Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

Λόρενς Ντάρελ

-

Πρέπει να αγωνίζεσαι για τις ιδέες σου
[απόσπασμα συνέντευξης του Λόρενς Ντάρελ με τον Μαρκ Αλίν]



Πώς μπήκατε στην εκπαίδευση;
Λίγο καιρό πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, το γραφείο πληροφοριών συνειδητοποίησε ότι υπήρχαν ελάχιστοι Άγγλοι, που ήξεραν ελληνικά. Κάποια στιγμή, που βρέθηκα τυχαία στην Αθήνα, ένας φίλος μού είπε: «Σας ψάχνουν, ελάτε στο τμήμα προπαγάνδας». Πέρασα εκεί ένα εξάμηνο, αλλά δεν τα πήγαινα καλά με τον διευθυντή. Στο τέλος, μου πρότεινε να διδάξω στο Βρετανικό Συμβούλιο, που είναι αντίστοιχο της… πώς τη λένε;

Της Alliance Française.
Ναι, μπράβο. Είπα, λοιπόν, Ο.Κ. και βρέθηκα στην Καλαμάτα. Ύστερα κατέβηκαν τα γερμανικά τανκς και αναγκαστήκαμε να το σκάσουμε με καΐκι για την Κρήτη. Κι εκεί, όμως, επαναλήφθηκε η ίδια ιστορία και τούτη τη φορά το φευγιό είχε προορισμό την Αίγυπτο!

Παρέλειψα, όμως, κάτι: την επίσκεψη του Μίλερ στην Ελλάδα, η οποία έγινε ανά­μεσα στη διαμονή σας στο Παρίσι και στον πόλεμο.
Ναι. Και είναι σημαντική, γιατί στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού εμπνεύστηκε τον Κολοσσό τού Μαρουσιού. Αυτό έγινε στο διάστημα εκείνο, που λεγόταν «ο αλλόκοτος πόλεμος»· οι Γάλλοι ήταν σε επιφυλακή στη γραμμή Μαζινό, οι Γερμανοί δεν επιτίθεντο κι όλο αυτό δημιουργούσε την ψευδαίσθηση ειρήνης, μιας ειρήνης εντελώς φανταστικής, αφού όλοι είχαν κηρύξει πόλεμο, αλλά κανείς δεν τον ξεκινούσε.

Αυτό ακριβώς προσδίδει στον Κολοσσό μια παράξενη χροιά· ακόμη και μέσα στο τόσο ιδιόμορφο έργο τού Μίλερ, τούτο το βιβλίο έχει έναν ιδιαίτερο απόηχο.
Ακριβώς, κι αυτό οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην ατμόσφαιρα της εποχής. Η διαμονή τού Μίλερ αυτή καθεαυτή υπήρξε αρκετά σύντομη: περίπου τέσσερις μήνες. Ο Χένρι, ωστόσο, γνώρισε γρήγορα τους πάντες στην Αθήνα. Πήγε και στην Κέρκυρα, όπου τον φιλοξένησε η οικογένειά μου, προτού και η ίδια αναχωρήσει για την Αγγλία. Όλα αυτά, όμως, γίνονταν σε ένα κλίμα πραγματικά γοητευτικό. Πόλεμος ή ειρήνη; Φανταστείτε ότι μπορούσαμε να τηλεφωνούμε στη Γερμανία, ενώ τα σύνορα ήταν κλειστά.

Εσείς, ως συγγραφέας, πώς προσλαμβάνατε τα γεγονότα (ή την απου­σία γεγονότων);
Με είχε συνεπάρει η επιρροή των Γερμανών στα Βαλκάνια και, καθώς μιλούσα πολύ καλά τα ελληνικά, συγκέντρωνα πληροφορίες γι’ αυτό το θέμα. Δεν μπορούσες, ωστόσο, να κάνεις πολλά πράγματα, γιατί ήταν ολοφάνερο ότι ήμασταν χαμένοι. Οπότε, τι έμενε; Ίσως η αυτοκτονία.

Μπορούσε κανείς να φανταστεί από τότε τον τρομερό εμφύλιο πόλεμο, που θα έστρεφε αργότερα Έλληνες εναντίον Ελλήνων;
Οι εκκεντρικοί κομουνιστές είναι αποτέλεσμα της επιρροής τού Σαρτρ και της γαλλικής κουλτούρας. Φοβόντουσαν. Όλοι οι διανοούμενοι είναι χέστες, όταν έρθει η ώρα τής δράσης. Εκτός από ανθρώπους σαν τον Μαλρό, ο οποίος όχι μόνο στρατεύτηκε, αλλά πολέμησε κιόλας. Μπορεί βέβαια να μεταστράφηκε, αλλά πολέμησε. Από τη στιγμή που λανσάρεις πολιτικές ιδέες, πρέπει να τις συνοδεύεις και με μέσα δράσης. Εγώ είμαι υπέρ των οδοφραγμάτων. Μέχρι και υπέρ των αριστερών.

Αν καταλαβαίνω καλά, λέτε ότι ο γάλλος διανοούμενος είναι αυτός που ωθεί τους άλλους στη δράση, χωρίς να δρα ο ίδιος;
Όχι, όχι. Δεν πρόκειται για γαλλικό χαρακτηριστικό. Είναι πανευρωπαϊκό και αμερικανικό, θα έλεγα. Εγώ πιστεύω ότι, όταν έχεις κάποιες ιδέες, πρέπει να αγωνίζεσαι γι’ αυτές. Οι διανοούμενοι της Δύσης αναγκάζουν πολύ συχνά τους ανθρώπους ή να αμύνονται ή να κυνηγούν χίμαιρες.




Κάποιες στιγμές σάς φαντάζεται κανείς κυνηγημένο από την Ιστορία – και τον Μίλερ ακόμη περισσότερο. Όταν αρχίζει η προέλαση των Γερμανών, ο Χένρι γυρνάει μέσα στο εξάγωνο της Γαλλίας σαν το λιοντάρι στο κλουβί· δεν ξέρει πού να πάει. Κι εσείς φαίνεστε διστακτικός στα γράμματά σας: «Δεν είναι ξεκάθαρο αν πρέπει να πάμε εδώ ή εκεί». Κάποια στιγμή σκέφτεστε την Αλβανία: «Σε περίπτωση που οι ιθαγενείς φτάσουν μέχρι εδώ», γράφετε, «έχω το σκάφος μου, έχω και το πιστόλι μου». Εδώ υπάρχει μια αρκετά ασυνήθιστη πλευρά περιπετειώδους μυθιστορήματος.
Ξέρετε, ούτε εγώ ούτε ο Μίλερ ήμασταν πολιτικά όντα, με τη διαφορά ότι εγώ είχα, τουλάχιστον, μελετήσει την κατάσταση από αυτήν την άποψη και μου ήταν ευκολότερο να προβλέψω τις δυσκολίες. Ο Χένρι, όμως, ήταν διαρκώς απών, χαμένος στις ονειροπολήσεις του. Μια μέρα, μάλιστα, του ήρθε η ιδέα να πάρει το τρένο και να πάει στο Βερολίνο, για να μιλήσει πέντε λεπτά με τον Χίτλερ και να τον πείσει να εγκαταλείψει τα στρατιωτικά του σχέδια! Ενώ ήταν παραπάνω από προφανές ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να συμβεί, ο Μίλερ επέμενε: «Αν καταφέρναμε να τον κάνουμε να γελάσει, όλα θα μπορούσαν να αλλάξουν».


Η αλήθεια είναι ότι εσείς και ο Μίλερ έχετε εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στη ζωή. Ο Μίλερ δεν αντιμετωπίζει την πραγματικότητα – θα έλεγε κανείς ότι δημιουργεί γύρω του το δικό του κόσμο, σύμφωνα με τις επιθυμίες και τις παρορμήσεις τής στιγμής. Εσείς, αντιθέτως, όταν βρίσκεστε αντιμέτωπος με ορισμένες σοβαρές έως δραματικές καταστάσεις, επιδεικνύετε ρεαλισμό.
Ήμουν υποχρεωμένος να το κάνω, στο βαθμό που είχα την ευθύνη μιας γυναίκας κι ενός παιδιού. Ο Χένρι, που ήταν άνθρωπος «μεγαλοπρεπής» με όλη τη σημασία τού όρου, είχε από καιρό απαρνηθεί κάθε ανάληψη ευθύνης· δεν είχε κανέναν να προστατέψει, πέρα από τον εαυτό του. Και από οικονομική άποψη, συμπεριφερόταν σαν ζητιάνος – κοντολογίς, δεν εντασσόταν στο πλαίσιο της κανονικής ζωής. Εγώ δεν μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο· ήμουνα νέος, πολύ ερωτευμένος με τη γυναίκα μου και πατέρας μιας όμορφης κορούλας. Μου ήταν αδύνατο να αποδεχθώ τις θυσίες, που ο Χένρι θεωρούσε τόσο απλές για τον ίδιο – σε ηλικία 48 ετών. Η περίσταση, λοιπόν, απαιτούσε από μένα ένα ελάχιστο σκέψης, προκειμένου να ταΐσω την οικογένειά μου και να τη βγάλω από μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση. Η Κρήτη βομβαρδιζόταν αδιάκοπα από τα στούκας· παρά τρίχα το νησί τής Αφροδίτης να γίνει ο τάφος μας. Για να φτάσουμε στην Αίγυπτο, απαιτήθηκαν και σωστοί υπολογισμοί και ψυχραιμία.


Εσείς βλέπατε τον κόσμο όπως ήταν: κατεστραμμένος, διασπασμένος και τό­σο ανακατεμένος, που τίποτε δεν ήταν βέβαιο, ούτε καν το χειρότερο. Ο Μί­­λερ, αντίθετα, δεν αντιλαμβανόταν επακριβώς το χάος στο οποίο έχει πε­ρι­πέσει ο κόσμος.
Γοητευόταν από την καταστροφή τής κοινωνίας, μόλις, όμως, συναντούσε ο ίδιος κάποια δυσκολία, παραπονιόταν με τρόπο αφόρητο. Ήταν ακριβώς σαν εκείνον τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι. Εγώ ήμουνα άνθρωπος πολύ μικρότερου μεγέθους, αλλά όφειλα να λειτουργώ σαν το λογιστή τού χωριού.

Και μόνο το πέρασμα από την Κρήτη στην Αίγυπτο ήταν ολόκληρη Οδύσσεια – έτσι δεν είναι;
Οι Γερμανοί είχαν συντρίψει τις γραμμές που κρατούσαν μόλις 15.000 άνθρωποι, χωρίς άρματα μάχης. Στην Αθήνα δεν είχαν μείνει ούτε καν 10 αεροπλάνα. Εκείνοι κατέφθασαν με μία μεραρχία τεθωρακισμένων – έπρεπε να αποσυρθούμε.

Η στάση στην Κρήτη ήταν σύντομης διάρκειας;
Ενάμιση μήνα, όχι περισσότερο. Ήμασταν πρόσφυγες. Τα πάντα ήταν ανάστατα και ρημαγμένα. Το λιμάνι ήταν γεμάτο βυθισμένα πολεμικά πλοία. Οι Γερμανοί έκαναν την επιδρομή στο νησί με εξαιρετική ταχύτητα: σε 15 μέρες. Και ήταν πιο σκληρή απ’ ό,τι στην Αγγλία. Προσπαθήσαμε να αναδιοργανωθούμε, αλλά μάταια. Οι δυνάμεις, που διαθέταμε στην Αίγυπτο, ήταν ελάχιστες, για να κρατήσουμε αυτόν τον τομέα. Ο φίλος μου ο Ντάντλι, που τον υπεραγαπώ, ήταν πιλότος και είχε τη βάση του στην Αίγυπτο μαζί με τέσσερα Χάρικεϊν. Τα καύσιμά του έφταναν μόνο για 10 λεπτά πτήσης πάνω από την Κρήτη. Έκανε, λοιπόν, τέσσερις φορές την ημέρα το δρομολόγιο ανάμεσα στο νησί και τη Βεγγάζη. Στο τέλος, τον κατέρριψαν οι Γερμανοί. Μέναμε σε ένα παράπηγμα, κάτω από τους βομβαρδισμούς· ευτυχώς, είχα μισό μπουκάλι ουίσκι. Βρισκόμασταν σε πλήρη σύγχυση και χωρίς εφόδια.

Τότε περάσατε στην Αίγυπτο.
Εκείνον τον καιρό ανήκα στο Φόρεϊν Όφις και είχα δικαίωμα μετάβασης στην Αίγυπτο, μαζί με τη γυναίκα και την κόρη μου, με πολεμικό πλοίο. Όλα, όμως, βρίσκονταν στον πάτο τής θάλασσας και δεν υπήρχε η παραμικρή ελπίδα διαφυγής, όταν εμφανίστηκε ένα καράβι, που κουμαντάριζαν κάποιοι μεθυσμένοι Αυστραλοί! Κατά τύχη, βρισκόμουν στο λιμάνι, όταν έκανε την είσοδό του αυτό το ιστιοφόρο. Στη λίστα των ανθρώπων, που θα έφευγαν, υπήρχε και το όνομά μου. Τους ρώτησα: «Πότε φεύγετε;». «Απόψε το βράδυ, αν δεν μας έχουν βυθίσει!» Στις επτά βρισκόμασταν εκεί, έτοιμοι για επιβίβαση. Στη διάρκεια του ταξιδιού μάς πολυβόλησαν και θα θυμάμαι πάντα αυτόν τον Αυστραλό, που ξυριζόταν ήρεμος, ενώ έπεφταν οι σφαίρες. Την επόμενη μέρα βγήκαμε στην Αλεξάνδρεια.


Από ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ [173-174] που θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα.

Απόδοση: ΘΩΜΑΣ ΣΚΑΣΣΗΣ


Ο συγγραφέας Λόρενς Ντάρελ (1912-1990) γεννήθηκε στην Ινδία, σπούδασε στην Αγγλία και για μια εικοσαετία έζησε σε διάφορες χώρες τής Μεσογείου (Ελλάδα, Αίγυπτος, Γιουγκοσλαβία), ώσπου να εγκατασταθεί, τέλος, στη Γαλλία. Το έργο, που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό, είναι το Αλεξανδρινό κουαρτέτο. Η συνέντευξη, απόσπασμα της οποίας δημοσιεύεται εδώ, εκδόθηκε από τον γάλλο δημοσιογράφο Μαρκ Αλίν το 1972. Ο Θωμάς Σκάσσης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Σπούδασε νομικά. Είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Έχει πάρει το κρατικό βραβείο μετάφρασης για τα μυθιστορήματα Η ακακία και Το τραμ, του Κλοντ Σιμόν. Τελευταίο του μυθιστόρημα είναι το Το ρολόι τής σκιάς (Πόλις, 2004).

Δεν υπάρχουν σχόλια: