Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

«Σας φέρνω, κύριε, αυτό που ζητήσατε…»


Σκέψεις για την παραλογοτεχνία και το «ευπώλητο» ανάγνωσμα


Nέος, κάποτε, σε μια συζήτηση, χαρακτήρισα «Αριστούργημα» ένα βιβλίο που είχα διαβάσει. Ο ώριμος συνομιλητής μου με διέκοψε. Οφείλεις, μου είπε, να κρατάς τους υπερθετικούς για πραγματικά εξαιρετικές περιπτώσεις. Διαφορετικά, τι θα πεις, αν κάποτε χρειαστεί να μιλήσεις για τον Μοπασάν και τον Τουργκένιεφ; Πώς θα χαρακτηρίσεις το Βυσσινόκηπο; Τώρα, έχω πια κι εγώ την ίδια αντίληψη. Tο όχημα της ωριμότητας κυλά στις ράγες που έστρωσε ο χρόνος και η στάγδην αποκτημένη καλλιέργεια. Το διάβασμα (παρηγορητική και βαθειά μαθητεία στον εαυτό μας και τον κόσμο) χωρίς την πείρα της περιπέτειάς μας μένει μια αβαθής πρωτογένεια. Παίρνει αρκετό χρόνο να το αντιληφθούμε. Μεταξύ των αναγνώσεων του λογοτεχνικού έργου, πλεονεκτεί κατά κράτος εκείνη που γίνεται με γυαλιά πρεσβυωπίας.


Υπάρχει όμως μια διαφορετική ανάγνωση (με άλλη χρήση και ζητούμενο), που αφορά το παραλογοτεχνικό αφήγημα. Διατρέχει καλοπροαίρετα την άπνοια των ιδεών, την ανύπαρκτη λογοτεχνικότητα, όπως το βλέμμα που αντιμετωπίζει τα κέρινα της Τισό ως γλυπτική. Χιλιάδες ανάλογες σελίδες καταναλώνονται περιπαθώς. Το είδος (και η αφοσίωση σ’ αυτό) είναι παλιό. Το λαϊκό ανάγνωσμα, σε εβδομαδιαίες συνέχειες ή αυτοτελώς, υπήρξε πάντοτε δημοφιλές, με σταθερή εκπροσώπηση στην αγορά και είχε στο παρελθόν, όπως λένε οι μελετητές, ορισμένα «συμπαθητικά», ακόμα και αξιανάγνωστα αποτελέσματα. Το σημερινό φαινόμενο όμως αφορά ένα νέο, διευρυμένο στρώμα που συχνά οι επιλογές του, και οι κυκλοφορίες που συνεπάγονται, αιφνιδιάζουν. Πρόκειται στην ουσία για την έκφραση ενός συγκεκριμένου γούστου (ακρισίας, θα λέγαμε σωστότερα), τεράστιων ομάδων οι οποίες, αν και στέκονται πάνω από τη γραπτή σελίδα, δεν χρειάστηκαν ποτέ την αρωγή της λογοτεχνίας, τη σωτήρια συνάντηση μ’ αυτήν, ούτε, βέβαια, υποψιάζονται στο υψηλό αυτό αντανακλαστικό τον ψίθυρο της ανθρώπινης μοίρας.


Το δημοφιλές μυθιστόρημα της παραλογοτεχνίας (αποδιδόμενο με τον νεολογισμό «ευπώλητο») είναι σήμερα, μαζί με τον μεσημβρινό τηλεοπτικό λόγο και τα gossip περιοδικά, κύρια έκφραση της μαζικής κουλτούρας. Αν κάθε δημιουργική πράξη χαρακτηρίζεται από την αγωνία να αιφνιδιάσει και να διαρκέσει, το συγκεκριμένο ανάγνωσμα είναι ύμνος στο εφήμερο. Παρόλα αυτά, κατά κανόνα, δεν απασχολεί ως κρίση της αγωγής μας. Με ποια εξουσιοδότηση, άλλωστε, θα προτάξει κανείς τις δικές του προτεραιότητες για να καταγγείλει μιαν ασχολία ως ξένη με την «πολιτική ορθότητα», την ελπίδα της συλλογικής καλλιέργειας, την «πολιτισμική πρόοδο». Με την εμπορική παραλογοτεχνία ασχολούνται κυρίως οι περιέργειες της αγοράς, που θέλει να δει πώς και γιατί το ενδιαφέρον χιλιάδων αναγνωστών αδρανεί ή απουσιάζει μέσα σε διευρυμένους ορίζοντες παιδείας (cd, διαδίκτυο, ποιοτικά βιβλία) και ερευνά το πρόσωπο που καθηλώνεται στη χάρτινη οθόνη, στη μαγγανεία της πρωτοβάθμιας αφήγησης. Τις μεγάλες, δηλαδή, ομάδες αναγνωστριών (με ποικίλες ηλικίες, αλλά κοινές κλίσεις), παγιωμένες πια σε κοινωνικό και οικονομικό μέγεθος. Δύσκολα μπορείς να πεις αν ο τεράστιος αριθμός τους έχει εμπνεύσει μεθοδεύσεις εργαστηρίου στην παραγωγή του «ευπώλητου». Το συγκεκριμένο κοινό υπάρχει αβίαστα και απολαμβάνει το αφελές με τους ίδιους όρους που παρακολουθεί την αγαπημένη του σαπουνόπερα. Η συνάντηση και η σχέση με τη ναΐφ γραφή, φυσική και αναπόφευκτη, δείχνει να μην χρειάζεται μεσολάβηση. Χωρίς δεύτερες σκέψεις, μου φαίνεται ότι το φαινόμενο εκφράζεται ευρηματικά από την απάντηση εκείνου του Γάλλου σερβιτόρου στον πελάτη του. «Σας φέρνω, κύριε, αυτό ακριβώς που ζητήσατε».


Χαριτολογώντας (ή παριστάνοντας το «δικηγόρο του διαβόλου»), ας υποθέσω ένα παράδοξο: ότι εκδότες και συγγραφείς παραλογοτεχνίας υπερασπίζουν, με σοφιστικέ επιχειρήματα, την παραγωγή τους. «Δεν συμβαίνει δα και τίποτε τρομερό με το «ευπώλητο», λένε. «Ο απαιτητικός αναγνώστης υπήρξε πάντοτε είδος εν ανεπαρκεία. Ποτέ δεν ήταν αριθμητικά υπολογίσιμος στη νεοελληνική συνθήκη, όπου, άλλωστε, είναι άγνωστη ως πνευματική στάση η στοχαστικότητα, η “αγοραφοβία” και η μοναξιά». Ισχυρίζονται ακόμα ότι, και στην αυστηρή εκδοχή της λογοτεχνίας μας, οι συγγραφείς που κατασκεύασαν πρωτότυπες ιδέες και αξιοσημείωτο κόσμο μυθοπλασίας δεν περίσσευαν. Για παράδειγμα, πόσους λογοτεχνικούς ήρωες από τη βιβλιογραφία μας μπορεί να ανακαλέσει κανείς εύκολα, μετά τον Καζαντζάκη; Τους ακούω να χρησιμοποιούν ένα σνομπ, όχι όμως και τόσο ανακριβές, επιχείρημα του αισθητισμού: «το μέτριο έργο είναι πολύ πιο αδιάφορο (και ασύγκριτα πληκτικότερο) απ’ το κακό» Θέλοντας, τέλος, να απενοχοποιηθούν, μιλούν για τη γενεαλογία και την καταγωγή των προτιμήσεων, θυμίζοντας την απερίφραστη αλήθεια που εκστόμισε κάποτε ο μεσοπολεμικός ιταλός «ηγεμόνας». «Όχι, δεν είμαι εγώ ο εφευρέτης της πολιτικής μου θεωρίας. Την ανέσυρα από το υποσυνείδητο του λαού».


Ο άκριτος αναγνώστης, όπως ο καταναλωτής της μαζικής κουλτούρας, γενικότερα, είναι μνημείο ταύτισης. Αχειραγώγητος από την καλλιέργεια, περνά από την αθωότητα στον συναισθηματισμό. Οι χαρακτήρες που συναντά στο μετα-Άρλεκιν ανάγνωσμα είναι πάντα αυτός ο ίδιος, ή μοιάζουν εντυπωσιακά με τα πρόσωπα που ακούει και βλέπει. Ανάμεσα στο κείμενο και σ’ αυτόν είναι αδιανόητη οποιαδήποτε δημιουργική σχέση, η στροφή στα ενδότερα, η «διαστολή του εαυτού», που έλεγε ο Μπλούμ. Δεν επικοινωνεί με καμιά ετερότητα, αφού βρίσκεται απέναντι σε μια περίπου αυτοβιογραφική συνθήκη. Το κείμενο κι ο αναγνώστης του έχουν κοινό κέντρο, οι διάλογοι των προσώπων είναι και δική του πείρα, οι πράξεις τους είναι προβλέψιμοι καθημερινοί κώδικες. Εισπράττει από ένα ταμείο που εισφέρει ο ίδιος.


Δεν είναι τυχαία η συνάντηση του λαϊκού «ευπώλητου» με τον ιλιγγιώδη αριθμό των αγοραστών. Ο συγγραφέας συνομιλεί μαζί τους αδιατάρακτα, με κοινούς μύθους και διαθέσεις, με το συρμό των σύγχρονων ιδεών. Διαβάζω έναν κατάλογο από «αλήθειες», που βρήκα στο ιστολόγιο μιας συγγραφέως, δημιουργού ασύλληπτων εμπορικών επιτυχιών. Πρόκειται για αξιοπρόσεκτες απαντήσεις στο κεφαλαιώδες φιλοσοφικό ερώτημα «Γιατί είμαστε Έλληνες». Τις συγκέντρωσε στη σελίδα της, επειδή προφανώς τις ενστερνίζεται ή τις θαυμάζει. «Είμαστε Έλληνες, γιατί όταν πονάμε, ξέρουμε να χορεύουμε ζεϊμπέκικο». «Γιατί δεν κάνουμε επίσκεψη με άδεια χέρια». «Γιατί δεν εξηγείται στον ξένο τι σημαίνει καψούρα». «Γιατί βράζει το αίμα μας». «Γιατί η λέξη φιλότιμο δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα». «Γιατί φωτίσαμε τον κόσμο». «Γιατί μιλάμε δυνατά». «Γιατί γράψαμε την Ιλιάδα, που η ξένοι την κάνουν έργο πολλά χρόνια μετά».


Κι όμως, πιστεύω, γνωρίσαμε μιαν αυθεντική πνευματικότητα πριν από την εισβολή των χιλιάδων νέων αναγνωστών στα βιβλιοπωλεία και τη στατιστική. Δεν κολακεύω το παρελθόν μας. Υπήρξε συχνά ασήμαντο και ανιαρό μέχρι θανάτου. Ωστόσο, εκείνη η ζωή, ανέγγιχτη από τη μαζική κουλτούρα (προγλωσσικά έντυπα, τηλεόραση, λαϊκό αφήγημα) έδωσε, διακριτικά, κάποια νοήματα βίου. Χαμηλές πτήσεις, βέβαια, δρόμους μικρών αποστάσεων, προσοδοφόρο κοίτασμα όμως. Θυμάμαι, πριν από χρόνια, που μια γνωστή μου (από παλιά) γυναίκα μού έδειξε υπερήφανα τη βιβλιοθήκη της. Βλέποντας τους μελαγχολικούς τίτλους (από δύο κυρίως εκδοτικούς οίκους), έκανα τη σκέψη, πόσο πιο ουσιώδη πράγματα προσποριζόταν (και της τα αναγνώριζα), όταν χρόνια πριν, αλλού, χωρίς βιβλία, άκουγα να αφηγείται πληθωρικά προσωπικές ιστορίες, οικογενειακά χρονικά, δράματα και παρωδίες από το χάρτη της περιοχής. Πριν απ’ τις ασήμαντες αναγνώσεις της (όπως και πριν απ’ την τηλοψία) ίσως βέβαια ανιούσε, κοιμόταν δυσκολότερα, συγκατάνευε σε φλύαρες επισκέψεις για τα άδεια βράδια της. Διέθετε όμως έναν μυθικό και αξιακό κόσμο με απείρως περισσότερο βάρος απ’ όσο ο γραπτός πολτός, που έβλεπα στην ασήμαντη βιβλιοθήκη της. Κόσμο βιωμένων σημασιών (και Μορφών) και, βέβαια, ενός στοιχείου μάταια ζητούμενου σήμερα. Της σοβαρής και αναγνωρίσιμης ταυτότητας.


ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ

Το κείμενο αυτό θα δημοσιευτεί στο τεύχος του Ιανουαρίου του περιοδικύ ΔΙΑΒΑΖΩ.

photo: Michael Gerzon

8 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Χαίρετε, κ. Μαυρ. Ως κινητικός αναγνώστης, κατάφερα να μην μου διαφύγει και το περι παραλογοτεχνίας κείμενο που αναρτήσατε χθες. Λόγος όπως πάντα με στυλ. Ένα πολύ ωραίο, νηφάλιο κείμενο. Οι δόσεις σαρκασμού σοφές.
Γιατί όμως θα δημοσιευτεί στο leggero "Διαβάζω" και όχι στο σοβαρό "Δεντρο";

Gaetano

Ανώνυμος είπε...

Aksianagnosto keimeno. To harika, k. Mavroudi. Eidika ta 2 teleftea meri.

F.B.

Ανώνυμος είπε...

Στη φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο ποιος είναι; Ο ελπιδοφόρος, εναλλακτικός Καμίνης;Μοιαζει πάντως.

Ροδάνθη Π.

Ανώνυμος είπε...

Έξοχο, Κώστα. Το διάβασα σήμερα το πρωί. Συγχαρητήρια. Το έστειλα κιόλας στον κοινό μας φίλο, στη Ν.Υ.

Αλέξ.

Ανώνυμος είπε...

Εγώ, πάλι. Ήθελα να σας γράψω ότι αναγνώρισα(βρήκα, για την ακρίβεια) τη συγγραφέα που αναφέρετε με τις διάφορες αφοριστικές αλήθειες στο Μπλογκ της, αλλά αμφιβάλλω αν έχει καμιά σημασία. Είναι εικόνα όλων όσοι έχουν αυτή τη σχέση με την επικοινωνία και τη γραφή. Η σκέψη που είναι ιστιοφόρο σε άπνοια, όπως λέει κάποιος φίλος Δεν έχει ονοματεπώνυμο και διεύθυνση. Εν τέλει, Ζήτω οι ελληνίδες αναγνώστριες και τα δημοφιλή συγγραφικά τους πρότυπα.

Gaetano

kikdem είπε...

Δε σας ήξερα. Πρώτη φορά διάβασα κείμενό σας,και μου άρεσε πολύ Το βρήκα πολύ καίριο. Και μάλιστα στην εποχή μας που η "συνηγορία της παραλογοτεχνίας" και μια γενικότερη διάθεση για αχταρμά και "όλα τα ίδια είναι' δημιουργούν απογοήτευση και παράιτηση,

Ανώνυμος είπε...

Κύριε Μαυρουδή, είμαι εκπαιδευτικός. έχω διαβάσει μόνον ποίησή σας σε ανθολογίες λλά θα με ενδιέφερε να μάθω αν έχετε σκδώσει βιβλίο με κείμενα σαν αυτό που διάβασα εδώ. Είναι θέματα καθημερινά, αλλά τα κάνει ιδιαίτερα η κομψή προσέγγιση. Ν αείστε καλά.

Κώστας Οικονόμου

Ανώνυμος είπε...

Με συγχωρείτε, μόλις πρόσεξα τις αναρτ΄ησεις με εξώφυλλα βιβλίων σας που κατεβαίνουν πλάι στο κείμενο.

Κώστας Οικονόμου