Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Ρέι Μπράνμπερι


Απόσπασμα από ένα αριστούργημα του Μπ., δημοσιευμένο στο ΔΕΝΤΡΟ (Νο 185-186), αφιέρωμα στις Βιβλιοθήκες (μετάφραση Ρεγγίνα Μπούκουρα). Το διήγημα, με τον τίτλο ''Η ανταλλαγή'' , περιστρέφεται γύρω από τη συνάντηση μιας βιβλιοθηκάριου και ενός νεαρού παλιού θαμώνα της βιβλιοθήκης που επιστρέφει στην πόλη του ως λοχαγός πια.



[..] Σε παρακολουθούσα να διαβάζεις σκυφτός, καμπουριασμένος ώς αργά τα απογεύματα. Έδειχνες τόσο μόνος».
«Όχι. Είχα αυτά εδώ. Για συντροφιά».
«Ορίστε και μερικά ακόμη».
Έβαλε μπροστά του τον Ιβανόη, τον Ρομπέν των Δασών, το Νησί των Θησαυρών.
«Ω», είπε αυτός, «και τον αγαπημένο, παράξενο κύριο Πόε. Πόσο αγαπούσα τον Κόκκινο Θάνατό του».
«Το έπαιρνες τόσο συχνά που σου είπα να το κρατήσεις για έναν μόνιμο δανεισμό, εκτός και αν το ζητούσε κάποιος άλλος. Κάποιος το ζήτησε, έξι μήνες αργότερα και όταν το έφερες μπορούσα να δω πως το χτύπημα ήταν τρομερό για σένα. Λίγες μέρες αργότερα σου επέτρεψα να κρατήσεις τον Πόε για άλλον ένα χρόνο. Και δε θυμάμαι, το…;»
«Είναι στην Καλιφόρνια. Να το φέρω;»
«Όχι, όχι. Σε παρακαλώ. Λοιπόν, κοίταξε, να τα βιβλία σου. Ορίστε. Άσε με να φέρω κι άλλα».
Ξαναγύρισε φέρνοντας πολλά βιβλία, αλλά ένα τη φορά, σαν το κάθε ένα από αυτά να ήταν πραγματικά κάτι το ξεχωριστό.
Άρχισε να σχηματίζει έναν μικρότερο κύκλο μέσα στον μεγαλύτερο Στόουνχεντζ κύκλο και, καθώς τοποθετούσε τα βιβλία με μοναχική λαμπρότητα, αυτός έλεγε τα ονόματά τους και μετά τα ονόματα των συγγραφέων που τα είχαν γράψει, και μετά τα ονόματα εκείνων που είχαν καθίσει απέναντί του για τόσα χρόνια διαβάζοντας τα βιβλία ήσυχα ή μερικές φορές ψιθυρίζοντας τα πιο ωραία κομμάτια δυνατά και τόσο όμορφα ώστε κανείς δεν έλεγε «Ησυχία» ή «Σιωπή» ή έστω ένα «Σσσσς...».
Έβαλε το πρώτο βιβλίο και μια άγρια ριπή ανέμου φύσηξε σε ένα χωράφι και ο αέρας παρέσυρε μια νεαρή γυναίκα στο χωράφι, καθώς άρχισε να χιονίζει, και κάποιος μακριά φώναζε «Κάθι» και καθώς το χιόνι έπεφτε είδε ένα κορίτσι με το οποίο είχε περπατήσει μαζί για να πάνε σχολείο, στην έκτη τάξη, να κάθεται απέναντί του στο τραπέζι, τα μάτια της προσηλωμένα σταθερά στο ανεμοδαρμένο χωράφι και το χιόνι και τη χαμένη γυναίκα, σε έναν άλλο χειμώνα, σε μιαν άλλη εποχή.
Ένα δεύτερο βιβλίο μπήκε στη θέση του και ένα μαύρο πανέμορφο άλογο έτρεξε σε ένα πράσινο καλοκαιρινό λιβάδι και πάνω σ’ αυτό το άλογο ήταν ένα άλλο κορίτσι, που κρυβόταν πίσω από το βιβλίο και τολμούσε να του δίνει ραβασάκια όταν εκείνος ήταν δώδεκα.
Και μετά υπήρχε και εκείνο το μακρινό φάντασμα με ένα παρθενικά ολόλευκο πρόσωπο, με τα μαλλιά του να είναι μια μεγάλη χρυσαφένια άρπα που την έπαιζαν οι καλοκαιρινοί άνεμοι. Το φάντασμα αυτής που πάντα έπλεε για το Βυζάντιο, όπου οι αυτοκράτορες νανουρίζονταν από χρυσά πουλιά που τραγουδούσαν μέσα σε κουρδιστά κλουβιά την ώρα της ανατολής και της δύσης.
Αυτή που έτρεχε πάντα περιμετρικά στη σχολική αυλή και πήγε για κολύμπι στη βαθιά λίμνη, δέκα χιλιάδες απογεύματα πριν, και δε βγήκε ποτέ ξανά στην επιφάνεια και έτσι δεν τη βρήκε κανείς, αλλά ξαφνικά προσγειώθηκε τώρα στις πρασινωπές σκιές αυτής της λάμπας και άνοιξε τον Γέιτς για ένα τελευταίο θαλασσινό ταξίδι στο σπίτι της από το Βυζάντιο.2
Και στα δεξιά της: Τζον Χαφ, του οποίου το όνομα ήρθε στη μνήμη πιο ξεκάθαρα από των άλλων, και που ισχυριζόταν πως είχε σκαρφαλώσει σε όλα τα δέντρα της πόλης δίχως να πέσει από κανένα, που είχε πάρει μέρος σε αγώνες δρόμου σε χωράφια με καρπούζια, πατώντας με όλη του τη δύναμη πάνω σε πεπόνια, με τα πόδια του όμως να μην αγγίζουν τη γη, που είχε ρίξει σωρούς από καρύδια ταρακουνώντας τις καρυδιές, που έκανε λαρυγγισμούς κάτω από το πρωινό σου παράθυρο και έγραφε την ίδια έκθεση για τον Μαρκ Τουέιν σε τέσσερις διαφορετικές τάξεις πριν τον καταλάβουν οι δάσκαλοι, στους οποίους είπε τρέχοντας να εξαφανιστεί από μπροστά τους, «Να με φωνάζετε Χοκ».
Και στα δεξιά του, ο χλωμός γιος του ιδιοκτήτη της πόλης που πάντα έδειχνε σαν να μην είχε κοιμηθεί ποτέ στη ζωή του, που ορκιζόταν πως κάθε άδειο σπίτι ήταν στοιχειωμένο και σε πήγαινε εκεί για να σ’ το αποδείξει, με τα σάλια να τρέχουν συνεχώς από τη γλώσσα του, με μια πλακουτσωτή μύτη και ένα γαργάρισμα στο λαιμό να θυμίζει τον ήχο του μεγάλου οκτωβριανού θανάτου, την τρομερή και ανείπωτη πτώση του Οίκου των Άσερ.
Και δίπλα του υπήρχε ένα άλλο κορίτσι.
Και δίπλα σε αυτό το κορίτσι…
Και λίγο πιο πέρα…
Η δεσποινίς Άνταμς έβαλε ένα τελευταίο βιβλίο και θυμήθηκε το ξανθό πλάσμα, πολύ καιρό πριν, όταν τέτοια πράγματα έμεναν ανείπωτα, να τον κοιτάζει έντονα μια μέρα, όταν αυτός ήταν ένας ασήμαντος δωδεκάχρονος και εκείνη ήταν μια σοφή δεκατριάχρονη, λέγοντάς του ήρεμα: «Εγώ είμαι η Πεντάμορφη. Και εσύ, εσύ είσαι το Τέρας;».
Τώρα, καθυστερημένα μέσα στο χρόνο, αυτός θα ήθελε να απαντήσει στο μικρό, υπέροχο φάντασμα: «Όχι, το Τέρας κρύβεται στους σωρούς των βιβλίων και όταν το ρολόι χτυπήσει τρεις θα αρχίσει να τριγυρίζει για να πιει». Και τελείωσε. Όλα τα βιβλία μπήκαν στη θέση τους, ο εξωτερικός δακτύλιος των εαυτών του και ο εσωτερικός δακτύλιος των προσώπων που θυμόταν. 
Στάθηκε για λίγο και μετά ξαναστάθηκε και μετά άρχισε να παίρνει ένα-ένα τα βιβλία, όλα τα βιβλία που είχαν υπάρξει δικά του, και ακόμη ήταν δικά του, και τα άνοιξε και τα διάβασε και τα έκλεισε και πήρε κι άλλο κι άλλο, μέχρι που έφτασε στο τέλος του εξωτερικού κύκλου και μετά συνέχισε αγγίζοντας και βρίσκοντας τη σχεδία στο ποτάμι, το ανεμοδαρμένο χωράφι με τις καταιγίδες και το λιβάδι με το μαύρο πανέμορφο άλογο και τη θαυμάσια αναβάτιδά του. Άκουσε τη βιβλιοθηκάριο πίσω να φεύγει ήσυχα για να τον αφήσει με τις λέξεις.
Πολύ αργότερα, έγειρε πίσω την πλάτη του, έτριψε τα μάτια του και κοίταξε το φρούριο, τον περιβάλλοντα τοίχο του, τη ρωμαϊκή κατασκήνωση των βιβλίων και κούνησε το κεφάλι του, με τα μάτια του υγρά.
«Ναι».
Την άκουσε να περπατά πίσω του.
«Ναι, τι;»
«Όπως το είπες, ο Τόμας Γουλφ, ο τίτλος του βιβλίου του. Λάθος. Όλα βρίσκονται εδώ. Τίποτα δεν έχει αλλάξει».
«Τίποτα δεν θα αλλάξει, όσο περνάει από το χέρι μου», απάντησε εκείνη. [..]

Δεν υπάρχουν σχόλια: