πράξη. Στην Κίνα, κάθε πλευρά της ζωής είναι πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της λογοτεχνίας.

[…] Σήμερα πλέον ελάχιστη ανάγκη υπάρχει για λογοκριτές της λογοτεχνίας. […] Η κινεζική λογοτεχνία είναι κυρίως λογοτεχνία του συμβιβασμού. Όμως το πραγματικό πρόβλημα δεν έγκειται τόσο στην ποιότητα αυτών που γράφονται, όσο στην τεράστια ποσότητα αυτών που δεν γράφονται, στις εμπειρίες και τα συναισθήματα που χάνονται χωρίς να καταγράφονται.
Ενώ οι αστέρες του λογοτεχνικού σύμπαντος έχουν αποτύχει να διαμορφώσουν ένα ανεξάρτητο κριτικό λόγο, ο ρόλος μιας ηθικής συνείδησης, κριτή του έθνους, έχει μείνει σε λίγους σχολιαστές […] και σε ένα μικρό στρατό γενναίων μπλόγκερ και δημοσιογράφων που έχουν την τόλμη να μιλήσουν για τις αδικίες. […] Οι πιο δυνατές λέξεις στην κινεζική γλώσσα πέρσι δεν γράφτηκαν από μυθιστοριογράφο, αλλά από έναν άγνωστο πολίτη, ο οποίος δημοσίευσε σε εφημερίδα του Sichuan (Σιτσουάν) μια αγγελία που έλεγε: «Σεβασμός στις μητέρες των θυμάτων της 4ης Ιουνίου». Ο νεαρός υπάλληλος, που ενέκρινε τη δημοσίευσή της δεν αντιλήφθηκε τη σημασία της ημερομη­νίας. Το ολίσθημα γρήγορα έγινε αντιληπτό από τις αρχές και τρεις εκ των συντακτών της εφημερίδας έχασαν τη δουλειά τους.

Στον κινεζικό λαό έχουν αρνηθεί τη γνώση του παρελθόντος του, όπως και το δικαίωμα να στοχαστεί πάνω σ’ αυτό. Μεγάλα κενά υπάρχουν στη συλλογική μνήμη του. Επαφίεται στους κινέζους μυθιστοριογράφους, ποιητές, μπλόγκερς και δημοσιογράφους, σ’ όλο τον κόσμο, να καλύψουν αυτά τα κενά.


ΜΑ ΤΖΙΕN

Απόδοση για το «Δ»: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΜΠΑΣ

Ο Μα Τζιέν (Ma Jian) είναι κινέζος συγγραφέας. Από το 1999 ζει αυτοεξόριστος στην Αγγλία. Στην ελληνική γλώσσα κυκλοφορούν τα έργα του Πεκίνο σε κώμα (Πάπυρος, 2009) και Ο μακαρονοποιός (Πάπυρος, 2007).




Φαντάσματα και σινεμά





[...] Αποκαλώ τους θεατές φαντάσματα», επειδή μου θυμίζουν κάτι που διάβασα πριν από χρόνια σ’ ένα διήγημα. Λένε ότι ήταν αληθινή ιστορία που συνέβη στην επαρχία Udon Thani. Συμπτωματικά πρόσφατα ανακάλυψα ότι πρόκειται να γυριστεί ταινία από την εταιρία Five Star Productions. Απ’ όσο θυμάμαι, η ιστορία ήταν κάπως έτσι: Κεντρικός χαρακτήρας ήταν ένας άνδρας που ταξίδευε προβάλλοντας ταινίες σε ναούς και χωριά. Μια μέρα, ένας μυστηριώδης άνδρας τον προσέλαβε για να προβάλει μια ταινία σ’ ένα ναό που ήταν πολύ μακριά. Όταν έφθασε και έστησε τη μηχανή είχε ήδη νυχτώσει. Σιγά-σιγά, μέσα στο σκοτάδι άρχισαν να καταφθάνουν άνθρωποι. Για όσο διάστημα προβαλλόταν η ταινία όλοι οι θεατές έμεναν αφοσιωμένοι στην οθόνη. Δεν εξέφραζαν κανένα συναίσθημα ούτε μιλούσαν μεταξύ τους. Ύστερα όλοι σηκώθηκαν και απομακρύνθηκαν. Την αυγή της επόμενης μέρας ο ιδιοκτήτης του κινηματογράφου αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν στο κέντρο ενός νεκροταφείου και ότι είχε πληρωθεί για να προβάλλει μιαταινία σε φαντάσματα.

Όταν τελείωσα την ανάγνωση της ιστορίας, αισθάνθηκα θλίψη. Όπως όλοι μας, ακόμα και τα φαντάσματα επιθυμούσαν να βλέπουν ταινίες. Ήταν φαντάσματα που ήθελαν να ονειρεύονται: πλήρωσαν με τα τελευταία χρήματα που είχαν για να αγοράσουν όνειρα, ό,τι δηλαδή είναι η ταινία. Στο σινεμά, αν παρατηρήσεις τους ανθρώπους γύρω σου, θα δεις ότι η συμπεριφορά τους είναι όπως αυτή των φαντασμάτων: σηκώνουν τα κεφάλια τους για να κοιτάξουν τις κινούμενες εικόνες μπροστά τους. Το σινεμά είναι όπως το φέρετρο, με σώματα που είναι ακίνητα σαν να ’ναι μαγεμένα. Οι κινούμενες εικόνες στην οθόνη είναι καταγραφές γεγονότων που έχουν ήδη συμβεί: είναι απομεινάρια του παρελθόντος που συνδέθηκαν και ονομάστηκαν ταινία. Σ’ αυτή τη σκοτεινή αίθουσα φαντάσματα παρα­κολουθούν φαντάσματα.

Αισθάνθηκα έτσι τον προηγούμενο μήνα, όταν είχα επισκέφτηκα ένα κινηματογράφο τέχνης στην Ταϊπέϊ, που λέγεται Spot Cinema. Τον διευθύνει ένας πολύ γνωστός σκηνοθέτης, ένας «Θεός», ο Hou Hsiao-Hsien3 και υποστηρίζεται από την κυβέρνηση που έχει παραχωρήσει τους χώρους. Η εσωτερική διακόσμηση είναι θαυμάσια. Υπάρχει βιβλιοπωλείο, κατάστημα με DVD, εστιατόριο, και καφέ που ονομάζεται Café Lumiere. Σε διάφορες γωνίες, σαν διακόσμηση, υπάρχουν φωτογραφίες από τις ταινίες του Hou. Πάνω από τις σκάλες υπάρχει η ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός άνδρα που καβαλά μια μοτοσικλέτα, μ’ ένα κορίτσι να κάθεται από πίσω του: σκηνή μιας από τις κλασικές του ταινίες. Ο ξεναγός μας ήταν κάποιος που είχε προ πολλού μπει στη μέση ηλικία. Μας έδειξε την εικόνα του νεαρού άνδρα στη μοτοσικλέτα και μας είπε ότι ήταν συμμαθητές στο σχολείο. Συγκινήθηκα ακούγοντάς τον. Σε λίγα χρόνια όλοι όσοι βρισκόμαστε εδώ θα έχουμε γίνει φαντάσματα. Ο μεσήλικας που μας ξεναγούσε φορούσε γυαλιά και ήδη είχε γκρίζα μαλλιά, όμως ο φίλος του στην φωτογραφία για πάντα θα παρέμενε στην ίδια ηλικία.

Μας αρέσει να κοιτάζουμε φαντάσματα, και σαν από ένστικτο θέλουμε να μπαίνουμε σε σκοτεινές αίθουσες. Μας συναρπάζει το ενδεχόμενο να ακούσουμε ιστορίες που να προέρχονται από αυτό το φως που τρυπά το σκοτάδι. Είναι σαν να επιστρέφουμε στην κοιλιά της μητέρας μας, βρίσκοντας εκεί καταφύγιο. Όπως συνέβαινε και στη διάρκεια του πολέμου στο Λάος: όταν οι άνθρωποι που ζούσαν στο μονοπάτι του Χο Τσι Μινχ, το μονοπάτι που έφτιαξαν οι κομουνιστές για να στέλνουν εφόδια στους Βιετκόνγκ στο Νότιο Βιετνάμ, δεχόταν επίθεση με βόμβες φωσφόρου κατά τη διάρκεια αεροπορικής επιδρομής και έβρισκαν καταφύγιο σε μια σπηλιά. Μέσα εκεί, εκατοντάδες απ’ αυτούς σκοτώθηκαν από δηλητηριώδη αέρια. Η σπηλιά πιθανόν να είναι ακόμα γεμάτη με οστά μικρών παιδιών και ενηλίκων. Εάν πας τώρα να την επισκεφθείς, ίσως δεις αληθινά φαντάσματα. Δεν χρειάζεται καθόλου να δεις μια ταινία.
Απιτσατπονγκ Ουερασεθακουλ


Απόδοση για το «Δ»: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΜΠΑΣ


Ο Απιτσατπόνγκ Ουερασεθακούλ (Apichatpong Weerasethakul) γεννήθηκε το 1970 στην Ταϊλάνδη. Σπούδασε Αρχιτεκτονική (στην Ταϊλάνδη) και κινηματογράφο (στο Σικάγο, ΗΠΑ). Το έργο του περιλαμβάνει εκτός από κινηματογραφικές ταινίες μεγάλου και μικρού μήκους και εικαστικές εγκαταστάσεις. Φιλμογραφία (μεγάλου μήκους): Mysterious Object at Noon (Dokfa nai meuman), 2000, Blissfully Yours (Sud sanaeha), 2002 – Χρυσός Αλέξανδρός Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, The Adventure of Iron Pussy (Hua jai tor ra nong) συν-σκηνοθεσία, 2003, Tropical Malady (Sud pralad), 2004 – Βραβείο Επιτροπής Φεστιβάλ Καννών, Syndromes and a Century (Sang sattawat), 2006, Uncle Boonmee Who Can Recall His Past Lives, 2010 – Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Καννών. Συχνά στις ταινίες του εμφανίζονται φαντάσματα.


εικόνες: William Degouve de Nuncques ( Belgian painter, 1867-1935) & Gabriel Cornelius Ritter von Max (Austrian, 1840- 1915)



Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

περιοδικό το δέντρο τεύχος 175 – 176 (καλοκαίρι 2010)

Αφιέρωμα στον Κ.Γ. Καρυωτάκη


Στην θερινή σύναξη υπό το Δέντρο 32 έλληνες συγγραφείς ξαναδιαβάζουν το έργο και την εποχή του Κ.Γ. Καρυωτάκη, η πεισιθάνατη ποίηση του οποίου γέννησε τον παραφιλολογικό μύθο του ιδανικού αυτόχειρα. Ευτυχώς τα γραπτά του αυτοκτόνου της Πρέβεζας σταδιακά αποφορτίζονται από το συγκινησιακό, παραλογοτεχνικό τους χαρακτήρα και μελετώνται για την ουσία τους.

Όλες οι λογοτεχνίες εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, κάθε μια με τον τρόπο της έγραφε ο Βύρων Λεοντάρης στις «Θέσεις» του το 1973 και ο Κώστας Βούλγαρης (Αγαπητέ Βύρωνα Λεοντάρη) τιμά εκείνο το κείμενο όπως του αρμόζει. Τον Καρυωτάκη δεν τον «συναντάς» παίρνοντας μια καρέκλα για να καθίσεις μαζί του, αλλά μόνο με έναν τρόπο: πέφτοντας «στο βάραθρο το αγριωπό». «Καρυωτακισμός δεν υπήρξε» ούτε θα υπάρξει ποτέ – πρόκειται για το «πιο ανύπαρκτο μυθολογικό τέρας της νεοελληνικής ποίησης», τονίζει ο Βούλγαρης, βλέποντας πως οι «αντιπροσωπικότητες» έχουν ήδη περίοπτη θέση τον Κανόνα και την αγορά και πως ο Καρυωτάκης έχει πλέον «ενταχθεί» και γίνει αποδεκτός σαν μια «προσωπικότητα – περίπτωση». Όμως ο Λεοντάρης προειδοποιούσε: Ο Καρυωτάκης δεν ορίζεται σαν προσωπικότητα, ορίζεται σαν πραγματικότητα. Άμεσα σχετιζόμενες είναι και οι αντιρρήσεις του Κ. Β. σχετικά για την τηλεοπτική σειρά που ενέταξε τον μέχρι πρότινος αποσυνάγωγο στην εβδομαδιαία καθημερινότητα κάθε νεοελληνικού νοικοκυριού, επιτυγχάνοντας την ευρύτερη δυνατή φιλολογική, λογοτεχνική και κοινωνική συναίνεση.

Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία πράξη όμως που μου αποδίδεται τη μισώ έγραφε ο ποιητής στην τελευταία αλογόκριτη επιστολή και ο Τάσος Ψαρράς (κατά φωνή) καταθέτει ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο ανίχνευσης της αποδιδόμενης χυδαίας πράξης. Αποκλείοντας το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, την μαστροπεία ή τις σχέσεις με γυναίκες ελευθερίων ηθών, οι σχετικές πηγές οδηγούν στο ενδεχόμενο της (κατηγορίας) εσχάτης προδοσίας, όπως βέβαια οριζόταν από το καθεστώς της εποχής, εξαιτίας των σχέσεων με τον Πέτρο Πικρό, υπόδικο επί εσχάτη προδοσία, και ενός γενικότερου εφιαλτικού αντικομμουνιστικού κλίματος εκβιαστών και ψευδομαρτύρων, στην σκληρή πολιτική πραγματικότητα της χώρας και ιδίως της επαρχίας.

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός (Ίδιοι άνθρωποι, άλλες εποχές…) συνδέει τις ιστορικές μορφές της Ηρωικής Τριλογίας και του Εις Ανδρέαν Κάλβον στο πρόσωπο του τελευταίου, που αποτέλεσε για τον Κ.Κ. διττό πρότυπο (του υμνητή επικών εποχών και του αντιρρησία, καταμηνυτή ιδιοτέλειας και διαφθοράς) και τώρα τον καλεί με ιδιότυπη «προτρεπτική αποτροπή» σε κοινό θρήνο. Η ποιητική της οδύνης του Θανάση Μαρκόπουλου εστιάζει στο μοτίβο της ζυγαριάς που χρησιμοποίησαν και οι Γιώργος Βαφόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης, σε μια ενδιαφέρουσα τριπλή σύγκριση, ενώ η Λίτσα Χατζοπούλου επιδίδεται σε μια (κυριολεκτικά, μεταφορικά και γραμματολογικά) Ρομαντική ανάγνωση του καρυωτακικού έργου. Μεταξύ των υπό σκιά διαλεγομένων οι Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Κούλα Αδάλογλου, Γιώργος Βαρθαλίτης, Δημήτρης Δημηρούλης, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, Δημήτρης Ραυτόπουλος, Στέφανος Ροζάνης, Συμεών Σταμπουλού, Κώστας Στεργιόπουλος κ.ά., όπως και οι πολύ παλαιότεροι, σε χρήσιμες αναδημοσιεύσεις (Τέλλος Άγρας, Τίμος Μπαλάνος)

Ο αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Αντιλαμβάνεται (και συχνά μεταδίδει) άλλα πράγματα, ευστοχεί για άλλη μια φορά γράφοντας ο Κώστας Μαυρουδής, κι ένας νέος χώρος αποσκευών του, η στήλη Φέισμπουκ, ξεχειλίζει με προσωπικές σκέψεις, απανθίσματα εξαιρετικών λεχθέντων (Ντε Κίρικο, Σιοράν, Μπέρνχαρντ, Μοράν) και νεότερες ή παλαιότερες συγγραφικές αποτυπώσεις, όπως το εκ της Στενογραφίας του προερχόμενο:Εκείνοι που για χρόνια κατήγγελλαν τη στρατευμένη λογοτεχνία, δεν ενοχλούνταν, περιέργως, καθόλου από το ευτράπελο της στρατευμένης Ιστορίας και της εξίσου στρατευμένης αρχαιολογίας μας.

Στο τελευταίο βαγόνι του τρένου, αποσπάσματα από το τελευταίο, αυτοβιογραφικό βιβλίο της Χέρτα Μίλερ, αναγνώσεις Μίριελ Σπαρκ και Τζον Κουτσί, η διηγηματική άποψη του Μαρκές για την Ρώμη και η παρουσίαση μιας νέας βιογραφίας του Καίστλερ (που δίνει έμφαση και σε παραγνωρισμένες πλευρές του έργου του, όπως το δημοσιογραφικό, όπου ανήκει και μια εξαιρετική μελέτη του συγγραφέα για την αδυναμία της Γαλλίας και των άλλων ευρωπαϊκών κοινωνιών να αφομοιώσουν τον «άλλον», τον μετανάστη στους κόλπους του, το 1941!). Νωρίτερα, σχεδόν στην ατμομηχανή του τεύχους, έχουν διαπιστωθεί ενδιαφέρουσες αντιρρήσεις σχετικά με τις ομαδικές ποιητικές αναγνώσεις που αναιρούν την μονήρη φύση και τον ασκητικό χαρακτήρα της ποίησης και υποβιβάζουν τον αναχωρητικό της λόγο σε ένα κλίμα αναψυχής.

από το πανδοχείο

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Κώστας Μαυρουδής, Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια


Κώστας Μαυρουδής, Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια, Κέδρος 2001

Αντί, τ. 741, 29 Ιουνίου 2001


Η «Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια», το τελευταίο έργο του Κώστα Μαυρουδή, τον τοποθετεί οριστικά σε μια liminal περιοχή της λογοτεχνίας, σε μια οριακότητα ανόριστη, σε ένα μεταίχμιο ποίησης και πεζού λόγου, που δεν έχει σχέση με το πεζοτράγουδο των αρχών του 20ου αιώνα. Σύντομος λόγος, αποφθεγματικά πυκνός, διακειμενικός, ποιητικός, δοκιμιακός, συχνά αφηγηματικός, θολώνει τα όρια ανάμεσα στα είδη. Τον ίδιο λόγο συναντούμε και στο προηγούμενο έργο του Μαυρουδή, τις «Κουρτίνες του Γκαριμπάλντι», με τη διαφορά ότι εδώ υπάρχει ένας προσχηματικός αφηγηματικός ιστός, που δίνεται στον τίτλο: επίσκεψη σε γέροντα με άνοια. Τίτλος μεταφορικός. Με τη μεταφορά άλλωστε του τίτλου «παίζει» ο Μαυρουδής και με τον τίτλο του πρώτου, εισαγωγικού κειμένου: Μεταφορά υπερήλικος με άνοια. Το μεταφορά με μεταφορική και με κυριολεκτική έννοια.
Ο αφηγηματικός ιστός υφαίνεται με την κυριολεκτική σημασία. Μεταφορά, σε κάποιο ίδρυμα προφανώς, του γέροντα με άνοια. Στη συνέχεια αρχίζουν οι επισκέψεις, 16 τον αριθμό, με ισάριθμα κείμενα. Ο γέροντας με άνοια αποτελεί τον αποδέκτη της αφήγησης, τον οποίο συνετά ο Μαυρουδής, μετά τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας, βάζει ως προστατευτική ασπίδα ανάμεσα στον εαυτό του και τον αναγνώστη, στον οποίο αναγνώστη παλιότεροι συγγραφείς όπως ο Σταντάλ δεν παύουν να απευθύνονται μέσα από τις σελίδες των μυθιστορημάτων τους, με την αμεσότητα μιας ζεστής οικειότητας.
Και ο αφηγητής, τον οποίο πάλι οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας τοποθετούν ανάμεσα στον συγγραφέα και το έργο του, τι άραγε μπορεί να μεταδώσει στον αποδέκτη της αφήγησης, ένα γέροντα με άνοια;
Η μεταφορική σημασία είναι περίπου το ερώτημα: Τι μπορεί να μεταδώσει ο δημιουργός της τέχνης του λόγου, αλλά και οποιασδήποτε άλλης τέχνης, σε ένα κοινό που η «άνοιά» του, η ελαττωματική προσληπτικότητά του, είναι περίπου η μεταφυσική του συνθήκη; Αλλά, ακόμη παραπέρα, η τέχνη είναι μήπως ένας σολιψισμός χωρίς νόημα, αδυνατώντας να πετύχει τον υπέρτατο στόχο της;
Η επικοινωνία είναι ακατόρθωτη, το μήνυμα είναι αδύνατο να αποκρυπτογραφηθεί, και ούτε καν το μέσο δεν μπορεί να αποτελέσει ένα μήνυμα, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του Μarshal mac Luhan.
Ο στίχος του Μακ Νης «Τα μουσεία μας προσφέρουν ένα καταφύγιο με κεντρική θέρμανση» (σ. 21) είναι μια από τις διακειμενικές αναφορές που χρησιμοποιεί ο Μαυρουδής για να στηρίξει τις αμφιβολίες του για την τέχνη. Και στο διάλογο του καθηγητή του Καίμπριτζ με τη φοιτήτρια, ο καθηγητής, υπερθεματίζοντας, δηλώνει: «...αυτό συμβαίνει με την τέχνη, την κομψευόμενη σκηνογραφία, που, όταν της μιλάς δεν απαντά, που πάντα κάπου αλλού κοιτάζει. Πείτε μου, ποια σκιά διέλυσε ποτέ αυτή κι ο αλαζονικός καρπός της;» (σ. 33).
Στο έργο αυτό του Μαυρουδή βλέπουμε ένα Παρμενίδη να θρηνεί, συνειδητοποιώντας ότι ο Ηράκλειτος έχει τελικά δίκιο. Τα πάντα έρχονται και παρέρχονται. Το παρόν είναι αμετάκλητα καταδικασμένο να γίνει παρελθόν. Ανύποπτοι συναντούμε το κάθε νέο, «ενώ αυτό επιμένει, ‘είμαι ξένο, είμαι ήδη παρελθόν’» (σ. 30). «Η μνήμη, μια αμφίβολη κυριότητα» (σ. 22), ενώ αμφίβολο γίνεται κάθε γεγονός με το πέρασμα των χρόνων: «Στην πλειστόκαινο όμως της μνήμης μας, σε ένα πέτρωμα απρόσιτο, ίσως σώζεται το ίχνος από τα πέλματα των δυο κολυμβητών» (σ. 28-29). Η φωτογραφία είναι «μια λάμψη εφήμερη, ωστόσο μια λάμψη» (σ. 18), και η εικόνα «υποκαθιστά αργότερα τα γεγονότα», όντας μια «σκιά, εκεί που στεκόταν το ζωντανό σώμα του γεγονότος» (σ. 42).
Και η Ιστορία;
«Κατανοήστε αυτόν που είδε μια παράσταση απ’ τη μέση. Άκουσε μόνον αποσπάσματα, και πριν το τέλος - βλέπετε- υποχρεώνεται ν’ αποσυρθεί» (σ. 12)
Την τέχνη την απορρίπτει και ο Πλάτωνας, για άλλους λόγους. Η εκκλησία την είδε επιφυλακτικά, ως πηγή αισθησιακής ευχαρίστησης (τα όρια αισθητισμού και αισθησιασμού δεν είναι πάντα ευδιάκριτα, και η ετυμολογία δείχνει τη συγγένεια).
Η επιφυλακτική στάση απέναντι στην τέχνη του Μαυρουδή στην πραγματικότητα ενέχει ένα παράπονο. Παράπονο γιατί η τέχνη δεν μπορεί να πετύχει το ανέφικτο, την Παρμενίδειο ακινησία, την επίτευξη ενός αιώνιου παρόντος, και όχι γιατί «με την τέχνη δεν μπορείς να κάνεις ούτε μια σούπα». Όμως αυτό το ανέφικτο μπορεί να επιτευχθεί μερικά. Το παρακάτω απόσπασμα δίνει το στίγμα του έργου.
«Με την αναπαράσταση ταριχεύουμε το τρέχον (το εφήμερο ζώο). Με την αναπαράσταση ακούει πάλι το όνομά του εκείνο που υπήρξε. Μπορεί, πράγματι, το θέμα του ποιήματος να είναι η ποίηση, αλλά, απέναντι στην κίνηση που του ξεφεύγει, ο ποιητής βυθίζει γεγονότα στα υγρά, ελπίζοντας να στερεώσει κάτι ελάχιστο αυτού του περιπάτου» (σ. 43).
Μόνο η αφηγηματική τέχνη φαίνεται να καταφέρνει το ανέφικτο:
«Το αντιλαμβανόμουν - οφείλω να σας πω -, αν και, ψευδής ή όχι, κάθε αφήγηση είναι διαρκής, με άλλα λόγια, η γραπτή σελίδα συντηρεί δια παντός τα πάθη, που τους αρκεί η επόμενη ανάγνωση για να είναι πάλι ενεργά και νέα.
Καταλαβαίνετε πως, έστω και ακατέργαστη, εκείνη η σκέψη είναι η πρώτη ύλη της έντεχνης γραφής, η γενεαλογία του έργου, που δεν παλιώνει όπως το γεγονός, αλλά μπορεί και ζει εις το διηνεκές (προς δόξαν ποιητών και συγγραφέων), απόλυτα επίκαιρο, ένα υπολογίσιμο αντίδοτο στο χρόνο» (σ. 26-27).
Και πιο κάτω:
«...αν εμφανίζονταν μπροστά μας, στον Βρόνσκι (και όχι Βρόντσκι, ο οποίος με Μπ αντί για Β είναι ο ποιητής) ας πούμε, ή στον Κάρολο Μποβαρύ, έκθαμβος θα του δίνατε το χέρι. ‘Ανέγγιχτος από το χρόνο’, θα ψελλίζατε» (σ. 40. Αλήθεια, προς τι αυτή η παράθεση, δίπλα δίπλα, ενός μοιχού και ενός θύματος μοιχείας, από δυο διαφορετικά μυθιστορήματα;).
Κατά βάθος ο Μαυρουδής ζηλεύει τους «ανυποψίαστους», καθημερινούς ανθρώπους, που δεν βασανίζονται με τα υπαρξιακά του άγχη, για το ότι «Τα παιδιά που θα βρουν τα κόκαλά μας, δεν θα σκεφθούν ποτέ ότι κάποτε αυτά υπήρξαν γρήγορα, σαν αλεπούδες στην πλαγιά» (σ. 41, άλλο διακείμενο από τον Ουάλας Στήβενς). Ζηλεύει «τους περαστικούς, καταβροχθισμένους απ’ το φως, έτσι καθώς βαδίζουν, με τη βεβαιότητα της διάρκειας, με την αυταπάτη της καθημερινής αθανασίας» (σ. 37).
Υπαρξιακό άγχος μπροστά στην αμείλικτη ροή του χρόνου, που καταδικάζει στη λήθη το παρόν (ανέφικτη η α-λήθεια), αμφιθυμική στάση απέναντι στην τέχνη (γιατί να είναι απλά ένα «υπολογίσιμο αντίδοτο στο χρόνο», και όχι το απόλυτο αντίδοτο), χαρακτηρίζουν το έργο αυτό του Μαυρουδή, του οποίου οι υφολογικές αρετές του αναδεικνύουν για μια ακόμη φορά μια παμπάλαιη προβληματική.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Jan Van Eyck

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Κώστας Μαυρουδής, Με εισιτήριο επιστροφής

Κώστας Μαυρουδής, Με εισιτήριο επιστροφής, β΄έκδοση αναθεωρημένη, Πλέθρον 1999, σελ. 110.






Σημειώσεις χαρακτηρίζει τα κείμενα αυτού του βιβλίου, που εκδόθηκε στην πρώτη του έκδοση από την Εστία το 1983, ο Κώστας Μαυρουδής. Πολύ μετριόφρων χαρακτηρισμός, που συνειρμικά ανακαλεί τις πανεπιστημιακές σημειώσεις των φοιτητικών μας χρόνων, και που σημαίνει, σύμφωνα με τον ορισμό του Λεξικού Φυτράκη που το έχω πρόχειρο σε ηλεκτρονική μορφή, «σύντομη καταγραφή γεγονότων ή πληροφοριών». Αυτό τον ταπεινό ορισμό τον αναδεικνύει ο Μαυρουδής με τις «σημειώσεις» του, που μπορεί να είναι σύντομες, όμως δεν είναι απλές καταγραφές. Το γεγονός ή η πληροφορία αναδεικνύεται, συγκρίνεται, γενικεύεται, οδηγεί τον συγγραφέα σε συλλογισμούς.

Οι σημειώσεις, που σε μεταγενέστερα βιβλία του Μαυρουδή όπως «Η ζωή με εχθρούς» γίνονται σύντομες σαν αφορισμοί, ή μάλλον αληθινοί αφορισμοί, αποτελούν μια υφολογική πρωτοτυπία τόσο σπάνια, που αναδεικνύεται σε ειδολογική. Δεν έχω υπόψη μου άλλο συγγραφέα που να γράφει κάτι ανάλογο ή παρόμοιο.

Έχουμε παρουσιάσει όλα τα βιβλία του Μαυρουδή μετά από αυτή τη δεύτερη έκδοση του «Εισιτηρίου επιστροφής» (το βιβλίο το βρήκαμε και το αγοράσαμε στο παζάρι της Κλαυθώνος), που θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως terminus post quem, μετά από το οποίο με τον Κώστα μας συνδέει μια φιλία, και περιλαμβάνομαι στον κύκλο των φίλων του στους οποίους χαρίζει κάθε καινούριο του βιβλίο. Τα έχω παρουσιάσει όλα, και φοβάμαι ότι θα επαναλάβω πράγματα που έχω ήδη πει, πράγμα που μου συμβαίνει με κάθε καινούριο βιβλίο φίλου που παρουσιάζω. Και ενώ σε αυτούς κάποιες αλλαγές στο ύφος μπορούν να θεωρηθούν ως αποτέλεσμα επιλογής, το ύφος του Μαυρουδή δεν μπορεί να αλλάξει, γιατί απορρέει άμεσα από τον χαρακτήρα του. Και ο χαρακτήρας του Μαυρουδή είναι ο χαρακτήρας του εστέτ, ενός εστέτ με την καλή έννοια μια και ο όρος έχει φορτισθεί στην πορεία του και με αρνητικές συνδηλώσεις, ενός εστέτ που μπορεί να βρίσκει την ομορφιά και το ξεχωριστό σε πράγματα που για τον πολύ κόσμο θα περνούσαν απαρατήρητα, και να τα αναδεικνύει στην ιδιαιτερότητά τους με την ποιητικότητα της γραφής του-ας μην ξεχνάμε ότι ο Μαυρουδής στη λογοτεχνία εμφανίζεται ως ποιητής. Αυτό λοιπόν που σκέφτομαι να κάνω είναι να προβώ σε μια κατηγοριοποίηση των σημειώσεων, μια καταλογράφησή τους, που ισχύει και για τα επόμενα έργα του.

Α. Σχολιασμός πάνω σε μια απουσία.

«Από μικρός αναρωτιόμουν γιατί στον κινηματογράφο ή στα μυθιστορήματα, τα πρόσωπα ποτέ δεν εμφανίζονταν κατά την πιο ιδιωτική στιγμή τους, στην τουαλέτα» (σελ. 15).

Θα απαντήσω, σχολιάζοντας τη σημείωσή του: Γιατί το επεισόδιο ενός ήρωα στην τουαλέτα σπάνια είναι πυρηνικό, κατά την Ρολάν Μπαρτ ορολογία, δηλαδή σπάνια πυροδοτεί τη δράση. Όταν την πυροδοτεί, τότε εμφανίζεται. Δέστε την πανέμορφη Κάθριν Χάιγκλ στην τουαλέτα στο the killers (μην το χάσετε, παίζεται ακόμη στα village cinemas στο Mall). Δίπλα καραδοκεί ο δολοφόνος.

Γιατί άραγε η τουαλέτα να είναι ταμπού; Ας γράψουμε λοιπόν για την τουαλέτα, και για έναν ακόμη λόγο, για τη σύμπτωση, ή για την τηλεπάθεια. Προχθές το βράδυ, πριν κοιμηθώ, άρχισα να διαβάζω το «Με εισιτήριο επιστροφής». Την επομένη με πήρε ο Κώστας τηλέφωνο. Δεν το σήκωσα. Ήμουν στην τουαλέτα. Μετά, είδα την αναγνώριση. Τον πήρα τηλέφωνο, μιλούσε. Τον ξαναπήρα, είχε φύγει. Τον πήρα και σήμερα να κάνω διάλειμμα από αυτή την βιβλιοκριτική, δεν ήταν σπίτι. Θα αναρτήσω αυτή τη βιβλιοκριτική στο blog μου μετά τις 12 το βράδυ (είπαμε, μια την ημέρα), και θα του κάνω copy στον τοίχο του στο facebook το link. (Τελικά το αναρτώ από την Κρήτη, κάθε φορά πριν την αναχώρηση υπάρχουν ένα σωρό εκκρεμότητες).

Β. Ο χρόνος

Βα. Η μνήμη

«Ένα εισιτήριο επιστροφής, δύο ατόμων, από την Τήνο με το Λητώ, επιμελώς φυλαγμένο. 1966;

Πώς να θυμηθώ ποιος ήταν ο δεύτερος; Κι όμως, αυτό προσπάθησα να διασώσω, με τη σημασία που φαίνεται να είχε» (σελ. 23).

Ξαναδιαβάζοντας τις βιβλιοκριτικές που έγραψα, βρίσκω στη «Στενογραφία» το παρακάτω:

«Και ποια είναι η μεγαλύτερη πυκνότητα; Η λέξη που τίθεται για να λειτουργήσει με τους συνειρμούς της. «Ο Τιτανικός» (σελ. 144). Αυτό και μόνο. Ένας συνειρμός, ανοίκειος, που δημιουργείται σε μένα είναι η βιασμένη παρθένα που στη συνέχεια εκτελεί ο βιαστής της».

Ο συνειρμός έχει χαθεί. Δεν θυμάμαι ποια τίποτα για τη βιασμένη παρθένα και το βιαστή της. Όπως ο Κώστας που δεν μπορεί να θυμηθεί ποιος ήταν ο δεύτερος στο εισιτήριο επιστροφής δύο ατόμων.

Ββ. Ο πραγματικός και ο φιλμικός (θεατρικός, μυθιστορηματικός κ.λπ. χρόνος).

«Τότε εμφανίζεται το μικρό ερπετό (μια σαύρα προφανώς), που έχοντας βγει από τα φυτά, στη βάση της οθόνης, τρέχει κάθετα πάνω στο πανί, εκεί ακριβώς όπου βρίσκονται τα όρια του δρόμου της ταινίας. Για κάποιες στιγμές, αυτή η «διασταύρωση» του φιλμικού και του πραγματικού κόσμου υπονομεύει την ανεξαρτησία του πρώτου, καταργώντας την αφοσίωση και τη μέθεξη του θεατή, που θα υπάρξουν και πάλι, όταν το ερπετό αποσυρθεί ή πέσει και η κινηματογραφική εικόνα συνεχίσει, ανενόχλητη από εξωτερικές παρεμβολές, την εξέλιξή της» (σελ. 30).

Σε ένα βίντεο που μου έδωσε μαθητής μου σε μια μαθητική παράσταση του «Ορέστη» όπου ο ίδιος έπαιζε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, είδα ξαφνικά ένα σκυλί να διασχίζει αγέρωχο τη σκηνή, που δεν ήταν άλλη από το προαύλιο του Βαρβακείου. Ο πραγματικός χρόνος υπονομεύει πάντα, δυνητικά, τον «αφηγηματικό» χρόνο. Τα σκυλιά από τις απέναντι πολυκατοικίες δυστυχώς υπονομεύουν περισσότερο τον ύπνο μου από το μυθιστορηματικό χρόνο ενός μυθιστορήματος που διαβάζω.

Βγ. Η ανάκληση του παρωχημένου χρόνου.

«Βγάλαμε το χαλί του μεγάλου δωματίου. Κάτω απ’ τη βιβλιοθήκη ένας παλιός σπόρος καρπουζιού μας αιφνιδιάζει, συνοψίζοντας κάποιο άγνωστο περασμένο καλοκαίρι» (σελ. 40)

Γ. Το γεγονός

Γα. Το ξεχωριστό, «ανοίκειο» γεγονός:

«Μια σκηνή. Ο μικρός πολεμιστής στην αίθουσα του σινεμά, πηδώντας τα καθίσματα, ανεβαίνει στην οθόνη την ώρα που φαίνεται η κυρία να κάνει μπάνιο. Προσπαθεί να την αγγίξει στα πόδια, στα μαλλιά, να πιάσει το νερό. Ρίχνει το πανί της οθόνης. Η προβολή συνεχίζεται στον τοίχο» (σελ. 24)

Και μια ανοίκεια σκηνή, από τις δικές μου αναμνήσεις. Βρισκόμαστε στο θερινό Σινέ Αστέρια στο χωριό μου, Κάτω Χωριό Ιεράπετρας, λίγο πριν τη χούντα. Είναι διάλειμμα. Ο μικρός της παρέας, ο Νικολής, έχει αποκοιμηθεί. Κάποιος από μας σκύβει και του ψιθυρίζει στο αυτί. «Νικολή, κατούρα να πας για ύπνο». Αυτός ξεκουμπώνεται, σαν υπνωτισμένος, όπως καθόταν στο κάθισμα, βγάζει έξω το πουλί του και κατουράει. Γελάγαμε πνιχτά, για να μην τον ξυπνήσουμε και χάσουμε το θέαμα.

Και ένα ακόμη, από το βιβλίο του Μαυρουδή.

«Κινηματογράφος Μπροντγουέη. Πώς κατάφερε αυτό το ασήμαντο κορίτσι που καθόταν μπροστά μου, παρά την τεράστια μυωπία του, με μόνο μιαν αυθόρμητη, ασαφή κίνηση του χεριού στη μύτη του, να γίνει, ξαφνικά, και έξω από κάθε δυνατότητα ερμηνείας, θηλυκό;» (σελ. 33).

Γβ. Το ξεχωριστό, χιουμοριστικό γεγονός:

«‘Αυτό δεν είναι τίποτα. Πού να ’βλεπες το άλλο…’ (Μιλούσαν δυο τυφλοί μικροπωλητές στην πλατεία Κοτζιά» (σελ. 67).

Γγ. Η ξεχωριστή, «ανοίκεια» εικόνα:

«Στο δρόμο. Η πενηντάρα κυρία, με μαντήλι πράσινο, δεμένο στο κεφάλι, και κοντινό φόντο ακριβώς πίσω της (μεγάλα πράσινα γράμματα) το «ΖΕΙ» του τοίχου, σε μια τυχαία και έξοχη χρωματική συμφωνία (σελ. 36).

Δ. Σύγκριση

«Στη μνήμη, και η γνωστότερη, η πιο οικεία περιοχή, φαίνεται να γίνεται αφαίρεση, ύπαρξη δυνητική, μέσα απ’ την ταρίχευσή της. Ένα τέτοιο τοπίο μνήμης δε διαφέρει απ’ το αποτέλεσμα που παράγει η εικόνα του έργου Τέχνης» (σελ. 29).

Η Τέχνη και η πραγματικότητα συμφύρονται κάποτε στη μνήμη όταν βλέπεις την πραγματικότητα με τα μάτια της τέχνης. Μαθητής, χειμώνα, στην Ιεράπετρα, στην εκδρομή στον άγιο Ανδρέα, έβλεπα το κίτρινο άνθος από τα ξινίδια (δεν ξέρω τη λέξη στα νέα ελληνικά, μόνο στα κρητικά) και το τοπίο μπροστά μου γινόταν πίνακας του Βαν Γκονγκ.

Ένα ακόμη:

«Υπήρχαμε όλοι και κινούμασταν σ’ εκείνον τον αφόρητο καύσωνα. Ήταν σαν να αναπτύσσονταν κάποιοι περίεργοι δεσμοί μεταξύ μας… Όπως πλησιάζονται εκείνοι που βαδίζουν κάτω απ’ το ίδιο λάβαρο, στις διαδηλώσεις» (σελ. 57).

Δ. Ο αφοριστής ψαρεύει αφορισμούς.

«‘Η κυρία και ο Ναύτης’ της Λ. Βερτμύλλερ, στο Αχιλλεύς. Απ’ όλη την ταινία κρατώ μια φράση: ‘Όσοι άλλαξαν τον κόσμο είχαν υπηρετικό προσωπικό» (σελ. 34).

Χθες βράδυ είδα το «Μουσταφά», το πολυσυζητημένο στην Τουρκία ντοκιμαντέρ για τον Κεμάλ Ατατούρκ (ο οποίος, σημειωτέον, άλλαξε την Τουρκία, και φυσικά είχε υπηρετικό προσωπικό). Από όλη την ταινία κρατώ κι εγώ μια φράση του Ατατούρκ: «Κουμαντάρισα πολλούς στρατούς, αλλά τις γυναίκες δεν κατάφερα να τις κουμαντάρω». Το είπε όταν χώρισε τη γυναίκα του, σε ένα γάμο που κράτησε μόλις τρία χρόνια.

Ε. Η φαντασία καλπάζει.

«Κάπου στη συζήτηση ακούγεται η λέξη ‘πλειστάκις’. Αλήθεια, πώς θα φανταζόσουν τον ‘πλειστάκις’- τη ρωτώ-αν ήταν άνδρας; Δεν θα ’ταν ένας μακρύς, αδύνατος, ίσως και με ψιλό λαϊκό μουστακάκι;» (σελ. 37).

Εγώ δεν αναρωτήθηκα ποτέ, αλλά, μια και το έφερε η κουβέντα, εγώ τον φαντάζομαι με κρητική βράκα και κεφαλομάντηλο, να παίζει λύρα (βιολεντσέλο με τίποτα). Είναι ο Πλειστάκης, το κης με ήτα, όπως Δερμιτζάκης.

ΣΤ. Η ανάδειξη ποιητικά του καθημερινού γεγονότος.

«4 μ.μ, 12 Ιουλίου. Το τεράστιο φορτηγό πέρασε αργά στην άπνοια της παραλίας, φορτωμένο με άχυρο. Κίτρινα δεμάτια φτιαγμένα από κάποια μηχανή, που κατάφερε να παραλλάξει το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά αυτού του υλικού, μεταβάλλοντας την ανάλαφρη απειθαρχία του σε σφιχτούς ορθογώνιους όγκους» (σελ. 39).

Ζ. Σκέψεις και συλλογισμοί.

«Ηλίθιοι, περνούν καθημερινά μπροστά από χίλια μήλα που πέφτουν, χωρίς να υποψιάζονται τίποτε για τη βαρύτητα» (σελ. 44).

Ούτε και αυτοί που κάνουν καθημερινά μπάνιο (όχι ντουζ) στις μπανιέρες τους υποψιάζονται για την άνωση.

Η. Η ανάδειξη της λεπτομέρειας

«Φωτογραφία στο Paris-Match. Είναι εκτέλεση στην Τεχεράνη. Το σώμα έχει γείρει στον πάσαλο. Αστράφτει το ρολόι του εκτελεσμένου, απ’ το φλας» (σελ. 48).

Αυτές πια οι εκτελέσεις στην Τεχεράνη! Δεν προλαβαίνω να υπογράφω για καταδικασμένους σε θάνατο, και, το πιο φρικιαστικό, για γυναίκες καταδικασμένες σε θάνατο με λιθοβολισμό. Ο μεσαίωνας εκεί καλά κρατεί.

Το βιβλίο κλείνει με μια αυτόνομη ενότητα «Σημειώσεις για το χιόνι», όπου ο Μαυρουδής αναφέρεται σε αναμνήσεις του που σχετίζονται με το χιόνι αλλά και σε αποσπάσματα λογοτεχνικών έργων όπου γίνεται λόγος για το χιόνι ή σε κινηματογραφικά πλάνα όπου εμφανίζεται το χιόνι. Στο πρώτο κείμενο, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από τη «Συναισθηματική αγωγή» του Φλωμπέρ, σχολιάζοντάς το δίνει και το στίγμα της αισθητικής του, μιας μινιμαλιστικής αισθητικής που βλέπει με θαυμασμό, σαν με τα μάτια ενός μικρού παιδιού, το μικρό, το καθημερινό, το ασήμαντο.

«Η αναφορά όμως του χιονισμένου κουβά της αυλής – παρέκβαση στη διήγηση κι ασήμαντη λεπτομέρεια στην εξέλιξη της σκηνής – κέρδισε τη σημασία της. Δεν είναι σκηνική λεπτομέρεια. Είναι η αυτονομημένη σημασία του μικρού, που καλεί τον αναγνώριση της απόλυτης-με τα υπόλοιπα στοιχεία-ισοτιμίας του» (σελ. 85).

Θα σταματήσουμε εδώ, σε αυτό το απόσπασμα, που συνοψίζει την αισθητική του εστέτ Κώστα Μαυρουδή, για να μείνει σαν τελευταία εντύπωση στον αναγνώστη.


Μπάμπης Δερμιτζάκης

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

_


Στο εστιατόριο του νέου μουσείου τρως και φεύγεις χωρίς να ξέρεις, στο τέλος, απο που ενσταλάχτηκε η γαλήνη που σε διατρέχει. Αν ήταν, σκέπτεσαι, απ'τον απέναντι βράχο, θα ένοιωθες το ίδιο και αλλού. Καταλαβαίνεις, το απλό. Οι αλλοδαποί γύρω σου ψιθυρίζουν (ή σιωπούν) ήρεμοι, νηφάλιοι, συμφιλιωμένοι με το χώρο και τον εαυτό τους. Έχει αποκλειστεί το αυτόχθον. Σωπαίνει η εικόνα του. Βρίσκεσαι σε μια ξένη χώρα.


Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ

-

[Έξι σύντομες αφηγήσεις]
Τα κέιμενα αυτά του Κώστα Μαυρουδή θα δημοσιευτούν στο Βήμα Ιδεών τον Αύγουστο

1. Έχουν περάσει δεκαετίες αφότου είδα το ντοκιμαντέρ του Βέρνερ Χέρτζοκ «Στη χώρα της σιωπής και του σκότους». Οι τρόφιμοι ενός ιδρύματος τυφλών και κωφαλάλων πετούσαν πάνω απ’ τις Άλπεις. Ένας συνοδός τούς περιέγραφε την εικόνα του βουνού με το τυφλό αλφάβητο (σημεία-αγγίγματα στην παλάμη). Ο καθένας μετέδιδε το τοπίο στο διπλανό του, με τον ίδιο τρόπο. Το θυμήθηκα ένα πολύ ζεστό μεσημέρι στο κέντρο του Ρίμινι, στο στενό δρόμο που οδηγεί από την πλατεία των Τριών Μαρτύρων στην Αψίδα του Αυγούστου. Δέκα νέοι, τυφλοί και των δύο φύλων, περπατούσαν πίσω μου. Πιθανόν ήταν εκπαιδευτικός περίπατος, γιατί άκουσα να ζητούν από κάποιον να αγγίξει το πρώτο πράγμα που θα εύρισκε μπροστά του και να το περιγράψει στους άλλους. Εκείνος σταμάτησε μπροστά σε ένα κυρτό, με πλούσια διακόσμηση, κιγκλίδωμα παραθύρου. Άρχισε να μιλά για τα σχήματα που άγγιζε. Είχε συναντήσει κι άλλη φορά, είπε, τόσο κομψά μοτίβα. Από την παρέα του διπλανού καφενείου είδα έναν σκύλο που αποσπάστηκε και τον πλησίασε, ενώ ακόμα εκείνος ψηλαφούσε. Άρχισε να μυρίζει τα παπούτσια και το παντελόνι του. Ο τυφλός, σκύβοντας λίγο, τον χάιδεψε από το κεφάλι μέχρι την ουρά, που κουνιόταν φιλικά. «Ένα κανελί Λαμπραντόρ», δήλωσε με βεβαιότητα. Δεν απευθυνόταν τόσο στους άλλους όσο στην αδιακρισία τού κατασκόπου, που είχε μείνει άναυδος μ’ αυτό που άκουσε. «Πώς σου φαίνεται, περίεργε», σαν να του έλεγε, «που το άτυπο μάτι τής αφής έχει την ίδια βεβαιότητα με την όρασή σου»;


2. Εκλογές του 1953. Τότε που ηττήθηκε η συμμαχία του Κέντρου και ήρθε στην εξουσία με τεράστια πλειοψηφία εδρών ο Αλέξανδρος Παπάγος. Άκουγα προσεκτικά για μια προεκλογική συγκέντρωση του Πλαστήρα. Oύτε ένας ακροατής, μου έλεγαν, δεν απασχολούσε τα χέρια του με κομπολόι. Κυρίως, όμως, πουθενά στο κέντρο ή τις παρυφές της πλατείας, δεν εμφανίστηκε (ήταν αδιανόητο να κινηθεί μέσα στο πυκνό, συμπαγές πλήθος) έστω και ένας αδέσποτος σκύλος, παρουσία ανυπερθέτως ανιχνεύσιμη στα πολυπρόσωπα δημόσια γεγονότα. Η παρατήρηση είναι καίρια. Ακόμα και στις εικόνες του 1919 (με την ενθουσιώδη υποδοχή του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη), αλλά και στις κινηματογραφημένες οδομαχίες το Δεκέμβριο του 1944, εντοπίζεται οπωσδήποτε η διέλευση ενός αδέσποτου σκύλου. Το ίδιο και στην καταγραμμένη μαρτυρία με τη γρήγορη κίνηση (όταν ο ελληνικός στρατός εισέρχεται το 1913 στα Ιωάννινα, ή όταν ο Χασάν Ταξίν Αγάς παραδίδει στον βασιλέα Κωνσταντίνο τη Θεσσαλονίκη). Κάποτε το περιπλανώμενο ζώο ακολουθεί ή διασχίζει το πλήθος. Άλλοτε εμβολίζει καθέτως μια φάλαγγα κουρασμένων στρατιωτών που παρελαύνουν στη μόλις κατακτημένη πόλη και, όχι σπάνια, βρίσκεται καθισμένο στο πρώτο πλάνο, κοιτάζοντας μετωπικά το φακό. Σ’ αυτή τη στάση, το 1927 στο Παρίσι, φωτογραφήθηκε ένας περαστικός σκύλος στα πόδια τού θρυλικού αεροπόρου Τσαρλς Λίντμπεργκ, που μιλούσε στους δημοσιογράφους μπροστά στο ξενοδοχείο του. Με τον ίδιο περίπου τρόπο κοιτάζει ο σκύλος στον πίνακα Κηδεία στην Ορνάν, του Γκιστάβ Κουρμπέ. Σαν υπαινιγμός, δηλαδή, της απόλυτης αμεριμνησίας που δείχνει η μη σκεπτόμενη φύση για τα ανθρώπινα.


3. Ζώντας χωρίς διακοπή στην Αθήνα, συνάντησα τα ίδια πρόσωπα με διαφορετικό ρόλο, διαφορετική ηλικία, και βέβαια σε άλλα συμφραζόμενα. Τον αστυνομικό που είδα νέο το 1972 (είχε συλλάβει στον κήπο τού Μουσείου ένα φίλο από την Πάντειο), τον αναγνώρισα τη δεκαετία του ’80, σε ένα Τμήμα της Κηφισιάς. Δέκα χρόνια αργότερα, με ακριβά ρούχα, τον είδα δύο φορές ως πελάτη στον ημιώροφο ενός κεντρικού ξενοδοχείου. Συμπέρανα ότι δούλευε πια για τις Πληροφορίες. Το 1990 διασταυρώθηκα μαζί του στις παρυφές μιας προεκλογικής συγκεντρώσεως. Κρατούσε, μάλιστα, την κομματική σημαιούλα με το δαυλό. Δεν δυσκολεύτηκα να τον γνωρίσω ούτε και την επόμενη δεκαετία, μολονότι μια πάρεση του είχε παραμορφώσει κωμικά το στόμα και την έκφραση. Ήταν λίγο πριν τους Ολυμπιακούς του 2004, στην είσοδο του Βασιλικού Κήπου. Προσπαθούσε, κρατώντας μια σακούλα με τροφές, να πλησιάσει τρεις αδέσποτους σκύλους. «Δηλητηριάζει σκύλους», σκέφτηκα αμέσως, καθώς είχα ακούσει για ένα σχέδιο απαλλαγής της Αθήνας από τα αδέσποτα. Πλησίασα για να βεβαιώσω την υποψία. Να δω (και τι θα έκανα άραγε σ’ αυτή την περίπτωση;) αν οι σκύλοι θα εμφάνιζαν τα συμπτώματα του μαρτυρίου: αφρό από το στόμα, σπασμούς πόνου, στάσεις σαν εκείνες που έχουν στα εκμαγεία της Πομπηίας. Έφαγαν με βουλιμία, τον κοίταξαν για λίγο στα μάτια και χάθηκαν στον κήπο. Ήμουν, λοιπόν, μάρτυρας του σατανικού σχεδίου για την εκκαθάριση της ολυμπιακής πόλης ή συνέβαινε κάτι αλτρουιστικό και ανακόλουθο με την ιστορία ενός προσώπου διχασμένου; Αν ίσχυε το πρώτο, γιατί ο δράστης έδειξε τόση τρυφερότητα μεταγγίζοντας την τροφή; Αν πάλι τα ζώα τον γνώριζαν, για ποιο λόγο έμειναν επιφυλακτικά όταν τα πλησίασε; Αλίμονο, ούτε εκείνη τη στιγμή ούτε και τώρα έχω διευκρινίσει αν ήταν ένα υπηρεσιακό ανοσιούργημα ή μια ζωόφιλη αφοσίωση που κατεδάφιζε την παλιά εικόνα. Και επειδή βλέπουμε μόνον αν δίνουμε νόημα σε ό,τι συμβαίνει, «Τι είχε γίνει με τους σκύλους;», ρωτώ ακόμα το παλιό γεγονός που μίλησε με αποσιωπήσεις, όπως κάνει συχνά και η λογοτεχνία όταν παίζει με τη σχετικότητα και το αδιάγνωστο της αλήθειας.


4. Κάτι με είχε χαροποιήσει και δεν ήθελα να περάσω σιωπηλός από το μικρό πάρκο. Χωρίς να καθίσω στο παγκάκι, άρχισα προσχηματικά μια συζήτηση με τους δύο ηλικιωμένους άνδρες που ήταν εκεί. Ο ένας κρατούσε τον Ερμή, υπέργηρο Γκριφόν, και ο άλλος ένα λευκό Κανίς. «Μάλλον δεν θα βρέξει», δήλωσα σταματώντας μπροστά τους. Εκείνος που κρατούσε τον Ερμή με κοίταξε επιφυλακτικός και με κάποια καθυστέρηση μου είπε ότι δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση, άκουγε πάντοτε από την προηγούμενη τον καιρό. «Τη δεκαετία του ’50, στην Πάτρα», παρενέβη ο κύριος με το Κανίς, «ξέραμε πως ο γκρίζος ουρανός, που άρχιζε από το βόρειο Ιόνιο και έφτανε μέχρι την Κυλλήνη, σήμαινε τουλάχιστον τριήμερη βροχόπτωση». Αποφάσισα να μετατοπίσω τη συζήτηση στο γηραλέο ζώο. «Φαίνεται πολύ ηλικιωμένος», είπα. «Μα βέβαια. Είναι 15 ετών. Βαδίζει δύσκολα, έχει πρόβλημα καρδιάς, βαρηκοΐας και νεφρών. Μένουμε όμως δίπλα», διευκρίνισε ο ηλικιωμένος άνδρας χαϊδεύοντας το κεφάλι του ζώου. «Είναι η μοναδική του μετακίνηση». Δεν του άρεσε η υπερβολή της οδύνης μου, γιατί αμέσως, με ενοχλημένο ύφος, που είχε συγχρόνως μια λογιότητα, πρόσθεσε. «Ο σκύλος είναι αθάνατος! Δεν είναι δική μου η σκέψις. Το έχει πει ένας Γάλλος συγγραφέας του περασμένου αιώνος. Πεθαίνουν μόνον εκείνοι που το γνωρίζουν». Ο κύριος με το Κανίς άκουγε με θαυμασμό το φίλο του, που συνέχισε. «Ο Ερμής αγνοεί το τέλος, όπως τo δάσος δεν γνωρίζει τίποτε για το πριονιστήριο. Έζησε και πεθαίνει ερήμην του χρόνου. Αν το σκεφθείτε, σε λίγο θα υποβάλω σε ευθανασία μιαν απολύτως ανύποπτη, δηλαδή μιαν αθάνατη ύπαρξη».


5. «Την παραμονή των Χριστουγέννων εορτάζουν τα ζώα». «Πώς εορτάζουν;» ρώτησε η θεία μου (μια παπαδιαμαντική χήρα, αφοσιωμένη στο άναμμα καντηλιών σε μακρινά εξωκκλήσια). Είχαμε εκδράμει σε μιαν εξοχή γι αυτό το σκοπό, το απόγευμα της 24ης Δεκεμβρίου του 1957. Ανάψαμε με ευλάβεια τα τέσσερα καντήλια στο ναΰδριο της Αγίας Κυριακής, ψάλλαμε το «Την γέννησίν σου Χριστέ», και επιστρέφαμε ευτυχισμένοι. Η άποψη για την ημέρα που πρέπει να τιμώνται τα ζώα ανήκε σε μια ηλικιωμένη γυναίκα, καθολική στο δόγμα, που συναντήσαμε επιστρέφοντας, με πέντε αδέσποτους σκύλους να την ακολουθούν. Ήταν γνωστή. Μια απλοϊκή καρδιά, που είχε αφιερώσει απόλυτα τη ζωή της στα τετράποδα. Περπατούσε δύσκολα, μιλούσε με τη βαριά προφορά των χωριών και ζούσε καθαρίζοντας σχολεία, σπίτια και δημόσια κτίρια. Κάθε πρωί, όπου κι αν πήγαινε, έσερνε πίσω της μια λεγεώνα πεινασμένους σκύλους, και είναι βέβαιο ότι για χάρη τους (ή εξαιτίας τους) έμεινε μόνη στη ζωή. Συνέχισε. «Επειδή τα ζώα ζέσταναν με το χνώτο τους τη φάτνη, πρέπει σήμερα να το ανταποδίδουμε». Δεν είχα ακούσει πουθενά την ιδέα της ανταμοιβής. Ούτε την έμφαση στο θερμαντικό ρόλο των τετραπόδων της φάτνης. Πολύ αργότερα, δηλαδή τώρα, στους ναούς της Δύσης, απέναντι σε Γεννήσεις φτιαγμένες από σπουδαίους ζωγράφους (αλλά και υποδεέστερες, με ελάχιστη σημασία), ανατρέχω πάντα στη σύντομη συνάντηση της παραμονής, στην ανακοίνωση της άτυπης επετείου, και βέβαια στη γυναίκα με τους σκύλους. Αν έγραφα σε αιώνες που επέτρεπαν ηχηρούς συμβολισμούς, θα μπορούσα να την εγκαταστήσω σε ένα σκηνικό (όπως έκανε ο Πορφύρας για τον Παπαδιαμάντη), συντροφιά με την απειρία των σκύλων της. Σε μιαν ανενόχλητη διάρκεια, που είναι το αδύνατο αίτημα όλων των αφοσιώσεων.


6. Ένας σλοβένος αρχαιολόγος μού είχε διηγηθεί για τα πεσμένα πιάτα που είχε βρει στην κουζίνα ενός αρχαίου σπιτιού. Δεν θυμάμαι σε ποιο νησί της Δαλματίας. «Αποικία της Πάρου», διευκρίνισε η γυναίκα του. «Άρχισε να ρίχνει πάνω σ’ ένα χαλί δικά μας πιάτα, μήπως καταλάβει από ποια γωνία και τι ύψος τα αρχαία πήραν τη θέση που είχαν». Θυμήθηκα το περιστατικό στο Μοναστηράκι, καθώς τέσσερα μέτρα κάτω απ’ τα πόδια μου, οι φοιτητές της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής καθάριζαν με χειρουργική προσοχή το έδαφος και κοσκίνιζαν με υπομονή το χώμα. Έμεναν χοντροί σβόλοι και θραύσματα κεραμεικών, που ελέγχονταν ή απομακρύνονταν. Ανάμεσα στα πρόσωπα εκείνα, έφτασαν και άρχισαν να περιφέρονται δύο αδέσποτοι σκύλοι. Πέρασαν αργά τις τάφρους, είδαν το χώρο, τις μικροσκοπικές σκαπάνες, τις χειράμαξες, αναποφάσιστοι αν πρέπει να καταλήξουν στη σκιά των αρχαίων τοίχων ή κάτω από τις ομπρέλες των αρχαιολόγων. Ήταν σαν δαιμόνια της καθημερινότητας που κατέβηκαν στον παλιό κόσμο, νομίζοντας ότι κι αυτός ανήκει στο τρέχον. Όλα τούς φαίνονταν σύγχρονα και ανιχνεύσιμα. Ακόμα και τα άγνωστα ονόματα των φοιτητών που διάβασαν με την όσφρηση: Μακ Κάρσον, Μπάρτον, Χάου, Γκαρσία, Κίνγκσλεϊ. Χωρίς παρελθόν και μέριμνα για το χρόνο, είχαν βρεθεί ανύποπτοι σε ένα σιωπηλό βάθος που μόλις παραβιαζόταν. Ήταν αδύνατον να το ξεχωρίσουν από τους δρόμους με τα ογκώδη, επάλληλα στρώματα των οσμών, την ακατανόητη κίνηση, τη βασανιστική μέριμνα της τροφής.



-
Οι πίνακες είναι του Alex Colville