Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Λουτσιάνο Παβαρότι μιλά για τον Παβαρότι

-




Το κείμενο του Λουτσιάνο Παβαρότι που δημοσιεύεται εδώ, προέρχεται από το τεύχος του περιοδικού Το Δέντρο (Νο.171-172). Θα κυκλοφορήσει στις αρχές Οκτωβρίου. Η κυρίως ύλη του είναι αφιερωμένη στον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη.


Μου αρέσει να τολμώ


Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι μου αρέσει να δίνω συναυλίες. Από φωνητική άποψη είναι πολύ δυσκολότερη αυτή η υπόθεση από το οπερικό τραγούδι, αν και κανείς δεν ισχυρίσθηκε ότι η όπερα είναι κάτι εύκολο. Στις συναυλίες δεν έχεις ευκαιρίες ανάπαυλας, άλλους να σε βοηθούν στην πρόοδο της βραδιάς, κάποιον να τραβήξει την προσοχή των ακροατών εάν δεν είσαι στην καλύτερή σου φόρμα, έναν συντελεστή –θέαμα, κοστούμια, χορευτές, άλλους τραγουδιστές– που θα κάνει το κοινό να μην προσέχει τις αδυναμίες σου. Οι συναυλίες είναι η καλύτερη δοκιμή για τον τραγουδιστή […]


Αυτό που μου αρέσει ιδιαίτερα όταν δίνω συναυλίες ή ρεσιτάλ είναι το άμεσο αποτέλεσμα. Μετά από κάθε κομμάτι το κοινό εκδηλώνεται. Στην όπερα το κοινό δεν αποφαίνεται οριστικά παρά μόνο στο τέλος της βραδιάς. Και τότε η κρίση του μπορεί να εξαρτάται από πολλούς παράγοντες […] Από μια άποψη η συναυλία είναι μάλλον απλή υπόθεση. Τα πράγματα γίνονται εύκολα εάν υπάρχει πλήρης ορχήστρα ή ένα μόνο πιάνο. Εάν μου επιτρέψουν να έχω τον δικό μου συνοδό διευκολύνομαι με σύντομη προετοιμασία. Χρειάζομαι ένα πιάνο, ένα θέατρο και, φυσικά, κοινό.


Μετά την πρώτη μου συναυλία στο Μισούρι, το 1973, χαλάρωσα αρκετά ως προς τον συγκεκριμένο τρόπο παράστασης. Η φωνή μου δεν είχε πρόβλημα να ανταπεξέλθει και το κοινό δεν είχε βαρεθεί καθόλου μπροστά σε έναν μόνον καλλιτέχνη. Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη όψη πραγμάτων όσον αφορά τις μονοπρόσωπες συναυλίες. Εάν αυτές έχουν επιτυχία, κερδίζουν τις εντυπώσεις με τρόπο που καμία όπερα δεν μπορεί να συναγωνισθεί. Η εμπειρία είναι πιο έντονα προσωπική για όλους: και για εμένα και για το κοινό. Στον μεγάλο κίνδυνο έχεις μεγάλη ανταμοιβή.


Μετά τη δεύτερη συναυλία μου, στο Ντάλας, εγκαινίασα τη συνήθεια να κρατώ ένα λευκό μαντήλι. […] Κρατώντας το λευκό μαντήλι, στέκομαι σε ένα σημείο. Εάν αρχίσω να κάνω θεαματικές κινήσεις, το μαντήλι αιωρείται παντού και τραβάει την προσοχή σαν προειδοποιητική, μικρή σημαία. Τελικά η συνήθεια αυτή με ακολουθεί και με χαλαρώνει. Είναι η κάλυψη ασφαλείας μου ενώ βρίσκομαι στη σκηνή. […]


Έχω δώσει διάφορες συναυλίες σε πολλές πόλεις της Αμερικής. Μου αρέσει να νιώθει όμορφα αυτός ο κόσμος, που ίσως δεν θα μπορούσε να ταξιδέψει στους τόπους όπου εμφανίζομαι […] Πιστεύω ότι η συναυλία είναι σκληρή δοκιμασία για τη φωνή και τα νεύρα μου. Είχα κάποτε μια δύσκολη εμπειρία, από την τηλεοπτική μετάδοση μιας συναυλίας μου στη Μετροπόλιταν. Ήταν μια Κυριακή απόγευμα. […] Το θέμα είναι ότι εάν τραγουδάς σε τηλεόραση εθνικής εμβέλειας και η φωνή σου κάπως σε προδώσει σίγουρα θα σε επικρίνουν. Όλοι γύρω μου λένε πόσο θαυμάσιο είναι να κάνεις τηλεοπτική καριέρα, πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά μπαίνεις στο σπίτι ενός τεράστιου αριθμού ακροατών. Βέβαια ξεχνάνε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό, οπότε όλη αυτή η προβολή στο μαζικό κοινό μπορεί να στραφεί εναντίον σου. […]


Ευτυχώς, ο Θεός ήταν καλός μαζί μου εκείνη τη μέρα. Το τηλεοπτικό κοινό αριθμούσε δώδεκα εκατομμύρια. Μου είπαν ότι έκανα κάποιο είδος ρεκόρ – είχα το μεγαλύτερο κοινό για κλασικό τραγουδιστή. Πράγματι, ήταν ρεκόρ. […]


Η συναυλία σε νέα πόλη είναι πάντα μια υπέροχη εμπειρία. Ο κόσμος θέλει να με κάνει να νιώθω άνετα και πρέπει να παραδεχθώ ότι μου αρέσει πολύ να με φροντίζουν. […].


Το κοινό

Το κοινό είναι παντού το ίδιο. Μπορεί να σε γνωρίζει και να έχει άποψη προκαταβολικά, αλλά εσύ αναλαμβάνεις πάντα την ευθύνη να επιβεβαιώσεις τις ωραίες αυτές εντυπώσεις. Εάν είμαι σε καλή φόρμα, κι εκείνο ανταποκρίνεται καλά, εάν όχι, αντιδρά χλιαρά. Ποτέ δεν φταίει το κοινό εάν δεν ενθουσιασθεί. Ο λόγος είναι απλός. Όταν τραγούδησα με τρόπο που να με ικανοποιεί, ο κόσμος χάρηκε και απόλαυσε. Εάν το κοινό διαισθανθεί ότι δεν είμαι στην καλύτερη μέρα–πράγμα που κάποτε μπορεί να συμβεί– το γνωρίζω πριν απ’ αυτό. […]


Τώρα παίζω σε μία ταινία. Μου είχαν γίνει πολλές προτάσεις, όμως περίμενα το ρόλο που θα με ενδιέφερε. Εντάξει, θα το ομολογήσω. Ήθελα να παίξω έναν ρομαντικό ρόλο, όπως και στην όπερα. Είμαι εκ φύσεως ρομαντικός, και αυτό το προτέρημα μπορώ να το αξιοποιήσω υποκριτικά. Ευτυχώς για μένα, το σινεμά έχει εξελιχθεί πολύ τα τελευταία 20 χρόνια και αποτυπώνει ρομαντικές καταστάσεις, οι οποίες δεν αφορούν μόνον νέους και ωραίους. Η ταινία λέγεται Ναι Τζόρτζιο, ερμηνεύω έναν τραγουδιστή όπερας που εμφανίζεται στην Αμερική και ερωτεύεται μια νεαρή γιατρό. […] Είμαι πολύ συγκινημένος που παίζω σε ταινία του Χόλιγουντ. Έχω πει ότι μου αρέσει να τολμώ. Μέχρι στιγμής οι διακινδυνεύσεις δεν μου δημιούργησαν ιδιαίτερα προβλήματα. Πιστεύω ότι επιτρέπεται να είμαι και λίγο επιπόλαιος.


Όλη αυτή η ιστορία της ειδωλοποίησης, ακόμα και σε έναν εξειδικευμένο τομέα όπως η όπερα, έχει άπειρες θετικές συνέπειες, αλλά και πολλά αρνητικά. Ένα από τα καλά είναι ότι πληρώνεσαι αδρά για τις προσπάθειές σου. Εκτός από την οικονομική ευχέρεια, έχεις ακριβά αυτοκίνητα, επαύλεις και ασφάλεια για τα χρόνια που θα είσαι γέρος. Δεν χρειάζεται να εμφανίζεσαι τόσο συχνά και να κουράζεις τη φωνή σου, έχεις τη δυνατότητα να απορρίπτεις προσφορές που θεωρείς κακές είτε για τη φωνή είτε για το ρόλο. Στον διάσημο προσφέρονται πολλά, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες κάτι να είναι πραγματικά ενδιαφέρον. Μου αρέσει πολύ η επαφή με το κοινό, δεν με κουράζει καθόλου να βλέπω νέα πρόσωπα.


Από την άλλη, τα αρνητικά της υπόθεσης αυτής είναι η μακρόχρονη απουσία από το σπίτι και τα συνεχή αεροπορικά ταξίδια. Έχω πει επανειλημμένως πόσο μου λείπει η οικογένειά μου όταν είμαι μακριά της, και επί πλέον το γεγονός ότι δεν έχω καταφέρει να συνηθίσω το αεροπλάνο. Κάθε φορά που προσγειώνομαι υποφέρω. Ένα άλλο αρνητικό στοιχείο της διασημότητας είναι η τάση του κόσμου να κρίνει πολύ αυστηρά το λάθος σου […]


Οι νέοι


Η στήριξη νέων τραγουδιστών δεν είναι πάντοτε και τόσο ευχάριστη εμπειρία, όπως φαίνεται από μια πρώτη ματιά. Σ’ αυτές τις περιπτώ­σεις ο κόσμος ξεχνάει ότι για να υπάρξουν νικητές πρέπει να υπάρξουν και ηττημένοι. Είναι πολύ δυσάρεστο να πεις σε κάποιον που έχει μελετήσει τραγούδι χρόνια ότι θα πρέπει να ψάξει για άλλη δουλειά. Ορισμένοι συνάδελφοί μου δεν έχουν αρκετά γερό στομάχι για κάτι τέτοιο. […]


Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα για τον νέο τραγουδιστή είναι να βρει την ευκαιρία να εργασθεί με ένα ταλέντο υψηλών προδιαγραφών. Με όλο τον σεβασμό προς τους δασκάλους μου: δεν υπάρχει καλύτερο μάθημα από τη συνεργασία σου, μπροστά σε κοινό, με ταλαντούχους καλλιτέχνες. […]


Θα ήθελα να προσθέσω λίγα λόγια για κάτι που αγαπάω πολύ: τη ζωγραφική. Ζωγραφίζω όποτε βρω χρόνο, ακόμα και στα ταξίδια μου. Όλα ξεκίνησαν σαν αστείο, αλλά από ένα σημείο και μετά η ιστορία αυτή έγινε συναρπαστική για μένα.


Ξεκίνησα τότε που τραγουδούσα την Τόσκα, στο Σαν Φρανσίσκο. Μια και ο (ήρωάς της) Καβαραντόσι είναι ζωγράφος, ένας θαυμαστής έστειλε ένα κουτί με ακρυλικά χρώματα. Έτσι σκέφτηκα: γιατί να μην ζωγραφίζω επί σκηνής; Άρχισα, λοιπόν, και από τότε δεν μπορώ να σταματήσω. Την πρώτη χρονιά ζωγράφισα 30 πίνακες, όχι πάντοτε επί σκηνής […] έχω δουλέψει τόσες φορές στη ζωή μου με τα δημιουργήματα άλλων που είναι πολύ ευχάριστο να δοκιμασθώ σε κάτι δικό μου […]


Η ζωγραφική


Πολλοί γελάνε με τη ζωγραφική μου –οικογένεια, φίλοι– αλλά αυτό δεν με ενοχλεί. Εργάζομαι παντού, στο σπίτι, στα ταξίδια, στα δωμάτια των ξενοδοχείων. Αυτό με κάνει να ξεχνιέμαι. Όταν τελειώνω έναν πίνακα που μου αρέσει αισθάνομαι ευτυχής, παρόλο που υποψιάζομαι ότι δεν έχει καλλιτεχνική αξία. Δεν θέλω να παραστήσω τον καλό ζωγράφο, αλλά αισθάνομαι ότι βελτιώνομαι. Εάν μπορούσα να γίνω μεγάλος ζωγράφος θα σταματούσα το τραγούδι: όμως με τη μοναδική προϋπόθεση ότι θα γινόμουν αξεπέραστος, πράγμα που δεν πρόκειται να συμβεί.


Ένα άλλο πράγμα που με ενθουσιάζει είναι ο αθλητισμός, αλλά από όλα τα αθλήματα με τα οποία ασχολήθηκα μου έμεινε μόνο το τένις. Είναι ωραιότατο παιχνίδι που μπορείς εύκολα να οργανώσεις οποτεδήποτε και οπουδήποτε, έστω και εάν δεν γνωρίζεις πολύ κόσμο. Μετά από το παιχνίδι αισθάνομαι καλύτερα. Προτιμώ να παίζω με άτομα που παίζουν πιο καλά από μένα. Βέβαια, αυτή η προτίμησή μου είναι αντίθετη με το γεγονός ότι μισώ την ήττα. Όμως η επιθυμία μου για καλό παιχνίδι είναι πιο δυνατή. […]


Η ιππασία


Ένα άλλο πρόσφατο ενδιαφέρον μου είναι η ιππασία. Έζησα σε μια αγροικία κατά τη διάρκεια του πολέμου, πάντοτε αγαπούσα τα ζώα, αλλά τώρα τα άλογα είναι για μένα κάτι ιδιαίτερο. Εφόσον το νέο μας σπίτι στη Μόντενα έχει γύρω του μεγάλη έκταση, σκέφτηκα ότι θα ήταν ευχάριστη παρουσία τα άλογα ιππασίας. Το 1979, όταν εμφανιζόμουν στο Δουβλίνο, ζήτησα να μου δείξουν δυνατά άλογα για να τα αγοράσω. Έτσι και έγινε. Έστειλα και τις κόρες μου σε μια σχολή ιππασίας στην Ιρλανδία και έμαθαν να ιππεύουν, αν και στην αρχή δυστρόπησαν. […]


Αυτό το καινούργιο σπίτι έξω από τη Μόντενα με κάνει ευτυχισμένο. Είναι πολύ μεγάλο και διαθέτει στάβλους. Έχει ένα σαλέ που είναι κατάλληλο για πάρτι. Στον τρίτο όρο­φο κτίσαμε ένα αυτόνομο διαμέρισμα για την κουνιάδα μου. Οι δύο αδερφές είναι πολύ συνδεδεμένες και πάντοτε έμεναν μαζί. Τώρα χτίζω ένα ωραίο διαμέρισμα για τους γονείς μου, πάνω από τους στάβλους. Θα υπάρξει χώρος επίσης για την αδερφή μου και το γιό της. Θα ζούμε όλοι μαζί εδώ, γιατί θέλω να αποδείξω ότι οι οικογένειες μπορούν να ζήσουν μ’ αυτόν τον τρόπο ακόμα και σήμε­ρα. […]


Καθώς γερνώ, τρέφω την ελπίδα να ζω τον περισσότερο χρόνο στη Μόντενα και να φροντίζω το χώρο μου. Όταν ήμουν 9 χρονών καλλιεργούσα τη γη, μου φαίνεται λογικό να καταλήξω κάπως έτσι.


Απόδοση για το «Δ»: Φανή Μουρίκη

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

Ave Maria


Ave Maria

Gratia plena
Maria, gratia plena
Maria, gratia plena
Ave, ave dominus
Dominus tecum
Benedicta tu in mulieribus
Et benedictus
Et benedictus fructus ventris
Ventris tuae, Jesus.
Ave Maria

Ave Maria
Mater Dei
Ora pro nobis peccatoribus
Ora pro nobis
Ora, ora pro nobis peccatoribus
Nunc et in hora mortis
Et in hora mortis nostrae
Et in hora mortis nostrae
Et in hora mortis nostrae
Ave Maria




Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Summertime

_

Summertime,

And the livin’ is easy

Fish are jumbin’

And the cotton is high

Oh, your daddy’s rich

And your mamma’s good lookin’

One of these mornings

You’ re going to rise up singing

Then you’ll spread your wings

And you’ll take to the sky…….


‘Summertime’, George Gershwin

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

Γραφή στα όρια του μεταξιού

Ο Γιάννης Κοντός γράφει στη ''Βιβλιοθήκη'' της Ελευθεροτυπίας για τη Ζωή με εχθρούς

Ο ποιητής Κώστας Μαυρουδής εξέδωσε έναν κομψό τόμο με πεζά κείμενα, Η ζωή με εχθρούς.

Κείμενα δημοσιευμένα για πολλές αφορμές και αιτίες, κυρίως όμως είναι αισθητικά κείμενα που τείνουν στη λογοτεχνία ή σε ένα παιγνιώδες είδος δοκιμίου. Επίτηδες ο συγγραφέας επιδιώκει αυτή τη «σύγχυση», σε αυτό το μεικτό είδος, για να αποκαλύψει την πρόθεσή του, που είναι η κρυφή ικανότητά του για διάλογο με την αισθητική και το σοφιστικέ αυτών των κειμένων. Οπου ο συγγραφέας μάς αποκαλύπτει ένα αεράκι ελευθερίας της γλώσσας και οι λέξεις βάφονται με το βαθύ μπλε. Ο Κώστας Μαυρουδής στο πρώτο βιβλίο του είχε ένα ποίημα, «Η λέξη στρατιώτης», χαρακτηριστικό ποίημα της γενιάς του '70. Πάντα το θυμάμαι με νοσταλγία. Υστερα από αυτή την παρένθεση ξετυλίγω όσο μπορώ την όμορφη αυτή περιπέτεια των κειμένων τού ανά χείρας βιβλίου. Είναι ταξιδιώτης, μετακινείται συνεχώς ο Κώστας Μαυρουδής. Πώς περιγράφει το χθες, το σήμερα. Πώς βλέπει τις ευρωπαϊκές πόλεις και ιδιαίτερα τις ιταλικές. Πώς παρατηρεί τραβώντας την κουρτίνα τού σήμερα. Πώς βάζειμουσική σε αυτά τα κείμενα, τα σχόλια του χρόνου. Πώς σκηνοθετεί τη ζωή του και τη ζωή μας. Και παντού είναι και βρίσκει τη λογοτεχνία. Από τους ανθρώπους μας των γραμμάτων στη σημερινή εποχή, ο Μαυρουδής είναι από τους χαρισματικούς να περιγράφει τα ενδιάμεσα, το κενό και την προέκταση της λογοτεχνίας. Σε αυτό βοήθησε πολύ η ασχολία του με την έκδοση του εξέχοντος περιοδικού Το Δέντρο, αλλά νομίζω η πλάστιγγα γέρνει περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία την καλλιτεχνική του συγγραφέα (ποιητή) να αναλύει, να συνθέτει, να φωτίζει και τα πιο ελάχιστα γεγονότα της ζωής και να τους δίνει τεράστιες προεκτάσεις. Θα υποστήριζα ότι τα κείμενα αυτού του τόμου, Η ζωή με εχθρούς, είναι δοκίμια με χαμηλές πτήσεις της ποιήσεως. Δεν θα τα έλεγα ποιητικά κείμενα, αλλά η ποίηση ενεδρεύει σε κάθε λέξη και έννοια.

Ξέρετε, ο ποιητής είναι μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική προσωπικότητα κι έχει μια περσόνα που είναι ζυμωμένη με το πρόσωπό του. Ετσι λοιπόν ο Μαυρουδής συγκέντρωσε αυτόν τον μικρό θησαυρό σε ένα βιβλίο και μας ταξιδεύει στα χρώματα και στη μουσική. Σταχυολογώ το κείμενο για τον Ιταλό ποιητή Σάντρο Πένα και τον δικό μας, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, με τον τίτλο «Δύο ποιητές». Και γίνεται μια σύγκριση βαθιά και ουσιαστική. Και βλέπουμε πού ταυτίζονται και πού διαφέρουν οι δύο ποιητές. Και πάντα κάτω από τις λέξεις υπάρχει η μουσική. Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Μελάνι. Βάλτε το στο κομοδίνο σας.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

14 Ιουλίου 2009


Για την επέτειο και την ιστορία σήμερα

Σ'έναν κόσμο χωρίς μαγεία, χωρίς πίστη, χωρίς ελπίδα, χωρίς θεό και μοναδική αλήθεια, σ΄έναν κόσμο χαώδη και κατακερματισμένο, πως μπορεί η ιστορία να είναι ή να φαντάζει επική; Ούτε και να καμώνεται μπορεί. Στη νεότητά της η ιστορία υπήρξε επική. Τώρα όμως στην ωριμότητά της δεν μπορεί παρά να είναι ειρωνική, σαρκαστική, σχετιστική, τραγική. Ίσως οι επικοί τρόποι να ξανακάνουν την εμφάνισή τους στη σκηνή της ιστοριογραφίας όταν φουσκώσουν τα πανιά των οραματιστών και το ποτάμι της δικαιοσύνης κυλήσει ορμητικό, όταν οι άνθρωποι πιστέψουν στις δυνάμεις τους και εκφράσουν τη συλλογική σκέψη και δημιουργικότητά τους, όταν κατορθώσουν να λυτρωθούν από το άγος και το άχθος του παρελθόντος, όταν η ουτοπία αρχίσει να θαμποχαράζει.


Γιώργος Κόκκινος ( καθηγητής ιστορίας)

Σάββατο 11 Ιουλίου 2009

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 9. Κώστας Μαυρουδής












Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας, παλαιότεροι και πρόσφατοι, συγγραφείς.

Θα ήθελα να κάνω μνεία στην μεγάλη παράδοση του γαλλικού μυθιστορήματος (19ος αιώνας) και ακόμα στον ευρωπαϊκό μεσοπόλεμο (κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία). Δεν με συγκίνησε ποτέ η λεγόμενη νεωτερικότητα, και άλλα πιο πρόσφατα φαινόμενα (π.χ.αντιμυθιστόρημα), πείραμα που δεν πιστεύω ότι έδωσε καμιά αυθεντική τέρψη, ούτε φώτισε κρυμμένες περιοχές. Ήδη, τώρα που μιλάμε, έχει κριθεί. Εν πάση περιπτώσει, διαβάζω πλέον λιγότερο (πάντα λογοτεχνία αναφοράς, μήπως και προλάβω τουλάχιστον να γνωρίσω περισσότερα έργα απ’ αυτό που αποτέλεσε τον κλασικισμό). Θα έλεγα ότι δεν έχω αξιόλογη εποπτεία και ενημέρωση για τη σύγχρονη παραγωγή, αν εξαιρέσω διάφορες λαμπρές περιπτώσεις, π.χ. τον Κλάουντιο Μάγκρις ή τον Έκο ή άλλα πρόσωπα που συναντώ τυχαία ή καθ’ υπόδειξη.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και πρόσφατα βιβλία.

Θα αναγκαστώ να επαναλάβω τον εαυτό μου. Θέλω να πω ότι πάντα δείχνω τις ίδιες περιοχές, αλλά πώς αλλιώς θα μιλούσε κάποιος με συγκεκριμένες εμμονές και προτιμήσεις. Το Μαγικό Βουνό, λοιπόν, του Τόμας Μαν, Ο Γατόπαρδος του Λαμπεντούζα, Ο χθεσινός κόσμος του Τσβάιχ. Στο τελευταίο παρακολουθούμε τον γοητευτικό πνευματικό μύθο της Αυστροουγγαρίας, μιας μικρογραφίας, κατά τη γνώμη μου, του πειράματος της Ενωμένης Ευρώπης, που επιχειρείται αργά αλλά σταθερά σήμερα. Ο χθεσινός κόσμος, χωρίς να μένει προσκολλημένος στο ντοκουμέντο και τη λεπτομέρεια, μόνο με ό,τι συντήρησε η μνήμη του συγγραφέα που ζούσε εξόριστος στη Βραζιλία, δεν είναι απλώς κορυφαία μαρτυρία ιστορικών γεγονότων, αλλά σειρά μεγάλων ιμπρεσιονιστικών εικόνων. Ως τελευταία πράξη ζωής (ο Τσβάιχ αυτοκτόνησε το 1942, πριν να κυκλοφορήσει το βιβλίο), αυτή η αφήγηση ανασυνθέτει ένα περιβάλλον υψηλών αξιών και βαθιάς καλλιέργειας.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στην Στενογραφία, τελευταίο βιβλίο μου, έγραφα ότι «η μεγάλη λογοτεχνία κάνοντάς μας να γνωρίσουμε τα πάθη μακρινών και επινοημένων προσώπων, συντελεί, ώστε με την πλησμονή των αισθημάτων, των κρίσεων και των σκέψεων γι’ αυτά (την υπεραπασχόληση με τον κόσμο τους) να περιφρονούμε, δυστυχώς, την καθημερινή ζωή και τους πραγματικούς ανθρώπους γύρω μας. Με ακολουθούν, λοιπόν, για να απαντήσω στο ερώτημά σας, αρκετοί χαρακτήρες, με τη μοίρα και την εικόνα των οποίων συνομίλησα ή γοητεύθηκα. Άλλωστε, η λογοτεχνία υπάρχει γιατί η ζωή, υπολείπεται, σε τελειότητα, ενός έργου. Το τελευταίο έχει όλα τα στοιχεία που μας λείπουν. Δεν γερνάει, δεν παρέρχεται, δεν φοβάται. Θυμάμαι ότι ο Φλομπέρ, δήλωνε ζηλότυπα πως δεν ανεχόταν το γεγονός ότι θα ζει η Μποβαρί όταν ο ίδιος θα είναι σκόνη. Αργότερα, ο μοντερνισμός προσπάθησε να φέρει αυτό το δέος στο επίπεδο ενός κειμένου, έκθετου στην ερμηνεία. Η κριτική απαίτησε την ίδια σημασία με το κείμενο. Στην πιο γελοία εκδοχή, ο αναγνώστης «έγινε» συγγραφέας. Αγαπώ λοιπόν, για να επιστρέψουμε στην ερώτηση (γι’ αυτό τον θυμάμαι επαρκώς), τον νεαρό ναυπηγό Χάνς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού, που ζει την αγωνία ενός δραματικού τόπου, το μεγαλειώδες σκηνικό όπου βρίσκεται το σανατόριο «Μπέργκχοφ» στο ορεινό Davos της Ελβετίας. Όμως και όλοι οι περί αυτόν είναι σπουδαία λογοτεχνικά πρόσωπα, σύμβολα ροπών, ιδεών, πεποιθήσεων. Στο περιβάλλον τους συντίθεται μια περιοχή βαθύτατης πνευματικότητας, συνθήκη αξεδιάλυτη από την αγωνία της φθοράς και του θανάτου. «Ιστορία παλιά, σκεπασμένη ήδη από πολύτιμη ιστορική σκουριά», όπως λέει ο Μαν εισάγοντας ως ένα συντελεσμένο παρελθόν το βιβλίο. Μένω, λοιπόν, με την εντύπωση ότι σ’ αυτή την ωκεάνεια σύνθεση τα πάντα έχουν ειπωθεί (η μεταφυσική, η επιστήμη, η Ιστορία, η τέχνη, ο έρωτας). Οι σελίδες του έχουν εμψυχώσει χαρακτήρες με στάσεις και διαθέσεις, που κάνουν αυτό το τεράστιο χρονικό πραγματικά αποκαλυπτική αφήγηση.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε πάρκα, στο λεωφορείο, στο πλοίο. Η ολοκλήρωση όμως των κειμένων μου γινόταν πάντα σε απόλυτη συγκέντρωση και με αφόρητα αργούς ρυθμούς. Ασχολούμαι για χρόνια με κάθε κείμενο. Αυτό δεν το αναφέρω ως αρετή, αλλά ως αποτέλεσμα μιας βασανιστικής νεύρωσης. Πιστεύω ότι πάντα έχει τη δυνατότητα να γίνει καλύτερο, συνεπέστερο με την αναζήτηση της πρώτης ιδέας. Για μένα είναι αμφίβολο αν τελειώνει ποτέ ένα έργο, κι αυτό διότι ξέρουμε ότι η πρώτη ύλη του δεν παραδίδει αμαχητί τις αντιστάσεις της αφενός, και ότι το απόλυτο ενός αισθήματος είναι τελειότητα που δεν αναπαράγεται, απλώς προσεγγίζεται, με άλλα μέσα. Στην Στενογραφία έγραφα ακριβώς αυτό, με τη μορφή του αφορισμού: «Όλα τα νοήματα είναι επιφυλακτικά με τη γλώσσα, δεν διαθέτουν όμως κανένα καλύτερο μέσον για να υπάρξουν. Ή, διαφορετικά, οι λέξεις δεν αρμόζουν ποτέ σε αυτό που θέλουν να πουν». Λυπάμαι αν θα φανούν υπερβολικά γερασμένες ή ιδεαλιστικές αυτές οι απόψεις, αλλά δεν μπορώ να δω το κείμενο ως ένα απολύτως αυτόνομο σώμα, έκθετο στις διαθέσεις της ανάγνωσης. Καταλάβαίνω, εν μέρει, εκείνον που δίνει τα αναγνωστικά του νοήματα στο κείμενο, για μένα όμως πάντα παραμένει κυρίως αυτός που πάνω του δοκιμάζεται μια πρωταρχική βούληση, μια πραγματοποιημένη ονειροπόληση του συγγραφέα. Χρήσιμο παράδειγμα, από την Στενογραφία και πάλι, ένας σύντομος φιλοπαίγμων αφορισμός: «Ο αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Θα ακούσει και θα μεταδώσει άλλα πράγματα».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στην ποίησή μου κίνητρο είναι η αναδρομή. Η νεύρωση του παρατατικού, όπως λέω. Στα υπόλοιπα κείμενά μου, αυτά που μοιάζουν με εκτεταμένο αφορισμό και περιέχουν ιδέες και γνώμες, ελάχιστα με επισκέπτεται η αποκάλυψη. Οι ιδέες μου προκύπτουν, κυρίως, στη διάρκεια και εξ αφορμής αναγνώσεων λογοτεχνίας. Η ανάγνωση είναι μια σίγουρη μεσιτεία που μου παρέχει εναύσματα και ερεθίσματα, με τα οποία δουλεύω. Το κείμενο είναι, σ’ αυτή την περίπτωση, σαν ένα υπέροχο ταξίδι που κάναμε, και που οφείλεται στο ότι συναντηθήκαμε τυχαία με τα θέλγητρα ενός τουριστικού προσπέκτ. Να προσθέσω ότι μ’ ενδιαφέρει η «κλοπή», το «δάνειο». Το διακείμενο, όπως το λέει η Θεωρία. Μου αρέσει η χρήση ξένων μερών ή ιδεών στη σύνθεση μιας νέας κατασκευής. Είναι συνθήκη που μοιάζει με αυτή των νεότερων εποχών, οι οποίες έχτιζαν πάντα με υλικά δανεισμένα από κατασκευές αρχαίες και προγενέστερες. «Μήπως οι θαυμάσιες κολόνες της Σάντα Μαρία ντέλι Άντζελι δεν προέρχονται από τις Θέρμες του Διοκλητιανού και ο χαλκός από το Πάνθεον δεν χρησιμοποιήθηκε για τον Άγιο Πέτρο;», αναρωτιόταν σε ένα γράμμα του ο Λίστ, μιλώντας για τα καπρίτσια της Ιστορίας. Μπορώ ακόμα να προσθέσω ότι κάθε παροπλισμένο αντικείμενο, κάθε αγνοημένη ή λανθάνουσα ύλη θα επιθυμούσε να γίνει μέρος ενός καινούργιου συνόλου, να διατεθούν δηλαδή τα ξεχασμένα στοιχεία χάριν μιας νέας συνθέσεως που θα μιλήσει με τα δάνεια υλικά, θα ξαναβγεί στη ζωή ως αυτοτελής πρόταση.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Χάνς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού και ο πρίγκιπας Σαλίνα, του Γατόπαρδου. Ο πρώτος για το προσωπικό του πεπρωμένο, έτσι όπως εμφανίζεται ξαφνικά, όταν από το Αμβούργο ταξιδεύει και επισκέπτεται έναν νοσηλευόμενο εξάδελφό του στο περίφημο Davos, και ο δεύτερος για την πτώση του (αντιλαμβάνεται και βιώνει στωικά μοίρα της τάξης του, της αριστοκρατίας), την εποχή που νέα στρώματα εμφανίζονται στο προσκήνιο της Ιστορίας και αλλάζουν (τέλος του 19ου αιώνα) την εικόνα, τα αιτήματα και τις αξίες της ζωής. Βρισκόμαστε στη Σικελία του 1860. Η Ιταλία ενοποιείται. Το μεγάλο νησί του νότου έχει προσαρτηθεί και η κυβέρνηση του Τορίνο επιθυμεί να διορίσει ορισμένους επιφανείς Σικελούς ως γερουσιαστές στη βουλή του νεοπαγούς κράτους. Κάποιος αντιπρόσωπος φτάνει στο Παλέρμο για να πείσει τον γηραιό πρίγκιπα Σαλίνα να αποδεχθεί τον διορισμό. Ο περίσκεπτος και κουρασμένος αριστοκράτης απαντά με μιαν αξιοζήλευτη, στη διαύγειά της, ιστορική απαισιοδοξία σ’ εκείνους που οραματίζονται ένα νέο κράτος. «Μου μιλούσατε για μια Σικελία που της προσφέρονται τα θαυμάσια του σύγχρονου κόσμου. Εγώ βλέπω μια γριά που την τσουλάνε με αναπηρικό καροτσάκι μέσα στην παγκόσμια έκθεση του Λονδίνου, που δεν καταλαβαίνει τίποτε, που την αφήνουν αδιάφορη τα Χαλυβουργεία και λαχταράει μόνο τον ύπνο της, το μουσκεμένο από σάλια προσκεφάλι της και το δοχείο της νύχτας κάτω απ’ το κρεβάτι……». Έχω προσέξει πως ελάχιστοι στην Ελλάδα γνωρίζουν την ιδιότυπη περίπτωση του Λαμπεντούζα και του μοναδικού του έργου. Ο Γατόπαρδος είναι μυθιστόρημα αναφοράς κι αυτό, γιατί μιλάει για τις μεγάλες κοινωνικές ανατροπές, μια ευγένεια που ο εκφραστής της θρηνεί αξιοπρεπώς, και τις τρομακτικές διαφοροποιήσεις του αιώνα των μαζών.
Να μην αγνοήσω τον Γουσταύο Άσενμπαχ, από τον Θάνατο στη Βενετία, σύμβολο θηρευτή της ομορφιάς και του απόλυτου, που στην αρχή της νουβέλας ζητάει απλώς «τέσσερις βδομάδες ανάπαυσης σε κάποιο κοσμοπολιτικό κέντρο του γελαστού νότου». Ωστόσο, απαντώντας σ’ αυτή την ερώτηση, δεν στέκομαι στο πόσο αγαπημένος είναι για μένα κάποιος λογοτεχνικός χαρακτήρας. Αυτό είναι η φυσική έλξη της γοητείας και του ρεμβασμού που ασκεί η σημαντική πεζογραφία. Νιώθω ότι η σημασία αυτού του πλασματικού κόσμου (το αναφέρω σε κάθε ευκαιρία) είναι ο απρόσβλητος, οριστικός και ακέραιος χαρακτήρας του, που στον αντίποδα της δικής μας μοίρας συνιστά απελπισμένο αντίδοτο της προσωρινότητας. Μόνον έτσι, μ’ αυτή τη σημασία, μπορούμε να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα του ιερού (στοιχείο δεν ξέρω πόσο εξωαισθητικό), που συνοδεύει τις τέχνες.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Η επίσκεψη σε γέροντα με άνοια (Κέδρος, 2001) είναι πεζόμορφη ποίηση. Ένα νέος κάνει δεκαεπτά επισκέψεις σε έναν ηλικιωμένο με άνοια. Μιλάει μαζί του, συνομιλώντας στην ουσία και με τη δική του μοίρα, με τον καθρέφτη του. Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (Νεφέλη, 2000) είναι ένα ιδιότυπο οδοιπορικό, γραμμένο με κάθε είδος λόγο. Μπορείς να το πεις αφήγημα, χρονικό, ποιητική σπουδή. Ταξίδια στην Ευρώπη και παιδικές μνήμες ανακατεύονται αναδεικνύουν τον πνευματικό χαρακτήρα ενός βλέμματος. Έκανα ένα πείραμα πρόσφατα μ’ αυτό το βιβλίο. Πήρα ορισμένα κείμενά του και τα τοποθέτησα στην προσεχή, ανέκδοτη ακόμη, ποιητική μου συλλογή (Τέσσερις Εποχές). Αυτά τα κείμενα λοιπόν στάθηκαν πολύ πειστικά ως ποιήματα. Αυτό σημαίνει κάτι που γνώριζα. Ότι πίσω απ’ τα κείμενά μου και τις αναφορές τους, πίσω από έναν κόσμο συγκεκριμένων εμμονών που είναι τα βιβλία μου (ο χρόνος και το χαμένο, κάτι που μοιάζει πολύ με μεμψιμοιρία) υπάρχει η ποίηση. Κάθε προσέγγιση κατατείνει σ’ αυτήν, ακόμα κι αν μιλάει με ιδέες, με λογικούς ορισμούς. Η Στενογραφία (Κέδρος, 2006) είναι προσπάθεια να ειπωθούν αφοριστικά οι αλήθειες του συγγραφέα για τον ίδιο και τα πράγματα. Η ιστορία, η αισθητική, η γραφή, βιώματα και οράματα είναι οι περιοχές στις οποίες κινείται το βλέμμα. Ο συγγραφέας εξομολογείται και αυτοπαρωδείται («με την αυτοπαρώδηση», λέει ο Σιοράν, «μειώνουμε πολύ τις ήττες μας, μπορούμε εν τέλει να τις απολαμβάνουμε».) Όλα αυτά, με το στοίχημα τα βιώματα να γίνουν ύφος και στιλ, που είναι η πειθώ της αλήθειας μας και της αλήθειας της γραφής. Η ζωή με εχθρούς (Μελάνι, 2009) κυκλοφορεί τώρα. Είναι συγκέντρωση κειμένων τα οποία εμφανίστηκαν ως εντυπώσεις, κριτικές ή δοκίμια, θέλοντας όμως να έχουν το χαρακτήρα της δημιουργικής γραφής, κι ακόμα να παρατηρήσουν και να σχολιάσουν αποκαλύπτοντας και φωτίζοντας τα αντικείμενά τους . Είναι ένα βιβλίο με μαρτυρίες βιωματικής ζωής μέσα από διάφορα είδη λόγου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Δυστυχώς, κυρίως δικά μου ποιήματα και διηγήματα, που δεν τολμώ να πιστέψω πως τελειώνουν, πως είναι έτοιμα, και κλωθογυρίζω γύρω απ’ αυτά εδώ και πολύ καιρό, ανασφαλής και αβέβαιος. Εδώ κι εκεί βλέπω, κάποτε και τα ποιητικά βιβλία που μου στέλνουν. Τα περισσότερα (με το βάρος, δυστυχώς, ενός λόγου που δεν μεταλλάσσεται και με την αδυναμία παραγωγής κάποιου πειστικού μικρόκοσμου) αρνούνται να απογειωθούν, και άλλα βουίζουν σε χαμηλή πτήση. Τέλος, σπανιότερα, εμφανίζεται διακριτό και αναγνωρίσιμο το αξιοσημείωτο.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, είναι καθαρό εμπόδιο. Με εκφράζει κι εδώ ο 19ος αιώνας. Μετά τη διάλυση της μορφής, όπως την ξέρουμε, ακούω μετά βίας τους εξαρθρωμένους ήχους. Όπως ένας γάλλος τεχνοκριτικός έλεγε για τη ζωγραφική (στις αρχές του αιώνα) στον γιό του «Πρόσεξε, μέχρι τον Σεζάν, μην προχωρείς πιο πέρα», έτσι μου λέει και ο εαυτός μου: «Μέχρι τον πρώιμο Ντεμπισί, μετά συμβαίνουν άλλα πράγματα που δεν με αφορούν και δεν τα αγγίζω».

Τι γράφετε τώρα;

Για την ακρίβεια δεν γράφω. Διορθώνω, τελειοποιώ, αναδιοργανώνω (δεν ξέρω με πόση επιτυχία, για ορισμένα κείμενα είμαι ικανοποιημένος, αλλού δεν μου βγαίνει και το παλεύω).Τα διηγήματα είναι ιστορίες από τη δεκαετία του ’50 και η ποίηση (έχει τίτλο Τέσσερις Εποχές) είναι αφηγηματικά ποιήματα που έχουν συγκεκριμένο θέμα, δεν ομφαλοσκοπούν και δεν ασχολούνται ναρκισσιστικά με τον εαυτό τους ως γλωσσική αυτοαναφορά. Γενικά μιλώντας τώρα, πιστεύω πως δεν υπάρχει μεγάλο κείμενο αν δεν υπάρχει μεγάλο θέμα. Ο υπέροχος κατηχητικός λόγος, π.χ., του Χρυσοστόμου («Πού σου το νίκος Άδη…») έχει απέναντί του την κορυφαία ανθρώπινη αγωνία, τον θάνατο, και τη βαθιά νοσταλγία της αθανασίας. Όταν κανείς ενηλικιώνεται φιλοδοξεί, ή σ’ αυτό θα πρέπει να κατατείνει, να συνομιλήσει με τα μεγάλα ζητήματα της ζωής. Στα νιάτα μας, με τον ναρκισσισμό και την αφέλεια μιας άψαχτης δύναμης, νομίζαμε ότι αρκούσε να υμνήσουμε ένα κορίτσι ή να αμπελοφιλοσοφήσουμε για τον ουρανό. Μπροστά σ’ ένα έργο, σκέπτομαι, πρέπει να συμβαίνει κάτι ιδιαίτερα ισχυρό, να νιώθει κανείς την έκπληξη και τον αιφνιδιασμό ενός ανυποψίαστου, ενός πρωτόγονου, που βλέπει για πρώτη φορά τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα χρόνια πέρασαν. Όλα είναι πολύ απαιτητικά πια, γι’ αυτό πολύ δύσκολα.









Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.

Όχι σπουδαία πράγματα, διάλογος με την επικαιρική πρόκληση, συχνά δοκισοσοφία, λόγος, φυσικά, χωρίς την προοπτική που αναγνωρίζουμε στο απαιτητικό δημιουργικό κείμενο. Διακρίνεται αμέσως από την έκφραση που έχει πίσω της μια προφανή στοχαστική αγωγή. Συναντιόμαστε συχνά με τον κοινό τόπο, που με μικρό φορτίο και χωρίς αξιώσεις, έχει τη βεβαιότητα ότι θα κριθεί με συγκατάβαση. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν, αλλά είναι λίγες για να διαμορφώσουν εικόνα. Κυριαρχεί η μέτρια πανσπερμία, οι αγαθές προθέσεις, συχνά ο στόμφος, η ιδεολογική μονομέρεια, και προκειμένου για τις σελίδες κριτικής, η απόλυτη γενναιοδωρία και εξίσωση των πάντων. Γενικολογώ, αλλά αυτό το τελευταίο είναι, κατά τη γνώμη μου, η χειρότερη παθογένεια των ηθών μας. Τα αδιαφοροποίητα κριτήρια, η έλλειψη κλίμακας μεγεθών. Μια συγκαταβατική δημοκρατία όπου τα νεοελληνικά αντιμετωπίζονται με το φόβο μήπως παρεξηγήσουν ή παρεξηγηθούν.


Από το ιστολόγιο Πανδοχείο

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2009

Οι ώμοι της μαρκησίας

-


του Εμίλ Ζολά


Το διήγημα αυτό περιέχεται στο τεύχος (169-170) του Δέντρου που κυκλοφoρεί. Το φιλοξενώ στο μπλογκ μου, γιατί το θεωρώ υπόδειγμα μινιμαλιστικής κομψότητας, ένα στυλιστικό κομψοτέχνημα.



Α΄


Η μαρκησία κοιμάται στο μεγάλο κρεβάτι της, πίσω από τις φαρδιές κίτρινες μεταξωτές κουρτίνες. Το μεσημέρι, στον καθάριο ήχο του εκκρεμούς, αποφασίζει ν’ ανοίξει τα μάτια της.

Το δωμάτιο είναι χλιαρό. Τα χαλιά και τα παραπετάσματα στις πόρτες και τα παράθυρα το μετατρέπουν σε μαλακή φωλιά όπου το κρύο δεν εισχωρεί. Ζέστη κι αρώματα είναι διάχυτα στο δωμάτιο όπου βασιλεύει αιώνια άνοιξη.

Μα μόλις η μαρκησία ξύπνησε για τα καλά, δείχνει να την έχει πιάσει ξαφνική αγωνία. Πετάει τα στρωσίδια από πάνω της και κτυπάει το κουδούνι για να ’ρθει η Ζιλί.

«Με φωνάξατε, κυρία;»

«Πες μου, μήπως άρχισε να λιώνει το χιόνι;»

Αχ, καλή μαρκησία! Με πόση συγκίνηση στη φωνή έκανε αυτή την ερώτηση! Η πρώτη της σκέψη πάει στο τρομερό κρύο, στον βοριά που δεν τον νιώθει, αλλά που θα πρέπει να πνέει με τόση δριμύτητα στις τρώγλες της φτωχολογιάς. Και ρωτάει αν έχει καλοσυνέψει ο ουρανός, αν μπορεί να νιώθει ζέστη χωρίς να νιώθει και τύψεις, χωρίς να σκέφτεται όλους εκείνους που τουρτουρίζουν.

«Μήπως άρχισε να λιώνει το χιόνι, Ζιλί;»

Η καμαριέρα τής δίνει το πρωινό πενιουάρ, που μόλις το ζέστανε μπρος στο τζάκι με τη δυνατή φωτιά.

«Α, όχι, κυρία, δε λιώνει. Απεναντίας, κάνει μεγαλύτερη παγωνιά. Πριν από λίγο βρήκαν σ’ ένα λεωφορείο έναν άντρα πεθαμένο απ’ το κρύο».

Τη μαρκησία την έπιασε παιδιάστικη χαρά· χτυπάει παλαμάκια φωνάζοντας:

«Τόσο το καλύτερο λοιπόν· το απομεσήμερο θα πάω να πατινάρω».



Β΄

Η Ζιλί τραβάει απαλά τις κουρτίνες ώστε το απότομο φέγγος να μην πληγώσει την τρυφερή όραση της μαρκησίας.

Η γαλαζωπή ανταύγεια του χιονιού κατακλύζει την κάμαρα με πολύ χαρούμενο φως. Ο ουρανός είναι γκρίζος, αλλά με ένα τόσο όμορφο γκρίζο χρώμα που θυμίζει στη μαρκησία μια μεταξωτή γκρι περλ τουαλέτα που φορούσε την προηγουμένη, στο χορό του Υπουργείου. Η τουαλέτα αυτή ήταν διακοσμημένη με άσπρη γκιπούρ, παρόμοια με τους σταλακτίτες του χιονιού που τους βλέπει στην άκρη των στεγών να διαγράφονται στον χλομό ουρανό.

Την προηγουμένη υπήρξε γοητευτική, με τα καινούργια της διαμαντικά. Είχε πέσει για ύπνο στις πέντε το πρωί. Γι’ αυτό νιώθει το κεφάλι της κάπως βαρύ. Όμως έχει καθίσει μπρος σ’ έναν καθρέφτη, και η Ζιλί της ανασηκώνει τον ξανθό χείμαρρο των μαλλιών. Το πενιουάρ γλιστράει, και οι ωμοπλάτες της απομένουν γυμνές ώς τη μέση της.

Ολόκληρη γενεά έχει ήδη γεράσει θαυμάζοντας τους ώμους της μαρκησίας. Από τότε που, χάρη στην κατίσχυσή τους, οι εύθυμης φύσεως κυρίες μπορούν να φορούν έξωμες τουαλέτες και να χορεύουν στα ανάκτορα του Κεραμεικού, περιέφερε τους ώμους της στο συνωστισμό των επίσημων σαλονιών, με μια συνέπεια που την έκανε ζωντανό σήμα κατατεθέν των θελγήτρων της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Χρειάστηκε βέβαια ν’ ακολουθήσει τη μόδα και ν’ αποκαλύψει τους ώμους της, πότε ώς το κάτω μέρος της μέσης της και πότε ώς τη ρίζα του λαιμού της· έτσι που η καλή μας η κυρία, από λακκάκι σε λακκάκι, παραχώρησε όλους τους θησαυρούς του μπούστου της. Δεν υπάρχει το παραμικρότερο σημείο της πλάτης και του στήθους της μαρκησίας που να μην είναι γνωστό από την πλατεία Μαντλέν ώς τη γειτονιά του Σεν Τομά ντ’ Ακέν. Οι ώμοι της μαρκησίας, γενναιόδωρα εκτεθειμένοι σε κοινή θέα, είναι ο ηδονικός θυρεός του βασιλείου.



Γ΄


Είναι, βέβαια, ανώφελο να περιγράψει κανείς τους ώμους της μαρκησίας. Είναι δημοφιλείς όπως τα γεφύρια του Σηκουάνα. Για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια απετέλεσαν μέρος των δημόσιων θεαμάτων. Αρκεί να διακρίνει κανείς το παραμικρότερο τμήμα τους, σ’ ένα σαλόνι, στο θέατρο ή αλλού, για ν’ αναφωνήσει: «Για δες, η μαρκησία! Αναγνωρίζω τη μαύρη ελιά στον αριστερό της ώμο».

Είναι άλλωστε εξαιρετικά όμορφοι οι ώμοι της, άσπροι, αφράτοι, προκλητικοί. Τα βλέμματα μιας ολόκληρης κυβέρνησης πέρασαν από πάνω τους, κάνοντάς τους πιο τορνευτούς, όπως οι πλάκες του πεζοδρομίου που τα πόδια του πλήθους τις λειαίνουν με τον καιρό.

Αν ήμουν ο σύζυγος ή ο εραστής της μαρκησίας, θα προτιμούσα να πάω να φιλήσω το κρυστάλλινο πόμολο του γραφείου ενός υπουργού, που το έχει φθείρει το χέρι των αιτούντων, παρά ν’ αγγίξω με τα χείλη τους ώμους αυτούς που από πάνω τους πέρασε η ζεστή ανάσα όλου του κοσμικού Παρισιού. Σαν σκέφτεται κανείς τις χίλιες δυο επιθυμίες που δονήθηκαν γύρω τους, αναρωτιέται με ποιον άργιλο χρειάστηκε η φύση να τους πλάσει ώστε να μη διαβρώνονται και να μη θρυμματίζονται όπως η γύμνια των αγαλμάτων, που εκτίθενται στον ανοιχτό αέρα των κήπων και που οι άνεμοι έφαγαν το περίγραμμά τους.

Η μαρκησία εντόπισε την αιδώ της αλλού. Έκανε τους ώμους της θεσμό. Και πώς πολέμησε για την κυβέρνηση της επιλογής της! Πάντοτε εν δράσει, παντού συγχρόνως, στα ανάκτορα του Κεραμεικού, στα Υπουργεία, στις πρεσβείες, στα σπίτια των απλών εκατομμυριούχων, επαναφέροντας τους αναποφάσιστους με χαμόγελα, στηρίζοντας το θρόνο με τ’ αλαβάστρινα στήθη της, δείχνοντας τις μέρες κινδύνου υπέροχες κρυφές γωνίτσες, πιο πειστικές από τα επιχειρήματα των ρητόρων, πιο αποφασιστικές από τα ξίφη των στρατιωτών, και απειλώντας για να κλέψει μιαν ψήφο, να ψαλιδίσει τα ζιπούνια της μέχρι που τα πιο αδυσώπητα μέλη της αντιπολίτευσης να παραδεχτούν πως πείστηκαν.

Οι ώμοι της μαρκησίας παρέμειναν παντοτινά ανέπαφοι και νικητήριοι. Σήκωσαν έναν ολόκληρο κόσμο πάνω τους δίχως ούτε μία ρυτίδα να ’ρθει να ραγίσει το άσπρο μάρμαρό τους.



Δ΄

Το απόγευμα εκείνο, μόλις βγήκε η μαρκησία από τα χέρια της Ζιλί φορώντας μια υπέροχη πολωνέζικη τουαλέτα, πήγε να κάνει πατινάζ. Πατινάρει με αξιολάτρευτο τρόπο.

Στο δάσος της Βουλώνης το κρύο ήταν δριμύτατο· το ξεροβόρι έκανε να τσούζουν τα χείλη και η μύτη των κυριών, σαν να είχε φυσήξει ο άνεμος λεπτή άμμο στο πρόσωπό τους. Η μαρκησία γελούσε, τη διασκέδαζε που κρύωνε. Πότε πότε πήγαινε να ζεστάνει τα πόδια της στα ποδοπύραυνα που ήταν αναμμένα στις όχθες της λίμνης. Ύστερα επέστρεφε στον παγωμένο αέρα, πετώντας σαν το χελιδόνι που περνάει ξυστά πάνω από το έδαφος.

Αχ, τι ωραία διασκέδαση και τι ευτυχία που δεν άρχισε ακόμη να λιώνει το χιόνι! Η μαρκησία θα μπορεί να πατινάρει ολόκληρη τη βδομάδα.

Επιστρέφοντας η μαρκησία, είδε σ’ έναν παράδρομο των Ηλυσίων Πεδίων μια ζητιάνα να τουρτουρίζει στη βάση ενός δέντρου, μισοπεθαμένη από το κρύο.

«Η δύστυχη», μουρμούρισε η μαρκησία θυμωμένα.

Και ενώ η άμαξα έτρεχε πολύ γρήγορα, καθώς η μαρκησία δεν μπόρεσε να βρει το πουγγί της, έριξε στη ζητιάνα το μπουκέτο της, ένα ματσάκι από λευκές πασχαλιές, που κόστιζε πέντε ολόκληρα λουδοβίκεια.


Απόδοση για το «Δ»: ΦΟΙΒΟΣ Ι. ΠΙΟΜΠΙΝΟΣ


Ο Εμίλ Ζολά (Παρίσι, 1840-1902) θεωρείται ο πατέρας αλλά και ο κυριότερος εκπρόσωπος του γαλλικού νατουραλισμού. Επιπλέον, πήρε ενεργό μέρος στην πολιτική. Από το 1869 ώς το 1893 συνέγραψε όλα σχεδόν τα μυθιστορήματά του ως τμήματα μιας σειράς που ονόμασε Ρουγκόν-Μακάρ. Φυσική και κοινωνική ιστορία μιας οικογένειας στην Β΄ Αυτοκρα­τορία. Μερικά από τα έργα του: Το ανθρώπινο κτήνος, Η ταβέρνα, Τα μυστήρια της Μασσαλίας, Νανά, Ζερμινάλ.

· Τίτλος πρωτοτύπου: «Les épaules de ma marquise». Το πεζογράφημα αυτό ήταν το πέμπτο κατά σειρά της συλλογής διηγημάτων Nouveaux contes à Ninon

· [Νέα διηγήματα προς τη Νινόν], που πρωτοκυκλοφόρησε τον Μάιο του 1874. Η παρούσα μετάφραση βασίζεται στον τόμο: Zola, Contes et nouvelles 1 (1864-1874), G.F. Flammarion, Paris 2008, σσ. 209-212.