Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

Οι ώμοι της μαρκησίας

-


του Εμίλ Ζολά


Το διήγημα αυτό περιέχεται στο τεύχος (169-170) του Δέντρου που κυκλοφoρεί. Το φιλοξενώ στο μπλογκ μου, γιατί το θεωρώ υπόδειγμα μινιμαλιστικής κομψότητας, ένα στυλιστικό κομψοτέχνημα.



Α΄


Η μαρκησία κοιμάται στο μεγάλο κρεβάτι της, πίσω από τις φαρδιές κίτρινες μεταξωτές κουρτίνες. Το μεσημέρι, στον καθάριο ήχο του εκκρεμούς, αποφασίζει ν’ ανοίξει τα μάτια της.

Το δωμάτιο είναι χλιαρό. Τα χαλιά και τα παραπετάσματα στις πόρτες και τα παράθυρα το μετατρέπουν σε μαλακή φωλιά όπου το κρύο δεν εισχωρεί. Ζέστη κι αρώματα είναι διάχυτα στο δωμάτιο όπου βασιλεύει αιώνια άνοιξη.

Μα μόλις η μαρκησία ξύπνησε για τα καλά, δείχνει να την έχει πιάσει ξαφνική αγωνία. Πετάει τα στρωσίδια από πάνω της και κτυπάει το κουδούνι για να ’ρθει η Ζιλί.

«Με φωνάξατε, κυρία;»

«Πες μου, μήπως άρχισε να λιώνει το χιόνι;»

Αχ, καλή μαρκησία! Με πόση συγκίνηση στη φωνή έκανε αυτή την ερώτηση! Η πρώτη της σκέψη πάει στο τρομερό κρύο, στον βοριά που δεν τον νιώθει, αλλά που θα πρέπει να πνέει με τόση δριμύτητα στις τρώγλες της φτωχολογιάς. Και ρωτάει αν έχει καλοσυνέψει ο ουρανός, αν μπορεί να νιώθει ζέστη χωρίς να νιώθει και τύψεις, χωρίς να σκέφτεται όλους εκείνους που τουρτουρίζουν.

«Μήπως άρχισε να λιώνει το χιόνι, Ζιλί;»

Η καμαριέρα τής δίνει το πρωινό πενιουάρ, που μόλις το ζέστανε μπρος στο τζάκι με τη δυνατή φωτιά.

«Α, όχι, κυρία, δε λιώνει. Απεναντίας, κάνει μεγαλύτερη παγωνιά. Πριν από λίγο βρήκαν σ’ ένα λεωφορείο έναν άντρα πεθαμένο απ’ το κρύο».

Τη μαρκησία την έπιασε παιδιάστικη χαρά· χτυπάει παλαμάκια φωνάζοντας:

«Τόσο το καλύτερο λοιπόν· το απομεσήμερο θα πάω να πατινάρω».



Β΄

Η Ζιλί τραβάει απαλά τις κουρτίνες ώστε το απότομο φέγγος να μην πληγώσει την τρυφερή όραση της μαρκησίας.

Η γαλαζωπή ανταύγεια του χιονιού κατακλύζει την κάμαρα με πολύ χαρούμενο φως. Ο ουρανός είναι γκρίζος, αλλά με ένα τόσο όμορφο γκρίζο χρώμα που θυμίζει στη μαρκησία μια μεταξωτή γκρι περλ τουαλέτα που φορούσε την προηγουμένη, στο χορό του Υπουργείου. Η τουαλέτα αυτή ήταν διακοσμημένη με άσπρη γκιπούρ, παρόμοια με τους σταλακτίτες του χιονιού που τους βλέπει στην άκρη των στεγών να διαγράφονται στον χλομό ουρανό.

Την προηγουμένη υπήρξε γοητευτική, με τα καινούργια της διαμαντικά. Είχε πέσει για ύπνο στις πέντε το πρωί. Γι’ αυτό νιώθει το κεφάλι της κάπως βαρύ. Όμως έχει καθίσει μπρος σ’ έναν καθρέφτη, και η Ζιλί της ανασηκώνει τον ξανθό χείμαρρο των μαλλιών. Το πενιουάρ γλιστράει, και οι ωμοπλάτες της απομένουν γυμνές ώς τη μέση της.

Ολόκληρη γενεά έχει ήδη γεράσει θαυμάζοντας τους ώμους της μαρκησίας. Από τότε που, χάρη στην κατίσχυσή τους, οι εύθυμης φύσεως κυρίες μπορούν να φορούν έξωμες τουαλέτες και να χορεύουν στα ανάκτορα του Κεραμεικού, περιέφερε τους ώμους της στο συνωστισμό των επίσημων σαλονιών, με μια συνέπεια που την έκανε ζωντανό σήμα κατατεθέν των θελγήτρων της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Χρειάστηκε βέβαια ν’ ακολουθήσει τη μόδα και ν’ αποκαλύψει τους ώμους της, πότε ώς το κάτω μέρος της μέσης της και πότε ώς τη ρίζα του λαιμού της· έτσι που η καλή μας η κυρία, από λακκάκι σε λακκάκι, παραχώρησε όλους τους θησαυρούς του μπούστου της. Δεν υπάρχει το παραμικρότερο σημείο της πλάτης και του στήθους της μαρκησίας που να μην είναι γνωστό από την πλατεία Μαντλέν ώς τη γειτονιά του Σεν Τομά ντ’ Ακέν. Οι ώμοι της μαρκησίας, γενναιόδωρα εκτεθειμένοι σε κοινή θέα, είναι ο ηδονικός θυρεός του βασιλείου.



Γ΄


Είναι, βέβαια, ανώφελο να περιγράψει κανείς τους ώμους της μαρκησίας. Είναι δημοφιλείς όπως τα γεφύρια του Σηκουάνα. Για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια απετέλεσαν μέρος των δημόσιων θεαμάτων. Αρκεί να διακρίνει κανείς το παραμικρότερο τμήμα τους, σ’ ένα σαλόνι, στο θέατρο ή αλλού, για ν’ αναφωνήσει: «Για δες, η μαρκησία! Αναγνωρίζω τη μαύρη ελιά στον αριστερό της ώμο».

Είναι άλλωστε εξαιρετικά όμορφοι οι ώμοι της, άσπροι, αφράτοι, προκλητικοί. Τα βλέμματα μιας ολόκληρης κυβέρνησης πέρασαν από πάνω τους, κάνοντάς τους πιο τορνευτούς, όπως οι πλάκες του πεζοδρομίου που τα πόδια του πλήθους τις λειαίνουν με τον καιρό.

Αν ήμουν ο σύζυγος ή ο εραστής της μαρκησίας, θα προτιμούσα να πάω να φιλήσω το κρυστάλλινο πόμολο του γραφείου ενός υπουργού, που το έχει φθείρει το χέρι των αιτούντων, παρά ν’ αγγίξω με τα χείλη τους ώμους αυτούς που από πάνω τους πέρασε η ζεστή ανάσα όλου του κοσμικού Παρισιού. Σαν σκέφτεται κανείς τις χίλιες δυο επιθυμίες που δονήθηκαν γύρω τους, αναρωτιέται με ποιον άργιλο χρειάστηκε η φύση να τους πλάσει ώστε να μη διαβρώνονται και να μη θρυμματίζονται όπως η γύμνια των αγαλμάτων, που εκτίθενται στον ανοιχτό αέρα των κήπων και που οι άνεμοι έφαγαν το περίγραμμά τους.

Η μαρκησία εντόπισε την αιδώ της αλλού. Έκανε τους ώμους της θεσμό. Και πώς πολέμησε για την κυβέρνηση της επιλογής της! Πάντοτε εν δράσει, παντού συγχρόνως, στα ανάκτορα του Κεραμεικού, στα Υπουργεία, στις πρεσβείες, στα σπίτια των απλών εκατομμυριούχων, επαναφέροντας τους αναποφάσιστους με χαμόγελα, στηρίζοντας το θρόνο με τ’ αλαβάστρινα στήθη της, δείχνοντας τις μέρες κινδύνου υπέροχες κρυφές γωνίτσες, πιο πειστικές από τα επιχειρήματα των ρητόρων, πιο αποφασιστικές από τα ξίφη των στρατιωτών, και απειλώντας για να κλέψει μιαν ψήφο, να ψαλιδίσει τα ζιπούνια της μέχρι που τα πιο αδυσώπητα μέλη της αντιπολίτευσης να παραδεχτούν πως πείστηκαν.

Οι ώμοι της μαρκησίας παρέμειναν παντοτινά ανέπαφοι και νικητήριοι. Σήκωσαν έναν ολόκληρο κόσμο πάνω τους δίχως ούτε μία ρυτίδα να ’ρθει να ραγίσει το άσπρο μάρμαρό τους.



Δ΄

Το απόγευμα εκείνο, μόλις βγήκε η μαρκησία από τα χέρια της Ζιλί φορώντας μια υπέροχη πολωνέζικη τουαλέτα, πήγε να κάνει πατινάζ. Πατινάρει με αξιολάτρευτο τρόπο.

Στο δάσος της Βουλώνης το κρύο ήταν δριμύτατο· το ξεροβόρι έκανε να τσούζουν τα χείλη και η μύτη των κυριών, σαν να είχε φυσήξει ο άνεμος λεπτή άμμο στο πρόσωπό τους. Η μαρκησία γελούσε, τη διασκέδαζε που κρύωνε. Πότε πότε πήγαινε να ζεστάνει τα πόδια της στα ποδοπύραυνα που ήταν αναμμένα στις όχθες της λίμνης. Ύστερα επέστρεφε στον παγωμένο αέρα, πετώντας σαν το χελιδόνι που περνάει ξυστά πάνω από το έδαφος.

Αχ, τι ωραία διασκέδαση και τι ευτυχία που δεν άρχισε ακόμη να λιώνει το χιόνι! Η μαρκησία θα μπορεί να πατινάρει ολόκληρη τη βδομάδα.

Επιστρέφοντας η μαρκησία, είδε σ’ έναν παράδρομο των Ηλυσίων Πεδίων μια ζητιάνα να τουρτουρίζει στη βάση ενός δέντρου, μισοπεθαμένη από το κρύο.

«Η δύστυχη», μουρμούρισε η μαρκησία θυμωμένα.

Και ενώ η άμαξα έτρεχε πολύ γρήγορα, καθώς η μαρκησία δεν μπόρεσε να βρει το πουγγί της, έριξε στη ζητιάνα το μπουκέτο της, ένα ματσάκι από λευκές πασχαλιές, που κόστιζε πέντε ολόκληρα λουδοβίκεια.


Απόδοση για το «Δ»: ΦΟΙΒΟΣ Ι. ΠΙΟΜΠΙΝΟΣ


Ο Εμίλ Ζολά (Παρίσι, 1840-1902) θεωρείται ο πατέρας αλλά και ο κυριότερος εκπρόσωπος του γαλλικού νατουραλισμού. Επιπλέον, πήρε ενεργό μέρος στην πολιτική. Από το 1869 ώς το 1893 συνέγραψε όλα σχεδόν τα μυθιστορήματά του ως τμήματα μιας σειράς που ονόμασε Ρουγκόν-Μακάρ. Φυσική και κοινωνική ιστορία μιας οικογένειας στην Β΄ Αυτοκρα­τορία. Μερικά από τα έργα του: Το ανθρώπινο κτήνος, Η ταβέρνα, Τα μυστήρια της Μασσαλίας, Νανά, Ζερμινάλ.

· Τίτλος πρωτοτύπου: «Les épaules de ma marquise». Το πεζογράφημα αυτό ήταν το πέμπτο κατά σειρά της συλλογής διηγημάτων Nouveaux contes à Ninon

· [Νέα διηγήματα προς τη Νινόν], που πρωτοκυκλοφόρησε τον Μάιο του 1874. Η παρούσα μετάφραση βασίζεται στον τόμο: Zola, Contes et nouvelles 1 (1864-1874), G.F. Flammarion, Paris 2008, σσ. 209-212.

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Γιατί, αλήθεια, δαπανάμε τον πολύτιμο και ελάχιστο χρόνο μας διαβάζοντας την κάτω του μετρίου ελληνική παραγωγή πεζογραφίας;
Κι ακόμη, να κάνω μια πιο τολμηρή ερώτηση. Γιατί ένα σοβαρό περιοδικό να φιλοξενεί το έξοχο διήγημα του Ζολά σε ένα Αφιέρωμα για τον Ρίτσο και να μην φιλοξενείται ένα καλό ποίημα του Ρίτσου σε αφιέρωμα για τον Ζολά. Απαντώ ο ίδιος. Δεν το επιτρέπουν τα ανύπαρκτα κριτήρια του αναγνωστικού κοινού. Δεν θα ενδιέφερε κανέναν!

Γ.Γ Σχινάς

Ανώνυμος είπε...

Δαπανάμε τον πολύτιμο και ελάχιστο χρόνο μας μήπως και βρούμε τίποτα καλό, έχουμε μάλλον τη μανία του χρυσοθήρα που ψάχνει σε λάθος μέρος αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Καλά πράγματα πάντα μπορούν να προκύψουν.

ρ.

Γ.Π. είπε...

Ένα πολύ ωραίο διήγημα. Οικονομία και υπαινικτικός λόγος, σε μια απλή και απλά αφηγημένη ιστορία.

Τολμώντας μιαν απάντηση στον πρώτο εκ των δύο ανωνύμων, θα έλεγα το εξής:

Έχετε, άραγε, γνωρίσει κάποιον αρχιτέκτονα ο οποίος δεν ενδιαφέρεται για τα κτήρια της περιοχής του; Όχι απαραίτητα γιατί είναι τα καλύτερα (εξυπακούεται πως δεν είναι), αλλά διότι περιβάλλεται απ' αυτά, ζει μέσα σ'αυτά. Τον αφορούν και τον επηρεάζουν. Έχουν μερίδιο ευθύνης στην καθημερινή του λύπη (ή χαρά).

Άλλωστε, το "Δέντρο" δεν απευθύνεται σε αναγνωστικό κοινό με "ανύπαρκτα" κριτήρια. Τουναντίον. Θα το γνωρίζετε από την προσωπική σας εμπειρία ως αναγνώστης του περιοδικού.

Γ.Π.

Ανώνυμος είπε...

Ξέρω πως "Το Δέντρο" έχει αναδείξει πολλούς νέους συγγραφείς στα τριάντα χρόνια εκδόσεως του. Όμως το έχω συνδέσει κυρίως με θαυμάσια και απροσδόκητα κείμενα ξένης λογοτεχνίας, άλλοτε καλά μεταφρασμένης, κάποιες φορές όχι. Η νέα ανάρτησή σας μου θυμίζει ανάλογα διαβάσματα παλιών τευχών.

Θέλω να δω και το αφιέρωμα στο Ρίτσο. Στην επαρχία δεν ήρθε ακόμα.

Α.ΒΑΡ.

Costas Mavroudis είπε...

Θα υπάρχει στην επαρχία (Πρακτορείο Ευρώπη) από τις 20 Ιουλίου.

Κ.Μ.