Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Η νοσταλγία της ποίησης


17/04/2011- Κυριακάτικη Αυγή

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ, Τέσσερις εποχές, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 60

Όταν τα πράγματα μας διώχνουν, όταν οι άνθρωποι δεν μας επαρκούν ως κοινωνικό περιβάλλον, έχουμε την επιλογή της σάτιρας, της κριτικής διάθεσης, της αντιδικίας, ίσως και της μελαγχολίας, ενίοτε και τη σοβαρότερη όλων στάση της αποστασιοποίησης. Μια άλλη επιλογή είναι η αναχώρηση σε επιλεκτικές περιοχές της μνήμης, που γίνονται εμμονές, εξιδανικεύονται, οργανώνονται ως απείκασμα του πραγματικού κόσμου, όπου ακόμα και το περιβάλλον, η φύση, συνεργάζεται, συγκατανεύει, ακολουθεί τη μελαγχολία των ημερών, όπως κυκλικά εναλλάσσονται στην κλίμακα του χρόνου, ακολουθεί τη μελαγχολία των εποχών, όπως αναβλύζουν φιλτραρισμένες από το υπόστρωμα των αναμνήσεων, τη μελαγχολία των τόπων, όπως εγγράφονται στον εμμονικό χάρτη της προσωπικής γεωγραφίας. Ο ποιητής εγκαταλείπει κάθε αξίωση να ορίσει τα πράγματα μέσα στη φωνή του, να νοηματοδοτήσει τον κόσμο μέσα στις λέξεις του, να οριστεί ως πρόσωπο μέσα στην προσωπική του μυθολογία. Η ήττα της ποίησης δεν είναι κάτι περισσότερο από την ήττα του ποιητή - ταυτίζεται με τα όριά του.

Το θέμα βρισκόταν απέναντί μου

(ένας "Αναπαυόμενος" σε ανάκλιντρο της παραλίας)

έβλεπα την κατακόκκινη τομή στο στέρνο του

την κόκκινη πετσέτα

το σπάνιο πια Delial

(με ρίγη δεκαετιών

με ανακλήσεις)

βάδιζε υπολόγιζα στα εξήντα

Είναι μια στάση, μια κίνηση, ακριβώς αντίστροφη από εκείνη της καρυωτακικής ποίησης. Την ήττα της ποίησης βίωσε, έψαυσε, διανοήθηκε, περιέγραψε ο "αυτόχειρας της Πρέβεζας", παρ' ότι σίγουρος για την προσωπική ποιητική νίκη του επί της τρέχουσας ποίησης των ημερών του, επί της πάντα τρέχουσας ποίησης. Γιατί αυτή, η "δικιά του" νίκη δεν του αρκούσε, δεν αναπλήρωνε το φρυγμένο έδαφος της ποίησης, τη χαμένη λάμψη του ήλιου, την απόξενη φύση. Επέλεξε την πλέον απόλυτη αποστασιοποίηση, την ανοικείωση. Και έτσι λειτούργησε ως ποιητής.

Καρυωτακισμός δεν υπήρξε στα χρόνια του μεσοπολέμου, όπως διατείνονταν ευφάνταστοι, έντρομοι και διατεταγμένοι γραφιάδες τύπου Καραντώνη, παρά μόνο ως σάβανο, για να παραχωθεί όπως όπως ο ενοχλητικός υπαλληλάκος που έθεσε αυτό το όριο της ανοικείωσης, ως εναρκτήριο και συνάμα τελικό όριο στη γλώσσα του μοντερνισμού. Καρυωτακισμός όμως υπήρξε στο μεταπόλεμο, στο έργο τόσων και τόσων ποιητών, που περνώντας μέσα από την εμπειρία του πολέμου και της αριστεράς, αναζήτησαν μια διαφυγή από τη σκιά του Σεφέρη, που μονοπωλούσε τη νέα ποιητική γλώσσα. Αλλά εδώ ο Καρυωτάκης έγινε απλώς καταφύγιο, όχι εφαλτήριο. Αναπαράχθηκε το κλίμα μέσα στο οποίο έδωσε τη γενναία απάντησή του - σχεδόν κανείς δεν άντεξε τη γενναιότητά της. Η ανοικείωση, εν προκειμένω η αισθητική απομάκρυνση από το σεφερικό υπόδειγμα, το οποίο σιγά σιγά κυριαρχούσε, δεν αποτολμήθηκε. Η καρυωτακική εμπειρία κατέληξε άλλοθι.

Καρυωτακισμός υπήρξε, ως θεματική τώρα, και στο έργο πολλών ποιητών του '70. Η αμφισβήτηση βρήκε εύκολα διαύλους επικοινωνίας με τα απόνερα του απογυμνωμένου λυρισμού και της κριτικής διάθεσης του ποιητή. Όμως τα χρόνια πέρασαν, οι κύκλοι όπου να 'ναι κλείνουν, το διά ταύτα έρχεται όλο και πιο απαιτητικό. Κι εδώ είναι που συμβαίνει η αναδίπλωση, η επιστροφή στα πάτρια της μνήμης, οι απαντήσεις που ανασκαλεύουν όλο εκείνο το μπαγιάτικο -στην εποχή του Καρυωτάκη, για τα γούστα του Καρυωτάκη, με μέτρο την ποίηση του Καρυωτάκη- νεορομαντικό υπόστρωμα. Μικροαστός ήταν και ο Καρυωτάκης, αυτό το βιωματικό υλικό διαχειρίστηκε, όχι όμως για να το νομιμοποιήσει, για να το χρησιμοποιήσει ως κοινωνικό προφίλ, ως αδράνεια, εφησυχασμό, πόζα, αλλά για να το απορρίψει, σημείο προς σημείο, κόκκο προς κόκκο, απογυμνώνοντας την ποίηση από τα πέπλα της μιζέριας και της συμβατικότητας που την περιβάλλουν, σε κάθε περιβάλλον, σε κάθε εποχή. Η ανοικείωση της ποίησης από τους τρέχοντες κοινωνικούς προσδιορισμούς της ανέδειξε τους βαθύτερους και διαρκείς κοινωνικούς προσδιορισμούς της, απελευθέρωσε την προσωπική αλήθεια του ποιητή.

Στον Μαυρουδή θα πρέπει να αναγνωρίσουμε συνέπεια, ποιητική εντιμότητα, καλλιέργεια, λεπταίσθητο γούστο, ευρύτητα οριζόντων, όλα τα υλικά και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να γραφούν ωραία ποιήματα, τα οποία όμως δεν αναπληρώνουν τη χαμένη γοητεία της ποίησης. Η νοσταλγία της είναι το τεκμήριο της απουσίας της, όπως η ανοικείωση είναι το απωθημένο, το εσαεί ανεκπλήρωτο του εκλεκτικισμού.

Βράδυ λοιπόν στο Λουτράκι

για να επιστρέψω στο θέμα

κινούνταν όπως είπα οι βεντάλιες

μύριζαν άνθη στο παραθαλάσσιο σινεμά

και η θεία εκείνη

με κάρτες από το Εβιάν

τη Ρώμη και απ' το θέρετρο του Κορινθιακού

[...]

πέθανε ήσυχα μου είπαν στο κρεβάτι.

Το βιβλίο του Μαυρουδή, η ποιητική στάση που αποτυπώνει, αποτελεί ένα ασφαλές τεκμήριο για τη θέση και τη διάθεση της ποίησης των ημερών μας, τεκμήριο και κριτήριο οπωσδήποτε ασφαλέστερο από εκείνο που μας δίνουν οι αμέτρητες ποιητικές εκδηλώσεις, οι καθημερινές ποιητικότροπες εκφάνσεις, η αγχωτική περιφορά της ποίησης στο έρημο παζάρι των κοινωνικών αξιώσεων. Το βιβλίο του Μαυρουδή μας προσφέρει ένα σημείο επανεκκίνησης, απ' το οποίο μπορούμε είτε να ανακαλύψουμε πάλι το χαμένο νήμα της καρυωτακικής ανοικείωσης, είτε, απλώς, να ομολογήσουμε την ήττα της ποίησης, νεκράν όπου σκυλεύουν αλλοφρονούντα τέκνα της.

Πολλοί πιστεύουν, με περισσή ελαφρότητα, πως τα ποιήματα γράφονται εν κενώ, πως ο κάθε μορφωμένος ή και λόγιος άνθρωπος, αν προσπαθήσει, μπορεί να γράψει ένα ευπρεπές ποίημα. Το κενό είναι η διαδρομή της ποίησης, ως πραγματωμένο έργο, το κενό είναι το σημερινό της αδιέξοδο, ο τρόμος μπροστά στο "βάραθρο το αγριωπό", κι αυτό δεν καλύπτεται, δεν "πληρώνεται", με την οποιαδήποτε προσωπική καλλιέργεια, με καμιά ποιητικίζουσα ή φιλολογίζουσα ευκολία. Με αυτή την έννοια, το βιβλίο του Μαυρουδή, ακριβώς επειδή προϋποθέτει και ανακαλεί πολύ συγκεκριμένα τη διαδρομή της ποίησης, αξιώνεται τη θέση του ως σημερινό ποιητικό έργο, και ακριβώς επειδή προκύπτει ως ουσιωδώς φιλολογικό, είναι ένα σημαντικό βιβλίο.

Υ.Γ. Αυτή η στήλη, που την επισημαίνω με τον τίτλο "Στους δρόμους της ποίησης", σκοπός μου είναι να υπάρχει κάθε Κυριακή, ώστε να χαρτογραφήσουμε το ποιητικό τοπίο, όπως διαμορφώνεται εκ νέου σήμερα, αφού φαίνεται πως η "έκρηξη" της πεζογραφίας αραίωσε τόσο πολύ τα μόρια του λόγου, που προσελκύει πια μικρότερο το ενδιαφέρον, παλαιοτέρων αλλά και νεοεισερχομένων στο λογοτεχνικό στίβο

--- ------ ------ ------- -------- --------

Σκέψεις από μια κριτική

"Οι Τέσσερις Εποχές", τo τελευταίο βιβλίο μου (δανείζει το εξώφυλλό του σ' αυτή τη σελίδα), κρίνεται και σχολιάζεται από τον Κ. Βούλγαρη στις σημερινές "Αναγνώσεις" της "Αυγής". ("Αυγή", Ένθετα","Αναγνώσεις", στο ίντερνετ). Πρόκειται για ένα καλογραμμένο και ενδιαφέρον κείμενο, που προσπαθεί (αυτό αντιλαμβάνομαι) να εντάξει τη συλλογή και την ποίησή της σε ένα φιλολογικό κοντέξτ, να δει μια διάθεση (κοινωνική και ψυχολογική), απομάκρυνσης από το παρόν, μια δυσανεξία γι' αυτό. Θεωρεί ότι η συγκεκριμένη διάθεση εκδηλώνεται στο βιβλίο με νοσταλγία για το χαμένο κομμάτι του χρόνου, με την επιστροφή στα γεγονότα και τα πρόσωπά του. Η οπτική είναι ενδιαφέρουσα, αν και δεν σκεπτόμουν ποτέ ότι η ποίηση αυτού του βιβλίου δείχνει διάθεση αναχωρητική (από την εποχή μου), που προσδιορίζεται απ' αυτά τα κίνητρα. Η αναφορά στο παρελθόν και η αναδρομή, είμαι βέβαιος ότι είναι περισσότερο προσωπική κλίση. Το τοπίο της είναι εμμονή που χαρακτηρίζει όλα τα βιβλία μου. Ένας πληθωρισμός Παρατατικού και μνήμης. Δεν με ενδιαφέρει τόσο να τον δω ψυχαναλυτικά, πόσο μάλλον κοινωνιολογικά. Το βλέμμα της κριτικής (της φιλολογίας περισσότερο), κατά κανόνα εντάσσει την προσωπική έκφραση σε ένα σύνολο γνωρισμάτων που ο γράφων δεν βλέπει και δεν αντιμετωπίζει. 'Οπως, για παράδειγμα, ο ανύποπτος άνθρωπος που λέει τη φράση "δούναι λαβείν", χωρίς να σκέπτεται τα απαρέμφατα και το χρόνο τους. Το κείμενο της "Αυγής" έχει ως αφετηρία τη διάθεση να εντάξει σε ένα ρεύμα, ή σε μια ροπή με κοινωνικούς προσδιορισμούς, το ποιητικό υλικό του βιβλίου, να βρει την αισθητική του ιδεολογία και τις αθέατες ζυμώσεις πίσω απ' αυτήν. Ο κριτικός, με τις γνωστές απόψεις του για την σημασία του Καρυωτάκη στα νεοελληνικά γράμματα, βλέπει στην άρνηση του παρόντος, την ανυπαρξία ενός ποιητικού "ενθάδε". Νόμιμο απολύτως. Η τελευταία φράση της κριτικής: "η ανοικείωση της ποίησης από τους τρέχοντας προβληματισμούς της, απελευθέρωσε την προσωπική αλήθεια του ποιητή" είναι, βέβαια, κάτι που έχει καθολική ισχύ, αφορά όλη την πινακοθήκη των ποιητών της αναδρομής. Απεριφραστα, με ενδιέφερε πολύ το κείμενο.Το θεωρώ μια σοβαρή άποψη προς σκέψη και συζήτηση.


ΥΓ. Ένα τυπογραφικό λάθος. Στο μικρό ποιητικό απόσπασμα (από το 4ο ποίημα της συλλογής) που παρατίθεται στην κριτική, εκεί που ο ποιητής κοιτάζει κάποιον στην καλοκαιρινή παραλία της Μπανταλόνα, η "κατακόρυφη τομή στο στέρνο του" γίνεται, αλίμονο, "κατακόκκινη τομή στο στέρνο του". Ο Κ.Βούλγαρης σαν να στράφηκε στο παρελθόν της ιστορίας μου και του ποιήματος. Είδε το σημάδι της τομής στο στήθος του λουόμενου, χρόνια πριν, στο χειρουργείο!!!


K.Mαυρουδής



εικόνα: Alex Roulette

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ενδιαφέρον κείμενο. Φιλολογική ματιά, όμως.Για την ουσία της ποίησης (που δυστυχώς δεν γνωρίζω ακόμα)τίποτε.

Γερ. Ηλιάδης (Φοιτητής, Πάτρα)

Ανώνυμος είπε...

Είσαι ο γιός του Νίκου, μάλλον. Σε θυμάμαι παιδάκι, με τον πατέρα σου στην παραλία. Χαίρομαι για τα ενδιαφέροντά σου και για το αναπάντεχο μήνυμα. Ελπίζω τα περί την ποίηση να σε αφορούν λιγότερο από την Αρχιτεκτονική (Μιλώ πολύ σοβαρά).Να περνάς καλά. Πολλές ευχές.

Κ.Μαυρουδής.

Ανώνυμος είπε...

Ενδιαφέρον κείμενο πράγματι. Φιλολογική ματιά; Σε τι έγκειται το ενδιαφέρον; Ακριβώς, θα έλεγα, στον αισθητικό, ποιητικό ―και όχι στενά φιλολογικό― χαρακτήρα του προβληματισμό που προτείνει ο Κ. Βούλγαρης. Τι «φιλολογικό κοντέξτ»; Ο Κ. Βούλγαρης αγκίζει καίρια ζητηματα της αισθητηηής των καιρών μας όπως η ένοια της ανοικείωσης:

...Δεν αντιλαμβανόμαστε το οικείο, δεν το βλέπουμε, αλλά το αναγνωρίζουμε. Δεν βλέπουμε τους τοίχους του δωματίου μας, μας είναι τόσο δύσκολο να επισημάνουμε ένα λάθος σε ένα τυπογραφικό δοκίμιο ― ιδιαίτερα αν είναι γραμμένο σε μια γλώσσα που ξέρουμε καλά, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε τον εαυτό μας να δει και να διαβάσει ενδελεχώς, και να μην αναγνωρίσει την οικεία λέξη...
V. Shklovsky, 1914, H ανάσταση της λέξης (μτφρ. B. Λαμπρόπουλος).

...H τέχνη υπάρχει για να επαναφέρει την αίσθηση της ζωής. Yπάρχει για να αισθανόμαστε τα πράγματα, για να κάνει την πέτρα πέτρινη. O σκοπός της τέχνης είναι να αποδίδει την αίσθηση των πραγμάτων όπως συλλαμβάνονται από τις αισθήσεις και όχι όπως γνωρίζουμε ότι είναι...
V. Shklovsky, 1924, H τέχνη ως τεχνική (μτφρ. E. Mπακαγιάννη).
H. Lucas

Ανώνυμος είπε...

(Συγγνώμη για την απρόσεκτη βιαστική πληκτρολόγηση...

H. Lucas)

Ανώνυμος είπε...

Συμφωνώ και εγώ, Κώστα, με τον/την κ. Lucas ως προς τον χαρακτήρα του κειμένου του Κ. Β., και θα ήθελα να πω κάτι για την αισθητική της ανοικείωσης. Όταν ο ποιητής με την τεχνική της ανοικείωσης παρουσιάζει τα οικεία ―η τα κάποτε οικεία― σαν άγνωστα η πρωτόγνωρα, μας χαρίζει τη δυνατότητα μιας καινούριας ―ουσιαστικής― ματιάς στα πράγματα, μιας καινούριας σχέσης μαζί τους... τη δυνατότητα... χρειάζεται και η ανάγνωση...
Βικέντιος Φ.-Γ.

Ανώνυμος είπε...

Εγώ πάλι, αγαπητέ κ. Βικέντιε Φ.Γ., πιστεύω ότι όταν μιλάμε για ένα ποιητικό βιβλίο, για μια δημιουργική εμπειρία, προσπαθούμε να αποδώσουμε, αν γίνεται, αισθήσεις ήχους και αξίες (κάθε είδους) που συναντήσαμε. Αισθήματα και ιδέες. Όλα τα άλλα (έρευνα και θεωρία) είναι ξένα με το πραγματικό ζητούμενο, την ποίηση. Πολλές φορές είναι η σκουριά της. Εκτός αν μετατοπίσουμε εκεί τη συζήτηση. Συμβαίνει κι αυτό.

Gaetano