Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ

-

[Έξι σύντομες αφηγήσεις]
Τα κέιμενα αυτά του Κώστα Μαυρουδή θα δημοσιευτούν στο Βήμα Ιδεών τον Αύγουστο

1. Έχουν περάσει δεκαετίες αφότου είδα το ντοκιμαντέρ του Βέρνερ Χέρτζοκ «Στη χώρα της σιωπής και του σκότους». Οι τρόφιμοι ενός ιδρύματος τυφλών και κωφαλάλων πετούσαν πάνω απ’ τις Άλπεις. Ένας συνοδός τούς περιέγραφε την εικόνα του βουνού με το τυφλό αλφάβητο (σημεία-αγγίγματα στην παλάμη). Ο καθένας μετέδιδε το τοπίο στο διπλανό του, με τον ίδιο τρόπο. Το θυμήθηκα ένα πολύ ζεστό μεσημέρι στο κέντρο του Ρίμινι, στο στενό δρόμο που οδηγεί από την πλατεία των Τριών Μαρτύρων στην Αψίδα του Αυγούστου. Δέκα νέοι, τυφλοί και των δύο φύλων, περπατούσαν πίσω μου. Πιθανόν ήταν εκπαιδευτικός περίπατος, γιατί άκουσα να ζητούν από κάποιον να αγγίξει το πρώτο πράγμα που θα εύρισκε μπροστά του και να το περιγράψει στους άλλους. Εκείνος σταμάτησε μπροστά σε ένα κυρτό, με πλούσια διακόσμηση, κιγκλίδωμα παραθύρου. Άρχισε να μιλά για τα σχήματα που άγγιζε. Είχε συναντήσει κι άλλη φορά, είπε, τόσο κομψά μοτίβα. Από την παρέα του διπλανού καφενείου είδα έναν σκύλο που αποσπάστηκε και τον πλησίασε, ενώ ακόμα εκείνος ψηλαφούσε. Άρχισε να μυρίζει τα παπούτσια και το παντελόνι του. Ο τυφλός, σκύβοντας λίγο, τον χάιδεψε από το κεφάλι μέχρι την ουρά, που κουνιόταν φιλικά. «Ένα κανελί Λαμπραντόρ», δήλωσε με βεβαιότητα. Δεν απευθυνόταν τόσο στους άλλους όσο στην αδιακρισία τού κατασκόπου, που είχε μείνει άναυδος μ’ αυτό που άκουσε. «Πώς σου φαίνεται, περίεργε», σαν να του έλεγε, «που το άτυπο μάτι τής αφής έχει την ίδια βεβαιότητα με την όρασή σου»;


2. Εκλογές του 1953. Τότε που ηττήθηκε η συμμαχία του Κέντρου και ήρθε στην εξουσία με τεράστια πλειοψηφία εδρών ο Αλέξανδρος Παπάγος. Άκουγα προσεκτικά για μια προεκλογική συγκέντρωση του Πλαστήρα. Oύτε ένας ακροατής, μου έλεγαν, δεν απασχολούσε τα χέρια του με κομπολόι. Κυρίως, όμως, πουθενά στο κέντρο ή τις παρυφές της πλατείας, δεν εμφανίστηκε (ήταν αδιανόητο να κινηθεί μέσα στο πυκνό, συμπαγές πλήθος) έστω και ένας αδέσποτος σκύλος, παρουσία ανυπερθέτως ανιχνεύσιμη στα πολυπρόσωπα δημόσια γεγονότα. Η παρατήρηση είναι καίρια. Ακόμα και στις εικόνες του 1919 (με την ενθουσιώδη υποδοχή του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη), αλλά και στις κινηματογραφημένες οδομαχίες το Δεκέμβριο του 1944, εντοπίζεται οπωσδήποτε η διέλευση ενός αδέσποτου σκύλου. Το ίδιο και στην καταγραμμένη μαρτυρία με τη γρήγορη κίνηση (όταν ο ελληνικός στρατός εισέρχεται το 1913 στα Ιωάννινα, ή όταν ο Χασάν Ταξίν Αγάς παραδίδει στον βασιλέα Κωνσταντίνο τη Θεσσαλονίκη). Κάποτε το περιπλανώμενο ζώο ακολουθεί ή διασχίζει το πλήθος. Άλλοτε εμβολίζει καθέτως μια φάλαγγα κουρασμένων στρατιωτών που παρελαύνουν στη μόλις κατακτημένη πόλη και, όχι σπάνια, βρίσκεται καθισμένο στο πρώτο πλάνο, κοιτάζοντας μετωπικά το φακό. Σ’ αυτή τη στάση, το 1927 στο Παρίσι, φωτογραφήθηκε ένας περαστικός σκύλος στα πόδια τού θρυλικού αεροπόρου Τσαρλς Λίντμπεργκ, που μιλούσε στους δημοσιογράφους μπροστά στο ξενοδοχείο του. Με τον ίδιο περίπου τρόπο κοιτάζει ο σκύλος στον πίνακα Κηδεία στην Ορνάν, του Γκιστάβ Κουρμπέ. Σαν υπαινιγμός, δηλαδή, της απόλυτης αμεριμνησίας που δείχνει η μη σκεπτόμενη φύση για τα ανθρώπινα.


3. Ζώντας χωρίς διακοπή στην Αθήνα, συνάντησα τα ίδια πρόσωπα με διαφορετικό ρόλο, διαφορετική ηλικία, και βέβαια σε άλλα συμφραζόμενα. Τον αστυνομικό που είδα νέο το 1972 (είχε συλλάβει στον κήπο τού Μουσείου ένα φίλο από την Πάντειο), τον αναγνώρισα τη δεκαετία του ’80, σε ένα Τμήμα της Κηφισιάς. Δέκα χρόνια αργότερα, με ακριβά ρούχα, τον είδα δύο φορές ως πελάτη στον ημιώροφο ενός κεντρικού ξενοδοχείου. Συμπέρανα ότι δούλευε πια για τις Πληροφορίες. Το 1990 διασταυρώθηκα μαζί του στις παρυφές μιας προεκλογικής συγκεντρώσεως. Κρατούσε, μάλιστα, την κομματική σημαιούλα με το δαυλό. Δεν δυσκολεύτηκα να τον γνωρίσω ούτε και την επόμενη δεκαετία, μολονότι μια πάρεση του είχε παραμορφώσει κωμικά το στόμα και την έκφραση. Ήταν λίγο πριν τους Ολυμπιακούς του 2004, στην είσοδο του Βασιλικού Κήπου. Προσπαθούσε, κρατώντας μια σακούλα με τροφές, να πλησιάσει τρεις αδέσποτους σκύλους. «Δηλητηριάζει σκύλους», σκέφτηκα αμέσως, καθώς είχα ακούσει για ένα σχέδιο απαλλαγής της Αθήνας από τα αδέσποτα. Πλησίασα για να βεβαιώσω την υποψία. Να δω (και τι θα έκανα άραγε σ’ αυτή την περίπτωση;) αν οι σκύλοι θα εμφάνιζαν τα συμπτώματα του μαρτυρίου: αφρό από το στόμα, σπασμούς πόνου, στάσεις σαν εκείνες που έχουν στα εκμαγεία της Πομπηίας. Έφαγαν με βουλιμία, τον κοίταξαν για λίγο στα μάτια και χάθηκαν στον κήπο. Ήμουν, λοιπόν, μάρτυρας του σατανικού σχεδίου για την εκκαθάριση της ολυμπιακής πόλης ή συνέβαινε κάτι αλτρουιστικό και ανακόλουθο με την ιστορία ενός προσώπου διχασμένου; Αν ίσχυε το πρώτο, γιατί ο δράστης έδειξε τόση τρυφερότητα μεταγγίζοντας την τροφή; Αν πάλι τα ζώα τον γνώριζαν, για ποιο λόγο έμειναν επιφυλακτικά όταν τα πλησίασε; Αλίμονο, ούτε εκείνη τη στιγμή ούτε και τώρα έχω διευκρινίσει αν ήταν ένα υπηρεσιακό ανοσιούργημα ή μια ζωόφιλη αφοσίωση που κατεδάφιζε την παλιά εικόνα. Και επειδή βλέπουμε μόνον αν δίνουμε νόημα σε ό,τι συμβαίνει, «Τι είχε γίνει με τους σκύλους;», ρωτώ ακόμα το παλιό γεγονός που μίλησε με αποσιωπήσεις, όπως κάνει συχνά και η λογοτεχνία όταν παίζει με τη σχετικότητα και το αδιάγνωστο της αλήθειας.


4. Κάτι με είχε χαροποιήσει και δεν ήθελα να περάσω σιωπηλός από το μικρό πάρκο. Χωρίς να καθίσω στο παγκάκι, άρχισα προσχηματικά μια συζήτηση με τους δύο ηλικιωμένους άνδρες που ήταν εκεί. Ο ένας κρατούσε τον Ερμή, υπέργηρο Γκριφόν, και ο άλλος ένα λευκό Κανίς. «Μάλλον δεν θα βρέξει», δήλωσα σταματώντας μπροστά τους. Εκείνος που κρατούσε τον Ερμή με κοίταξε επιφυλακτικός και με κάποια καθυστέρηση μου είπε ότι δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση, άκουγε πάντοτε από την προηγούμενη τον καιρό. «Τη δεκαετία του ’50, στην Πάτρα», παρενέβη ο κύριος με το Κανίς, «ξέραμε πως ο γκρίζος ουρανός, που άρχιζε από το βόρειο Ιόνιο και έφτανε μέχρι την Κυλλήνη, σήμαινε τουλάχιστον τριήμερη βροχόπτωση». Αποφάσισα να μετατοπίσω τη συζήτηση στο γηραλέο ζώο. «Φαίνεται πολύ ηλικιωμένος», είπα. «Μα βέβαια. Είναι 15 ετών. Βαδίζει δύσκολα, έχει πρόβλημα καρδιάς, βαρηκοΐας και νεφρών. Μένουμε όμως δίπλα», διευκρίνισε ο ηλικιωμένος άνδρας χαϊδεύοντας το κεφάλι του ζώου. «Είναι η μοναδική του μετακίνηση». Δεν του άρεσε η υπερβολή της οδύνης μου, γιατί αμέσως, με ενοχλημένο ύφος, που είχε συγχρόνως μια λογιότητα, πρόσθεσε. «Ο σκύλος είναι αθάνατος! Δεν είναι δική μου η σκέψις. Το έχει πει ένας Γάλλος συγγραφέας του περασμένου αιώνος. Πεθαίνουν μόνον εκείνοι που το γνωρίζουν». Ο κύριος με το Κανίς άκουγε με θαυμασμό το φίλο του, που συνέχισε. «Ο Ερμής αγνοεί το τέλος, όπως τo δάσος δεν γνωρίζει τίποτε για το πριονιστήριο. Έζησε και πεθαίνει ερήμην του χρόνου. Αν το σκεφθείτε, σε λίγο θα υποβάλω σε ευθανασία μιαν απολύτως ανύποπτη, δηλαδή μιαν αθάνατη ύπαρξη».


5. «Την παραμονή των Χριστουγέννων εορτάζουν τα ζώα». «Πώς εορτάζουν;» ρώτησε η θεία μου (μια παπαδιαμαντική χήρα, αφοσιωμένη στο άναμμα καντηλιών σε μακρινά εξωκκλήσια). Είχαμε εκδράμει σε μιαν εξοχή γι αυτό το σκοπό, το απόγευμα της 24ης Δεκεμβρίου του 1957. Ανάψαμε με ευλάβεια τα τέσσερα καντήλια στο ναΰδριο της Αγίας Κυριακής, ψάλλαμε το «Την γέννησίν σου Χριστέ», και επιστρέφαμε ευτυχισμένοι. Η άποψη για την ημέρα που πρέπει να τιμώνται τα ζώα ανήκε σε μια ηλικιωμένη γυναίκα, καθολική στο δόγμα, που συναντήσαμε επιστρέφοντας, με πέντε αδέσποτους σκύλους να την ακολουθούν. Ήταν γνωστή. Μια απλοϊκή καρδιά, που είχε αφιερώσει απόλυτα τη ζωή της στα τετράποδα. Περπατούσε δύσκολα, μιλούσε με τη βαριά προφορά των χωριών και ζούσε καθαρίζοντας σχολεία, σπίτια και δημόσια κτίρια. Κάθε πρωί, όπου κι αν πήγαινε, έσερνε πίσω της μια λεγεώνα πεινασμένους σκύλους, και είναι βέβαιο ότι για χάρη τους (ή εξαιτίας τους) έμεινε μόνη στη ζωή. Συνέχισε. «Επειδή τα ζώα ζέσταναν με το χνώτο τους τη φάτνη, πρέπει σήμερα να το ανταποδίδουμε». Δεν είχα ακούσει πουθενά την ιδέα της ανταμοιβής. Ούτε την έμφαση στο θερμαντικό ρόλο των τετραπόδων της φάτνης. Πολύ αργότερα, δηλαδή τώρα, στους ναούς της Δύσης, απέναντι σε Γεννήσεις φτιαγμένες από σπουδαίους ζωγράφους (αλλά και υποδεέστερες, με ελάχιστη σημασία), ανατρέχω πάντα στη σύντομη συνάντηση της παραμονής, στην ανακοίνωση της άτυπης επετείου, και βέβαια στη γυναίκα με τους σκύλους. Αν έγραφα σε αιώνες που επέτρεπαν ηχηρούς συμβολισμούς, θα μπορούσα να την εγκαταστήσω σε ένα σκηνικό (όπως έκανε ο Πορφύρας για τον Παπαδιαμάντη), συντροφιά με την απειρία των σκύλων της. Σε μιαν ανενόχλητη διάρκεια, που είναι το αδύνατο αίτημα όλων των αφοσιώσεων.


6. Ένας σλοβένος αρχαιολόγος μού είχε διηγηθεί για τα πεσμένα πιάτα που είχε βρει στην κουζίνα ενός αρχαίου σπιτιού. Δεν θυμάμαι σε ποιο νησί της Δαλματίας. «Αποικία της Πάρου», διευκρίνισε η γυναίκα του. «Άρχισε να ρίχνει πάνω σ’ ένα χαλί δικά μας πιάτα, μήπως καταλάβει από ποια γωνία και τι ύψος τα αρχαία πήραν τη θέση που είχαν». Θυμήθηκα το περιστατικό στο Μοναστηράκι, καθώς τέσσερα μέτρα κάτω απ’ τα πόδια μου, οι φοιτητές της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής καθάριζαν με χειρουργική προσοχή το έδαφος και κοσκίνιζαν με υπομονή το χώμα. Έμεναν χοντροί σβόλοι και θραύσματα κεραμεικών, που ελέγχονταν ή απομακρύνονταν. Ανάμεσα στα πρόσωπα εκείνα, έφτασαν και άρχισαν να περιφέρονται δύο αδέσποτοι σκύλοι. Πέρασαν αργά τις τάφρους, είδαν το χώρο, τις μικροσκοπικές σκαπάνες, τις χειράμαξες, αναποφάσιστοι αν πρέπει να καταλήξουν στη σκιά των αρχαίων τοίχων ή κάτω από τις ομπρέλες των αρχαιολόγων. Ήταν σαν δαιμόνια της καθημερινότητας που κατέβηκαν στον παλιό κόσμο, νομίζοντας ότι κι αυτός ανήκει στο τρέχον. Όλα τούς φαίνονταν σύγχρονα και ανιχνεύσιμα. Ακόμα και τα άγνωστα ονόματα των φοιτητών που διάβασαν με την όσφρηση: Μακ Κάρσον, Μπάρτον, Χάου, Γκαρσία, Κίνγκσλεϊ. Χωρίς παρελθόν και μέριμνα για το χρόνο, είχαν βρεθεί ανύποπτοι σε ένα σιωπηλό βάθος που μόλις παραβιαζόταν. Ήταν αδύνατον να το ξεχωρίσουν από τους δρόμους με τα ογκώδη, επάλληλα στρώματα των οσμών, την ακατανόητη κίνηση, τη βασανιστική μέριμνα της τροφής.



-
Οι πίνακες είναι του Alex Colville

5 σχόλια:

regina b. είπε...

Εκπληκτικά κείμενα

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Ο ρομαντικός, ο πρακτικός, ο ονειρώδης, ο πνιγμένος, ο εμβληματικός και οι υπόλοιποι σκύλοι του Φλωμπέρ...σηκώνουν το ένα αυτί με προσοχή και σας απευθύνουν σε σας και τα κείμενά σας ένα φιλικό γρύλλισμα επιδοκιμασίας...

Ανώνυμος είπε...

Πείτε μας, κ. Χατζημανωλάκη, ποιος είναι ο πρακτικός, ο ονειρώδης, ο εμβληματικός, ο πνιγμένος, σκύλος του Φλομπέρ. Δεν μας παραπέμεπει σε κάποιο αφήγημα η αναφορά σας. Συγγνώμη. Έχω στο μυαλό μου τώρα μόνον τους σκύλους του κ. Μαυρουδή.

Gaetano

Irini Vergopoulou είπε...

Διαφορετικές μεταξύ τους ιστορίες, με κοινό σημείο αναφοράς την παρουσία των σκύλων.....το κάθε κομμάτι σου αφήνει μιαν άλλη αίσθηση......με άγγιξε ιδιαίτερα το τρίτο και το τέταρτο......

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

1. Ο ρομαντικός: ήταν ένας μεγαλόσωμος σκύλος Νέας Γης και ονομαζόταν Θαβώρ. Ανήκε στην κυρία Σλέσιγκερ
2. Ο πρακτικός: ένα κυνηγόσκυλο που ονομαζόταν Τζούλιο και ο Φλωμπέρ το είχε μαζί του στο Κρουασσέ.
3. Ο εμβληματικός: μια σκυλίτσα που χάρισε ένας φύλακας κυνηγότοπων στη Μαντάμ Μποβαρύ
4. Ο πνιγμένος και ο ονειρώδης: Ένα σκωτσέζικο τερριέ και ένας σκύλος απροσδιόριστης ράτσας που συνάντησε ο Φλωμπέρ το 1851 στο ταξίδι του στην Ελλάδα
¨
Έχετε δίκηο, Gaetano, οι σκύλοι (πλην του εμβληματικού), δεν προέρχονται από κάποιο αφήγημα του Φλωμπέρ αλλά από τη βιογραφία του, διαμεσολαβημένη από τη γραφίδα του Τζούλιαν Μπαρνς, από το μυθιστορηματικό του δοκίμιο «Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ» (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο)

Σας ζητώ συγγνώμη που δεν απάντησα νωρίτερα, αλλά είδα το σχόλιό σας στις διακοπές και δεν είχα μαζί μου το βιβλίο του Μπαρνς.

Το κεφάλαιο με τους σκύλους (και ολόκληρο το βιβλίο) είναι απολαυστικό.
΄
Καλό σας μεσημέρι.