Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Πώς διαβάζουμε [Κείμενο, κριτήρια, ψευδείς Κανόνες]




Το editorial από το τεύχος 195-196 του ΔΕΝΤΡΟΥ, το οποίο κυκλοφορεί από σήμερα.

ΠΑΡΑ ΤΙΣ ΑΡΧΙΚΕΣ ΤΟΥ επιφυλάξεις για ένα αφιέρωμα με θέμα την «Παραλογοτεχνία» και όσα φαινόμενα συνδέονται με αυτήν, το «Δ» αποφάσισε να συζητήσει για το συγκεκριμένο αντικείμενο.

Ο ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣ ΕΙΧΕ να κάνει με το πόσο παρούσα αλλά ασαφής και ρευστή είναι η συγκεκριμένη έννοια, την οποία χονδρικά θα ορίζαμε ως πρόταση του αυτονόητου, συνθήκη άπνοιας των ιδεών («συγγραφείς χωρίς ιδέες εναλλάσσονται με συγγραφείς χωρίς στιλ», έγραφε ο Μπαλζάκ), περιοχή κοινών τόπων, εξομολογήσεων ή αισθηματολογίας. Θα ορίζαμε ακόμα την παραλογοτεχνία ως πεδίο που δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια μιας δοκιμασμένης πνευματικότητας και έντεχνων αξιών. Η πραγματική λογοτεχνία κοιτάζει εκείνο για το οποίο μένει ξένη και απαθής η παραλογοτεχνία. Θελήσαμε, λοιπόν, να δούμε την παραλογοτεχνία όχι ως ειδολογική κατηγορία, περιοχή ελαφρότερων ειδών μυθοπλασίας (αστυνομικό, επιστημονική φαντασία, ροζ, κ.λπ.), αλλά κυρίως ως έκφραση συμπεριφορών συγγραφέων και κοινού, ως συζήτηση γύρω από το κλίμα μιας καθόλου απαιτητικής αγοράς και των συζητήσιμων κριτηρίων της, όπως θα βλέπαμε την πρωτογένεια εκείνου που θαυμάζει ως γλυπτική τα κέρινα ομοιώματα της Τισό.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ περιφερειακός κόσμος απέναντι σ’ αυτόν του λογοτεχνικού έργου και του έγκυρου αισθητηρίου. Μπορούμε μάλιστα να υποστηρίξουμε ότι πιθανόν το μεγαλύτερο μέρος των αναγνωστών δεν χρειάστηκε ποτέ την αρωγή της πραγματικής λογοτεχνίας, τη σωτήρια ή καταραμένη συνάντηση μ’ αυτήν, δεν υποψιάστηκε ότι εκείνο που παρακολουθεί δεν είναι ο συγκεκριμένος κώδικας, τα στοιχεία ενός αυτόνομου κόσμου.

Ο ΜΕΣΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ είναι μνημείο ταύτισης. Αχειραγώγητος από την ειδική καλλιέργεια, περνά από την αθωότητα στον συναισθηματισμό. Οι χαρακτήρες που συναντά στο ανάγνωσμα είναι πάντα αυτός ο ίδιος ή μοιάζουν με τα πρόσωπα που ακούει και βλέπει γύρω του. Ανάμεσα στο κείμενο και σ’ αυτόν είναι εξαιρετικά σπάνια οποιαδήποτε δημιουργική σχέση, στροφή στα ενδότερα, «διαστολή του εαυτού», που έλεγε ο Μπλουμ. Δεν επικοινωνεί με καμιά ετερότητα, αφού βρίσκεται απέναντι σε μια περίπου αυτοβιογραφική συνθήκη. Το κείμενο κι ο αναγνώστης του έχουν κοινό κέντρο, οι διάλογοι των προσώπων είναι δική του πείρα, οι πράξεις τους είναι προβλέψιμες καθημερινές συμπεριφορές. Εισπράττει από ένα ταμείο που πληρώνει ο ίδιος.

ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΟΜΩΣ για τον συγγραφικό ρόλο και το κλίμα που είχαμε κατά νου να παρακολουθήσουμε. Τον οιονεί σοβαρό δημιουργό, που ο φιλότεχνος ζήλος για την ποίηση (κυρίως αυτή είναι η κινητική και κρίσιμη περιοχή) οδηγεί σε διαφόρων εμπνεύσεων εκδηλώσεις, ποικιλώνυμα φεστιβάλ, ομηγύρεις και συλλόγους, απαγγελίες από εξέδρες, ανάμειξη σε πολιτικές ή άλλες θεσμικότητες, και τέλος μεταβάλλει το ενδιαφέρον σε δημόσιο γεγονός ταυτισμένο με την αγορά, γοητευμένο από μια ανώδυνη εξωστρέφεια.

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΔΙΕΦΕΡΕ ήταν να δούμε το ηθογραφικό κομμάτι της παραλογοτεχνίας ως μια καλόπιστη παρωδία που κυκλοφορεί νόμιμα και συχνά πειστικά. Όχι βέβαια μόνο ως ένα παιχνίδι ηθών, αλλά και ως ζήτημα για το πώς σ’ αυτή την πλημμυρίδα γραφής, βραβείων, προβολής, προσωπικών μας σχέσεων και αλληλοεπιβεβαιώσεων, αντιστέκονται τα κριτήρια, ποιο αισθητήριο κοιτάζει στα μάτια τον Κανόνα που γίνεται υποχρεωτική αξία και ευλάβεια. Γνωστά πράγματα θα πείτε. Αιώνες πριν διατυπώθηκε με τον αναγκαίο σαρκασμό πως «κάθε κείμενο εμφανίζεται για να παρερμηνευτεί», ή ότι «πάντα υπάρχει ένας αναγνώστης για κάθε έργο». Απλώς το ιδιαίτερο στη δική μας συγκυρία είναι ότι αυξάνεται ένας αριθμός αναγνωστών καλοπροαίρετος, ανύποπτος, χωρίς να υπολογίζει ή αγνοώντας τα μεγάλα πρότυπα.

ΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΝΑΦΕΡΘΗΚΑΝ κυρίως στα κλασικά ζητήματα των ειδών, στον χαρακτήρα της ερμηνείας και της ανάγνωσης και λιγότερο στις εικόνες και τα ανεκδοτολογικά γνωρίσματα της αγοράς μας. Η αστοχία των αρχικών μας προθέσεων δεν ήταν αρνητική. Έδωσε μάλιστα εξαιρετικά κείμενα και βοήθησε, πιστεύουμε, να δημιουργηθεί η πλατφόρμα όπου μπορούν να βασιστούν μεταγενέστερες σταθμίσεις και να αναδιατυπωθούν μόνιμες απορίες. Πώς για παράδειγμα μια χώρα, χωρίς κανόνες στο βίο και στα ήθη της, μπορεί να σταθεί απέναντι στο ζήτημα της εσωτερικής πειθαρχίας που είναι το έργο τέχνης, πώς μια απόλυτα εξωστρεφής ζωή μπορεί να συναντηθεί με το βάθος που προϋποθέτει ο πνευματικός βίος, πώς ένας τόπος χωρίς δημόσια εικόνα, μνημείο αμορφίας, μπορεί να καλλιεργεί αγωγές για την πρόσληψη του αυθεντικού ή του υψηλού.

ΟΙ (ΠΑΡΑ)ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ κάποτε είναι τόσο κραυγαλέες που δεν χρειάζεται καμιά δικαιολογία ή επίκριση. Το πρόβλημα παρουσιάζεται –να το τονίσουμε–, όταν το φαινόμενο αποδιαρθρώνει εντελώς τα κριτήρια. Η ισοπέδωση ή το έλλειμμά τους είναι ένα σταθερό σημείο για να ξεκινήσει η συζήτηση














Δεν υπάρχουν σχόλια: