Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Γραφές της εξορίας


Από την τακτική δεκαπενθήμερη συνεργασία μου στο ΕΘΝΟΣ. Σάββατο 16.2.2013


Ο χρόνος μάς επι-φυλάσσει διαψεύσεις. Απ' αυτές, η κρισιμότερη αφορά τις ιδέες μας για τον κόσμο: την επιθυμία αλλαγής σε θεσμούς, πρόσωπα, συστήματα. Τις ανεκπλήρωτες βεβαιότητες, κατά κανόνα, διαδέχεται η αυτοκριτική ή η νοσταλγία για ό,τι καλό χάθηκε χάριν του «καλύτερου». Στη ζυγαριά του κέρδους και της ζημιάς η αλλαγή έχει βαρύνει προς τη δεύτερη.

Βιαστικές σκέψεις, με αφορμή τη συγκλονιστική αλληλογραφία των Γιόζεφ Ροτ (1894-1939) και Στέφαν Τσβάιχ (1881-1942). Αυστριακοί συγγραφείς, κορυφαίοι στη γερμανόφωνη, και όχι μόνο, λογοτεχνία. Δεν χρειάζονται συστάσεις. Για τον πρώτο, ο Κούντερα έγραψε πως ήταν προϋπόθεση για τη δική του πεζογραφία. Ο δεύτερος, ένας ανδριάντας των γραμμάτων στον Μεσοπόλεμο, ανακαλύπτεται και πάλι. Το '33 αυτοεξορίστηκαν, πληρώνοντας αργότερα με τη ζωή τους το τίμημα. Από τον Τσβάιχ πρέπει να θυμόμαστε τον «Χθεσινό κόσμο».
Αυτοβιογραφία, φόρος-τιμής στην ευρωπαϊκή πνευματικότητα και την ιδέα της, στην αυτοκρατορική Αυστρία, αλλά και στην άδοξη δημοκρατία που ακολούθησε, πριν η χώρα προσαρτηθεί στο Ράιχ. Αυτοκτόνησε με τη γυναίκα του στη Βραζιλία (1942), θεωρώντας τις ευρωπαϊκές εξελίξεις μη αναστρέψιμες. Ο Ροτ πέθανε στο Παρίσι. Προ καιρού, σε λογοτεχνικό περιοδικό, δημοσιεύτηκαν επιστολές που αντάλλαξαν οι δύο συγγραφείς (1933-1934). Είναι η αφορμή του σημερινού σημειώματος.
Η αγωνία, μικρές ασυμφωνίες, νόστος, κυρίως επανεκτιμήσεις. «Η Γερμανία [...] υπήρξε ένα όνειρο. Ανοίξτε τα μάτια σας!», γράφει ο Ροτ το 1933. Υπάρχει σε επιστολή του ίδιου χρόνου μια κρίσιμη επισήμανση. Αναχρονιστική, θα την έλεγες. Ο συγγραφέας ζυγίζει την Ιστορία δύσπιστα και ξανακοιτάζει την Αυστροουγγαρία, τη μακάρια σταθερότητα των εννέα αιώνων. Η νοσταλγία δεν είναι μόνο η φυσική μας κλίση προς το «άλλοτε». Είναι και μια ποιητικά ωραϊσμένη «νεύρωση» του ηττημένου.
Μάρτιος, 1933. Παρίσι. Αγαπητέ φίλε, πολλοί δεν συγκινούνται πλέον όταν οι άνθρωποι σκοτώνουν. Τουλάχιστον το 1914 είχαν προσπαθήσει να αιτιολογήσουν την κτηνωδία με ουμανιστικά επιχειρήματα. Σήμερα η κτηνωδία στολίζεται με εξηγήσεις πιο κτηνώδεις από την κτηνωδία: στον βαθμό που ένα κτήνος όπως ο Γκέρινγκ διαφοροποιείται από τον Γουλιέλμο τον Β', ο οποίος παρέμεινε πάντα σε ανθρώπινο πλαίσιο, ναι, σε αυτόν τον βαθμό το 1933 είναι διαφορετικό από το 1914. Γιόζεφ Ροτ.
Απρίλιος, 1933. Παρίσι. Αγαπητέ φίλε, κάθε ελπίδα μοιάζει χωρίς νόημα. Αγαπώ την Αυστρία. Θεωρώ δειλία να μην παραδεχόμαστε σήμερα ότι έφτασε η ώρα να νοσταλγήσουμε τους Αψβούργους. Θα 'θελα να επανέλθει η βασιλεία, και επιμένω να το λέω. Γιόζεφ Ροτ

Δεν υπάρχουν σχόλια: