Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Εφημερίδα των Συντακτών, "Γιατί Γράφω"

Κάπου αλλού είναι πάντα καλύτερα

mavroudis.jpg

Ο συγγραφέας, Κώστας Μαυρουδής
Ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί λογοτεχνίας αλλά και πανεπιστημιακοί απαντούν στο αρχετυπικό, δαιδαλώδες και ολισθηρό ερώτημα «Γιατί γράφω;». Ενα ψηφιδωτό κειμένων που προσπαθεί να φωτίσει τη σκοτεινή ρίζα της γραφής. Απαντά στο ερώτημα ο Κώστας Μαυρουδής. Υπεύθυνοας της στήλης: Μ.Φ.

*

Η σκέψη ότι «κάπου αλλού είναι πάντα καλύτερα» είναι αδύνατο να μη μας οδηγήσει στον διάσημο στίχο «Οι άνθρωποι δεν αντέχουν την πολλή πραγματικότητα» (Ελιοτ), κι αυτός με τη σειρά του στην ιδέα ότι γράφουμε γιατί «η πραγματικότητα δεν αρκεί». Η λογοτεχνία, όντως, μοιάζει με αντίδοτο σε μιαν ενόχληση, τροφοδοτείται από ένα είδος «γκρίνιας», υπαρξιακής μεμψιμοιρίας. Αυτό λέει υποδειγματικά ο στίχος του Ουάλας Στίβενς «Τα παιδιά που θα βρουν τα κόκαλά μας δεν θα σκεφτούν ποτέ πως κάποτε υπήρξαν γρήγορα σαν αλεπούδες στην πλαγιά». Η εγωπάθεια του συγγραφέα εξηγείται μερικώς από τη σκέψη ότι νιώθει μόνος και τελευταίος φορέας μιας βιωμένης ύλης. Η ζωή τού ξεφεύγει. Ο,τι κι αν γράφει, στην ουσία επαναλαμβάνει εκείνο που ο Τζέιμς Φλέκερ (1884-1915) διεμήνυσε με ένα ποίημά του στον άγνωστο ομότεχνο του μέλλοντος: « […] Ημουν ποιητής. Υπήρξα νέος. Αφού ποτέ δεν θα σε δω, σου στέλνω αυτόν τον χαιρετισμό. Θα καταλάβεις». Το έργο, όντως, γίνεται από ένα ενοχλημένο και μελαγχολικό υποκείμενο, που σαν πρόσκοπος αφήνει ίχνη στο μονοπάτι για τους επόμενους. Αφήνει τη φωνή του, συντηρημένη στην πόζα της τελειότητας.
Θα πει κάποιος ότι κανένα έργο δεν γίνεται αποκλειστικά με τη μέριμνα της υστεροφημίας. Και μόνο λέγοντας ιστορίες περνά ευχάριστα η ώρα. Το περίφημο «Δεκαήμερο» αφορά, υποτίθεται, αφηγήσεις ανάμεσα σε μέλη μιας συντροφιάς η οποία απομακρύνθηκε από τη Φλωρεντία ώσπου να περάσει η πανούκλα. Είτε λοιπόν γιατί «αν αφηγηθούμε τα πράγματα τα κάνουμε πιο ανεκτά», είτε γιατί μας ψυχαγωγεί η παραμόρφωση του κόσμου, γράφοντας φτιάχνουμε, συνειδητά ή όχι, ένα υπαρξιακό ηρεμιστικό. Εκείνο που πραγματικά θέλαμε είναι αδύνατο.
Παρακολουθώ τις πρώτες συνθετικές κινήσεις της εγγονής μου. Βάζει αντικείμενα σε υποδοχές, επινοεί συνάψεις. Οσοι γράφουν δεν αγνοούν την πλευρά του παιχνιδιού. Ο Φρόιντ θεωρεί το πιο άμεσο κίνητρο της τέχνης το παιχνίδι. Το παιχνίδι του ενηλίκου, ο οποίος αναβαθμίζει τα μέσα για να συνεχίσει το παλιό. «Παιχνίδι της λύπης, της χαράς», άλλωστε, λέγονται στα γερμανικά η τραγωδία και η κωμωδία, αντίστοιχα. Στο «εργαστήριο» η γλώσσα συμπιέζεται αλλά αυθαδιάζει, θέλει να γελοιοποιήσει τη λογοτεχνική υπέρβαση: διελκυστίνδα ανάμεσα στην αναγωγή και την κυριολεξία, παιχνίδι με το οποίο κανένας συγγραφέας δεν είπε ποτέ ακριβώς ό,τι και όπως ήθελε.


Τελευταίο βιβλίο του Κ. Μαυρουδή είναι «Η αθανασία των σκύλων» (Πόλις, 2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια: