Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Ah, so her major...


Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ βρίσκεται στην είσοδο μιας σπηλιάς, στη νότια Κρήτη, εκεί όπου κρατούν τον μόλις απαχθέντα γερμανό στρατηγό Καρλ Χάινριχ Κράιπε (1944). Ένα βρετανικό υποβρύχιο θα τον παραλάβει σε λίγο για να τον μεταφέρει στο Κάιρο. «Ζούσαμε έναν εφιάλτη αγωνίας και κινδύνου και ο αιχμάλωτός μας δοκιμαζόταν από τη θλίψη και τις κακουχίες. Ξυπνήσαμε τη στιγμή ακριβώς που η αυγή χάραζε στο φρύδι του Ψηλορείτη. Με το βλέμμα στυλωμένο πέρα από την κοιλάδα, ο στρατηγός ψιθύρισε στον εαυτό του: «Vides ut alta stet nive candidum Soracte» («Για δες πώς η Σοράκτη υψώνεται γεμάτη χιόνια»). Ήταν ο πρώτος στίχος μιας από τις Ωδές του Οράτιου που ήξερα πολύ καλά. Έτσι πήρα το νήμα απ’ το σημείο που το άφησε εκείνος. "Nec jam sustineant onus/Silvae laborantes, geluque/Flumina constiterint acuto" ("Οι άκρες των κλαδιών με δυσκολία σηκώνουν το φορτίο/ πικρό παγώνει τις κρυστάλλινες πηγές το αγιάζι"). Δεν σταμάτησα παρά αφού είχα απαγγείλει και τις άλλες πέντε στροφές ώς το τέλος. Τα γαλανά μάτια τού στρατηγού είχαν στραφεί τώρα πάνω μου και, αφού με κοίταξε άφωνος για κάμποση ώρα, μου είπε: "Ah, so her major" ("΄Ωστε έτσι, ταγματάρχα"). Ήταν απίστευτο. Για μια μετέωρη στιγμή ο πόλεμος είχε πάψει να υπάρχει. Σε πιο τρυφερά χρόνια είχαμε και οι δύο ξεδιψάσει με νάματα από τις ί δ ι ε ς π η γ έ ς και οι σχέσεις μεταξύ μας ήταν πολύ διαφορετικές πια για το υπόλοιπο διάστημα που ζήσαμε μαζί». Τελεία, παύση.
Και βέβαια οι ί δ ι ε ς π η γ έ ς οδήγησαν στους κοινούς κώδικες που ακούσαμε. Η μεγάλη επιχείρηση για λίγα λεπτά έχασε κάτι απ’ τη σημασία της από τις κοινές αφοσιώσεις, αλλά στη συγκεκριμένη συγκυρία δεν γινόταν να είναι σημαντικότερη από τη σύγκρουση των δυο στρατοπέδων. Φυσικά μάς παρασύρει (το ξέρει καλά ο αφηγητής) η θεσπέσια ποίηση που εμφανίστηκε απροσδόκητα, διαταγή θάλεγες, για να σταματήσει ξαφνικά ο παγκόσμιος ορυμαγδός. Ακούστηκαν ήχοι απ’ τη φύση, την ειρήνη, το θαύμα, αλλά ξημερώνει. Οι δύο αντίπαλοι ξαναπαίρνουν τις θέσεις τους, ο πιο σκεπτικιστής μπορεί να πει, «ξανασυναντούν τον καθημερινό εαυτό τους». Μετά τον Οράτιο που τους χάιδεψε για λίγο, είναι πάλι ξένοι. Τους αφορά ο Ψηλορείτης περισσότερο απ’ την αρχαία Σοράκτη. Τελεία και πέντε βήματα πίσω.
Στη "Μεγάλη χίμαιρα" του γάλλου σκηνοθέτη Ρενουάρ (1937), ταινία με θεατρικό σενάριο, βρίσκω την ίδια ακριβώς σχέση. Στο γερμανικό στρατόπεδο γάλλων αιχμαλώτων (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) διοικητής είναι ένας αριστοκράτης, ο φον Ραουφενστάιν (τον υποδύεται ο Έρικ φον Στροχάιμ). Δείχνει ιδιαίτερη και εμφανή εύνοια στον έναν απ’ τους τρεις κρατούμενους αξιωματικούς, τον κόμη Ντε Μπουαλντιέ. «—Γιατί δεν καλέσατε και τους άλλους συναδέλφους μου;» τον ρωτά ο γάλλος ευγενής, όταν βρίσκονται και συζητούν μόνοι. «—Να ακούσω τον Ρόζενταλ και τον Μαρεσάλ; Μα αυτοί είναι απόγονοι της Γαλλικής Επαναστάσεως». «—Κανείς δεν μπορεί να σταματήσει το χρόνο», απαντά ο κρατούμενος, παριστάνοντας για λίγο τον πραγματιστή. Ο διάλογος συνεχίζεται: φον Ραουφενστάιν: «—Δεν ξέρω ποιος θα νικήσει, μα όποιος κι αν είναι, έρχεται το τέλος για τον τύπο του ανθρώπου σαν κι εμάς!». Ντε Μπουαλντιέ: «—Θα ήμασταν αχρείαστοι πλέον». Φον Ραουφενστάιν: «—Δεν είναι κρίμα;». Ντε Μπουλαντιέ: «—΄Ισως».
Οι δύο άλλοι αξιωματικοί (ο Ρόζενταλ και ο Μαρεσάλ μόνο μια φορά φαίνονται επιφυλακτικοί για τον συγκρατούμενό τους κόμη. «—Δεν νιώθω ποτέ άνετα με τον Μπουαλντιέ», εξομολογείται κάποια στιγμή ο ένας, και εξηγεί: «Αν ποτέ χρεοκοπούσε, θα εξακολουθούσε να είναι ο κόμης Ντε Μπουαλντιέ. Με μας δεν θα ήταν το ίδιο». Για την ιστορία, ο Ντε Μπουαλτιέ, ατοπικός, χωρίς αναφορές στην εποχή του, σε αντίθεση με τους άλλους δύο, δεν επιζεί από την περιπέτεια της αιχμαλωσίας.
Επίλογος: Φον Κράιπε-Λη Φέρμορ, και φον Ραουφενστάιν-Ντε Μπουαλντιέ. Αυτό που συνδέει τα δύο ζεύγη είναι στην πρώτη περίπτωση η λογοτεχνία ως εποπτεία του υψηλού, στη δεύτερη ο ταξικός ιδεαλισμός ως μοίρα. Η απαγωγή της Κρήτης απέχει οκτώ χρόνια από το φιλμ του Ρενουάρ (1937). Και στις δύο περιπτώσεις τελικά δεν κερδίζει (πώς θα γινόταν άλλωστε;) η εξ αίματος συγγένεια των «εχθρών». "Σημαδεμένοι" το ίδιο, αλλά με τη συγκυρία, ισχυρότερη απ’ την εσωτερική παράσταση της ύπαρξής τους, θα ηττηθούν απ' την πολιτική, απ' τις περιστάσεις, απ' την Ιστορία. Μοιάζουν κάπως με τις περιπτώσεις που είδε η λογοτεχνία στην αστική περιπλάνηση (Flanerie), όταν δυο πρόσωπα διασταυρώνονται για λίγο, "αναγνωρίζονται", αλλά ακολουθούν τον ασύμπτωτο προορισμό τους.
Ο "διάλογος" δεν οδηγεί πουθενά. Απέναντι στους οιωνούς μιας παιδείας που προδιέγραφε εκλεκτές εποπτείες, κερδίζει ο άνθρωπος της εποχής και των σκοπών. Τα όρια της πραγματικής ζωής κρατούν τη σφραγίδα της ατομικής ιστορίας.


1 σχόλιο:

Σπύρος Ν. Παππάς είπε...

Αγαπητέ κ. Μαυρουδή

https://www.youtube.com/watch?v=8zlUhJwddFU

ορίστε και ένα συγκινητικό βίντεο των πρωταγωνιστών, τριάντα χρόνια μετά...