Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

FACEBOOK



ΙΣΩΣ ΔΕΝ ΕΙΔΑΤΕ ΑΚΟΜΗ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΜΕ τίτλο “Χαμένοι στη Μετάφραση”. Εξαιρετικά κείμενα που, προσεχώς, θα κυκλοφορήσουν, σε βιβλία. Το αφιέρωμα δεν είναι χρηστικό, όπως εκείνα που προηγήθηκαν (Ρίτσος, Λειβαδίτης), αλλά είναι αξιολογότερο, με σπουδαίους σύγχρονους συγγραφείς. Στο CD έκπληξη, που περιέχεται, διαβάζουν η Καρ. Καραμπέτη και ο Αντ. Καφετζόπουλος ποίηση του σκοτεινού ζεύγους Τεντ Χιουζ και Σίλβια Πλαθ. [...] «Τα καφενεία άνετα, διέθεταν ροφήματα πρώτης ποιότητας. Γκαρσόνες ξανθές, με πλούσιο στήθος. Μπύρα πηχτή, σε μπουκάλια που έμοιαζαν σαν μικροί καθεδρικοί. Πουθενά σκουπίδια, ζητιάνοι, άνθρωποι με φθαρμένα ρούχα. Εντύπωση τάξης και πολιτισμού. Στον παράδεισο εκείνον, όμως, γεννιόταν μια μεγάλη συμφορά: Η μοντέρνα ζωγραφική. Μετά 25 χρόνια, μια δεύτερη, ο Ναζισμός». (Τζόρτζιο ντε Κίρικο: Αναμνήσεις) [...] «Κοιτάξτε την λογοτεχνική παραγωγή κάθε μικρού λαού, που δεν έχει την παιδαριώδη έφεση να κατασκευάσει για τον εαυτό του ένα παρελθόν. Η κατά κόρον παραγωγή ποίησης είναι το κύριο χαρακτηριστικό του. Αντίθετα, για την κατασκευή της πεζογραφίας χρειάζεται αυστηρότητα, κοινωνική ωριμότητα και παράδοση. [...] H ποίηση είναι άμεση ή, αντίθετα, εντελώς κατασκευασμένη. Γνώρισμα δηλαδή ή των τρωγλοδυτών ή των εκλεπτυσμένων, αναπτύσσεται απ’ τη μία πλευρά ή απ’ την άλλη, στο περιθώριο πάντως του πολιτισμού. Ενώ η πεζογραφία απαιτεί οργανωμένο πνεύμα και γλώσσα, η ποίηση ταιριάζει με το βάρβαρο πνεύμα και την άμορφη γλώσσα. Λογοτεχνία σημαίνει πεζογραφία». Ε.Μ. Σιοράν La tentation d’ existerΤόσα χρόνια κυνηγώντας την αρτιότητα (διαβάζοντας ή επιμελούμενος κείμενα) δεν είχα σκεφθεί ποτέ την καθημερινή σημασία της σωματικής αρτιότητας. Έσπασα το δεξί χέρι μου. Δεν μπορώ να πατήσω δυο πλήκτρα συγχρόνως. Δε μπορώ να βάλω κάλτσες, πουκάμισο, να ντυθώ. Χθες μου φάνηκε τόσο περίεργο που ήταν αδύνατο να καθαρίσω ένα μήλο. Σαν την ελληνική διαφθορά, χρειάζονταν κι εκεί δύο πόλοι για να συντελεστεί το ζητούμενο. Yπάρχει ένα οστάριο στην παλάμη που λέγεται σκαφοειδές. Άκουγα τον ορθοπαιδικό που, κοιτάζοντας τις ακτινογραφίες, έλεγε ότι στο σκαφοειδές είναι το πρόβλημα. Κι ενώ έχεις προγραμματίσει μια μέρα στο γραφείο σου, ραντεβού με τον διορθωτή, μια πληρωμή, τα πράγματα σε φέρνουν μπροστά σ’ έναν φωτεινό πίνακα όπου προτοακούς εξωτικά ονόματα οστών... Το μόνο θετικό απ’ το ατύχημα είναι ότι γράφοντας με το αριστερό χέρι κατασκευάζω κάτι ασταθή τερατάκια, γράμματα όπως αυτά που κάναμε όταν μαθαίναμε γραφή. Σαν θαυματουργό αντιγηραντικό, η προσπάθεια και το αποτέλεσμα του αριστερού χεριού σε μεταφέρει για λίγο στη μαγική εποχή, που πλέον μόνο με τις μυρωδιές και τις εικόνες ανασυσταίνεται. Ο Φλομπέρ έγραψε νέος: «Είναι μέρες που θάθελα να ήμουν γυναίκα». Σε ώριμη ηλικία: «Η μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ». Όταν κάποτε ο γιατρός του τον αποκάλεσε «υστερική γριά» βρήκε την έκφραση «βαθυστόχαστη»... Τα γεγονότα αναφέρονται από έναν βιογράφο, σαν ένδειξη παράξενου τραβεστισμού. Πάντως, η απάντηση «Η Μποβαρί είμαι εγώ», μοιάζει με εκείνη του Θερβάντες, όταν τον ρώτησαν από πού είχε εμπνευσθεί τον Δον Κιχώτη. Η λεπτομερής σύνδεση που επιχειρεί κάποτε ο αναγνώστης με το βιβλίο: Σημειώνει τη χρονολογία κτήσεως, αναγνώσεως, περατώσεως της μελέτης του. Τον τόπο, τον καιρό, ορισμένα γεγονότα της εποχής. Για να το ξαναδεί, ίσως, στο μέλλον και να νιώσει (ανέξοδα ακόμα) σαν παιχνίδι, το ρίγος από το χρόνο. Έτσι, στο τέλος του βιβλίου που αγόρασα χθες, διαβάζω: «Άγιος Ευστράτιος, υπό τα κύματα του καύσωνος της 28 Ιουλίου 1957». Κάποιος μοίραρχος της Χωροφυλακής διάβασε την Παναγία των Παρισίων, το 1957 στον Άη Στράτη. Βρήκα το αντίτυπο στο μοναστηράκι. Το ενδιαφέρον είναι ότι περιέχεται χειρόγραφη κριτική του, σε άψογη καθαρεύουσα. Με ηθικολογικά επιχειρήματα, σε 4 σελίδες “καταρρίπτει” το έργο και τους χαρακτήρες του. Π.χ. «Διατί, κ. Ουγκώ, επέλεξες τον Κουασιμόδον, σωματικώς και πνευματικώς ανάπηρον, δια την δικαίαν λύσιν;» κ.λπ. κ.λπ. Θυμάμαι τον δικτάτορα Παπαδόπουλο να ισχυρίζεται ότι «δεν γνωρίζω τι συμβαίνει αλλαχού, αλλά δια τον ελληνικόν ψυχισμόν ο κομμουνισμός είναι ξένον στοιχείον». Τώρα που διαβάζω τον Αυστριακό Μπέρνχαρντ, συγγραφέα με ποικίλες μονομανίες, βλέπω να λέει κι αυτός ότι «ο σοσιαλισμός είναι έννοια ασυμβίβαστη με το ...κλίμα και τα ψηλά βουνά του Ζάλτσμπουργκ»! O τύπος του «ενοχλημένου» συγγραφέα (ο Μπέρνχαρντ ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία) πρέπει μάλλον να γίνεται δεκτός και με κάποια συγκατάβαση. Η ανάγκη για γκρίνια σπρώχνει στη γενίκευση. Ο Μπέρνχαρντ, θέλοντας να βγάλει τη γλώσσα ακόμα και στους ζωόφιλους, γράφει. «Οι άνθρωποι καταδυναστεύονται απ’ τα σκυλιά τους. Ο Σοπενχάουερ κατευθυνόταν από το σκύλο του, όχι το μυαλό του. Θα έσωζαν τον σκύλο τους από τη λαιμητόμο και όχι τον Βολτέρο». • Όμως λίγο πιο κάτω κερδίζει πάλι η πλευρά της λογικής. «Οι άνθρωποι υποστηρίζουν τους σκύλους, γιατί στο βάθος δεν θέλουν να καταβάλουν κάποια προσπάθεια να μείνουν μόνοι με τον εαυτό τους. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει ψυχικό μεγαλείο». Κι ύστερα πάλι η συλλογιστική της αυθαιρεσίας. «Ο κόσμος οφείλει τους πιο φοβερούς πολέμους του στην ζωοφιλία των ηγετών του. Οι πολιτικοί, οι δικτάτορες, βρίσκονταν πάντοτε υπό την επιρροή ενός σκύλου και για το λόγο αυτόν έκαναν εκατομμύρια ανθρώπους δυστυχισμένους. Αγαπούσαν έναν σκύλο και προετοίμαζαν συγχρόνως έναν παγκόσμιο πόλεμο». Τι απλή και ωραία ιδέα. Για όσους εντρυφούν περί το ύφος, σήμερα το απόγευμα άκουσα έναν καναδό αρχιτέκτονα που έλεγε ότι «ένα κτίσμα πρέπει να δίνει την εντύπωση ότι ήταν πάντα εκεί». Υπάρχει ένας ροΐδειος σαρκασμός στο κείμενο του Focus. Ορισμένες παρατηρήσεις θυμίζουν το «Η δυστυχία να είσαι Έλληνας» του Ν. Δήμου. Σκέπτομαι ότι το ενοχλημένο βλέμμα του αυτόχθονος είναι ό,τι πιο ενδιαφέρον υπάρχει σε κάθε εθνική γραμματεία. Σχεδιάζουμε ένα αφιέρωμα στο Δέντρο, με «αλλεργικούς», απέναντι στις χώρες τους, συγγραφείς. Σπουδαία περίπτωση ο προαναφερθείς Τόμας Μπέρνχαρντ, που διάβασα δυστυχώς πολύ αργά. Η δυστυχία του να είσαι Έλλην, είναι ο σωστός τίτλος του βιβλίου που μόλις ανέφερα. Η ανακρίβεια μου θύμισε κάτι που έγραφα προ ετών. [...] «Όταν κάποιος αναφέρει έναν παραποιημένο στίχο σου, νιώθεις μια παράξενη αμφιθυμία. Αφ’ ενός είσαι κολακευμένος γιατί θυμούνται κάτι δικό σου, αφετέρου σε ενοχλεί η αδέξια επίκληση». Από τις επιτυχέστερες, πιο καίριες, παρατηρήσεις του δημοσιογράφου τού Focus, μιλώντας για την Ελλάδα: «Μια προφορική κοινωνία». Μας επιτρέπεται να ρίχνουμε παντού τα σκουπίδια μας, στη γλώσσα θα κάνουμε εξαίρεση; Παρακολουθώ την ηλεκτρονική σελίδα κάποιου συγγραφέα, ο οποίος θεωρεί ότι όσο περισσότερη ερωτική φιλεπιδειξία εκδηλώνει (με την άνευ όρων έκφραση), τόσο περισσότερη προσοχή θα του επιφυλάξουν οι αναγνώστες του. Αδιάφορος για το ελευθεριάζον κιτς, μας αποκαλύπτει ότι γνωρίζει τις πάγιες προϋποθέσεις για τo ενδιαφέρον του ακροατή: Μίλα σα μαστρωπός. Το «νοήμον» κοινό θα σου καταθέσει το χρήμα της προσοχής του. Εκείνοι που για χρόνια κατήγγελλαν τη στρατευμένη λογοτεχνία, δεν ενοχλούνταν, περιέργως, καθόλου από το ευτράπελο της στρατευμένης Ιστο­ρίας και της εξίσου στρατευμένης αρχαιολογίας μας (Κ. Μαυρουδής, Στενογραφία, Κέδρος, 2006). Ταξιδεύοντας, και βλέποντας τους ρώσους τουρίστες στην Ευρώπη (την προκλητικά νεόπλουτη εικόνα τους, τα θηριω­δη αυτοκίνητα, τις προκλητικής σπατάλης επιλογές τους), σκέφτεσαι αυτό που λέει ο Τζορτζ Στάινερ για το Ανατολικό Βερολίνο. «Στα βιβλιοπωλεία, ο Λέσιγκ και ο Χέλντερλιν έδωσαν τη θέση τους στην Τζάκι Κόλινς. Σχεδόν από τη μία μέρα στην άλλη, η ελευθερία διεκδίκησε το δικαίωμά της να τρώει σκουπίδια». Η αρρώστια, ο πόνος και τα πάθη είναι οι σημαντικότερες αιτίες τής ανθρώπινης θρησκευτικότητας. (Φραντς Κάφκα, Αφορισμοί). Πρωί. Un canto che s’udia per li sentieri lontanando morire a poco a poco [...] ή Ένα τραγούδι που ακουγόταν στα στενά έσβηνε μακριά λίγο λίγο [...] (Τζ. Λεοπάρντι: «Το βράδυ της γιορτινής μέρας». Μόναχο, γεια σου. Ο παιδικός μου φίλος και συμμαθητής (Τήνος, 1955-1965) αλλάζει διεύθυνση. Από το Μόναχο, που έμενε για 30 χρόνια, θα ζει πλέον, μετά τον Φεβρουάριο, στο Βερολίνο. «Είναι παράξενο να βλέπεις άδειο το παλιό διαμέρισμα», μου γράφει. Πιο συγκινητικό όμως είναι το γράμμα υποδοχής, σταλμένο από τους υπεύθυνους της περιοχής όπου πρόκειται να κατοικήσει. «Είμαστε χαρούμενοι που η νέα σας κατοικία θα είναι εδώ. Είναι τιμή μας να είστε στη γειτονιά μας»!!! [...] «Η Πηνελόπη, πανέτοιμη να ξηλώσει ό,τι έχει υφάνει...» (Ανρί ντε Μοντερλάν, Τα κορίτσια). «Oυδέν άλλο, πλην ημών, έθνος κέκτηται το πλεονέκτημα να έχη ιδιαιτέραν τάξιν φίλων, εχόντων την ειδικότητα να το αγαπώσιν. Ουδέποτε ακούσαμε να γίνεται λόγος περί Φιλάγγλων, Φιλιτάλων, Φιλοτσέχων. Εν τη λέξει Φιλέλλην υπάρχει τι το απόζον προστασίας, συγκαταβάσεως, οιονεί ελεημοσύνης» [...] Εμμ. Ροΐδης. Σε έναν κόσμο φτιαγμένο απ’ τον Θεό, το πρόβατο θα μάθαινε αριθμητική μετρώντας αμέριμνο τα δόντια τού λύκου. «Ο πιο σίγουρος τρόπος να κρύβεις από τους άλλους τι όρια έχουν οι γνώσεις σου είναι να μην τα ξεπερνάς» (Τζάκομο Λεοπάρντι, απ’ όσο νομίζω). Η παρακάτω φράση όμως είναι σίγουρα από τις Σκέψεις (Pensieri) του Λεοπάρντι: «Η ειλικρίνεια μπορεί να ωφελήσει, όταν το αντικείμενό της είναι τόσο σπάνιο ώστε κανένας να μην πιστεύει σ’ αυτό». «To ψέμα είναι και μονάδα μέτρησης της φαντασίας» (Marcello Mastroianni, Θυμάμαι, ναι θυμάμαι). Ο αδελφός μου ο Ρουτζέρο έλεγε συνεχώς: «Πονάω εδώ, πονάω εκεί». Εγώ και οι φίλοι μου του απαντούσαμε: «Είσαι κατά φαντασίαν ασθενής». Μέχρι που μια μέρα, απελπισμένος από την έλλειψη κατανόησης στις αδιαθεσίες του, μας είπε: «Τη μέρα που θα πεθάνω, πάνω στον τάφο μου να γράψετε “Δεν σας το είχα πει πως δεν ήμουν καλά;”» (Μarcello Mastroianni, Θυμάμαι, ναι θυμάμαι). Τόσο χυμώδης, ώστε και μόνο η παρουσία της ήταν αληθινή προσβολή των ηθών (Πολ Μοράν, Βενετίες). […] «Φορτωμένοι δαχτυλίδια και γουργουρίζοντας σαν τα περιστέρια του Αγίου Μάρκου, περνούσαν οι ομοφυλόφιλοι. Η Βενετία τούς είχε πάντοτε αποδεχτεί. Έβλεπα στην πλατεία έναν δαχτυλοδεικτούμενο, τον περίφημο Φέρσεν. “Δεν σφίγγω το χέρι ενός κίναιδου”, έλεγε ο πατέρας μου (χωρίς να του περνάει από το μυαλό ότι όλη τη μέρα αυτό έκανε)...» (Πολ Μοράν, Βενετίες). • Πλειστηριασμός: «Κάτω απ’ το φιλντισένιο σφυρί εξαφανιζόταν μια ζωή αφιερωμένη στη λατρεία της τέχνης. Τα αντικείμενα δεν έχουν αφεντικό». (Πολ Μοράν, Βενετίες). «Όλοι θέλουν να κάνουν στίχους, μολονότι η Ευρώπη έχει ανάγκη στερεότερων πραγμάτων και πιο αληθινών από την ποίηση» (Τζάκομο Λεοπάρντι, το 1826, σχολιάζοντας το ότι πολλοί ασχολούνται με «στίχους και ελαφρότητες»). Ο επαγγελματισμός, που σε αποτρέπει να απολαύσεις το αυτονόητο: η εξέταση ενός κόλπου από τον μαιευτήρα, η ανάγνωση της λογοτεχνίας από τον κριτικό.Η άμμος θυμίζει πάντα τη λογοτεχνία. Όχι μόνο με την έννοια της απειρίας, αλλά ως τόπος όπου ο αναγνώστης-στρουθοκάμηλος κρύβει το κεφάλι του, μένοντας ο υπόλοιπος βορά στον πραγματικό κόσμο. Θυμήθηκα πώς περιγράφει ο Φελίνι την εικόνα του Νίνο Ρότα. «Συναντούσα τον γλυκό αυτόν ανθρωπάκο συχνά στη Βία Πο, να περνάει πάντα χαμογελαστός, να προσπαθεί να βγει από πόρτες που δεν υπήρχαν, ενώ θα μπορούσε να βγει από ένα παράθυρο, σαν πεταλούδα, τυλιγμένος όπως ήταν σε μιαν ατμόσφαιρα εξωπραγματική και μαγική. Σ’ όποιο σημείο κι αν τον εύρισκες, έμοιαζε νάχει πέσει εκεί τυχαία...» «Τι κοινό είχατε με τον Nίνο Ρότα;» ζητά να μάθει ο δημοσιογράφος. «Ίσως μια ακαθόριστη και αβέβαιη αίσθηση που έχουν όσοι περιμένουν ότι θα συμβεί κάτι εκπληκτικό... Όπως τα παιδιά, όπως κάποιοι οραματιστές, κάποια αθώα πλάσματα, ξαφνικά έλεγε εκθαμβωτικά πράγματα». O χειρότερος εφιάλτης στα όνειρα του εφαψία δεν μπορεί να είναι άλλος απ’ το ότι μετοικεί σε μια αραιοκατοικημένη κωμόπολη (Κ. Μαυρουδής, Στενογραφία).«Θάθελα να ξέρω σε ποια σχολή σε μαθαίνουν να νιώθεις». Σχόλιο του Ντενί Ντιντερό (1713-1784) για την Κριτική. [...] «Όταν έγινε δεκατριών ετών, ο πατέρας της την πήγε στην πόλη για να την βάλει στο μοναστήρι. Έμειναν σε ένα ξενοδοχείο, όπου έφαγαν τη σούπα τους από πιάτα με παραστάσεις από την ιστορία της δούκισσας ντε λα Βαλιέρ. Οι λεζάντες με τις εξηγήσεις, γδαρμένες από τα μαχαίρια, υμνούσαν τη θρησκεία και τις λεπτότητες της καρδιάς...» (Γκιστάβ Φλομπέρ, Μαντάμ Μποβαρί).
«...Η ματιά της έφτανε ελεύθερα στον καθένα με αγνό θάρρος” (της Έμα Ρουό, αργότερα Μποβαρί, στην πρώτη συνάντηση με τον Σαρλ Μποβαρί). «...Κι όταν εκείνος πήγε να χαιρετήσει τον πατέρα της για να φύγει, η Έμα κοίταζε από το παράθυρο τον κήπο, όπου οι πάσαλοι για τις φασολιές είχαν πέσει από τον αέρα». «O Σαντ, ο Νέρων... Αυτά τα τέρατα μου δίνουν μια εξήγηση της Ιστορίας». (Γκ. Φλομπερ, 17 ετών). «Το μεγάλο όνειρο της Δημοκρατίας: Να εξυψώσει τον προλετάριο στο ίδιο επίπεδο βλακείας που έχει φτάσει ο αστός». (Γκιστάβ Φλομπέρ) [...] Άνθρωποι με μέλλον αντί για πρόσωπο (Τούμας Τράνστρομερ, σουηδός ποιη­τής). 31 Δεκεμβρίου 1954. Το Βήμα. Ιδιαιτέρα υπηρεσία. Ένα τραγικόν και περίεργον δυστύχημα. Εις την πόλιν Τορτόνα, ένας σκύλος εφόνευσε με κυνηγετικόν όπλον ιταλόν κυνηγόν. Επίεσε με το πόδι του την σκανδάλην του όπλου... Το ύφος είναι ο χαρακτήρας της σκέψης. «O συγγραφέας στην αφήγηση πρέπει να είναι όπως ο θεός. Παντογνώστης και αόρατος» (λησμονώ ποιος το είπε). Ο ψίθυρος είναι σπουδαίος όταν όλοι φωνάζουν. «Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του. Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τον πατριωτισμόν». (Εμμανουήλ Ροΐδης) • «Οι τόποι που λαχταρούμε κρατούν κάθε στιγμή πολύ μεγαλύτερη θέση στην αληθινή μας ζωή από τον τόπο όπου βρισκόμαστε πραγματικά». (Μ. Προυστ, Από τη μεριά του Σουάν) Αν πράγματι «Ο πόνος βουβαίνει τον άνθρωπο» (Γκέτε), ο συγγραφέας είναι το συνώνυμο της απόλυτης ευτυχίας. O αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Αντιλαμβάνεται (και συχνά μεταδίδει) άλλα πράγματα. Όσοι, λοιπόν, πιστεύουν ότι η ετυμολογία σημαίνει και αποκαλύπτει, ας σκεφθούν μόνον ότι ο Θεός ετυμολογείται από το «θεατός». «Ένα πράγμα δεν εξηγείται στην τέχνη και, δυστυχώς, αυτό είναι το μόνο που αξίζει». (Σκέψη του Μπράκ, ελάχιστα, φυσικά, δημοφιλής στους κριτικούς και τους φιλολόγους). • «Ελευθερία είναι η θεραπεία» (Σύνθημα γραμμένο σε τοίχο της Ιατρικής Σχολής). [...] «Το ότι οι βυζαντινοί (είπε ο Στίβεν Ράνσιμαν) δεν είχαν στις φλέβες τους ελληνικό αίμα δεν ήταν κάτι που έπρεπε να μας τρομάξει. Ο μόνος αμιγής λαός, είπε, ήσαν οι Ισλανδοί, αλλά η μοναδική συμβολή τους στον πολιτισμό ήταν ότι κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εφοδίασαν με πετρέλαιο ένα συμμαχικό αντιτορπιλλικό και έδωσαν από δύο πλάκες σοκολάτας στους αξιωματικούς του...». Άλκης Αγγελόγλου, Επιλογή. «O Πιζανέλο ζωγράφιζε άλογα τόσο ζωντανά, που εύκολα θυμάσαι τους πίνακές του. Γι’ αυτό λοιπόν ο δούκας του Μιλάνου τον έστειλε στη Μπολόνια, για να του αγοράσει άλογα». Έζρα Πάουντ: H Aλφαβήτα της ανάγνωσης. 1993. Φωτογραφία με το γιο μου στα Ελβετογαλλικά σύνορα. Πού να πήγε, σκέφτηκα, βλέποντας μετά από τόσα χρόνια τη φωτογραφία, εκείνο το ωραίο άνορακ που φορώ. Το είχα αγοράσει απ’ τη Γερμανία. Αμέσως μετά, κατάλαβα πως ήταν σωστότερο να αναρωτηθώ, πού πήγε ο κατά πολύ νεότερος πατέρας που κοιτάζει το φακό έχοντας πίσω του την ομίχλη, κι ακόμα, πριν απ’ αυτόν, το μικρό παιδί που στην εικόνα, περαστικό πάλι, φιλοξενείται στο σώμα ενός άνδρα;
* Ό,τι δεν είναι σε εισαγωγικά έχει πατέρα τον υπογράφοντα.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ




6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Na pou mboroun na apodeihtoun epofeleis oi saxlamaritses tou face- book. Poly orea i tahitita me tin opoia i grafi enos logiou perna pano apo endiaferouses idees.

Gaetano

un certain plume είπε...

Αυτό που λέει ο Μπέρνχαρντ ισχύει πάντως. Ειδικά αν αντικαταστήσουμε το "σκυλιά" με "πουλιά".

Ανώνυμος είπε...

Αγαπητέ un certain plume,
Eχω γνωρίσει ανθρώπους με ε μ μ ο ν έ ς, που ήθελαν οπωσδήποτε να τις εμφανίζουν ως αντικειμενικές καταστάσεις, ως σοβαρές απόψεις. Έχω συναναστραφεί πρόσωπα με αλλεργίες απέναντι στο αυτόχθον. Σε μια σειρά από ζητήματα διέκρινες πράγματι μιαν αναντίρρητη λογική στις απαρέσκειες που έδειχναν για το περιβάλλον τους και τη χώρα. Εκεί που καταλάβαινες πως το φαινόμενο πάει πιο πέρα απ' την κριτική ήταν ότι μπορούσαν να επικαλούνται ασήμαντα πράγματα, σαν κεντρικά αίτια της στάσης τους. Έχω αναρτήσει, το καλοκαίρι του 2008, δύο κείμενα για τον Ηλία Πετρόπουλο και τη σχέση μας, τη δεκαετία του '70. Ήταν κατ' εξοχήν πρόσωπο με εμμονές που αφορούσαν (εκτός πολλών άλλων)την Ελλάδα. Κάποιες απ' τις διαθέσεις του για τη χώρα ήταν απόλυτα δίκαιες. Παράλληλα όμως μπορούσε να ισχυρίζεται πράγματα, να επικαλείται φαινόμενα, που ήταν τεράστιες υπερβολές. Υπάρχουν λεπτομέρειες που ακόμα όταν τις σκέπτομαι χαμογελώ. Οι απόψεις τού Μπέρνχαρντ για την Αυστρία και τους ανθρώπους που συναναστρέφεται φαίνονται εύκολα πόσο τραυματικά αίτια έχουν. Εδώ είναι χρήσιμος ο λεγόμενος "βιογραφισμός" στη λογοτεχνία. Μας βοηθά η γνώση της ζωής ενός συγγραφέα.
Προσωπικά, όταν διάβασα τις απόψεις του για τους ζωόφιλους θυμήθηκα όλες τις υπερβολές και συμπαθείς ασυναρτησίες που έχω ακούσει, ακόμα και τον τρόπο που διατυπώνονται.

Κώστας Μαυρουδής

un certain plume είπε...

Νομίζω ότι τις περισσότερες φορές ο παραλογισμός του εμμονικού προσπαθεί να αποκρύψει ένα ανεπούλωτο τραύμα. Όταν ο πληγωμένος ψυχισμός δεν καταδέχεται να κλάψει, φωνασκεί εκλιπαρώντας για την προσοχή μας. Θυμήθηκα μια φράση του Σιοράν: "οι απωθημένες προσευχές εκρήγνυνται σε σαρκασμούς".

Ανώνυμος είπε...

Έξοχο το σχόλιό σας!

Κώστας Μαυρουδής

Ανώνυμος είπε...

ϊσως, σκέπτομαι, το f.b.να βοηθά σε ένα νέο είδος σχολιασμού. Αυτά τα σύντομα σχόλια στη δημοσιογραφία λέγονται σποτάκια και μπορούν να καταπιάνονται με παντός είδους αντικείμενα. Τα αξιώματα, οι πληροφορίες, οι γνώμες, είναι πράγματα χρήσιμα για το νέο μέσον, που χρειάζεται ταχύτητα. Η ταχύτητα είναι γνώρισμα και της έντυπης σχολιογραφίας. Πολύ επωφελώς θα χρησιμοποιηθούν στο περιοδικό. Όλα όμως κ. Μαυρουδή, είναι ζήτημα ύφους.

Gaetano