Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Το ανωφελές ως επιχείρημα

Panic Caused by a Mosquito in Piccadilly Circus, published by The Strand Magazine in 1910 

Και η πιο ωραία βεράντα και η πιο φίνα συντροφιά δεν είναι τίποτε όταν εμφανιστούν τα κουνούπια, ο εφιάλτης των καλοκαιριών από τις απαρχές της μνήμης μου. Συνάντησα πρόσφατα την αναφορά των κουνουπιών σε έναν χαριτωμένο αφορισμό, είδος που πάντα αναβαθμίζει τον κοινό τόπο σε δημιουργική στιγμή: «Τα κουνούπια ήταν από τα δημιουργήματα που με έκαναν να αμφιβάλλω πρόωρα για τη σοφία στα σχέδια του Θεού, όπως τα τοπία και οι προσωπογραφίες της θείας Λούρδες μέ έκαναν πολύ νωρίς να καταλάβω πως δεν ήταν ζωγράφος». (Φρανθίσκο Μοράλες, Μαδρίτη 1910- Τουλούζ 1991)





Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Το ψεύτικο μπουκάλι





Αυτό το τεράστιο (ύψος 70 εκ.) φουσκωτό μπουκάλι του Ricard το βρήκα στο Μοναστηράκι. Είναι διαφημιστικό του αρωματικού γαλλικού ούζου. Όταν το πήρα στα χέρια μου, ο διπλανός μου είπε ότι το είχε ήδη δει και το ήθελε. Εγώ του απάντησα ότι βλέποντας κάτι δεν μπορούμε να το διεκδικούμε. Εκείνος είπε ότι πριν από λίγη ώρα το είχε πάρει στα χέρια του και μόλις σκεφτόταν να ρωτήσει την τιμή. Τότε επενέβη κάποιος τρίτος. «Τι έχει μέσα»; ρώτησε. «Τίποτε, αέρα. Είναι φουσκωτό», του εξήγησα. «Και για τον αέρα μαλώνετε»; είπε με πραγματική έκπληξη. 

Τον καθημερινό άνθρωπο αφορά το χρήσιμο. Οι υπόλοιποι ρόλοι των πραγμάτων του φαίνονται ακατανόητοι. Αυτός είναι ο λόγος που το περιστατικό με παρέπεμψε αμέσως σε δεκάδες αφορισμούς περί την ποίηση, τον «αέρα», δηλαδή, της πραγματικής ζωής. Και η ποίηση, όπως έχουν πει, «δεν χρησιμεύει σε τίποτε» («Με την ποίηση δεν μπορείς να φτιάξεις ούτε ένα πιάτο σούπα»). Κάπως παρεμφερώς το διατύπωσε ο Όντεν: «Στην ποίηση δεν συμβαίνει τίποτε». Για τον έκπληκτο ακροατή το ψεύτικο μπουκάλι δεν είναι τόσο μια ακατανοησία όσο μια ανειλικρίνεια. Αν ήταν ποιητής θα ήταν κακός ποιητής, γιατί θα ήταν ειλικρινής, και «η κακή ποίηση αναγνωρίζεται από την ειλικρίνειά της», όπως έλεγε ο Ουάλντ.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Εκλογές


Μοναστηράκι. Γρανίτα για τον Βασίλη και λεμονάδα για μένα. Στις 2 μετά το μεσημέρι της Κυριακής, λίγο πριν να ψηφίσουμε στο τμήμα της Αποστόλου Παύλου (Θησείο). Είχαμε βρει και δύο ωραία βιβλία λίγο πριν. Το άγνωστο σε μένα «Προσωπικότητες που γνώρισα», της Λιλίκας Νάκου (Alvin Redman Hellas), που διαβάζοντάς το μπορώ να πω ότι ήταν Εύρημα. Και η έξοχη συλλογή επιφυλλίδων του Τερζάκη «Οι απόγονοι του Κάιν» (οι εκδόσεις των φίλων).

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Τροβατόρε


ΗΡΩΔΕΙΟ, 15.6.12. Βέρντι, «Τροβατόρε», της Λυρικής. Διάλειμμα.

ΗΡΩΔΕΙΟ, Βέρντι: «Τροβατόρε», της Λυρικής. Έξοδος.

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Ρέι Μπράνμπερι


Απόσπασμα από ένα αριστούργημα του Μπ., δημοσιευμένο στο ΔΕΝΤΡΟ (Νο 185-186), αφιέρωμα στις Βιβλιοθήκες (μετάφραση Ρεγγίνα Μπούκουρα). Το διήγημα, με τον τίτλο ''Η ανταλλαγή'' , περιστρέφεται γύρω από τη συνάντηση μιας βιβλιοθηκάριου και ενός νεαρού παλιού θαμώνα της βιβλιοθήκης που επιστρέφει στην πόλη του ως λοχαγός πια.



[..] Σε παρακολουθούσα να διαβάζεις σκυφτός, καμπουριασμένος ώς αργά τα απογεύματα. Έδειχνες τόσο μόνος».
«Όχι. Είχα αυτά εδώ. Για συντροφιά».
«Ορίστε και μερικά ακόμη».
Έβαλε μπροστά του τον Ιβανόη, τον Ρομπέν των Δασών, το Νησί των Θησαυρών.
«Ω», είπε αυτός, «και τον αγαπημένο, παράξενο κύριο Πόε. Πόσο αγαπούσα τον Κόκκινο Θάνατό του».
«Το έπαιρνες τόσο συχνά που σου είπα να το κρατήσεις για έναν μόνιμο δανεισμό, εκτός και αν το ζητούσε κάποιος άλλος. Κάποιος το ζήτησε, έξι μήνες αργότερα και όταν το έφερες μπορούσα να δω πως το χτύπημα ήταν τρομερό για σένα. Λίγες μέρες αργότερα σου επέτρεψα να κρατήσεις τον Πόε για άλλον ένα χρόνο. Και δε θυμάμαι, το…;»
«Είναι στην Καλιφόρνια. Να το φέρω;»
«Όχι, όχι. Σε παρακαλώ. Λοιπόν, κοίταξε, να τα βιβλία σου. Ορίστε. Άσε με να φέρω κι άλλα».
Ξαναγύρισε φέρνοντας πολλά βιβλία, αλλά ένα τη φορά, σαν το κάθε ένα από αυτά να ήταν πραγματικά κάτι το ξεχωριστό.
Άρχισε να σχηματίζει έναν μικρότερο κύκλο μέσα στον μεγαλύτερο Στόουνχεντζ κύκλο και, καθώς τοποθετούσε τα βιβλία με μοναχική λαμπρότητα, αυτός έλεγε τα ονόματά τους και μετά τα ονόματα των συγγραφέων που τα είχαν γράψει, και μετά τα ονόματα εκείνων που είχαν καθίσει απέναντί του για τόσα χρόνια διαβάζοντας τα βιβλία ήσυχα ή μερικές φορές ψιθυρίζοντας τα πιο ωραία κομμάτια δυνατά και τόσο όμορφα ώστε κανείς δεν έλεγε «Ησυχία» ή «Σιωπή» ή έστω ένα «Σσσσς...».
Έβαλε το πρώτο βιβλίο και μια άγρια ριπή ανέμου φύσηξε σε ένα χωράφι και ο αέρας παρέσυρε μια νεαρή γυναίκα στο χωράφι, καθώς άρχισε να χιονίζει, και κάποιος μακριά φώναζε «Κάθι» και καθώς το χιόνι έπεφτε είδε ένα κορίτσι με το οποίο είχε περπατήσει μαζί για να πάνε σχολείο, στην έκτη τάξη, να κάθεται απέναντί του στο τραπέζι, τα μάτια της προσηλωμένα σταθερά στο ανεμοδαρμένο χωράφι και το χιόνι και τη χαμένη γυναίκα, σε έναν άλλο χειμώνα, σε μιαν άλλη εποχή.
Ένα δεύτερο βιβλίο μπήκε στη θέση του και ένα μαύρο πανέμορφο άλογο έτρεξε σε ένα πράσινο καλοκαιρινό λιβάδι και πάνω σ’ αυτό το άλογο ήταν ένα άλλο κορίτσι, που κρυβόταν πίσω από το βιβλίο και τολμούσε να του δίνει ραβασάκια όταν εκείνος ήταν δώδεκα.
Και μετά υπήρχε και εκείνο το μακρινό φάντασμα με ένα παρθενικά ολόλευκο πρόσωπο, με τα μαλλιά του να είναι μια μεγάλη χρυσαφένια άρπα που την έπαιζαν οι καλοκαιρινοί άνεμοι. Το φάντασμα αυτής που πάντα έπλεε για το Βυζάντιο, όπου οι αυτοκράτορες νανουρίζονταν από χρυσά πουλιά που τραγουδούσαν μέσα σε κουρδιστά κλουβιά την ώρα της ανατολής και της δύσης.
Αυτή που έτρεχε πάντα περιμετρικά στη σχολική αυλή και πήγε για κολύμπι στη βαθιά λίμνη, δέκα χιλιάδες απογεύματα πριν, και δε βγήκε ποτέ ξανά στην επιφάνεια και έτσι δεν τη βρήκε κανείς, αλλά ξαφνικά προσγειώθηκε τώρα στις πρασινωπές σκιές αυτής της λάμπας και άνοιξε τον Γέιτς για ένα τελευταίο θαλασσινό ταξίδι στο σπίτι της από το Βυζάντιο.2
Και στα δεξιά της: Τζον Χαφ, του οποίου το όνομα ήρθε στη μνήμη πιο ξεκάθαρα από των άλλων, και που ισχυριζόταν πως είχε σκαρφαλώσει σε όλα τα δέντρα της πόλης δίχως να πέσει από κανένα, που είχε πάρει μέρος σε αγώνες δρόμου σε χωράφια με καρπούζια, πατώντας με όλη του τη δύναμη πάνω σε πεπόνια, με τα πόδια του όμως να μην αγγίζουν τη γη, που είχε ρίξει σωρούς από καρύδια ταρακουνώντας τις καρυδιές, που έκανε λαρυγγισμούς κάτω από το πρωινό σου παράθυρο και έγραφε την ίδια έκθεση για τον Μαρκ Τουέιν σε τέσσερις διαφορετικές τάξεις πριν τον καταλάβουν οι δάσκαλοι, στους οποίους είπε τρέχοντας να εξαφανιστεί από μπροστά τους, «Να με φωνάζετε Χοκ».
Και στα δεξιά του, ο χλωμός γιος του ιδιοκτήτη της πόλης που πάντα έδειχνε σαν να μην είχε κοιμηθεί ποτέ στη ζωή του, που ορκιζόταν πως κάθε άδειο σπίτι ήταν στοιχειωμένο και σε πήγαινε εκεί για να σ’ το αποδείξει, με τα σάλια να τρέχουν συνεχώς από τη γλώσσα του, με μια πλακουτσωτή μύτη και ένα γαργάρισμα στο λαιμό να θυμίζει τον ήχο του μεγάλου οκτωβριανού θανάτου, την τρομερή και ανείπωτη πτώση του Οίκου των Άσερ.
Και δίπλα του υπήρχε ένα άλλο κορίτσι.
Και δίπλα σε αυτό το κορίτσι…
Και λίγο πιο πέρα…
Η δεσποινίς Άνταμς έβαλε ένα τελευταίο βιβλίο και θυμήθηκε το ξανθό πλάσμα, πολύ καιρό πριν, όταν τέτοια πράγματα έμεναν ανείπωτα, να τον κοιτάζει έντονα μια μέρα, όταν αυτός ήταν ένας ασήμαντος δωδεκάχρονος και εκείνη ήταν μια σοφή δεκατριάχρονη, λέγοντάς του ήρεμα: «Εγώ είμαι η Πεντάμορφη. Και εσύ, εσύ είσαι το Τέρας;».
Τώρα, καθυστερημένα μέσα στο χρόνο, αυτός θα ήθελε να απαντήσει στο μικρό, υπέροχο φάντασμα: «Όχι, το Τέρας κρύβεται στους σωρούς των βιβλίων και όταν το ρολόι χτυπήσει τρεις θα αρχίσει να τριγυρίζει για να πιει». Και τελείωσε. Όλα τα βιβλία μπήκαν στη θέση τους, ο εξωτερικός δακτύλιος των εαυτών του και ο εσωτερικός δακτύλιος των προσώπων που θυμόταν. 
Στάθηκε για λίγο και μετά ξαναστάθηκε και μετά άρχισε να παίρνει ένα-ένα τα βιβλία, όλα τα βιβλία που είχαν υπάρξει δικά του, και ακόμη ήταν δικά του, και τα άνοιξε και τα διάβασε και τα έκλεισε και πήρε κι άλλο κι άλλο, μέχρι που έφτασε στο τέλος του εξωτερικού κύκλου και μετά συνέχισε αγγίζοντας και βρίσκοντας τη σχεδία στο ποτάμι, το ανεμοδαρμένο χωράφι με τις καταιγίδες και το λιβάδι με το μαύρο πανέμορφο άλογο και τη θαυμάσια αναβάτιδά του. Άκουσε τη βιβλιοθηκάριο πίσω να φεύγει ήσυχα για να τον αφήσει με τις λέξεις.
Πολύ αργότερα, έγειρε πίσω την πλάτη του, έτριψε τα μάτια του και κοίταξε το φρούριο, τον περιβάλλοντα τοίχο του, τη ρωμαϊκή κατασκήνωση των βιβλίων και κούνησε το κεφάλι του, με τα μάτια του υγρά.
«Ναι».
Την άκουσε να περπατά πίσω του.
«Ναι, τι;»
«Όπως το είπες, ο Τόμας Γουλφ, ο τίτλος του βιβλίου του. Λάθος. Όλα βρίσκονται εδώ. Τίποτα δεν έχει αλλάξει».
«Τίποτα δεν θα αλλάξει, όσο περνάει από το χέρι μου», απάντησε εκείνη. [..]

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Τα παράσημα



Καταβροχθίζω την "Ελευθερία" της 14ης Οκτωβρίου του 1960, και αποφασίζω να μοιραστώ ένα μέρος των πρωτοσέλιδων γεγονότων. Αρχίζει στην Τουρκία η δίκη του προέδρου Τζελάλ Μπαγιαρ και του πρωθυπουργού Μεντερές, που "κυβέρνησαν μέσα εις πρωτοφανή κραιπάλην παρανομίας, εγκλήματος και κατασωτεύσεως του δημοσίου χρήματος". Όπως θυμούνται οι παλαιότεροι, και οι δύο κατέληξαν στην αγχόνη. Στο ίδιο φύλλο, ο Μ. Πλωρίτης μιλά για τα δάνεια του Σέξπιρ στον «Έμπορο της Βενετίας», από θρησκευτικούς, και μη, μεσαιωνικούς συγγραφείς. Περιγράφονται θυελλώδη επεισόδια στη Βουλή, όταν ο βουλευτής της ΕΔΑ Μπριλάκης "εγκαλεί τον υπουργό Αμύνης για συνεργασία με δοσιλόγους" (υπόθεση Μέρτεν). 

Ακόμη, στη Θεσσαλονίκη: " Πρωτοφανές σκάνδαλον, φοιτηταί αντιγράφουν εις τας εξετάσεις με την βοήθειαν κρυφού ραδιοπομπού". Στα τραμ της Κατάνης (Σικελία) καθιερώνονται ξεχωριστά δρομολόγια για γυναίκες, διότι "οι συνταξιδιώτες άνδρες τις θωπεύουν και ζητούν να τους ορίσουν ερωτικάς συναντήσεις". Κάποιος αμερικανός επιστήμων εκθέτει την επαναστατική θεωρία του για τον καρκίνο, που θεωρεί "ηλεκτρονική φυσική εκδήλωση και όχι βιολογικόν φαινόμενον". Επιλέγω όμως να αναρτήσω φωτογραφημένη την ιστορία του Μεξικανού Ραυμόντο Περουγκάρες, διότι είναι η πλέον κατάλληλη στην κατήφεια των ημερών. Επί πλέον αφορά ιστορίες αισθηματικών παθών και προβάλλει με τον πλέον ιδιότυπο τρόπο τη σπανιότερη ανθρώπινη αρετή, την ευγνωμοσύνη.

Ο ήρωας που μιλά σαν τον συγγραφέα του



Ένα από τα συνηθέστερα λάθη στην οργάνωση του πεζογραφικού έργου, αλλά και κάθε επινοημένης αφήγησης, είναι ο αναντίστοιχος λόγος ενός προσώπου με τον χαρακτήρα του. 

Υπάρχει μια γαλλική ταινία (δε θυμάμαι για ποιο φιλμ πρόκειται, μετά από δεκαετίες), όπου ο σκηνοθέτης, παίζοντας μ' αυτή τη συνθήκη, βάζει τη θυρωρό της πολυκατοικίας να συζητά στην είσοδο κάποιο ειδικό φιλοσοφικό θέμα!!! 

Σε αντίθεση με το κενό μνήμης που έχω για το γαλλικό φιλμ, θυμάμαι επαρκώς τον "αστυφύλακα" Χατζηχρήστο (στον «Ηλία του 16ου») να αγορεύει ακατάπαυστα (μέσα στο αστυνομικό τμήμα ήταν;) και στο τέλος να καταλήγει, ασυνάρτητα, στον τίτλο μιας άριας απ' την "Τραβιάτα", λέγοντας στον αξιωματικό: Addio dell passato. Πώς συναντήθηκε με τον Βέρντι το ανθρωπάκι του ρόλου, σκέφτεσαι, καταλαβαίνοντας ότι ο σεναριογράφος δίνει αφύσικα το δικό του λόγο και γνώση σε έναν λαϊκό χαρακτήρα. 

Χθες, παρακολουθώντας τον «Οθέλλο» του Όρσον Γουέλς, πρόσεξα ότι ο μαύρος ήρωας, που είναι βενετσιάνος στρατιωτικός, μιλά και μεμψιμοιρεί για το αποφασισμένο τέλος του σαν ποιητής. Χαιρετά τον κόσμο και λέει μεταξύ άλλων, σε έναν θαυμάσιο (αλλά αναντίστοιχο μ' αυτό που ο ίδιος είναι), λυρικό μονόλογο. «...του Οθέλλου η υπηρεσία έχει τελειώσει πια. Γειά σας τρύπες των κανονιών που τους κεραυνούς του Δία υποκαθιστάτε». Γιατί και πώς ένας χονδροειδής, ενστικτώδης στρατιωτικός μιλάει με το λόγο τού συγγραφέα του;, αναρωτιέμαι. Αυτό που συνήθως καταλογίζεται σε άπειρους μυθιστοριογράφους το εντοπίζω αιφνιδίως στον μεγαλοφυή δραματουργό, στον Σέξπιρ, που πρέπει να πω ότι όσο περνούν τα χρόνια, με κάθε νέα ανάγνωση, πείθομαι ότι είναι ο σημαντικότερος όλων των εποχών.

Η τρίτη σελίδα της "Ελευθερίας''



14 Οκτωβρίου 1960. Η τρίτη σελίδα της «Ελευθερίας». Προιόντα που διαφημίζονται χαμηλόφωνα με το ύφος της εποχής. Στιγμιαίος καφές Λουμίδη. Αφρόλουτρο «Φαμάρ». Φροντιστήρια Πολυτεχνείου Το νέο Record της Opel. Ελαιοδιαχωριστήρες. O «Φυγάς», με τον Μάρλον Μπράντο και την Άννα Μανιάνι, στο Ρεξ και το Άστυ

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΟΛΥ ΠΑΛΙΑΣ "ΠΡΩΤΗΣ"


ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΑΛΙΑΣ "ΠΡΩΤΗΣ"




Μολονότι η ελληνική ακροδεξιά κατακτά επίφοβα αυτές τις μέρες την επικαιρότητα, εμείς ας μην διστάσουμε να δούμε ορισμένες ωραίες εικόνες, που ενώ θα μπορούσαν (ή μήπως όχι;) να βρίσκονται στην απώτερη παράδοσή της, ο χρόνος τις έχει μεταβάλει σε μνήμη, αισθητική α φ ή γ η σ η (πολύ του συρμού αυτή η έκφραση) και, φυσικά, σε ντοκουμέντο. 

Έχω διάφορα σχολικά αναγνωστικά από τον ιταλικό μεσοπόλεμο. Ορισμένα είναι εικαστικά αριστουργήματα και εκτυπωτικά (λιθογραφικά) κατορθώματα. Ένα από τα ωραιότερα είναι το Letture, classe prima, έκδοση La libreria dello Stato, του 1929 (με την φασιστική χρονολογία, έτος έβδομο). Το βιβλίο αποκτά ακόμα μια κρίσιμη σημασία, αν σκεφθούμε (κι αυτό το συνδέει με τη ζωή), ότι κανείς απ' τους δασκάλους και τους μαθητές εκείνης της τάξης δεν υπάρχει πια, άρα σε καμιά μνήμη δεν ζουν από πρώτο χέρι αυτές οι σελίδες. 

Θα αναρτήσω 2-3 σχέδια με πανέμορφα χρώματα, Αρ Νουβό στην τεχνοτροπία, που χαρακτήριζε, αν δεν κάνω λάθος, την εποχή. Η απόδοσηπου έπρεπε να είναι από σκάνερ, έγινε δυστυχώς βιαστικά, με μικρή μηχανή.

Η γραφομηχανή

...Και τα πολύτιμα αντικείμενα που μπορεί να βρει κάποιος μπροστά του είναι άπειρα και απίστευτα. Η γραφομηχανή αυτή (μάρκας Imperial, με την ένδειξη War Finish, δηλ. κειμήλιο του τέλους του πολέμου), βρέθηκε στα σκουπίδια της οδού Παπαδιαμαντοπούλου και Βασ. Σοφίας. Πιστευτό;


Τα ενθύμια

Αναρωτιέμαι, ποιοι και γιατί πετάνε τόσο κομψά και πολύτιμα ενθύμια. Γεμάτο κουτί σπίρτων, ενθύμιο από κάποιο καλοκαιρινό μουσικό φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ, πεταμένο στο πεζοδρόμιο της Χαρ. Τρικούπη. Μαζί, μια ασημένια επιτραπέζια κορνίζα με κορίτσι που κρατά μπροστά του ένα τσέλο.


Η αθανασία των σκύλων


Εδώ και χρόνια δεν δημοσιεύω δικά μου κείμενα στο ΔΕΝΤΡΟ, κατανοητός ο λόγος. Τώρα, εκτός απ' την πρόταση μιας ανάγνωσης που είναι πάντα η παρουσίαση νέων κειμένων, έχω τη χαρά να βλέπω σε τετράχρωμο έντυπο τη συνεργασία μου. Δεν είναι υπερβολή. Για όλους εμάς, που επί χρόνια δημοσιεύουμε ή διαβάζουμε μαυρόασπρα περιοδικά, η εμπειρία του ίντερνετ αφενός, των έγχρωμων σελίδων μερικών εντύπων αφετέρου, είναι καινούργια εντύπωση, μια ανανεωμένη και πιο χαρούμενη σχέση με το κείμενο. Στο «the books' journal» του Μαίου (Νο 19), υπάρχουν ανέκδοτα "ταχυαφηγήματα" από ένα πολύ προσεχές βιβλίο μου. Θέμα οι σκύλοι και εμείς, παλιά, πάντα και τώρα.

Ευθύνη

Είχα άλλη μια δημοσίευση αυτόν το μήνα. Στην "Νέα Ευθύνη". Ένα διήγημα από μελλοντικό βιβλίο, που ακόμα αυτοελέγχεται και αμφιβάλλει. Ένα τεράστιο φαλαινοειδές εκβράζεται σε λιμάνι της ανατολικής Μεσογείου το 1958.