Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012


Ὁ Σεζάρ




TΑΞΙΔΕΨΑ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Πα­ρί­σι μὲ τὸ φρον­τι­στή­ριο τῶν γαλ­λι­κῶν. Χρι­στού­γεν­να τοῦ 1972. Γιὰ τί­πο­τε ἔ­κτο­τε δὲν προ­ε­τοι­μά­στη­κα ἔ­τσι. Ἑ­κα­το­δόλ­λα­ρα στὴν ὀ­δον­τό­πα­στα, στὰ σάν­του­ιτς, σὲ κολ­λημ­μέ­νες σε­λί­δες τοῦ Ζορ­μπᾶ. Θε­α­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τεσ­σά­ρων ὡ­ρῶν. Νύ­χτω­σε λί­γο πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἄ­φι­ξη. Πρό­λα­βα νὰ δῶ μὲ φῶς, ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ Πα­ρί­σι, ἕ­να τε­ρά­στιο δά­σος. Εἶ­χε δι­α­δε­χτεῖ τοὺς ἄ­πει­ρους ὀρ­θο­γώ­νιους ἀ­γροὺς τῆς ἐ­παρ­χί­ας, ποὺ ἐ­ναλ­λάσ­σον­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς γή­ι­νους τό­νους, ἀ­πὸ τὸ σκοῦ­ρο μπὲζ μέ­χρι τὸ σκο­τει­νὸ κα­φέ. Μεί­να­με στὴ Ρα­σπά­ιγ. Ἔ­μα­θα γρή­γο­ρα τὸ Με­τρό. Ἀ­πί­στευ­τη ἡ ἀν­το­χή μου νὰ βα­δί­ζω, νὰ στέ­κο­μαι ὄρ­θιος, νὰ κοι­τά­ζω. Λοῦ­βρο, Πάν­θε­ον, Καρ­τι­ὲ Λα­τέν. Τὴ δεύ­τε­ρη μέ­ρα Ἐ­θνο­λο­γι­κὸ Μου­σεῖ­ο, Ἄι­φελ, Σὰ­κρ Κέρ. Τὴν τρί­τη, τά­φος τοῦ Βο­να­πάρ­τη, Μου­σεῖ­ο Ρον­τέν, καὶ στὴ συ­νέ­χεια ὁ Βο­τα­νι­κὸς κῆ­πος μὲ τὸ ζω­ο­λο­γι­κό του τμῆ­μα ποὺ μὲ ἐν­θου­σί­α­σε. Τὸ βρά­δυ, μὲ τὸν ἀ­ρι­στοῦ­χο τῆς τά­ξε­ως, ἀ­νη­φο­ρί­σα­με ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὴν Κον­κὸρντ τὸ δε­ξὶ πε­ζο­δρό­μιο τῆς Σὰνζ Ἐ­λι­ζέ, κα­τά­με­στης καὶ πάν­φω­της γιὰ τὶς γι­ορ­τές. Οἱ κι­νη­μα­το­γρά­φοι εἶ­χαν οὐ­ρὲς στὴν εἴ­σο­δο. Βλέ­πα­με ἀ­χόρ­τα­γοι στὶς ἀν­τι­προ­σω­πεῖ­ες τῶν αὐ­το­κι­νή­των τὰ μον­τέ­λα τοῦ ’73, τοὺς χι­λιά­δες πε­ρα­στι­κούς, τὰ κο­ρί­τσια μὲ γάν­τια, σκού­φους μέ­χρι τὰ μά­τια καὶ κόκ­κι­νες μύ­τες, νὰ μι­λοῦν μὲ συν­νε­φά­κια γύ­ρω ἀ­π’ τὶς πα­γω­μέ­νες φρά­σεις τους. Μα­γε­μέ­νοι. Ὁ φί­λος μου ἔ­φυ­γε στὶς πεν­τέ­μι­ση. Χω­ρί­σα­με στὴν εἴ­σο­δο τοῦ με­γά­λου Πρι­ζου­νὶκ ποὺ ἔ­στελ­νε τὴ μου­σι­κή του μέ­χρι τὸ πε­ζο­δρό­μιο. Νὰ μπῶ καὶ νὰ θαυ­μά­σω τὰ ρά­φια ἢ νὰ προ­τι­μή­σω τοὺς δρό­μους; Δὲν πρό­λα­βα νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω. Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ στα­μά­τη­σε μπρο­στά μου θὰ μοῦ ἄ­φη­νε γιὰ 3 λε­πτὰ τὸ σκύ­λο της, ὥ­σπου νὰ κα­τέ­βει στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ κα­τα­στή­μα­τος. Δέ­χτη­κα, ἐ­νῶ ἦ­ταν ἁ­πλὸ νὰ ἀρ­νη­θῶ («Μὲ πε­ρι­μέ­νουν», «ἔ­χω ἀλ­λερ­γί­α», «ξέ­ρε­τε, μό­λις ἔ­φευ­γα», «πά­σχω ἀ­πὸ κυ­νο­φο­βί­α» κλπ). Ἔ­μει­να ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα ἐ­ξην­τα­τρί­α λε­πτά. Πρέ­πει νὰ βγῆ­κε ἀ­πὸ ἄλ­λη εἴ­σο­δο. Μοῦ ἀ­νῆ­κε πιὰ ἕ­να ψη­λὸ Κα­νὶς Ρουα­γιάλ, ἤ­ρε­μο καὶ ὑ­πά­κου­ο, σγου­ρό­μαλ­λο σὰν πρό­βα­το, μὲ ἕ­να σα­κου­λά­κι στὸ πε­ρι­λαί­μιο, δυσ­δι­ά­κρι­το στὸ πυ­κνὸ τρί­χω­μα. Τὸ σύν­το­μο ση­μεί­ω­μα πρό­δι­δε δι­α­τα­ρα­χή: «Δὲν ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή! Ἀρ­κε­στεῖ­τε σ’ αὐ­τό, svp.» Τὸ ξα­νά­βα­λα στὴ θέ­ση του. Θὰ αὐ­το­κτο­νοῦ­σε; Θὰ πα­ρα­δι­δό­ταν με­τὰ ἀ­πὸ ἔγ­κλη­μα; Θὰ ἄλ­λα­ζε ἤ­πει­ρο; «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ…», ἀ­πευ­θύν­θη­κα σὲ ἕ­ναν ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νο σα­ραν­τά­ρη μὲ βαμ­μέ­να μαλ­λιά, γού­να μὲ σκοῦ­φο Ζι­βάγ­κο καὶ μπό­τες ἱπ­πα­σί­ας. Δυ­ὸ μέ­τρα ἀ­πὸ μέ­να, στὸ πιὸ φαρ­δὺ πε­ζο­δρό­μιο ποὺ εἶ­χα δεῖ ἢ εἶ­χα φαν­τα­στεῖ πο­τέ, μι­λοῦ­σε μὲ κά­ποι­ον ἱ­σπα­νι­κά, ρί­χνον­τάς μου συ­νε­χῶς πλά­γι­ες μα­τι­ές. «Τὸν λέ­νε Σε­ζάρ», εἶ­πα, δεί­χνον­τας τὴν ταυ­τό­τη­τα στὸ πε­ρι­λαί­μιο. «Ἐ­πι­στρέ­φω ἀ­μέ­σως.» Μὲ κί­νη­ση Μπου­ο­να­ρό­τι, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του στὸ δι­κό μου καὶ πῆ­ρε τὸ δερ­μά­τι­νο λου­ρί.

8.7.2012


Επίδαυρος




Χθές το βράδυ, στην Επίδαυρο. «Οιδίπους Τύραννος». Μια ενδιαφέρουσα παράσταση (λόγος πυκνός, χωρίς το γνωστό στόμφο, εικόνα σκηνικών αφαιρετική, σύγχρονα κοστούμια, ένας Οιδίποδας με εσωτερικευμένο και πειστικό το δραματικό στοιχείο, λιτό ύφος διαλόγων με σημερινά ελληνικά, τους Χειλάκη και Μαρκουλάκη που μπορούσαν να σηκώσουν αντισυμβατικά τους μεγάλους χαρακτήρες). 

Μολονότι πίστευα πάντα πως ο συγκεκριμένος χώρος είναι ένα είδος αυστηρής οδηγίας για το πώς θα εμφανιστούν τα κλασικά έργα και ότι ελάχιστες άδειες παραχωρεί, φαίνεται πως μια πρόταση, πειστική στο νεωτερικό της ύφος, τη δομή και την εικόνα της, μπορεί να προσπεράσει το φράγμα. 

Αυτό που δεν μπόρεσα να καταλάβω (κάτι σαν εκείνο περίπου που σημείωνα σε προηγούμενη ανάρτηση για τον αναντίστοιχο, κάποτε, ποιητικό λόγο στον «Οθέλλο» του Γουέλς) είναι ο μεγάλος σε διάρκεια (και με περιττές επαναλήψεις για το ζητούμενο της αποκάλυψης) διάλογος ανάμεσα στον Οιδίποδα και τον Τειρεσία. Με την ανάγνωση του σύγχρονου θεατή, φαίνεται να βαραίνει και να περνά το όριο του αναγκαίου για τη σύγκρουση των δύο προσώπων. Είναι ενδιαφέρον να βλέπουμε μεγάλα κλασικά έργα με τα κριτήρια που μας έχει δώσει η αγωγή της αφαίρεσης και η σημασία της, στην εξέλιξη του τελευταίου αιώνα.


«Ας βγάλουμε τώρα τα εισιτήρια και αργότερα ερχόμαστε πάλι». (Πολύ νωρίς το απόγευμα στην Επίδαυρο, με την Χριστίνα Μ.)

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

Ο ΕΝΑΣ ΑΚΡΟΑΤΗΣ




Θεωρώ σπουδαία τη σκέψη του πιανίστα Ρουμπινστάιν, όταν κάποτε είπε ότι στην αίθουσα που παίζει βρίσκονται δύο χιλιάδες ακροατές, αλλά ανάμεσά τους υπάρχει έ ν α ς που θα τον ακούσει. «Γι' αυτόν παίζω», πρόσθεσε. 

Είναι μια διατύπωση που επισημαίνει πόσο ελάχιστα αυτονόητη είναι η επικοινωνία με το έργο, πόσο σπάνια (ή ποτέ) ο προικισμένος αποδέκτης τέμνεται βιωματικά από εκείνο που πλησιάζει.

Αυτά, θα πει κανείς, είναι θέματα που έχουν συζητηθεί και έχουν εξαντληθεί ανά τους αιώνες. Και η προηγούμενη ακόμα ανάρτηση με τη σύντομη φράση του Σταντάλ, αυτό φαίνεται να μουρμουρίζει έμμεσα. Προσωπικά είχα κάποτε την τύχη να δω την πιο ακραία εκδοχή τού «ενός ακροατή»: τον κανένα. Στο φεστιβάλ ποίησης μιας γαλλικής πόλης όπου βρισκόμουν κάποιο καλοκαίρι, φωτογράφισα την απαγγελία μιας Καναδέζας ποιήτριας (δεξιά στη φωτογραφία) που διάβαζε στο κενό. Το πιο παράδοξο δεν ήταν αυτό. Η γαλλίδα μεταφράστρια, δίπλα της, με ζήλο και σοβαρότητα μετέφραζε αμέσως από τα αγγλικά για όσους δεν γνώριζαν τη γλώσσα του πρωτοτύπου.

Αξία

«Όσο λιγότερη αξία έχουν αυτά που λέω, τόσο περισσότερο θα της αρέσουν», σκεπτόταν ο Ιουλιανός (Σορέλ)

Σταντάλ, «Το κόκκινο και το μαύρο»







ΕΥΡΕΘΗ ΝΕΚΡΟΣ


Κακή η φωτογράφιση, η μισή εικόνα έχει πάρει και το ξύλο του τραπεζιού, αλλά ήταν η λιγότερο κουνημένη. Προέρχεται από την 1η σελίδα της «Ελευθερίας» της 4ης Ιουλίου του 1961. Γιατί άραγε ο πατέρας μου είχε κρατήσει αυτό το φύλλο; Για την συγκεκριμένη είδηση, για τη δίκη του Άιχμαν (Γερμανού εγκληματία πολέμου) που γινόταν στην Ιερουσαλήμ εκείνο τον καιρό και ήταν γεγονός με διεθνές ενδιαφέρον, ή για το χρονογράφημα του Σπύρου Μελά που αφορά τις ασχολίες και τα παιχνίδια των παιδιών το καλοκαίρι;


Ο Χέμινγουεϊ (δεινός πότης και καπνιστής) ήταν 62 ετών και έπασχε από καρκίνο. Αυτοπυροβολήθηκε με την καραμπίνα που είχε από τον πατέρα του, αν θυμάμαι καλά. Ήταν μανιώδης κυνηγός και θεωρούσε τη βία και τη δύναμη προίκα του ανδρισμού. Στην τελευταία ταινία του ο Γούντι Άλεν δείχνει αυτή την πλευρά του, λιγότερο με σαρδόνια διάθεση και περισσότερο με ποιητική συγκατάβαση. 

Στην Κούβα το 1979 μας είχαν δείξει κάτι συγκλονιστικό: το περβάζι μιας πόρτας, στο σπίτι όπου ζούσε. Ήταν γεμάτο γραμμές ( μπορεί να ήταν νούμερα, δεν θυμάμαι καλά) σαν κι αυτές που σημειώνουν οι γονείς καταγράφοντας το ύψος των παιδιών. «Ξέρετε τι είναι»; μας είπαν. «Σημειώνει κάθε μέρα τα κιλά που χάνει, καθώς αδυνατίζει από την αρρώστια». 

Θυμάμαι και το 1998 (;), σε ένα μπαρ της Βαλένθια, με τοίχους γεμάτους φωτογραφίες. Μερικές εικόνιζαν εκείνον, καθισμένο στο συγκεκριμένο χώρο. «Έπινε εδώ», μου είπαν με περίφανοι οι κληρονόμοι των κτητόρων.

Για την «Ελευθερία» με τους τόσους συνεργάτες δεν γράφει, ή δεν προλαβαίνει να γράψει κανείς. Το κείμενο είναι ανταπόκριση τριών ξένων πρακτορείων. Το αναρτώ με δύο μέρες καθυστέρηση από την δημοσιευσή του.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Τρίτο πρόγραμμα

Από σήμερα στο ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ, στην εκπομπή «Ο ποιητής της εβδομάδος», διαβάζει ποίησή του ο Κώστας Μαυρουδής. 





(πατήστε εδώ

Το αφιέρωμα του Δέντρου στον Θόδωρο Αγγελόπουλο

Με τιμή από 6 έως 8 ευρώ (ανάλογα με το σημείο πωλήσεως) κυκλοφορεί το Αφιέρωμα του ΔΕΝΤΡΟΥ στον Θόδωρο ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟ. Στη συσκευασία του περιέχεται αυτό το CD, όπου ο Αγγελόπουλος έχει επιλέξει και διαβάζει ποιήματα του ΣΕΦΕΡΗ.


Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Ανακαλύπτοντας


Σκέπτομαι πως αυτά τα βιβλία που αθροίζονται το ένα πάνω στο άλλο (στο γραφείο του ΔΕΝΤΡΟΥ , για παράδειγμα) εγκυμονούν συχνά, μια μικρή ή μεγάλη αποκάλυψη, που μέσα στο πλήθος των αποστολών συχνά κινδυνεύει. Σηκώνοντας σήμερα διάφορους τόμους αποκαλύφθηκε μια ολιγοσέλιδη συλλογή χάι κου (Ευσταθία Δήμου, εκδ. Αστρολάβος). Το άνοιξα τυχαία στη σελίδα 14. Τι ωραίο το 17ο στη σειρά! 

Τα καλοκαίρια
πλήθυναν. Σαν ένα πια
τ' ανακαλούμε.

Quentin Matsys


Η διακοπή



Η Λου ξάπλωσε στο πεζογραφικό βιβλίο (βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα από το περιοδικό «Διαβάζω»). Επειδή ξέρουμε ότι τα αισθήματά μας προς την άλογη ζωή πρέπει να είναι πηγαία, βαθειά και διαρκή, μιμηθήκαμε κατά πρσέγγιση την παλιά κίνηση του Μωάμεθ: Όταν κάποτε η γάτα του κοιμήθηκε πάνω στο μανδύα του, αντί να την ξυπνήσει για να σηκωθεί, πήρε ένα ψαλίδι και έκοψε το ύφασμα. Θέλω να πω, αντιστοίχως, διακόψαμε για κάμποση ώρα το απολαυστικό διάβασμα, σεβόμενοι το ζώο και την εμφανή στην εικόνα ηρεμία του.