Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Και πάλι για την "Αθανασία των σκύλων"

Δεν ξέρω αν κάποιος έχει υπομονή να τη διεξέλθει (είναι 1200 λέξεις), αλλά σε μένα η προσέγγιση αυτή στην "Αθανασία των σκύλων" προξενεί αίσθημα χαράς και ευθύνης, χωρίς υπερβολή, σαν να προτοεμφανίζομαι στα γράμματα. Υποδειγματικά ουσιαστική ανάγνωση. Ανιχνεύει την ιστορικότητα των σελίδων σε σχέση με ένα μεγάλο μυθιστόρημα, τον "Γατόπαρδο". Προέρχεται από την παρουσίαση (Νοέμβριος 2015) στο βιβλιοπωλείο "Πλειάδες", και μόλις σήμερα  βλέπω το κείμενο. Μάρκος Καρασαρίνης, ιστορικός και δημοσιογράφος. Αυτός που διαβάζει στη φωτογραφία.


ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

«Η αμεριμνησία της φύσης για τα ανθρώπινα» είναι η καταληκτική φράση του πρώτου κειμένου της Αθανασίας των σκύλων, μιας βινιέτας που δια της τέχνης (ζωγραφικής, κινηματογράφου, επικαίρων) διαπιστώνει την επίμονη παρουσία των τετραπόδων στα ανθρώπινα από την ισπανική αυλή του 16ου αιώνα όπως αποτυπώνεται στο «Las Meninas» του Βελάσκεθ ως την άφιξη του Οθωνα στην Ελλάδα και την επίσκεψη του Τσόρτσιλ στο Φούλτον του Μισούρι το 1946 προκειμένου να εκφωνήσει τον διάσημο λόγο του για τη διαίρεση της Ευρώπης από ένα «σιδηρούν παραπέτασμα». Ως αφετηρία, καλεί τον αναγνώστη να προσθέσει τους δικούς του συνειρμούς σε ό,τι θα μπορούσε να εξελιχθεί σε απέραντο καμβά. Συνειρμικά λειτουργώντας, θυμήθηκα κι εγώ τον σκύλο που στην εναρκτήρια σκηνή του κλασικού γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε "Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος" διασχίζει επί 10 δευτερόλεπτα το σκονισμένο τοπίο μιας εγκαταλειμμένης πόλης της Αγριας Δύσης με σκυμμένο κεφάλι, κινούμενος από τα δικά του ένστικτα και ακολουθώντας τη δική του νομοτέλεια, ανύποπτος για την ανθρώπινη βία που πρόκειται να ξεσπάσει σε λίγο.

Νομίζω ότι ο πιο πρόσφορος τρόπος να σκεφτεί κανείς για ένα βιβλίο είναι να το διαβάσει και κατόπιν να το αφήσει να κατασταλάξει μέσα του για κάποιο χρονικό διάστημα. Έπειτα, να αναζητήσει το αποτύπωμα της μνήμης: να δει ποιες από τις εικόνες συγκράτησε, ποια σχήματα αναδύονται στην επιφάνεια, πως αυτά συνδέονται μεταξύ τους, ποιο είναι το κοινό νήμα που τα διατρέχει και τους προσδίδει συνοχή. Από το πλήθος των αφηγήσεων, των χαρακτήρων, των περίτεχνων λεπτομερειών που αφθονούν στις μόλις 200 σελίδες του κειμένου, διαπίστωσα ότι καίρια θέση είχαν για μένα όσον αφορά την κατανόηση του πνεύματος της "Αθανασίας" δύο ιστορίες που ο Κώστας Μαυρουδής αντλεί επιχρωματίζοντας ελαφρά με μερικά σχόλια από τον "Γατόπαρδο" του Τζιουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα. Σε αυτό το μείζων μυθιστόρημα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αγαπημένο σε πολλούς ιστορικούς για τη θέαση των ιστορικών γεγονότων που υποδεικνύει, ο Λαμπεντούζα τοποθετεί τη δράση στη Σικελία στα 1860, έτος της ένωσης της Ιταλίας.
Καταγράφει την παρακμή και πτώση μιας ολόκληρης τάξης πραγμάτων μέσα από τα μάτια του Πρίγκηπα Ντον Φαμπρίτσιο Σαλίνα. Η φράση που θεωρείται κλειδί της ανάγνωσης του "Γατόπαρδου" («πρέπει όλα να αλλάξουν για να μην αλλάξει τίποτα») λέγεται πολύ νωρίς και στην ουσία δεν αποτελεί τόσο αποδεικτικό στατικής αντίληψης της Ιστορίας όσο γέφυρα δια της οποίας επικοινωνεί το παλιό με το καινούργιο, ο Ντον Φαμπρίτσιο με τον ανιψιό του, Τανκρέντι, το παρελθόν των Βουρβώνων βασιλέων με το μέλλον του εθνικού κράτους της Ιταλίας συνενωμένου υπό τον μονάρχη του Πεδεμοντίου.

Τα στιγμιότυπα που επιλέγονται στην Αθανασία έχουν να κάνουν το πρώτο με ένα κυνήγι στο οποίο ο αφηγητής αναγνωρίζει στην έκφραση του Ντον Φαμπρίτσιο τον «αμφιθυμικό διχασμό ανάμεσα στον θρίαμβο και την ανάγκη για εξιλέωση» που έχει δει σε ένα χάλκινο γλυπτό δύο κυνηγόσκυλων και ενός νεκρού ελαφιού στο πάρκο του Foro Italico της Ρώμης «κάποιο βροχερό απόγευμα του ‘70», το δεύτερο με τον Μπεντικό, τον σκύλο του πρίγκηπα ο οποίος τον συνοδεύει σε διάφορα επεισόδια του μυθιστορήματος. «Ο Μπεντικό», γράφει ο Λαμπεντούζα, «είναι μια ευτυχισμένη, αινιγματική ύπαρξη, ανίκανη να δημιουργήσει στενοχώριες». Ο Ντον Φαμπρίτσιο θα τον ανακαλέσει μάλιστα στη μνήμη του στις τελευταίες του στιγμές: «ο Μπεντικό, που είχε τόσο γούστο με τα τρελοκαμώματά του». Έτσι, ο σκύλος, παρών στην πρώτη σκηνή του μυθιστορήματος, τελικά το διατρέχει ολόκληρο, καταλήγοντας στην ακροτελεύτια σκηνή, 27 χρόνια μετά το θάνατο του πρίγκηπα, να συμβολίζει το τελευταίο ίχνος των πραγμάτων που παρέρχονται, από το μακροσκοπικό στο μικροσκοπικό επίπεδο: η Ιταλία με την οποία άνοιξε το έργο είναι πλέον μια άλλη χώρα, ο πρωταγωνιστής Ντον Φαμπρίτσιο δεν υπάρχει πια και ο σκύλος του που είχε βαλσαμωθεί φέρνει στη μεσήλικη κόρη του πικρές μνήμες, διατάζει λοιόν τους υπηρέτες να τον πετάξουν στην αυλή για να τον πάρει ο σκουπιδιάρης. Το παρελθόν χάνεται από το οπτικό μας πεδίο, η γαλήνη των πραγμάτων επανέρχεται, «ακίνητων μέσα σ’ ένα σιωπηλό στρώμα γκρίζας σκόνης».

Η συνομιλία του Κώστα Μαυρουδή με τον "Γατόπαρδο" παραπέμπει σε μια συζήτηση περί φθοράς και αφθαρσίας, περί απώλειας και αναπόλησης, περί του χρόνου των ανθρώπων και του φευγαλέου των εντυπώσεων. Συχνά στις ιστορίες της Αθανασίας των σκύλων συναντά κανείς αυστηρά καθορισμένα χρονικά σημεία: «στις 3 Ιουλίου 1958» ένας ηλικιωμένος κύριος φτάνει για διακοπές σε ένα νησί του κεντρικού Αιγαίου, «το καλοκαίρι του 1957» ένας μαθητής του δημοτικού σχολείου ταξιδεύει με τους γονείς του από την επαρχιακή πόλη που ζει στην Αθήνα, ένας άλλος ταξιδιώτης φτάνει με το Μετρό στον Gare de Lyon «αργά το βράδυ», «ήταν μόλις 10 ημερών ο Ιανουάριος του ‘79». Κάθε μία από αυτές τις βινιέτες αποκτά την επιπλέον διάσταση της ακριβούς ενθύμησης, άλλοτε ως υπογράμμιση αυτών που θα ακολουθήσουν, άλλοτε ως κανάλι επικοινωνίας με το κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής: «οι ανησυχητικές συμπεριφορές του Τέλη άρχισαν το ’63 στη Γαλλία. Ό,τι σκεπτόταν το έβρισκε σε κείμενα άλλων, του έκλεβε, έλεγε, τις ιδέες ο Αξελός». Δεύτερο χωρίο: «Στο Παλάτσο Μάουρο ντε Αντρέ της Ραβένας, στις 23 Ιουλίου του 2000 παρουσιαζόταν η “Ενάτη” του Μπετόβεν». Μεταξύ των επίδοξων ακροατών, «κοσμικοί μεσήλικες με ταξική λάμψη, μόλις τότε εμφανιζόταν ο νέος συρμός με τα τεράστια ρολόγια στον καρπό». Τρίτο χωρίο: «Η προεκλογική συγκέντρωση (Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 1952) θα ήταν επιβεβαίωση νίκης»: το διήγημα που αφορά τα πρόσωπα μιας φωτογραφίας πενήντα χρόνια μετά τη λήψη της χρησιμοποιεί ως φόντο την τελευταία προεκλογική συγκέντρωση του Νικόλαου Πλαστήρα. Αυτό το εκάστοτε παρελθόν γίνεται αντικείμενο αναστοχασμού είτε από τον αφηγητή της ιστορίας είτε από τον ίδιο τον συγγραφέα, άλλοτε με την αίσθηση της απόστασης στο προσκήνιο που δημιουργούν (η τελευταία επιθυμία ενός ηλικιωμένου κομμουνιστή που συνηθίζει να λέει «αυτός είναι ο ρους της Ιστορίας, δεν υπάρχει πίσω» προτού πεθάνει, στις 6 Μαρτίου 1977, είναι να φτάσουν στα χέρια του αφηγητή δύο σπάνια κινέζικα κεντήματα, ένα με την κεφαλή του Μαρξ, ένα με μια συμβολική σκηνή της διαδοχής του Λένιν από τον Στάλιν), άλλοτε με αληθοφανές χιούμορ (οι 17 σκύλοι που ποζάρουν ο καθένας με ένα γράμμα στο περιλαίμιό του για να σχηματίσουν το ονοματεπώνυμο του Πλαστήρα στη φωτογραφία του διηγήματος που προαναφέραμε δεν απέχουν καθόλου από αληθινές ιστορίες κομματαρχικής τρέλας – το 1902, για παράδειγμα, όταν ο Γεώργιος Θεοτόκης, διάδοχος του Χαρίλαου Τρικούπη στην ηγεσία του τρικουπικού κόμματος, επισκέπτεται τη γενέτειρά του, Κέρκυρα, οπαδοί του λύνουν τα άλογα της άμαξας που πρόκειται να τον μεταφέρει, ζεύονται εκείνοι στη θέση τους και πηγαίνουν έτσι τον αρχηγό ως την πόλη), πάντοτε με την παρουσία ενός σκύλου ως οικείου δαίμονα / αγαθοδαίμονα.

Και νομίζω ότι αυτή την αίσθηση του παρελθόντος, κοινή πιστεύω τόσο στον Μαυρουδή όσο και στον Λαμπεντούζα, εκφράζει ένα απόσπασμα του "Γατόπαρδου",το οποίο θα μπορούσε να ήταν μέρος της Αθανασίας, έστω κι αν δεν περιέχει σκύλο: «χρόνια τώρα, δεκάδες χρόνια, ένιωθε να διαρρέι από μέσα του, αργά, αδιάκοπα, το ζωϊκό ρεύμα, η ικανότητα να υπάρχει, η ζωή με μια λέξη, ίσως ακόμα και η θέληση να ζει. Κάτι σαν τους κόκκους της άμμου, που ξεγλιστρούν, ένας ένας, αβίαστα και ασταμάτητα απ’ το στενό στόμιο αμμωτού ρολογιού. Ορισμένες στιγμές εντατικής δραστηριότητας, προσεχτικής απασχόλησης, αυτό το συναίσθημα, πώς κάτι παραχωρούσε αδιάκοπα, εξαφανιζότανε για να ξαναεμφανιστεί, αμείλιχτο, με την ελάχιστη ευκαιρία, με την ελάχιστη σιωπή, με την ελάχιστη απόπειρα ενδοσκόπησης. Ήταν σαν ένα αδιάκοπο βούισμα των αυτιών, σαν το τικ-τακ ρολογιού του τοίχου, που επιβάλλονται όταν όλα σωπαίνουν – και που ξέρεις πως πάντα παραμονεύουν, άγρυπνα, ακόμα κι όταν δεν τ’ ακούς».

Σχόλια
Costas Mavroudis

Γράψτε ένα σχόλιο...

Δεν υπάρχουν σχόλια: