Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2009

Ένα μικρό εύρημα

>-


Ανακάλυψα τον περασμένο Ιούλιο, στη βιβλιοθήκη του πατρικού σπιτιού μου, έναν τόμο των παλιών εκδόσεων Αλικιώτης: Αλεξάνδρου Δουμά, Οι τρεις Σωματοφύλακες. Παιδική σειρά που διηύθυνε η Αντιγόνη Μεταξά. Το βιβλίο έχει καλόγουστη και λιτή εικονογράφηση. Γραμμικό μονόχρωμο σχέδιο.


Όποτε επισκέπτομαι την Τήνο, πάντα βρίσκω στην βιβλιοθήκη ένα βιβλίο μου από τα χρόνια του ’60. Όταν εργαζόταν στη Σύρο, ο πατέρας μου είχε κάνει μια σειρά όχι καλαίσθητων, αλλά πάντως επιμελημένων βιβλιοδεσιών. Έτσι, όλα τα βιβλία παραμένουν ομοιόμορφα, σε καλή κατάσταση. Έχω συνδέσει, όπως πολλοί άλλοι της ηλικίας μου, τα παιδικά και εφηβικά αναγνώσματα με περιόδους ιώσεων, γρίπης και κατ’ οίκον αναρρώσεων. Έχω ακούσει χαριτωμένες ιστορίες γύρω απ’ αυτές τις «ασθένειες» και τους τρόπους της παρατάσεώς τους από μερικούς φίλους. Για παράδειγμα, τι σκαρφίζονταν για να ανεβάζουν το θερμόμετρο, να αυξήσουν τις ημέρες που θα έμεναν εκτός της τάξεως. Εν πάση περιπτώσει, θυμάμαι ότι πολλά αναγνώσματα (ήταν αδιανόητη τότε η μαγική εικόνα της τηλοψίας) τα γνώρισα και εγώ πυρέσσων, υπό την φροντίδα του περιβάλλοντός μου. Ίσως με ανάλογες συνθήκες είχα διαβάσει και το συγκεκριμένο, που αποφάσισα φεύγοντας να το πάρω μαζί μου στην Αθήνα, κυρίως γιατί μου άρεσαν τα σχέδιά του αλλά και διότι η εποχή και ο τόπος της αφήγησης (ως χρόνος και περιβάλλον περιπετειών), εξακολουθεί να γοητεύει. Καθώς σκόπευα να αναρτήσω δύο εικόνες απ’ τις σελίδες του, πράγμα που δεν θα κάνω διότι χάλασε το σκάνερ μου, θυμήθηκα ότι στις αρχές του καλοκαιριού μού είχε ζητηθεί, για τον Κατάλογο της «Έκθεσης Βιβλίου», να γράψω κάτι σχετικό με τις πρώτες αναγνώσεις μου. Για την ακρίβεια, ποιο ήταν (ή ποιο θυμάμαι πως ήταν) το πρώτο βιβλίο που διάβασα. Επειδή το blog χρειάζεται υλικό για να αιτιολογεί την ύπαρξή του, κι επειδή βλέπω ότι τα αντικείμενα των αναδρομών οι επισκέπτες τα εκτιμούν, παραθέτω εκείνο το κείμενο.


ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ '50



Ιούλιος Βερν, Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος. Δεν ξέρω πώς έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο εκείνο με το σκληρό κόκκινο εξώφυλλο. Ενδεχομένως ήταν ένα δώρο για τα Χριστούγεννα, κάποιου χρόνου στο τέλος της δεκαετίας του ’50. Ανήκε στη θρυλική σειρά των εκδόσεων Αστήρ, που εξέδιδαν διασκευές όλων των έργων του Βερν. Τα βιβλία εκείνα κυκλοφόρησαν σε πολλές χιλιάδες αντίτυπα. Αυτός, άλλωστε, είναι ο λόγος που τα βρίσκει κανείς εύκολα (και ιδιαιτέρως φθηνά) στα σημερινά παλαιοβιβλιοπωλεία.


Καθώς έχει πια χαθεί απ’ τη βιβλιοθήκη μου, και έχοντάς το διαβάσει εδώ και πενήντα χρόνια, αμφιβάλλω αν μπορώ να ανακαλέσω τη μυθοπλασία και τους ήρωες, τις σελίδες δηλαδή που νομίζω να ήταν η πρώτη μου ολοκληρωμένη ανάγνωση.


. Μια αμερικανίδα μητέρα με το δεκαπεντάχρονο γιο της (λεγόταν Ντικ Σαντ) μέλη οικογένειας πλοιοκτητών, επιστρέφουν από την Ευρώπη στην Αμερική με το δικό τους (εμπορικό ή φαλαινοθηρικό;) πλοίο. Ο πανούργος μάγειρος του πλοίου, (είναι Πορτογάλος και ονομάζεται Νεγκορό), βάζει κάτω απ’ την πυξίδα ένα μαγνήτη και κατορθώνει μ’ αυτόν τον τρόπο να αλλάξει την πορεία και τη μοίρα του ταξιδιού. Έτσι, αντί να φτάσουν στα ανατολικά παράλια των Ηνωμένων Πολιτειών, βρίσκονται στη δυτική Αφρική. Όλα είναι προσχεδιασμένα. Ο Νεγκορό ανήκει σε μια ομάδα δουλεμπόρων. Το πλήρωμα και οι πλοιοκτήτες συλλαμβάνονται και οδηγούνται μέσα από απρόβλεπτες περιπέτειες στο κέντρο της ηπείρου.


Πέρασε ασύλληπτο υλικό ζωής απ’ τον καιρό εκείνης της ανάγνωσης. Είναι απόλυτα φυσικό ότι δεν θυμάμαι με ακρίβεια την εξέλιξη. Έχει μείνει κυρίως η γενική αίσθηση της ιστορίας και μικρές ανεξίτηλες λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, ο σκύλος (ήταν άραγε του πλοίου ή της οικογένειας;) που έπαιξε έναν χαρακτηριστικό ρόλο στη λύση του τέλους, όταν ξανασυναντά τον Νεγκορό, τον αναγνωρίζει και του επιτίθεται. Συγκρατώ επί πλέον την εικόνα του ζώου στο κατάστρωμα, να «διαβάζει» τα γράμματα της αλφαβήτου τοποθετώντας το πόδι του πάνω στους κύβους του δεκαπεντάχρονου γιού. Χαρακτηριστικό πρόσωπο και καταγράψιμο στη μνήμη ήταν και ο «Εξάδελφος Βενέδικτος», που ταξίδευε μαζί τους, ένας σχολαστικός εντομολόγος με μεγάλη μύτη, στρογγυλά μυωπικά γυαλιά και μιαν απόχη, μονίμως, στον ώμο.


Το βέβαιο είναι πως όταν επιτέλους συντελείται το χάπι εντ, παύει η ένταση και η αγωνία. Ησυχάζει από την έγνοια ο μικρός αναγνώστης, αλλά χάνει την ανεπανάληπτη σχέση του με το κείμενο και το μύθο, που ποτέ πια δεν θα ξαναδιαβαστεί με την ίδια κατάνυξη. Ίσως αυτό ήταν το πρώτο στοιχειώδες, αναγνωστικό δίδαγμα ενός παρθένου βλέμματος απέναντι στη μυθοπλασία,. Ότι η Κ ά θ α ρ σ η έχει τόσο ενδιαφέρον όσο και η μ έ θ ε ξ η της ανάγνωσης. Ότι η ικανοποίηση από τη θετική έκβαση έχει το ίδιο βάρος με τη συγκίνηση της συμμετοχής.


Τώρα, λιγότερο «αθώος» αναγνώστης, που ξανασκέπτομαι την περίπτωση του Βερν, καταλαβαίνω γιατί μέχρι σήμερα δεν κουραζόμαστε να παρακολουθούμε τις ιστορίες του. Δεν είναι μόνο η προφητική έκλαμψη ενός παραμυθά της ρεαλιστικής φαντασίας ούτε το τολμηρό σε συλλήψεις μυαλό του. Δεν είναι ο εξωτισμός της περιπλάνησης, η Ασία, η Αφρική, το κέντρο της γης και ο ουρανός. Στα βιβλία του πρωταγωνιστούν οι άνθρωποι (περισσότερο από τον Ναυτίλο ο Βέρν φαίνεται να ενδιαφέρεται για τον πλοίαρχο Νέμο), χαρακτήρες εφευρετικοί, ιδιαίτεροι, ευγενείς.


«Δεν έχουν όμως το βάθος των ηρώων του κλασικού μυθιστορήματος!», μας ψιθυρίζει ο διανοούμενος μέσα μας. «Καμιά σημασία. Μπορούν να ξετυλίγουν μπροστά μας περιοχές ανυπόκριτης γοητείας, έναν κόσμο χωρίς σύνορα, όπου λάμπει η αγαθή τους προαίρεση, ο ανθρωπισμός και η αθωότητα» απαντά ο πιστός στη χαρά της αφήγησης. Αυτό το στοιχείο, σ’ όλες τις εποχές είναι σημαντικό υλικό για τους ονειροπόλους και τους αναγνώστες.


2 σχόλια:

VITA MI BAROUAK είπε...

Νομίζω ότι ο Ιούλιος Βερν είχε τρία πολύ δυνατά χαρακτηριστικά, που τον ώθησαν να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τόσους και τόσους συγγραφείς.
Τη φαντασία, τη φαντασία, τη φαντασία.
Ντάξει δεν ήταν μόνο αυτά αλλά η φαντασία ήταν η ατμομηχανή του λογοτεχνικού του έργου.

Babis Dermitzakis είπε...

Γεια σου Κώστα, καλή Χρονιά, με υγεία, ευτυχία και δημιουργικότητα. Κρίμα που δεν βρεθήκαμε στου Μανώλη.