Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

ΣΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ


Καθώς επιστρέφαμε πριν από λίγες ώρες από το Λουτράκι όπου είχαμε περάσει ένα ωραίο μεσημέρι, ο Τάσος Γουδέλης είχε την ιδέα να μπούμε στα Μέγαρα και να ψάξουμε, στο κοιμητήριο της πόλης, τον τάφο του θείου του, Γιάννη Γουδέλη, διαπρεπούς εκδότη (1950-1970) των Καζαντζάκη, Λουντέμη, Εμπειρίκου, Καρούζου, Τσάτσου και άλλων, ων ουκ έστιν αριθμός. Υπήρξε ρηξικέλευθος εκδότης πολύ πριν εμφανιστούν στην αγορά τα σύγχρονα σχήματα. 

Βρήκαμε το Κοιμητήριο, αλλά ήταν αδύνατον μέσα στις χιλιάδες των τάφων να οδηγηθούμε στον αναζητούμενο. Ένας υπάλληλος έψαξε, κοίταξε χαρτιά, και μας είπε ότι θα μας οδηγήσει στην άλλη άκρη, σε θερμοκρασία που ανάμεσα στα μάρμαρα ήταν τουλάχιστον πέντε βαθμοί υψηλότερη. Περπατούσαμε, περπατούσαμε, μας ακολουθούσαν τέσσερα φιλικά και ταλαιπωρημένα σκυλιά του κοιμητηρίου, είδαμε εκατοντάδες φωτογραφιών και ονομάτων στους τάφους, κυρίες με μαύρα να πλένουν μάρμαρα και να κομίζουν άνθη, ώσπου βγήκαμε στην σειρά 65, βρίσκοντας έναν άλλον Γουδέλη, ονόματι Κίμωνα. Η οδοιπορία μας πήγε στράφι και επειδή η αντοχή μας, με πάνω από σαράντα βαθμούς, είχε εξαντληθεί, επιστρέψαμε στο αυτοκίνητο με τον άριστο κλιματισμό. 

Γιατί μιλώ γι' αυτό το θέμα; Για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι μάλλον ένας κοινός τόπος. Η εντυπωσιακή ανατροπή της εικόνας που βλέπει κανείς σε έναν παραθεριστικό τόπο, εικόνα πανηγυρική, ανενόχλητης χαράς και ζωικότητας, η οποία αλλάζει αμέσως, αν παρακάμψουμε την ανέμελη ευθεία του αυτοκινητόδρομου για να μπούμε στον ζοφερό κήπο, κάτω απ΄το ίδιο φως και το ίδιο γαλάζιο. 

Ο δεύτερος λόγος είναι περισσότερο ενδιαφέρων, γιατί σχετίζεται με τη λήθη. Το ότι, δηλαδή, ζούμε σε μιαν εποχή (την εποχή μας), αμέριμνοι και ανενημέρωτοι, όπως ακριβώς και οι παλαιότεροι από μας για πολλά που είχαν προηγηθεί. Εννοώ βέβαια την άγνοια για πρόσωπα και γεγονότα που θα έπρεπε να αναζητούμε, να μας αφορούν, ή έστω να κοιτάζουμε προς το μέρος τους. Πώς να φανταστεί ο νεότερος αναγνώστης αυτής της αναρτήσεως, ότι η απουσία που ψάχναμε στο Κοιμητήριο των Μεγάρων, όταν κυκλοφόρησε «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη, έβλεπε την ουρά κάτω από το γραφείο του (στην Ακαδημίας, πλάι στη Λυρική), να φτάνει μέχρι την Χαρ.Τρικούπη, να στρίβει, και να τελειώνει στην Πανεπιστημίου; Μιλώ για τη σειρά των αγοραστών, που περίμεναν υπομονετικά κάθε πρωί επί ώρες (1957;) για να προμηθευτούν ένα αντίτυπο απ' τις εκδόσεις "Δίφρος". 

Βρίσκω αραιά και πού βιβλία του "Δίφρου" στο Μοναστηράκι. Φροντίζω να τα αγοράζω. Όχι γιατί είναι συλλεκτικά, αλλά διότι είναι αντικείμενα με μνήμη, που χαίρεσαι να τα κρατάς και να τα κατέχεις. Και μετά από κάποια χρόνια η σχέση με το παλιό, φθαρμένο, ετοιμόρροπο βιβλίο δεν λέγεται πνευματικότητα ή βιβλιοφιλία, αλλά στοργή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: