Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Και πάλι στην Καλαμάτα




Και ενώ περιερχόμουν, Κυριακή πρωί, τους έρημους δρόμους της Καλαμάτας, με συνόδευαν -πράγμα που δεν είπα στην προηγούμενη, σχετική ανάρτηση- ποιήματα και εικόνες ενός εξαίρετου ποιητή που έχει συνδέσει, στους συνειρμούς μου, την πόλη με τους στίχους του.

Θυμόμουν ένα ποίημά του που αφορούσε το σεισμό της περιοχής, όταν "ο δρόμος βρέθηκε στον τέταρτο" και ο πατέρας ήταν ανήμπορος να κατέβει. Βρήκα την πολυκατοικία στην οδό Νέδοντος, είδα τον τέταρτο, το διαμέρισμα, την είσοδο ψύχραιμη και απαθή, όπως όλα τα πράγματα που δεν παλεύουν με τη μνήμη.

Θυμόμουν ακόμα, σε άλλη συλλογή, έναν θάνατο από αναστάσιμη φωτοβολίδα στην πλατεία της Υπαπαντής. Είναι το πιο αθόρυβο όχημα οι καταγραφές που κάνει η ποίηση. Πολλές φορές μιλά περισσότερο για τον εαυτό της (δείχνει τα μέσα της, αυτοθαυμάζεται ή αυτοσχολιάζεται), αλλά εδώ μολονότι οι τρόποι του ποιητή φτιάχνουν την απόλυτη οικονομία του ακαριαίου, φτάνει ώς εμάς η αύρα του παρελθόντος, η αυτόχθων μελαγχολία του γεγονότος.

Ο Γιάννης Τζανετάκης είναι σαν να πιστεύει πως μιλάει σε κάποιον με υπερακοή. Τόσο διακριτική, ήρεμη και χαμηλόφωνη είναι η πυκνή συντομία του:



Κροτίδες

Εκεί που σήκωνε ο ιερέας Ανάσταση πέρασε μέσα απ’ το
εκ νεκρών η φωτοβολίδα. Ναυτική παρότι ο Ιησούς άλλη
μέρα περπάτησε στα κύματα αχ μανούλα ευτυχώς πήρα
από σένα κι έμεινα στο ένα εβδομήντα –τη δέχτηκε έτσι 

 ο πίσω μου στο πρόσωπο. Ωραίος θάνατος: από το εν τοις
μνήμασι στο μνήμα. Έγιναν όλα αστραπιαία για δευτερό-
λεπτα κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτε ως κι ο νεκρός
πεσμένος έψαλλε ακόμα. Μετά το πλήθος άνοιξε σκόνταψα
πάνω του θάνατον πατήσας στο βάθρο παιάνιζε η μπάντα
τα άμφια οι ιερείς ψηλά στον ουρανό οι άλλες κροτίδες.
τα είχα χαμένα –αλήθεια ήταν άραγε ή σκριπτ; Στο δρόμο
έσβηνα οι δικοί μου προσεχτικά σα φλόγα με έφεραν στο σπίτι.

(«Στο νήπιο με στυλό», εκδ. Καστανιώτη, 1998)

Δεν υπάρχουν σχόλια: