Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Ο Παπαδιαμάντης σήμερα



Εντιτόριαλ για το αφιέρωμα του καινούριου τεύχους του Δέντρου no 181-182

Με τη σκεψη οτι ενα ακομα φιλολογικο αφιερωμα στον Αλεξανδρο Παπαδιαμάντη δεν θα πρόσθετε τίποτα ιδιαίτερο στην πρόσληψη της σύνολης προσωπικότητας και του λογοτεχνικού στίγματος του τελευ­ταίου, προτείναμε το παρόν «ανοιχτό» τεύχος. Δίνοντας το λόγο σε σύγχρονους, Έλληνες και ξένους, συγγραφείς, συστηματικούς και κυρίως ερασιτέχνες μελετητές (ή απλούς «οικοδεσπότες») του παπαδιαμάντειου έργου, είχαμε την πρόθεση να ξαναδούμε όψεις μιας πεζογραφίας και μιας μορφής οι οποίες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη όχι μόνο του νεοελληνικού γραμματολογικού κανόνα με τη στενή αισθητική έννοια, αλλά και της εν γένει ιδεολογικής κατεύθυνσής του.

*

Ο Παπαδιαμάντης, ο πιο «εγκύκλιος» συγγραφέας στα νεότερα πράγματα (αλλά και η πλέον εξιδανικευμένη περίπτωση στη γραμματεία μας), παρά τις αμφιθυμίες της γενιάς του ’30 απέναντί του, έμεινε στις περισσότερες συνειδήσεις ως ένα, περίπου, φετίχ: ως υπόδειγμα αρμονικής ισορροπίας βίου και δημιουργίας, ένας απόλυτος θεράπων της ελληνικής γλώσσας και εκσκαφέας του νεοελληνικού ψυχισμού. Οι συγγραφείς του τεύχους μέσα από ποικίλες προσεγγίσεις, βιωματικές και μή, επιχειρούν να δώσουν μιαν εικόνα της σχέσεώς τους και απαντήσεις σχετικά με όψεις του φαινομένου. Το επισημαίνουμε αυτό γιατί η αδιαμφισβήτητη ιεροποίηση του δημιουργού της Φόνισσας (και μόνον ο χαρακτηρισμός που του αποδόθηκε, «ο άγιος των γραμμάτων μας», δηλώνει πολλά) υπάρχει κίνδυνος να λειτουργήσει αρνητικά, με διττό τρόπο: από τη μία να αντιμετωπιστεί ο Παπαδιαμάντης συμπλεγματικά ως μύθος, εμποδίζοντας την ελεύθερη κοινοποίηση του αληθινού αναγνωστικού μας αισθήματος, και από την άλλη να μας οδηγήσει, αντίθετα, σε κάποιας μορφής αντανακλαστική, αβάσιμη αποδόμησή του.

*

Πιστεύουμε ότι το corpus που συνθέσαμε παίρνει τις δέουσες αποστάσεις από ένα έργο, που έτσι κι αλλιώς σου επιβάλλει το σεβασμό της ιστορικότητάς του, εάν σκεφθούμε ότι ο Παπαδιαμάντης κινήθηκε μέσα σε ένα σχετικά παρθένο, γραμματολογικά, έδαφος, προτείνοντας μυθιστορηματικούς και άλλους αφηγηματικούς τρόπους για πρώτη φορά, ανεξαρτήτως της αισθητικής τους αξίας («Ο Παπαδιαμάντης έγραψε κυρίως διηγήματα... τα ιστορικά του μυθιστορήματα... δεν τον χαρακτηρίζουν ως συγγραφέα...», βλ. Απ. Σαχίνη, Το νεοελληνικό μυθιστόρημα). Οπωσδήποτε, αυτός δεν είναι ο μοναδικός λόγος του ενδιαφέροντός μας για την προσφορά του, αφού πολλές από τις οπτικές που φιλοξενούνται στο παρόν αφιέρωμα εστιάζουν στο ανθεκτικό και επινοητικό γλωσσικό του ιδίωμα, το καλύτερο, κατ’ αυτές, διαβατήριο στο χρόνο.

*

Η μορφή και το θέμα

Βέβαια, κάποια κείμενα τοποθετούν ενιαίως και το περιεχόμενο, το οποίο, όπως ισχυρίζονται, πρέπει να το υποδεχθούμε ως αναπόσπαστο στοιχείο της μορφής. Στο βαθμό, όμως, θα αντέτεινε κανείς, που στην κλασική όπερα, για παράδειγμα, θεωρούμε το λιμπρέτο συμβατικό και παρωχημένο, αλλά το προσπερνούμε προς χάριν της μουσικής. Kαι στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι συμβαίνει το ανάλογο: το παπαδιαμάντειο ιδίωμα, που κάποτε είναι τονισμένο, νομίζεις, σε πεντάγραμμο, διεκδικεί την αυτονομία του και δεν συμπαρασύρει το θέμα. Ίσως στη συγκεκριμένη διαπίστωση, ισχυρίζονται κάποιοι, είναι δυνατόν να καταλήξουμε εάν διαβάσουμε τον Παπαδιαμάντη σε μετάφραση (ελληνική και ξένη), η οποία απομαγεύει το σύνολο, αφαιρώντας του το ισχυρότερο πλεονέκτημά του, τη μορφή: αυτή τη φορμαλιστική δύναμη, τόσο επιθετική μερικές φορές στα κείμενά του (δες τον καταιγισμό κάποτε των επιθετικών προσδιορισμών στο πλαίσιο της καθαρεύουσας), ώστε να προοικονομεί ακόμα, μεταξύ άλλων, και την εμπειρίκεια γλωσσική άποψη. Άρα σε αντίθεση με τον μεταφρασμένο Καζαντζάκη, ο οποίος στη νέα του εκδοχή κερδίζει τις εντυπώσεις αφού έχει απαλλαγεί από την ιδιότροπη (στα όρια της νεύρωσης) γλωσσική του κατασκευή, ο μεταστοιχειωμένος Παπαδιαμάντης παροπλίζεται, απογυμνωμένος από ένα όργανο, το οποίο ποιητικώ τω τρόπω χρησιμοποίησε στις αφηγήσεις του. Όχι στις ποιητικές του προτάσεις. Και εδώ βρίσκεται ένα παράδοξο, θα έλεγε κανείς, το οποίο συμπληρώνει ένα δεύτερο. Εκείνο του Βιζυηνού: την περίπτωση, δηλαδή, ενός μέτριου ποιητή ο οποίος αναδείχθηκε σπουδαίος πεζογράφος μέσα από ποιητικούς τρόπους...

*

Η πινακοθήκη των χαρακτήρων

Την άλλη πλευρά εκπροσωπούν όσοι δεν διαχωρίζουν στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη τη μορφή από το περιεχόμενο, θεωρώντας και τους δύο αυτούς συντελεστές αναπόσπαστα ενωμένους. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα μπορούσαν οι οπαδοί αυτής της άποψης στο ανά χείρας τεύχος να καταφύγουν σε αφελείς σχηματικότητες της τόσο παρωχημένης ακαδημαϊκής αισθητικής, του τύπου: «Ο πεζογράφος αυτός, απλός και ευλαβικός, χριστιανός και μυστικοπαθής, νοσταλγός της νησιωτικής πατρίδας του, της Σκιάθου, θαυμάσιος ζωγράφος της ελληνικής φύσης, εξαίρετος πλάστης εκατοντάδων προσώπων αντλημένων από την απλή και ταπεινή ζωή του ελληνικού χωριού, προικισμένος με ιδιότυπη λυρική διάθεση...» (βλ. Απ. Σαχίνη, Το νεοελληνικό μυθιστόρημα), αλλά μόνο μέσα από νεότερες διαθέσεις και σύγχρονα κριτήρια θα ήταν δυνατόν να προσεγγίσουν το ζήτημα. Τους ενδιέφερε να επανεκτιμήσουν ένα λόγο που δείχνει να κινείται σε χαμηλές πτήσεις εξαιτίας της θεματολογίας του, ενώ ταυτόχρονα με τους θερμούς και χρωματικούς τροπισμούς του μεριμνά για την έκτυπη αναπαράσταση του δράματος των «ταπεινών και καταφρονεμένων» της πινακοθήκης του. Αλλά ξεπερνώντας το κατ’ αυτούς ψευδοπρόβλημα του χθαμαλού ή μη μικροκλίματος εντός του οποίου κινούνται οι παπαδιαμάντειοι ήρωες, πιστεύουν ότι έχει επιτευχθεί η υπέρβασή του. Γιατί δεν ενδιαφέρει τους θαυμαστές της γραφής του Παπαδιαμάντη να το συγκρίνουν με το εύρος και την αίγλη σκηνικών της ξένης πεζογραφίας της συγκυρίας του Παπαδιαμάντη. Το θέμα που εξετάζεται ευθέως ή υπόρρητα αφορά, με άλλα λόγια, το εξής: εάν και κατά πόσον ο κόσμος του Παπαδιαμάντη εξαντλείται σε μια αδύναμη ηθολογία (εγκλωβισμένη σε ό,τι τέλος πάντων εννοούμε με τον όρο ηθογραφία) ή δημιουργεί μιαν ιδιοπρόσωπη, ανθεκτική μυθολογία. Ο καθείς με τα όπλα του», υπαινίσσονται, υποστηρίζοντας ότι ο φακός του Παπαδιαμάντη δρα μεγεθυντικά, αδιαφορώντας για την έκταση της συντριβής και δοκιμασίας των πασχόντων εντός της μιας ή της άλλης σκηνογραφίας. Έτσι, ο μικρόκοσμος του Παπαδιαμάντη αποκτά κύρος και πειθώ, αξιοποιημένος «εν ανθηρώ έλληνι λόγω»...

*

Σε κάθε περίπτωση, εδώ η διαπραγμάτευση του παπαδιαμάντειου φαινομένου δεν οδήγησε κάποιους προβληματισμούς στον επικίνδυνο χώρο του ιδεολογήματος, ο οποίος συναρτάται αναπόφευκτα με τα κακοδαίμονα, άκαρπα και ομφαλοσκοπικά σύνδρομα περί πατριδογνωσίας, θρησκευτικής αυτογνωσίας και τα συναφή. Γιατί έχει διατυπωθεί με έμφαση και ο ιδεολογικοποιημένος (εξωλογοτεχνικός στην πραγματικότητα) λόγος, ο οποίος αντιλαμβάνεται τον Παπαδιαμάντη ως αυθεντική έκφραση της νεοελληνικής συνθήκης. Ας μην ξεχνάμε εκτιμήσεις, οι ο­ποίες παραμερίζοντας την όποια λογοτεχνική αξία των παπαδιαμαντικών κειμένων προτείνουν την ανάγνωσή τους ως θρησκευτικών γραφών, αφού αυτές προσγράφονται στη «μακραίωνη ανατολική ελληνορθόδοξη πνευματική παράδοση» (Ζ. Λορεντζάτος). Όσον αφορά τον αντίποδα της προηγούμενης άποψης, δηλαδή τον αβασάνιστο εκσυγχρονισμό ενός έργου που, κατ’ αυτήν, δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τη συγκαιρινή και μεταγενέστερή του ξένη λογοτεχνία, στο παρόν τεύχος δεν εκτίθεται, τουλάχιστον ρητά.

*

Θα μπορούσε κανείς να εξαγάγει σαφή συμπεράσματα από τις αναγνωστικές αναδρομές και τις εντυπώσεις που φιλοξενεί το παρόν αφιέρωμα; Η απάντηση, πιστεύουμε, είναι καταφατική. Ο προσεκτικός αναγνώστης έχει την άνεση να κάνει συνδυαστικές σκέψεις μέσα από ένα αρκετά ευρύ φάσμα παρατηρήσεων για κάποιον ο οποίος, στη χειρότερη περίπτωση, δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο: και μόνο διότι πρότεινε ένα έργο «χειροποίητο», ασυστηματοποίητο και αφρόντιστο (λέγεται ότι ποτέ δεν διόρθωνε κείμενά του), προέκταση μιας «εμπαθούς», (δια)ταραγμένης μέσα στις δίνες της λογοτεχνίας, και γι’ αυτό όχι «αγίας», ζωής, όμοιας με αυτήν των ηρώων του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: