Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Η σκόνη του χρόνου και η λάμψη της

Η τελευταία ποιητική συλλογή του Κώστα Μαυρουδή «Τέσσερις Εποχές»
Του Μανου Στεφανιδη
Κώστας Μαυρουδής, «Τέσσερις Εποχές»,
Κέδρος 2010.

ΠΟΙΗΣΗ. Ο άνθρωπος είναι μηχανή πόνου. Αυτός ο πόνος όμως συνιστά και την ύστατη ελπίδα της ανθρώπινης του συνθήκης. «Αυτός ο χρόνος (το 1977) κάποτε ήταν μέλλον», διαπιστώνει ο Κώστας Μαυρουδής στην τελευταία -και αρτιότερη κατά την άποψή μου- ποιητική του συλλογή «Τέσσερις Εποχές» (Κέδρος 2010). Και γύρω απ' αυτό το μοτίβο του χρόνου που ποτέ δεν στερεοποιείται, που δεν υποτάσσεται -έστω- στην τελετουργική διαδικασία της ανάμνησης, που δραπετεύει συνεχώς και από τα όρια της μικροϊστορίας και από τις συνιστώσες της μακροϊστορίας, που χλευάζει τον έρωτα ή τον φόβο των ανθρώπων, γύρω απ' αυτόν τον χρόνο-δυνάστη πλέκεται η στιχουργία του Μαυρουδή. Μια στιχουργία που ταλαντεύεται ανάμεσα στην υπόκωφη στοχαστική εξομολόγηση, -σε κάποια instantane που μεγεθύνονται αποκαλυπτικά - και σε μια φόρμα σχεδόν επική που εξωθεί το φαινομενικά ασήμαντο στο προσκήνιο απαιτώντας να παίξει ρόλο πρωταγωνιστή.
Ωστε, λοιπόν, η ποίηση είναι εκείνο το θέατρο-γραπτό που αυξομειώνει μεγέθη ανάλογα τη βούληση ή τις ανάγκες του γράφοντος υποκειμένου; Ο Μαυρουδής διχάζεται ανάμεσα σε μια ρεαλιστική φωτογραφία που τα πρόσωπα, οι τόποι ή τα πράγματα είναι λέξεις χρωματισμένες από τα σκοτεινά νερά μυστικών ποταμών και σε ένα θέατρο σκιών -κυριολεκτικά-, ένα tableau vivant νεκρών που τα πάντα δραπετεύουν γελώντας από τη φυλακή του συγκεκριμένου. Είναι τότε που η οξυδερκής φωτογραφία μεταμορφώνεται σε ένα ποιητικό action painting. Ετσι, προς δόξαν κάθε ακυριολεξίας.
Ο Μαυρουδής δεν περιγράφει μόνο τον κόκκο της σκόνης του χρόνου πάνω στο ερμάρι. Δεν αφηγείται απλώς την περιπέτεια της παρουσίας του. Κυρίως ερμηνεύει την υπαρξιακή του υπόσταση. Αυτό είναι το ηρωικό στοιχείο μιας κατά τα άλλα λυρικής αναπόλησης. Ή, μήπως, ειρωνικό; Επίσης, ο ποιητής, παρότι γράφει ελεγείες, δεν υιοθετεί να υποκειμενικά μινυρίσματα πολλών ομοτέχνων του, αλλά επιλέγει μια φόρμα κατά το μάλλον ή ήττον «αντικειμενική», μιαν αφήγηση που δένεται με πλήθος ιστορικών αναφορών, χρονολογιών, τοπωνυμίων ώστε επ' ουδενί να εμφιλοχωρήσει σε αυτή και τινάς υπερβάλλων συναισθηματισμός.
Ο συνθέτης των τεσσάρων εποχών απαιτεί από τα μικροεπεισόδια ή τα λάμποντα σαν από αιφνίδιο φλας θραύσματα της μνήμης να απεικονιστούν στον αναγνώστη με διεσταλμένη την ηρωική τους άλω. Αλλιώς, θα ήταν απλώς ασήμαντα επεισόδια στη ζωή ενός υπερευαίσθητου παρατηρητή, περιπέτειες ενός κοσμοπολίτη που θέλει αμέτη μουχαμέτη να βγάλει κι απ' τη μύγα ξύγκι. Κι εδώ έγκειται η επιλοχία και η πρωτοτυπία των ποιημάτων αυτών. Ο στοχασμός δεν κατατίθεται σε βάρος του άπεφθου λυρισμού, η αυθορμησία της έκφρασης δεν ελαφραίνει τη στρατηγική της όλης σύνθεσης. Εχουμε εμπρός μας ένα μεγάλο λυρικό τραγούδι σοφά δομημένο, ένα κάστρο που ενώ προκλητικά σου προτείνει την ορθάνοιχτή πύλη του, θα ήταν σοφότερο να εισχωρήσεις μέσα σε αυτό από τις ρωγμές. Τις χαραμάδες. Και τότε σπολλάτη σου. Ο Μαυρουδής μ' αυτή τη συλλογή βάζει ψηλά τον πήχυ. Θέλει να γράψει μέσα από μια μικρή πλακέτα το opus magnum μιας ολόκληρης εποχής, να διεισδύσει ερμηνευτικά εκεί που συνήθως η τρέχουσα ποίηση βολεύεται με επιφανειακότητες. Η ιστορία πάντα παρούσα στα καθημερινά μικροεπεισόδια ή στα μεγάλα γεγονότα της τέχνης: (π.χ. ο θάνατος του Παπάγου αλλά και το τέλος της Μαντάμ Μποβαρί. Ο Ελιοτ και οι απόψεις του για την κουλτούρα και το ναυάγιο της «Ελσης» έξω απ' τον Καφηρέα, κ.λπ.)
Πόση ζωή χωράει ο θάνατος; Πόσο νόμιμη είναι η αντιστροφή του ερωτήματος; Μ' άλλα λόγια, πόσα απίδια χωράει ο, ποιητικός μας, σάκος; Και πόσο, τέλος, το αντέχουμε;
Συγκλονιστικό είναι το ποίημα «Καλοκαίρι ή Ελεγχος σε επιβάτη με υπερμετρωπία» όπου στο πλοίο Αγγέλικα, στις 12 Ιουλίου του '53, μυστικοί ζητάνε την ταυτότητα ενός επιβάτη. Συγκλονιστικό όχι για το θέμα αλλά για τη διαπραγμάτευση. Ενα κανονικό δράμα τσέπης. (σελ. 40-42)
Η «αντικειμενικότητα» της σύνθεσης δεν αποτρέπει τον ποιητή από την πρόκληση να καταστήσει το έργο αυτοβιογραφικό δηλαδή, mutatis mutandis να μας αφορά όλους: η πόλη κατακλύζεται από υπερήλικες... αργόσχολους απρόσβλητους από την ανία.
Θα σας γοήτευε ο τόπος.
Εχετε γεννηθεί κι εσείς ηλικιωμένος, ποτέ δεν τρέξατε για τίποτα στο δρόμο...Ο Μαυρουδής στοχάζεται, σαρκάζει, αυτοσαρκάζεται και αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο λάμπει πραγματικά η σκόνη του χρόνου. Μνημειώνοντας τη μνήμη φαντασιώνεται πως εξορκίζει τον θάνατο που αμφισβητεί εν τοις πράγμασιν την ύπαρξη. Δεν τον ξέρει ο ποιητής, άρα εκείνος δεν υφίσταται. Οταν έχουν υπάρξει όλα αυτά του τα μεγάλα, τα θαυμαστά, τα ασήμαντα, τα τρομερά, πως είναι δυνατό να υπάρχει και θάνατος; Εξάλλου τι είναι ο σύγχρονος άνθρωπος;
Ενας μοντέρνος Ναζωραίος που κουβαλάει τα σκι του ξεθεωμένος, δίκην Σταυρού ανεβαίνοντας προς την πίστα (σελ. 35). Ο Μαυρουδής παρατηρεί, ταξιδεύει, μεταγλωττίζει το οπτικό γεγονός σε ποιητικό αιφνιδιασμό, σε νοητικό άλμα που φιλοδοξεί να γίνει έργο τέχνης. Ο Τσαρούχης το 'λεγε καλά και επ' αυτού ο ποιητής των τεσσάρων εποχών, νομίζω συμφωνεί απόλυτα: «υπάρχουν δύο σχολές έκφρασης. Από τη μια η φαντασία της πραγματικότητας κι απ' την άλλη η πραγματικότητα της φαντασίας».
Να αποτολμήσω και μια τρίτη; Το αβέβαιο ταξίδι ανάμεσα στο αντικείμενο και την απομυθοποίησή του, αιτία και για τη σημερινή μας αλλοτρίωση σύμφωνα με το Roland Barthes. Με άλλα λόγια, το δράμα των πραγμάτων που δεν αντέχουν (δεν αντέχουμε) το νόημά τους.
ΥΓ.: Οποιος βούλεται να κάνει τέχνη σήμερα, οφείλει πρωτίστως να πενθεί

Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Κώστας Μαυρουδής, Τέσσερις εποχές, Κέδρος, 2011


Πέμπτο ποιητικό βιβλίο –έχει δημοσιεύσει και τέσσερα πεζά– για τον Κώστα Μαυρουδή (γ. 1948), χαρακτηριστικό εκπρόσωπο της γενιάς του ’70 και συνεκδότη, με τον Τάσο Γουδέλη, του περιοδικού
Το Δέντρο από το 1978.

Οι Τέσσερις εποχές αποτελούνται από δεκατέσσερα ποιήματα που ακολουθούν όχι μόνο την αέναη ροή του χρόνου, αλλά και την περιήγηση του ποιητή στην ιδιαίτερη πατρίδα της μνήμης.

Το μότο, αντλημένο από τον Αμερικανό μοντερνιστή Ουάλας Στίβενς, μας προϊδεάζει: «…η αρχική ιδέα γίνεται ο ερημίτης μέσα στις μεταφορές του ποιήματος». Έτσι κι εδώ, η νοσταλγική διαδρομή στο προσωπικό βίωμα συμπλέκεται με μια ποιητική διαδικασία που ξεγυμνώνεται και αποκαλύπτει τους αρμούς της.

Η αφήγηση ξεδιπλώνεται αργά, χαμηλή σε θερμοκρασία, δοσμένη με περιγραφική ενάργεια και σχολαστική επιμονή στη λεπτομέρεια, συνυφασμένη με τον στοχασμό, τον συλλογισμό και το αυτοσχόλιο. Ποια είναι η σχέση του αφηγητή με τον αναγνώστη, πώς το ξένο γίνεται οικείο στην ιστορία, προσωπική και μη; Πώς διαχειρίζεται κανείς τα γνωστά «παλιά γεγονότα» που όμως «δείχνουν ανεξιχνίαστα»;

Προκειμένου να μιλήσει για τον χρόνο, ο Μαυρουδής βγαίνει εκτός των ορίων του. Στο τοπίο μιας ανεστραμμένης αναψυχής, με διαρκείς επιστροφές και μετατοπίσεις, από τις ευρωπαϊκές πόλεις έως την ελληνική επαρχία, η ύπαρξη εντάσσεται στον κόσμο των αντικειμένων, κατόπιν αποδομείται και μετατρέπεται τελικά σε ύλη ποιητικής αναθύμησης.

Στόχος δεν είναι η συγκίνηση. Καθώς θέμα της συλλογής αποτελεί και εκείνο το οποίο πάντοτε διαφεύγει, το παρελθόν, δηλαδή, και η μνήμη που αδυνατεί να το αρχειοθετήσει και να το καθυποτάξει, υπάρχει μια αίσθηση εγκεφαλικότητας, σαν να επισκεπτόμαστε ένα μουσείο φυσικής ιστορίας ή σαν να περιεργαζόμαστε μια «νεκρή φύση». Σπουδή στην αισθητική της ματαιότητας, στη ζωή που εγκυμονεί τον θάνατο, στα απολιθωμένα εκθέματα του παρελθόντος.

Καθώς όμως περιφερόμαστε σε μια δυστοπία που περιβάλλει, θα λέγαμε, σαν κέλυφος την ποιητική έκφραση, με το βλέμμα αποστασιοποιημένο και τη διατύπωση συνειδητά αντιλυρική, μας αποκαλύπτεται εντέλει και η άλλη πλευρά του νομίσματος, η κατασταλαγμένη έκφραση της υπαρξιακής γαλήνης στον πυρήνα του στοιχειώδους: «Τώρα είναι άνοιξη,/ απέναντί μου βλέπω τον αμυγδαλεώνα,/ στον κήπο μεγαλώνουν φασολιές». Τώρα πλέον μπορούμε να καταλάβουμε κι εμείς και να σταθούμε «ακίνητοι για τη φωτογραφία (…) έκθαμβοι μέσα στο διαρκές παρόν».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 518, σελ. 62]


image:Vito Cano

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Ένα αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη



«Το Δέντρο» Τεύχος 179 - 180 Ιανουάριος - Μάρτιος 2011

Προ έντεκα ετών, στις 13/2/2000, σε ένα δημοσίευμα για τις υποσχέσεις και τις εξαγγελίες του Έτους Σεφέρη, εκφράζαμε απογοήτευση, γιατί οι διοργανωτές του επετειακού έτους δεν προέβλεπαν καμία έκδοση από τα υπολειπόμενα σεφερικά ανέκδοτα. Δηλαδή, όλα εκείνα τα κείμενα, που ο ποιητής άφησε στο συρτάρι του, αναχωρώντας, στις 22/7/1971, για την προγραμματισμένη εγχείρηση στον Ευαγγελισμό, από την οποία δεν έμελλε να επιστρέψει. Αφορμή του δημοσιεύματος είχε σταθεί η συνέντευξη Τύπου, στις 3/2/2000, που είχε δώσει η Ομάδα Εργασίας και στην οποία παρευρισκόταν η τότε υπουργός Πολιτισμού Ελισάβετ Παπαζώη. Η Ομάδα Εργασίας ήταν ενδεκαμελής, με πρόεδρο τον Δ. Ν. Μαρωνίτη και μέλη, τους καθηγητές Γ. Δάλλα, Γ. Γιατρομανωλάκη και Μ. Πιερή, τους κριτικούς λογοτεχνίας Αλέξ. Αργυρίου και Δ. Δασκαλόπουλο, τη συγγραφέα Μ. Ευσταθιάδη, την εκδότρια Αικ. Καρύδη, την εικαστικό Β. Σκούρα και εκ μέρους του Υπουργείου, τους Ειρ. Λεβίδη και Κ. Κορούλη. Πλην ενός, όλοι ζώντες σήμερα, θα μπορούσαν με κάποιο τρόπο να συμμετάσχουν στην εφετινή επέτειο της τεσσαρακονταετίας από το θάνατο του ποιητή, στις 20 Σεπτεμβρίου 1971.
Σε εκείνο το δημοσίευμα κάναμε μια καταγραφή των αναμενόμενων ανέκδοτων έργων του Σεφέρη, κάποια από τα οποία είχαν καταλήξει εργολαβίες, που χρόνιζαν στα χέρια φιλολόγων. Δεν στερείται ενδιαφέροντος μια ματιά σε εκείνο τον κατάλογο, που κόντυνε μεν, αλλά δυστυχώς πάντα υφίσταται. Κατ’ αρχάς, ο όγδοος και τελευταίος τόμος των ημερολογίων Σεφέρη, οι «Μέρες Η΄», που καλύπτουν τη δεκαετία 1961-1971. Εργολαβία της Κατερίνας Κρίκου, που υποσχόταν την έκδοσή του εντός του 2001. Δέκα χρόνια αργότερα, ουδέν νεότερο υπάρχει για την τύχη του. Ενώ, εξακολουθούν να λείπουν τα ευρετήρια των έξι πρώτων τόμων. Το μοναδικό ευρετήριο είναι αυτό του έβδομου τόμου, από την επιμελήτριά του, Θεανώ Ν. Μιχαηλίδου. Ένα δεύτερο ελλείπον ημερολόγιο ήταν ο τρίτος τόμος του «Πολιτικού Ημερολογίου» του Σεφέρη, εργολαβία του τεχνοκριτικού Αλέξανδρου Ξύδη. Τότε, είχε εξασφαλιστεί η βοήθεια του Δασκαλόπουλου και προβλεπόταν και αυτή η έκδοση εντός του 2001. Ο Ξύδης απεβίωσε το 2004. Το έργο, πριν το θάνατό του, είχε αναλάβει ο Κύπριος Γιώργος Γεωργής. Ουδέν νεότερο και για τη δική του τύχη.
Στις εκκρεμότητες του 2000 συγκαταλεγόταν και το “ημιτελές κυπριακό μυθιστόρημα” του Σεφέρη, ο «Βαρνάβας Καλοστέφανος», που πέρασε από τα χέρια του Γ. Π. Σαββίδη στον Πιερή για να καταλήξει στη Ναταλία Δεληγιαννάκη, η οποία και το παρουσίασε σε μια υποδειγματική έκδοση το 2007. Ακολουθούν οι ανέκδοτες αλληλογραφίες Σεφέρη. Εδώ, η δεκαετία στάθηκε αποδοτική: το 2002, εκδόθηκε η αλληλογραφία με τον Γιώργο Αποστολίδη σε επιμέλεια Βασιλικής Κοντογιάννη, το 2004, η αλληλογραφία με τον Νάνο Βαλαωρίτη σε επιμέλεια Λίλας Θεοδόση, το 2005, ο δεύτερος τόμος της αλληλογραφίας Γιώργου και Μαρώς Σεφέρη σε επιμέλεια Μαρίας Στασινοπούλου και το 2009, η σημαντικότερη και μεγαλύτερη όλων των αλληλογραφιών του Σεφέρη, αυτή με τον Κατσίμπαλη, δίτομη, σε επιμέλεια Δασκαλόπουλου.
Στα desiderata του 2000 ήταν και η βιβλιογραφία Σεφέρη, που αναμενόταν κι αυτή από τον Δασκαλόπουλο. Με την έκδοση των ημερολογίων Σεφέρη και της βιβλιογραφίας θα έχει ολοκληρωθεί η τακτοποίηση του Σεφέρη, η οποία, στο μεγαλύτερο μέρος της, οφείλεται στον Σαββίδη. Εκείνος στάθηκε ο ενορχηστρωτής της όλης προσπάθειας, αρχικά, με τις φροντισμένες εκδόσεις του και στη συνέχεια, παροτρύνοντας και καθοδηγώντας μια ομάδα νεότερων μελετητών. Καθοριστική, ωστόσο, υπήρξε η συμβολή της Μαρώς Σεφέρη. Σε αντίθεση με την τρέχουσα τακτική πολλών κληρονόμων να κλειδαμπαρώνουν τα αρχεία, που έχουν απομείνει στη φύλαξή τους, για να έχουν ήσυχο το κεφάλι τους, και να πολτοποιούν όποια έκδοση ξεμυτίσει, η Μαρώ άνοιξε το Αρχείο Σεφέρη και στάθηκε συμπαραστάτης, αλλά και άγρυπνος φρουρός. Η Μαρώ πέθανε στις 29 Μαρτίου 2000. Αν η συμβολή του Σαββίδη τείνει να λησμονηθεί, η Μαρώ αντιμετωπίζεται με αδικαιολόγητη εμπάθεια.
Στο πρώτο τρίμηνο του 2011, τα σαραντάχρονα του ποιητή ουδόλως μνημονεύθηκαν, έτσι όπως έτυχε να συμπέσουν με τα επετειακά έτη Παπαδιαμάντη, Ελύτη, Γκάτσου. Το Ε.ΚΕ.ΒΙ δεν έχει ενημερώσει ούτε καν το διαδικτυακό του Αρχείο. Τα περί Σεφέρη, αν δεν σφάλλουμε, σταματούν εν έτει 2000. Δεν καταγράφεται ούτε η βιογραφία Σεφέρη από τον Ρόντρικ Μπήτον, που εκδόθηκε το 2003, ούτε καμία άλλη από τις σεφερικές μελέτες, που εκδόθηκαν εντός της δεκαετίας. Εν μέσω αυτής της σιωπής, ή, σωστότερα, αμέλειας, το αφιέρωμα του περιοδικού «Το Δέντρο», που ετοίμασαν οι Κώστας Μαυρουδής και Τάσος Γουδέλης, είναι κάτι περισσότερο από καλοδεχούμενο. Εκτενές και πολυπρόσωπο, όπως όλα τα αφιερώματα του περιοδικού, καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρο το τεύχος, μετρώντας 150 σελίδες και 23 συμμετέχοντες, χωρίς εικονογράφηση, πέραν της φωτογραφίας Σεφέρη στο εξώφυλλο. Αποτελείται από τον πρόλογο των δυο επιμελητών, είκοσι κείμενα και δυο συνομιλίες.
Στον πρόλογο τίθεται το κατευθυντήριο του αφιερώματος ερώτημα, κατά πόσον ο Σεφέρης έχει επιβιώσει στην πρόσφατη διαδρομή της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Εναλλακτικά διατυπωμένο, επικεντρώνεται στη “σκιά” του Σεφέρη. Με άλλα λόγια, “στην επίδραση ή όχι της σεφερικής μανιέρας στους μεταγενέστερους ποιητές και στην παρουσία των ιδεών του πίσω από τις γραμμές της νεότατης δοκιμιακής ποίησης”. Εδώ, η λέξη “μανιέρα” μας φαίνεται παρακινδυνευμένη, καθώς μπορεί να εκληφθεί ως μειωτική, δεδομένου ότι στην καθημερινή χρήση της λέξης έχει υπερισχύσει η σημασία της μηχανιστικής χρησιμοποίησης ορισμένου τρόπου. Η εισαγωγική, πάντως, παρουσίαση του Σεφέρη, θα λέγαμε ότι είναι συγκρατημένα θαυμαστική. Ο πρόλογος καταλήγει με τη διαπίστωση ότι “κοινό στοιχείο των κειμένων είναι η αποστασιοποιημένη ματιά, η οποία σταθμίζεται ψύχραιμα, χωρίς ιδεολογικές ή άλλες προκαταλήψεις”. Πρόκειται, ωστόσο, για μια διαπίστωση, που δεν ανταποκρίνεται στο σύνολο των συνεργασιών. Όπως και να έχει, ένα αφιέρωμα σταθμίζεται με βάση τους συνεργάτες, που επιλέχθηκαν, και κατά πόσο αυτοί ακολούθησαν την κατευθυντήρια γραμμή του αφιερώματος.
Ένα αφιέρωμα δεν το χαρακτηρίζουν μόνο οι παρόντες αλλά και οι απόντες. Από το πρόσφατο απουσιάζει ολοσχερώς η πρώτη μεταπολεμική γενιά. Ακόμη και ο Μαρωνίτης, συνομήλικος του Σαββίδη, παρόλο που μόλις προ διετίας εξέδωσε τα σεφερικά του, αφήνοντας περίσσευμα, όπως δείχνουν οι επιφυλλίδες του. Γενικότερα, λείπουν τα γνωστά ονόματα των μέχρι τώρα σεφερικών αφιερωμάτων και από αυτήν την άποψη, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως έκκεντρο. Υπάρχουν, πάντως, εκπρόσωποι όλων των επόμενων γενιών: τέσσερις της δεύτερης, τρεις της γενιάς του ’70, πέντε του ’80 και οκτώ νεότεροι, κατανεμημένοι σε τρεις δεκαετίες, έξι στου ’60 και από ένας στις δυο επόμενες. Η ομάδα συμπληρώνεται με τον Μπήτον. Μπορεί μεν να συμμετέχουν τέσσερις από τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, αλλά ένας και μοναδικός είναι ποιητής. Ο Δασκαλόπουλος, μόνο που αυτός δεν συμμετέχει με κείμενο, αλλά παρουσιάζει ένα βιβλιογραφικό εύρημα.
Ο πρεσβύτερος της ομάδας, Βασίλης Βασιλικός, αφηγείται δυο συναντήσεις του με τον Σεφέρη. Την πρώτη την τοποθετεί στις αρχές της δεκαετίας του ’60, σε γεύμα στο σπίτι του Σαββίδη, και τη δεύτερη, έξι μήνες πριν το θάνατο του Σεφέρη, στο Παρίσι, στο σπίτι της Ανν Φιλίπ. Εδώ, μάλλον τον προδίδει η μνήμη του. Η συνάντηση θα πρέπει να έγινε το φθινόπωρο του 1970, όταν ο Σεφέρης ταξίδεψε με τη Μαρώ στο Παρίσι για ιατρικές εξετάσεις, επειδή η υγεία του είχε επιδεινωθεί. Ο Βασιλικός μεταφέρει αυτολεξεί μια στιχομυθία του ζεύγους, που δεν τους καλοσυσταίνει, έτσι όπως παρατίθεται, χωρίς κάποια αναφορά στις συνθήκες εκείνου του ταξιδιού. Μετά τη Δήλωση του Σεφέρη κατά της Δικτατορίας, του είχε αφαιρεθεί το διπλωματικό διαβατήριο. Είχαν ταλαιπωρηθεί, ιδίως η Μαρώ, για να εξασφαλίσουν διαβατήρια για εκείνο το απολύτως απαραίτητο ταξίδι. Είναι, πάντως, η μοναδική αναφορά του αφιερώματος στη Μαρώ και δείχνει ιδιαίτερα δηκτική. Αντιθέτως, αγαπησιάρικη φαίνεται η περιγραφή του Σεφέρη και της συμπεριφοράς του, χωρίς να λείπουν και εδώ κάποιες αιχμές για τον ποιητή, αλλά και τον Σαββίδη, τον οποίο ο Βασιλικός αποκαλεί προστάτη του.
Όπως και να έχει, το κείμενο του Βασιλικού διεκδικεί χαρακτήρα ανεκδοτολογικό, κάτι που δεν ισχύει για το επόμενο, του Κώστα Γεωργουσόπουλου. Επειδή η κριτική της κριτικής είναι γλιστερό έδαφος, περιοριζόμαστε σε σταχυολόγηση αποφάνσεων: “Ο Σεφέρης είναι κακός μεταφραστής των κειμένων, με τα οποία καταπιάστηκε: από τα αισχυλικά έως τα ελιοτικά” (παρεμπιπτόντως, ο Σεφέρης αντί μεταφράσεις χρησιμοποιεί τον όρο “μεταγραφές”). Η ποίησή του σώθηκε χάρη σε ένα ωραίο εύρημα φόρμας, πέραν αυτού μηδέν (το μηδέν είναι δική μας προσθήκη προς συμπλήρωση μιας φράσης που τελειώνει με αποσιωπητικά. Αυθαίρετη μεν, αλλά πιστή στο πνεύμα του κειμένου). “Ο Σεφέρης οφείλει πολλά στις ιδέες του Θεοτοκά”. Πάντως, είναι σπουδαίος λόγιος και τα δοκίμιά του –πιστεύει ο Γεωργουσόπουλος– θα επιβιώσουν. Αποφάνσεις που συμπληρώνονται με τις γνωστές θέσεις του θεατρικού κριτικού περί Ροντήρη, Κουν και αντικομμουνισμού. Όσο για την επίδραση του Σεφέρη στους νεότερους, κατ’ αυτόν τελειώνει με τον Τάκη Σινόπουλο και τον Γιώργη Παυλόπουλο. Από μια άποψη, πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό κείμενο του Γεωργουσόπουλου, ο οποίος, τόσο στα εγκώμια όσο και στις επιτιμήσεις, στερείται μέτρου. Δεν μπορεί, όμως, κανείς να μην το συγκρίνει με τα θαυμαστικά κείμενα, που δημοσιεύει τελευταίως για την Κική Δημουλά.
Ο Γεωργουσόπουλος επεκτείνει την αποκαθήλωση και στους μελετητές του Σεφέρη, κρίνοντας ότι δεν έχουν προσφέρει κάτι ιδιαίτερο, με μοναδική εξαίρεση τον Νάσο Βαγενά. Είναι ο ένας από τους τρεις της γενιάς του ’70, που συμμετέχει στο αφιέρωμα, Συμμετέχει, μάλιστα, με τη διπλή υπόσταση ποιητή-φιλολόγου και αποτελεί τον δεύτερο, μετά τον Δασκαλόπουλο, πιο σεφερικό συνεργάτη. Ούτε αυτός, όμως, δίνει μια αντίστοιχη προς το εύρος του αφιερώματος συνεργασία. Το κείμενό του, με τίτλο, «Ο συγγραφέας ως αναγνώστης», εστιάζει σε μια πτυχή της ποιητικής του Σεφέρη. Παραθέτει τρεις σεφερικούς στίχους και ιχνηλατεί σε αυτούς τα κατάλοιπα από προγενέστερους ξένους στίχους. Το ενδιαφέρον του δημοσιεύματος βρίσκεται στην εισαγωγή, όπου ο μελετητής προκρίνει την επίδραση ως κινητήριο μοχλό της λογοτεχνίας έναντι της διακειμενικότητας. Όρος, που είναι πιο πρόσφατος, προφανώς και πιο μοδάτος, ταυτόχρονα όμως, οριζόμενος ως συνομιλία κειμένων, και πιο διπλωματικός.
Τα υπόλοιπα δέκα επτά κείμενα του αφιερώματος θα μπορούσαν χοντρικά να ενταχτούν σε τρεις κατηγορίες: α) Σε εκείνα, που επικεντρώνονται σε μια όψη ή και τμήμα του σεφερικού έργου. β) Σε εκείνα, που εκκινούν από ενδιάμεσες σεφερικές μελέτες. Και γ) στα ολιγάριθμα, που απαντούν στο ερώτημα του αφιερώματος. Στην πρώτη κατηγορία, που είναι και η μεγαλύτερη, ανήκει το ενδιαφέρον κείμενο του τέταρτου συνεργάτη από την δεύτερη μεταπολεμική γενιά, του Νίκου Δήμου, για τον “παιγνιώδη Σεφέρη”, με την επισήμανση για τον αποκλεισμό του αισθησιακού και φιλοπαίγμονα Σεφέρη από την έκδοση απάντων των ποιημάτων του. Επίσης, το κείμενο του Γιάννη Ευσταθιάδη, που μας ξεναγεί στις σχέσεις του Σεφέρη με την κλασική μουσική. Διαφορετικής υφής αλλά στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και το κείμενο του Θανάση Χατζόπουλου, του πιο σεφερικού από τους συμμετέχοντες της γενιάς του ’80. Πρόκειται για μια πλάγια αναφορά στο σεφερικό στίχο “όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει”, που κατήντησε σλόγκαν ερήμην του ποιήματος, στο οποίο ανήκει. Ο Χατζόπουλος, τελικά, προτείνει ως περισσότερο επίκαιρη την παραλλαγή: «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με θυμώνει». Σε σχέσεις και διαλόγους προσώπων εστιάζουν τα κείμενα του Δημήτρη Κόκορη περί Κάλβου και του Μπίτον, που ετοιμάζει την επόμενη βιογραφία, αυτή του Μπάυρον και αναζητάει παραλληλίες με τον Σεφέρη. Επίκαιρο το κείμενο του Γιάννη Μπασκόζου, ορμάται από μια ομιλία του Σεφέρη, το 1964, για “τις ρυτίδες των βιβλίων”. Ένας άλλος ποιητής της γενιάς του ’80, ο Βασίλης Παπάς, επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε ένα κενό στη χρονική συνέχεια της σεφερικής ποίησης, που παρατηρείται από το 1946 έως το 1953. Το αποκαλεί “μαύρη τρύπα” και όπως γράφει, “νιώθει διαρκώς να μεγαλώνει”. Και ακόμη, το κείμενο του Αντώνη Δρακόπουλου, συγγραφέα της μελέτης, “Ο Σεφέρης και η κριτική».
Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται τα εκτενή κείμενα νεότερων φιλολόγων: της Ναταλίας Δεληγιαννάκη για τις σεφερικές ρίμες, των δύο ομηλίκων, Γιώργου Κόκκινου και Αφροδίτης Αθανασοπούλου, που εκκινούν από τα “σεφερικά” του Μαρωνίτη, και της νεότερης Νεκταρίας Κλαπάκη. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και το κείμενο του Χάρη Ψαρρά, όχι φιλολόγου αλλά ποιητή της πιο πρόσφατης φουρνιάς, που εστιάζει στο ποίημα «Piazza San Nicolό». Τέλος, πώς βλέπουν τον Σεφέρη, παλαιότερα και σήμερα, σκιαγραφούν οι ποιητές, Παυλίνα Παμπούδη της γενιάς του ’70, Ηλίας Κεφάλας και Γιώργος Μπλάνας του ’80 και ο δημοσιογράφος Μανώλης Πιμπλής. Ξεχωρίζει ο Κεφάλας, περίπου ο μοναδικός από τους συνεργάτες του αφιερώματος, που αγκαλιάζει ανεπιφύλακτα ολόκληρο τον Σεφέρη
Το αφιέρωμα συμπληρώνεται με τη συνομιλία του συνθέτη Άκη Μπογιατζή με τον Γιάννη Παλαβό για τα «Δεκαέξι χαϊκού» σε ροκ μελοποιήσεις και μια άγνωστη συνέντευξη του Σεφέρη. Η τελευταία προέρχεται από βιβλιογραφικό εύρημα του Δασκαλόπουλου, ένα από τα πολλά, υποθέτουμε, παράπλευρα οφέλη, που προέκυψαν από την επιμέλεια της αλληλογραφίας Σεφέρη-Κατσίμπαλη. Ο μελετητής πιθανολογεί, ότι πρόκειται για την πρώτη συνέντευξη του Σεφέρη, Σεπτέμβριο 1951, στον Μήτσο Λυγίζο. Συγκρατούμε μια απόφανση του Σεφέρη, που απαντάει πλαγίως στο κείμενο του Βαγενά: “Η δημιουργική επιρροή είναι από τις πιο μυστικές ανθρώπινες λειτουργίες που υπάρχουν. Η επιρροή που φαίνεται το περισσότερο, που φαντάζει θέλω να πω, είναι και η πιο επιδερμική”.
Αν βγαίνει κάποιο συμπέρασμα από το αφιέρωμα είναι το αναμενόμενο, που πιστεύουμε ότι θα επιβεβαιωθεί και από τα αφιερώματα στον Ελύτη. Όσο μικραίνουν οι ηλικίες, τόσο μειώνεται ο θαυμασμός. Γίνεται αποδοχή, από συγκρατημένη έως επιφυλακτική. Παράπλευρο φαινόμενο είναι οι μεγαλύτεροι, που σιωπούσαν όσο ο άνεμος ήταν ούριος και τώρα, στη γενικότερα αποδομιστική ατμόσφαιρα, βρίσκουν την ευκαιρία - τόλμη το αποκαλούν - να φανερώσουν τις προκαταλήψεις τους.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Ο μικρός στρατιώτης


Στην Χριστίνα Μαυρουδή


Είπα με τη λιακάδα να κάνω μια βόλτα με την κόρη μου στους παλιατζήδες του Θησείου. Καμιά φορά πέφτουν πράγματα με ενδιαφέρον (στρατιωτάκια, καρτ ποστάλ, βιβλία) και φεύγεις με την ικανοποίηση του ευρήματος, κατά ένα αντικείμενο πλουσιότερος. Πίσω απ' το τραπεζάκι του (στην οδό Αδριανού), ο ρώσσος παλιατζής, με τον οποίο παζάρευα ένα άβαφο ρωσσικό στρατιωτάκι του 1940 (ντεμί πλακέ, μείγμα μετάλλων, όχι μολυβένιο), μάλλον ενοχλήθηκε όταν τον πλησίασε, μιλώντας με υποφερτά ελληνικά, ένας μάρτυρας του Ιεχωβά. Διακόπτοντας τη διαπραγμάτευση, ήθελε να του δώσει το έντυπό του ("Ξύπνα") στα ρωσσικά. "Δεν υπάρχει τίποτε εκεί, φίλε", του είπε ο ρώσσος και έδειξε τον ουρανό." Είμαι βέβαιος, βρες κάποιον άλλον που ψάχνει". Ο μάρτυρας του Ιεχωβά ήταν ένας νεαρός πολωνός με την μικρή του κόρη. "Έχω αποδείξεις ότι υπάρχει", αντέτεινε, ευγενικά. "Αν θέλεις μπορούμε να συζητήσουμε". "Ο Γκαγκάριν πάντως δεν είχε δει τίποτε", ανταπάντησε με πειρακτικό χαμόγελο ό Ρώσσος, μολονότι φαινόταν ότι ήθελε να τελειώσει η συζήτηση και να μου δείξει τα μεγάλα μπρούντζινα καπίκια του 1775, αυθεντικά, όπως με είχε βεβαιώσει λίγο πριν. "Πιστεύεις κι εσύ ότι πέταξε ο Γκαγκάριν;", είπε ο μάρτυρας του Ιεχωβά, απευθυνόμενος λίγο και σε μένα που έμενα σιωπηλός. "Στην Πολωνία όλοι ήξεραν ότι ήταν προπαγανδιστικό κόλπο εκείνη η ιστορία. Έπρεπε να δείξουν ότι συναγωνίζονται την Αμερική". Ο Ρώσσος πήρε μια έκφραση που είχε κάτι από έκπληξη και ενόχληση. "Κόλπο;" είπε. "Και ο Κολόμβος, ξέρεις, προπαγάνδα της Ισπανίας και του Φερδινάνδου ήταν". Στράφηκε πάλι σε μένα, υπερήφανος για το ευφυολόγημα. "Έχω και μια χρυσή λίρα του Νικολάου", είπε, ενώ ο συνομιλητής του απομακρυνόταν άπραγος. Είναι 999 χρυσός, και στο ίντερνετ πουλιέται 700 ευρώ. Εγώ την δίνω 600. Και έβγαλε μια χρυσή λίρα από έναν μικρό διαφανή φάκελλο. Το προφίλ του αυτοκράτορα διαγραφόταν περίφημο, χωρίς φθορές. Η μύτη και το μέτωπο, με τη φινέτσα της ευγένειας, ήταν έξοχα λεπτουργημένα. Το μικρό νόμισμα έλαμψε για μια στιγμή στο δυνατό φως του μεσημεριού. "Το προφίλ που βλέπω στα δημοσιεύματα για τη δυναστεία των Ρομανόφ", πρόλαβα να σκεφτώ, μαγεμένος απ' τη χρυσή εικόνα. Πήρα τελικά τον μικρό στρατιώτη (5.5 cm). "Δες την αυστηρή του έκφραση και τη στολή", μου είπε καθώς τον τύλιγε σε ένα κομμάτι εφημερίδας. "Και τη λεπτομέρεια στο καπέλο του!". Ήταν το κράνος που φορούν οι στρατιώτες όταν στήνουν τη σημαία στο Ράιχσταγκ. Πράγματι, διακρίνεται ακόμα και το αστέρι του Κόκκινου Στρατού.

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Τρυφερή μνήμη

του Archibald macLeish (+1982)


Ναι. Όταν ο ζεστός καιρός φτάνει έξω απ' τις εποχές,

στο τέλος του χρόνου, πηγαίνοντας έναν χρόνο πίσω,

κι ο νοτιοδυτικός αέρας, που μυρίζει βροχή και καλοκαίρι,

γυμνώνει τα μεγάλα κλαδιά από τα φύλλα τους,


εσυ γύρω στο απόγευμα, στη Friedrichstrasse

ή στο Παρίσι, εσύ, πάνω στην αποβάθρα που φυσά,

σκορπώντας τα πεσμένα φύλλα μπροστά σου

με σκέψεις που αλλάζουν σαν τα γκριζα σύννεφα


δεν θα καταλάβεις για ποιο λόγο μια αιφνίδια τέρψη

σε επισκέπτεται, γιατί γεμίζουν δάκρια τα μάτια σου.

Θα σταθείς μέσα στον άνεμο του Ιουνίου και τα φύλλα


Πότε ήταν έτσι πριν, θα αναρωτηθείς. Mε ποια;...

Δεν θα μπορέσεις να το θυμηθείς, εκεί θα μείνεις,

νιώθοντας τον άνεμο να σου φυσά το πρόσωπο,

να μπαίνει στα μανίκια σου.

Θα μυρίσεις τα πεθαμένα φύλλα στο χορτάρι ενός κήπου,

θα κλείσεις τα μάτια: Mε ποια, θα πεις, και πού;...




Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Αμφίδρομες διασταυρώσεις χώρου και χρόνου



Κώστας Μαυρουδής, Η ζωή με εχθρoύς. Μελάνι, 2009


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ:  Η Ζωη με ΕχθρουςΚείμενα μιας δεκαετίας, 1985-1995, περιλα
μβάνονται στο βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή Η ζωή με εχθρούς, δημοσιευμένα τα περισσότερα, στο διάστημα αυτό, στις σελίδες Φύλλα του περιοδικού Το Δέντρο, εκδότης και διευθυντής του
οποίου είναι ο Μαυρουδής. Πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1998. Στην παρούσα έκδοση, αναφέρεται στην κατατοπιστική εισαγωγή, τα κείμενα ξαναδουλέυτηκαν λιγότερο ή περισσότερο, καθώς κάθε κείμενο έχει το δικαίωμα να υφίσταται και αυτό «τη φυσική του ωρίμανση» και καθώς, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, η γραπτή σελίδα «δεν είναι παρά η δοκιμή ενός επιδεχόμενου πολλές αναθεωρήσεις κειμένου». Δύο φορές μάλιστα προσθέτει και ένα συμπληρωματικό υστερόγραφο που, κάτω από το αρχικό κείμενο, αναψηλαφεί την παλιά άποψη. Για τα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στα Φύλλα την ίδια δεκαετία αλλά δεν συμπεριλήφθηκαν στη Ζωή με εχθρούς ο συγγραφέας δίνει την εξήγηση ότι δεν έκρινε σημαντικά τα θέματα που πραγματεύονται, για να εμφανιστούν τώρα στον τόμο.
Ύστερα από όλα τα παραπάνω στοιχεία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πληροφορία που δίνεται πάλι στην εισαγωγή ότι υπάρχει ένα τμήμα, από τις σελίδες 215 και μετά, που εμφανίζεται για πρώτη φορά σε αυτή την έκδοση. Πώς υποστηρίζουν τα κείμενα αυτά το αρχικό σώμα; Με την πρώτη ματιά διακρίνει ο αναγνώστης τη χρονολογική συνέχεια, μετά το 1995, ως το 2008. Οι άλλες παράμετροι θα αναφερθούν πιο κάτω.

Ο Κ. Μαυρουδής προσδιορίζει την έννοια της λέξης «εχθρός» ως «άβολη ή αντίπαλη συγκυρία». Ο συγγραφέας συνθέτει, μέσα από την πολυπρισματική εικόνα που παρουσιάζει, την – σύμφωνα με την οπτική του – πολυπρισματική εικόνα της πραγματικότητας. Αλλά και τη δική του
προσωπική πραγματικότητα, με τους «εχθρούς» που δεν ανέχεται. Αντανάκλαση της προσωπικής εικόνας η γενική.

Χρησιμοποιώντας τους δικούς του όρους, κράτησα την ιδιότητά μου ως αναγνώστριας της λογοτεχνίας και αναζήτησα την υφολογική γοητεία της γραφής (σ. 261). Ήταν παρούσα στο κείμενο. Επιπλέον, με την ιδιότητα της φιλολόγου με έμφαση στη μελέτη της γλώσσας, πρόσεξα την ποιότητα των επιχειρημάτων και αν και πόσο αβίαστα καταλήγουν στο συμπέρασμα. Τη στήριξη στη λογική ή και την αναφορά στο συναίσθημα. Την ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στην αντίθετη άποψη και την επίθεση στο ήθος του «αντιπάλου». Την επίκληση της αυθεντίας.
Και κατέληξα ότι, παράλληλα με τη γοητεία του λόγου, έχουμε ένα κείμενο εξαιρετικά δομημένο, με παρούσες πολλές και ποικίλες «αυθεντίες»-αναφορές σε κείμενα και σε συγγραφείς, που πάντα όμως έχουν έναν οργανικό ρόλο να εξυπηρετήσουν. Η κριτική σε απόψεις και στάσεις γίνεται με τρόπο που προσπαθεί να ανοίξει συζήτηση για θεωρητικά θέματα σκέψης και λογοτεχνίας. Θα ονόμαζα τα κείμενα αυτά σύγχρονα δοκίμια ποιητικής υφής, όπου ο αναφορικός λόγος και η λογική οργάνωση συνδυάζονται εξαιρετικά με τη συνειρμική αλληλουχία και τη συγκινησιακή έκφραση.

Eχθροί

Ορισμένοι από τους «εχθρούς που μπορεί να εντοπίσει στα κείμενα ο δέκτης τους, είναι: Το ασήμαντο, ακαλαίσθητο, «ευτελές», «εξαρθρωμένο» περιβάλλον, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει σε επίπεδο καθημερινότητας και παιδείας. Ο τύπος απέναντι στην ουσία. Τα φαινόμενα και η αλήθεια πίσω από αυτά. Η πόζα αντίθετα στη χαμηλόφωνη αξία. Η ηθική στο χώρο της λογοτεχνίας, οι ηθελημένες αποσιωπήσεις, ο διακαής πόθος για προβολή. Το γλωσσικό, οι εμμονές σε τύπους, η ατελής έκφραση των σκέψεων. Ο χρόνος που περνά και σβήνει τα χνάρια των περασμένων. Ο Μαυρουδής αναμετράται έντονα με το χρόνο1. Προσπαθεί να
κρατήσει τα χνάρια από το πέρασμά του καταγράφοντας στιγμές. Και τον πολιορκεί και οριζόντια και κάθετα. Κάθετα με συνεχείς αναφορές σε άλλους χρόνους και σε κείμενα άλλων εποχών, και με συγκρίσεις, οριζόντια με την επικουρία κειμένων από Ελλάδα και άλλες χώρες και ταυτόχρονα με συμβάντα τοπικά και αλλού, σαν τη σύνθεση ενός παζλ. Ήδη, κάποια από τα στίγματα που καταγράφει ο συγγραφέας έχουν γίνει παρελθόν ή αλλάζουν εν μέρει. Για παράδειγμα, οι κίτρινοι φάκελοι της Kodak, με τις τυπωμένες φωτογραφίες των διακοπών (σ.139, Επιστροφή). Σήμερα η εικόνα αυτή έχει αντικατασταθεί από τις ηλεκτρονικές φωτογραφίες που αποθηκεύονται στον υπολογιστή. Εντούτοις, καθόλου δε χάνει την αξία της η παρατήρηση για τις φωτογραφίες που λειτουργούν ως «εμπράγματη απόδειξη από τόπους και ημέρες της σχόλης». Καθώς επίσης η φράση του Γάλλου στοχ
αστή που παρατίθεται, ότι «Η φωτογραφία δεν αναπαράγει ό,τι συνέβη. Απλώς βεβαιώνει ότι υπήρξε».

Αισθητικά πρότυπα

Το δεύτερο μέρος έρχεται σαν ορμητικό crescendo να συμπληρώσει το πρώτο και να κλείσει το βιβλίο. Αναφέρθηκε στην αρχή του κειμένου αυτού ότι συμπληρώνει το αρχικό σώμα χρονολογικά. Επιπλέον, απόψεις και γεγονότα αναψηλαφούνται μέσα στο χρόνο, ιστορικές αλλαγές σημειώνονται με τις μεταβολές που προκαλούν σε φυσιογνωμίες ανθρώπων και πόλεων. «Ο γραπτός τόπος είναι ακατάβλητος τόπος», ο συγγραφέας καταλήγει αποφθεγματικά. Η γραφή διασώζει μνήμες και γεγονότα, πριν χαθούν ή μεταβληθούν. Και η κορύφωση: το τελευταίο κείμενο, όπου με τρόπο δωρικό, έμμεσο και κομψό χαρτογραφείται η προσωπικότητα
του συγγραφέα και εμφανίζεται σε πλήρη προβολή η οπτική του.

Δεν έχει νόημα να ψάχνει ο αναγνώστης σε κάθε κείμενο για «εχθρούς». Είναι καταπληκτική η άνεση του Μαυρουδή να σεργιανάει στο χώρο και στο χρόνο οριζόντια και κάθετα, τουτέστιν σε κείμενα παλιότερα και τωρινά, σε συμβάντα αλλοτινά και σύγχρονα, σε τόπους άλλους και σε αυτόν εδώ. και να επιλέγει ένα γεγονός, ένα στιγμιότυπο πολλές φορές παραμικρό, όπως για παράδειγμα οι εξαιρετικές πινελιές στο Καθώς έφευγε το τραίνο, σ. 157) και να το καταγράφει με το δικό του ιδιαίτερο ύφος, με τον τρόπο του να πείθει για την ομορφιά του περιγραφομένου ή για την αλήθεια του. Δεν έχει σημασία αν συμφωνείς ή διαφωνείς. Σημασία έχει το κείμενο
και οι καταγραφές-ψηφίδες μιας ιδιαίτερης πραγματικότητας, που ενέχει την αξία μιας ιστορικής καταγραφής σε μικροκλίμακα, σε επίπεδο καθημερινότητας αλλά και σε επίπεδο ιδεών και σκέψεων, σε σύγχρονο ιστορικό πλαίσιο με παλαιότερες διασταυρώσεις, με κέντρο την ελληνική πραγματικότητα και ακτινωτές αμφίδρομες αναφορές στην αντίστοιχη ευρωπαϊκή, ή, αντίστροφα, με έμφαση σε κάποιο θέμα ευρωπαϊκό και αρμούς στην εδώ κατάσταση. Η πραγματικότητα επιλεκτική, όπως ειπώθηκε, υποκειμενική κατ’ ανάγκη, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ανακαλυπτική, οπότε και αποκαλυπτική. Φυσικά από την οπτική ενός υποκειμένου με πολύ υψηλά αισθητικά πρότυπα, κάτι που τονίζει την ιδιαιτερότητα αυτής της
καταγραφής. Ο Μαυρουδής συλλέγει «αντικείμενα», είτε αυτά είναι μικροπράγματα της καθημερινής ζωής είτε σκέψεις άλλων είτε αποσπάσματα κειμένων. είτε είναι σκηνές από παλιές ταινίες, εικόνες από πόλεις, σκηνές ζωής. Αυτές είναι οι ψηφίδες του. Αν και δε γίνεται συνειδητά, πιστεύω ότι η προσέγγισή του συνάδει με μια τάση ενός αυξανόμενου αριθμού κοινωνικών επιστημόνων να καταθέτουν την προσωπική τους μαρτυρία ως επιστημονικό τεκμήριο, οπότε η προσωπική ιστορία γίνεται αποδεκτή ως αφετηρία για ευρύτερη ιστορική καταγραφή.

Αν θα πρόσθετα κάποιο κείμενο στα υπάρχοντα του βιβλίου, θα ήταν το Ένας αδύνατος διάλογος, ανάρτηση από τον συγγραφέα στην ιστοσελίδα του στις 30 Μαΐου 2009 (δημοσιεύεται στο Δέντρο, τ. 171-172, φθινόπωρο 2009), και γιατί συμπληρώνει την εικόνα του ευτελούς περιβάλλοντος σε αντίστιξη με την αισθητική, και γιατί, στο σημείο της ενδομουσειακής εκπαίδευσης, μπορεί να είναι από τα θέματα που εξελίσσονται θετικά στην ελληνική πραγματικότητα.

Προτείνω το βιβλίο να διαβαστεί οπωσδήποτε παράλληλα με την εκπομπή του «Παρασκηνίου» Με το βλέμμα στο παρωχημένο, για τον Κώστα Μαυρουδή, που έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του (εξαιρετικός τίτλος, εξαιρετική η δουλειά του Ηλία Δημητρίου, αλλά και η παρουσία και οι εμφάσεις του Μαυρουδή, όντως με το βλέμμα στο παρωχημένο, πατώντας στο παρόν). Οπτικοποιείται με θαυμαστό τρόπο η αγάπη του μικρού και «ασήμαντου», το σεργιάνι στους τόπους και στους χρόνους – στον παρελθόντα και στον παρόντα. Καταγράφεται σαφέστερα, σε συνδυασμό με τα κείμενα των «Εχθρών», αυτό που προανέφερα, δηλαδή ένα τμήμα της
προσωπικής ιστορίας-αυτοβιογραφίας του συγγραφέα, ταυτόχρονα με τη γενικότερη ιστορία, σε σχέση μέρους και όλου αλλά και σχέση αλληλεπίδρασης των δύο.

Κούλα Αδαλόγλου

Δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή, 6-12.2009


image: Jason de Caires Taylor-sculptor


Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Με αφορμή ένα εξώφυλλο


Στα τρια χρόνια ενδιαφέρουσας συναναστροφής (1973-1976) με τον Ηλία Πετρόπουλο, ποτέ, δυστυχώς (ως νέος που πρόκειται να μεταφέρει μνήμες και πληροφορίες στον μεταγενέστερο εαυτό του) δεν κράτησα σημειώσεις από τις συζητήσεις που είχαν ενδιαφέρον να καταγραφούν. Συχνά, στη νεαρή ηλικία μας, έχουμε την εντύπωση ότι θα είμαστε πάντα ένα ευανάγνωστο ημερολόγιο και ότι χωρίς κανέναν κόπο θα το ξεφυλλίζουμε για να αναψηλαφούμε τον παλιό εαυτό μας. Έχασα αρκετά, θεωρητικά και μη, θέματα για τα οποία μιλήσαμε σε εκείνη τη σχέση της μαθητείας, στην οποία το ένα μέρος είναι έτοιμο να δεχθεί ευφρόσυνα το πολύτιμο υλικό. Γιατί επιχειρώ σήμερα αυτή τη σύντομη αναδρομή στην παλιά σχέση; Διότι είδα στο δρόμο τυχαία, κρεμασμένη στο περίπτερο, τη λογοτεχνική εφημερίδα "books journal".


Στο εξώφυλλο υπήρχε ένα μοντέρνο, αφαιρετικό σκίτσο του Ηλία Πετρόπουλου. Κάθεται σε μια καρέκλα και καπνίζει ένα "τσιγάρο". Θυμήθηκα, λοιπόν, απέραντους μονολόγους του για τους ρεμπέτες. Το θέμα (η συγκεκριμένη μουσική) δεν με ενδιέφερε ούτε με αφορούσε ποτέ, καταλάβαινα όμως ότι έχω το προνόμιο να ακούω πληροφορίες πρωτογενείς και σχόλια με οξυδέρκεια. Κάποτε, στο Παρίσι, τον είχα ρωτήσει για έναν "μεγάλο" της ρεμπέτικης Ιστορίας, ζητώντας του πληροφορίες για το πρόσωπο. "Moυ έφερνε", είπε, " μεγάλα κομμάτια κάναβης, πράγμα όμως που καθόλου δεν με ενδιέφερε. Πάντα τον ευχαριστούσα και την επέστρεφα. Δυο τρεις φορές. Μετά, καταλαβαίνοντας ότι δεν έχω αυτή την κλίση, έπαψε να μου φέρνει". Και συμπλήρωσε: "Δεν έχω καπνίσει ποτέ. Δεν με αφορούσε αυτό το πράγμα ως κατάσταση". Θυμάμαι ότι μιλώντας με κοίταζε στα μάτια, θέλοντας προφανώς να γίνει πειστικός.


Έχουν περάσει τριανταπέντε χρόνια από τις παλιές εκείνες συζητήσεις, που αφορούσαν από το πού θα παραχωρήσει (μετά θάνατον) το αρχείο του, μέχρι τον τρόπο που τραγουδούσαν οι παλιοί ρεμπέτες (κουνούσαν, μου έλεγε και συγχρόνως μου έδειχνε πώς, το κάτω σαγόνι δεξιά-αριστερά). Δεκαετίες λοιπόν μετά, σήμερα, είδα το σκίτσο τού εξωφύλλου στο "books journal". Ο παλιός φίλος σε ένα κάθισμα, με μια τσιγαρούκλα σε σχήμα χωνιού στο στόμα. Σκέφτηκα ότι αυτό που γνωρίζω από πρώτο χέρι είναι ακριβέστερο από το εξώφυλλο και το μήνυμά του. Ότι μεταφέρω μια γνώση τόσο αυθεντική, που μεταβάλλει το (καλόγουστο, κατά τα άλλα), σκίτσο σε αυθαιρεσία και ανακρίβεια. Μεταφέρω μιαν ακλόνητη βεβαιότητα, που όμως είναι βουβή μπροστά στην ανάγκη να αποδοθεί η δημαγωγική εικόνα του "καταραμένου" και της παρέκκλισης. Αυτήν που, αναμφίβολα, περιμένει ένα έτοιμο και ευρύ ακροατήριο.

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Η νοσταλγία της ποίησης


17/04/2011- Κυριακάτικη Αυγή

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ, Τέσσερις εποχές, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 60

Όταν τα πράγματα μας διώχνουν, όταν οι άνθρωποι δεν μας επαρκούν ως κοινωνικό περιβάλλον, έχουμε την επιλογή της σάτιρας, της κριτικής διάθεσης, της αντιδικίας, ίσως και της μελαγχολίας, ενίοτε και τη σοβαρότερη όλων στάση της αποστασιοποίησης. Μια άλλη επιλογή είναι η αναχώρηση σε επιλεκτικές περιοχές της μνήμης, που γίνονται εμμονές, εξιδανικεύονται, οργανώνονται ως απείκασμα του πραγματικού κόσμου, όπου ακόμα και το περιβάλλον, η φύση, συνεργάζεται, συγκατανεύει, ακολουθεί τη μελαγχολία των ημερών, όπως κυκλικά εναλλάσσονται στην κλίμακα του χρόνου, ακολουθεί τη μελαγχολία των εποχών, όπως αναβλύζουν φιλτραρισμένες από το υπόστρωμα των αναμνήσεων, τη μελαγχολία των τόπων, όπως εγγράφονται στον εμμονικό χάρτη της προσωπικής γεωγραφίας. Ο ποιητής εγκαταλείπει κάθε αξίωση να ορίσει τα πράγματα μέσα στη φωνή του, να νοηματοδοτήσει τον κόσμο μέσα στις λέξεις του, να οριστεί ως πρόσωπο μέσα στην προσωπική του μυθολογία. Η ήττα της ποίησης δεν είναι κάτι περισσότερο από την ήττα του ποιητή - ταυτίζεται με τα όριά του.

Το θέμα βρισκόταν απέναντί μου

(ένας "Αναπαυόμενος" σε ανάκλιντρο της παραλίας)

έβλεπα την κατακόκκινη τομή στο στέρνο του

την κόκκινη πετσέτα

το σπάνιο πια Delial

(με ρίγη δεκαετιών

με ανακλήσεις)

βάδιζε υπολόγιζα στα εξήντα

Είναι μια στάση, μια κίνηση, ακριβώς αντίστροφη από εκείνη της καρυωτακικής ποίησης. Την ήττα της ποίησης βίωσε, έψαυσε, διανοήθηκε, περιέγραψε ο "αυτόχειρας της Πρέβεζας", παρ' ότι σίγουρος για την προσωπική ποιητική νίκη του επί της τρέχουσας ποίησης των ημερών του, επί της πάντα τρέχουσας ποίησης. Γιατί αυτή, η "δικιά του" νίκη δεν του αρκούσε, δεν αναπλήρωνε το φρυγμένο έδαφος της ποίησης, τη χαμένη λάμψη του ήλιου, την απόξενη φύση. Επέλεξε την πλέον απόλυτη αποστασιοποίηση, την ανοικείωση. Και έτσι λειτούργησε ως ποιητής.

Καρυωτακισμός δεν υπήρξε στα χρόνια του μεσοπολέμου, όπως διατείνονταν ευφάνταστοι, έντρομοι και διατεταγμένοι γραφιάδες τύπου Καραντώνη, παρά μόνο ως σάβανο, για να παραχωθεί όπως όπως ο ενοχλητικός υπαλληλάκος που έθεσε αυτό το όριο της ανοικείωσης, ως εναρκτήριο και συνάμα τελικό όριο στη γλώσσα του μοντερνισμού. Καρυωτακισμός όμως υπήρξε στο μεταπόλεμο, στο έργο τόσων και τόσων ποιητών, που περνώντας μέσα από την εμπειρία του πολέμου και της αριστεράς, αναζήτησαν μια διαφυγή από τη σκιά του Σεφέρη, που μονοπωλούσε τη νέα ποιητική γλώσσα. Αλλά εδώ ο Καρυωτάκης έγινε απλώς καταφύγιο, όχι εφαλτήριο. Αναπαράχθηκε το κλίμα μέσα στο οποίο έδωσε τη γενναία απάντησή του - σχεδόν κανείς δεν άντεξε τη γενναιότητά της. Η ανοικείωση, εν προκειμένω η αισθητική απομάκρυνση από το σεφερικό υπόδειγμα, το οποίο σιγά σιγά κυριαρχούσε, δεν αποτολμήθηκε. Η καρυωτακική εμπειρία κατέληξε άλλοθι.

Καρυωτακισμός υπήρξε, ως θεματική τώρα, και στο έργο πολλών ποιητών του '70. Η αμφισβήτηση βρήκε εύκολα διαύλους επικοινωνίας με τα απόνερα του απογυμνωμένου λυρισμού και της κριτικής διάθεσης του ποιητή. Όμως τα χρόνια πέρασαν, οι κύκλοι όπου να 'ναι κλείνουν, το διά ταύτα έρχεται όλο και πιο απαιτητικό. Κι εδώ είναι που συμβαίνει η αναδίπλωση, η επιστροφή στα πάτρια της μνήμης, οι απαντήσεις που ανασκαλεύουν όλο εκείνο το μπαγιάτικο -στην εποχή του Καρυωτάκη, για τα γούστα του Καρυωτάκη, με μέτρο την ποίηση του Καρυωτάκη- νεορομαντικό υπόστρωμα. Μικροαστός ήταν και ο Καρυωτάκης, αυτό το βιωματικό υλικό διαχειρίστηκε, όχι όμως για να το νομιμοποιήσει, για να το χρησιμοποιήσει ως κοινωνικό προφίλ, ως αδράνεια, εφησυχασμό, πόζα, αλλά για να το απορρίψει, σημείο προς σημείο, κόκκο προς κόκκο, απογυμνώνοντας την ποίηση από τα πέπλα της μιζέριας και της συμβατικότητας που την περιβάλλουν, σε κάθε περιβάλλον, σε κάθε εποχή. Η ανοικείωση της ποίησης από τους τρέχοντες κοινωνικούς προσδιορισμούς της ανέδειξε τους βαθύτερους και διαρκείς κοινωνικούς προσδιορισμούς της, απελευθέρωσε την προσωπική αλήθεια του ποιητή.

Στον Μαυρουδή θα πρέπει να αναγνωρίσουμε συνέπεια, ποιητική εντιμότητα, καλλιέργεια, λεπταίσθητο γούστο, ευρύτητα οριζόντων, όλα τα υλικά και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να γραφούν ωραία ποιήματα, τα οποία όμως δεν αναπληρώνουν τη χαμένη γοητεία της ποίησης. Η νοσταλγία της είναι το τεκμήριο της απουσίας της, όπως η ανοικείωση είναι το απωθημένο, το εσαεί ανεκπλήρωτο του εκλεκτικισμού.

Βράδυ λοιπόν στο Λουτράκι

για να επιστρέψω στο θέμα

κινούνταν όπως είπα οι βεντάλιες

μύριζαν άνθη στο παραθαλάσσιο σινεμά

και η θεία εκείνη

με κάρτες από το Εβιάν

τη Ρώμη και απ' το θέρετρο του Κορινθιακού

[...]

πέθανε ήσυχα μου είπαν στο κρεβάτι.

Το βιβλίο του Μαυρουδή, η ποιητική στάση που αποτυπώνει, αποτελεί ένα ασφαλές τεκμήριο για τη θέση και τη διάθεση της ποίησης των ημερών μας, τεκμήριο και κριτήριο οπωσδήποτε ασφαλέστερο από εκείνο που μας δίνουν οι αμέτρητες ποιητικές εκδηλώσεις, οι καθημερινές ποιητικότροπες εκφάνσεις, η αγχωτική περιφορά της ποίησης στο έρημο παζάρι των κοινωνικών αξιώσεων. Το βιβλίο του Μαυρουδή μας προσφέρει ένα σημείο επανεκκίνησης, απ' το οποίο μπορούμε είτε να ανακαλύψουμε πάλι το χαμένο νήμα της καρυωτακικής ανοικείωσης, είτε, απλώς, να ομολογήσουμε την ήττα της ποίησης, νεκράν όπου σκυλεύουν αλλοφρονούντα τέκνα της.

Πολλοί πιστεύουν, με περισσή ελαφρότητα, πως τα ποιήματα γράφονται εν κενώ, πως ο κάθε μορφωμένος ή και λόγιος άνθρωπος, αν προσπαθήσει, μπορεί να γράψει ένα ευπρεπές ποίημα. Το κενό είναι η διαδρομή της ποίησης, ως πραγματωμένο έργο, το κενό είναι το σημερινό της αδιέξοδο, ο τρόμος μπροστά στο "βάραθρο το αγριωπό", κι αυτό δεν καλύπτεται, δεν "πληρώνεται", με την οποιαδήποτε προσωπική καλλιέργεια, με καμιά ποιητικίζουσα ή φιλολογίζουσα ευκολία. Με αυτή την έννοια, το βιβλίο του Μαυρουδή, ακριβώς επειδή προϋποθέτει και ανακαλεί πολύ συγκεκριμένα τη διαδρομή της ποίησης, αξιώνεται τη θέση του ως σημερινό ποιητικό έργο, και ακριβώς επειδή προκύπτει ως ουσιωδώς φιλολογικό, είναι ένα σημαντικό βιβλίο.

Υ.Γ. Αυτή η στήλη, που την επισημαίνω με τον τίτλο "Στους δρόμους της ποίησης", σκοπός μου είναι να υπάρχει κάθε Κυριακή, ώστε να χαρτογραφήσουμε το ποιητικό τοπίο, όπως διαμορφώνεται εκ νέου σήμερα, αφού φαίνεται πως η "έκρηξη" της πεζογραφίας αραίωσε τόσο πολύ τα μόρια του λόγου, που προσελκύει πια μικρότερο το ενδιαφέρον, παλαιοτέρων αλλά και νεοεισερχομένων στο λογοτεχνικό στίβο

--- ------ ------ ------- -------- --------

Σκέψεις από μια κριτική

"Οι Τέσσερις Εποχές", τo τελευταίο βιβλίο μου (δανείζει το εξώφυλλό του σ' αυτή τη σελίδα), κρίνεται και σχολιάζεται από τον Κ. Βούλγαρη στις σημερινές "Αναγνώσεις" της "Αυγής". ("Αυγή", Ένθετα","Αναγνώσεις", στο ίντερνετ). Πρόκειται για ένα καλογραμμένο και ενδιαφέρον κείμενο, που προσπαθεί (αυτό αντιλαμβάνομαι) να εντάξει τη συλλογή και την ποίησή της σε ένα φιλολογικό κοντέξτ, να δει μια διάθεση (κοινωνική και ψυχολογική), απομάκρυνσης από το παρόν, μια δυσανεξία γι' αυτό. Θεωρεί ότι η συγκεκριμένη διάθεση εκδηλώνεται στο βιβλίο με νοσταλγία για το χαμένο κομμάτι του χρόνου, με την επιστροφή στα γεγονότα και τα πρόσωπά του. Η οπτική είναι ενδιαφέρουσα, αν και δεν σκεπτόμουν ποτέ ότι η ποίηση αυτού του βιβλίου δείχνει διάθεση αναχωρητική (από την εποχή μου), που προσδιορίζεται απ' αυτά τα κίνητρα. Η αναφορά στο παρελθόν και η αναδρομή, είμαι βέβαιος ότι είναι περισσότερο προσωπική κλίση. Το τοπίο της είναι εμμονή που χαρακτηρίζει όλα τα βιβλία μου. Ένας πληθωρισμός Παρατατικού και μνήμης. Δεν με ενδιαφέρει τόσο να τον δω ψυχαναλυτικά, πόσο μάλλον κοινωνιολογικά. Το βλέμμα της κριτικής (της φιλολογίας περισσότερο), κατά κανόνα εντάσσει την προσωπική έκφραση σε ένα σύνολο γνωρισμάτων που ο γράφων δεν βλέπει και δεν αντιμετωπίζει. 'Οπως, για παράδειγμα, ο ανύποπτος άνθρωπος που λέει τη φράση "δούναι λαβείν", χωρίς να σκέπτεται τα απαρέμφατα και το χρόνο τους. Το κείμενο της "Αυγής" έχει ως αφετηρία τη διάθεση να εντάξει σε ένα ρεύμα, ή σε μια ροπή με κοινωνικούς προσδιορισμούς, το ποιητικό υλικό του βιβλίου, να βρει την αισθητική του ιδεολογία και τις αθέατες ζυμώσεις πίσω απ' αυτήν. Ο κριτικός, με τις γνωστές απόψεις του για την σημασία του Καρυωτάκη στα νεοελληνικά γράμματα, βλέπει στην άρνηση του παρόντος, την ανυπαρξία ενός ποιητικού "ενθάδε". Νόμιμο απολύτως. Η τελευταία φράση της κριτικής: "η ανοικείωση της ποίησης από τους τρέχοντας προβληματισμούς της, απελευθέρωσε την προσωπική αλήθεια του ποιητή" είναι, βέβαια, κάτι που έχει καθολική ισχύ, αφορά όλη την πινακοθήκη των ποιητών της αναδρομής. Απεριφραστα, με ενδιέφερε πολύ το κείμενο.Το θεωρώ μια σοβαρή άποψη προς σκέψη και συζήτηση.


ΥΓ. Ένα τυπογραφικό λάθος. Στο μικρό ποιητικό απόσπασμα (από το 4ο ποίημα της συλλογής) που παρατίθεται στην κριτική, εκεί που ο ποιητής κοιτάζει κάποιον στην καλοκαιρινή παραλία της Μπανταλόνα, η "κατακόρυφη τομή στο στέρνο του" γίνεται, αλίμονο, "κατακόκκινη τομή στο στέρνο του". Ο Κ.Βούλγαρης σαν να στράφηκε στο παρελθόν της ιστορίας μου και του ποιήματος. Είδε το σημάδι της τομής στο στήθος του λουόμενου, χρόνια πριν, στο χειρουργείο!!!


K.Mαυρουδής



εικόνα: Alex Roulette

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Μια πρώιμη καλαισθησία



Tο "Σύνδρομο Σταντάλ" είναι ιατρικός όρος. Αφορά ορισμένα συμπτώματα που προκαλεί η "υπερβολή" του αισθητικού βλέμματος, ο θαυμασμός, συγκεκριμένα, σε έργα της μεγάλης τέχνης. Λιποθυμικές κρίσεις, κυρίως, αίσθημα απώλειας του προσανατολισμού, κ.ά. Συμβαίνει όπως λένε, σε πρόσωπα που προέρχονται από χώρες με πενιχρή αισθητική παράδοση, όταν αυτά βρεθούν μπροστά σε περιβάλλον υψηλού κάλλους, σε αρχιτεκτονικούς θησαυρούς που ερεθίζουν, γοητεύουν και αιφνιδιάζουν. Ονομάζεται έτσι, γιατί η πρώτη αναφορά του συμπτώματος είναι η περίπτωση του Γάλλου συγγραφέα Σταντάλ ("Το κόκκινο και το μαύρο", "Το μοναστήρι της Πάρμας"). Μέσα στον περίφημο ναό του Αγίου Πνεύματος, στη Φλωρεντία (ένα είδος ιταλικού Πανθέου, με τάφους διαπρεπών ανδρών) ένιωσε ισχυρό αίσθημα ιλίγγου. Θυμήθηκα σήμερα το "Σύνδρομο Σταντάλ", διαβάζοντας ένα κείμενο του Ristoro d' Arezzo, συγγραφέα του 12ου αιώνα. Άρχισα να σκέπτομαι πως η αισθητική στάση, το εκλεπτυσμένο βλέμμα και οι "κλινικές" αντιδράσεις, δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο των μετά τον Μεσαίωνα χρόνων. Γνωρίζουμε τη μεγάλη καλαισθητική συγκίνηση (και τις εκδηλώσεις) των Ρωμαίων στρατιωτών όταν βρέθηκαν μπροστά στα κορινθιακά αγγεία. Σήμερα, λοιπόν, για να έρθω στην αφορμή του σημειώματος, διάβαζα για τη συμπεριφορά ανθρώπων του 12ου αιώνα όταν είδαν ορισμένα ρωμαϊκά αγγεία. Προέρχονταν από την περιοχή του Αρέτσο, γνωστή για την ερυθρόμορφη κεραμική στους ρωμαϊκούς χρόνους. "...μισή γαβάθα, πάνω στην οποία απεικονίζονταν σε ανάγλυφο παραστάσεις τόσο εκλεπτυσμένες, που οι γνώστες όταν τις έβλεπαν άρχιζαν να φωνάζουν με δυνατές κραυγές, έχαναν το ύφος τους ή έμεναν σαν ηλίθιοι". Πρώτα δείγματα αισθητισμού, μπορούμε να πούμε, με την υπερβολή που αργότερα θα γίνει πόζα και εκζήτηση, αν δεν τη δούμε συνολικότερα ως καλλιτεχνικό ρεύμα. Αυτό που αντιμετώπισε την εμπειρία και την καθημερινότητα εν πνεύματι τέχνης.

Louis Armstrong-What a wonderful world