Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Ενα δωμάτιο με καπνούς

"Η τακτική δεκαπενθήμερη συνεργασία μου στο ΕΘΝΟΣ του Σαββάτου, 13 Απριλίου 2013



Δεν διακρίνεται πάντα το όριο ανάμεσα στην κριτική και τη μεμψιμοιρία. Η δυσαρέσκεια συχνά μιλάει σαν γκρίνια. Ωστόσο το ενοχλημένο βλέμμα δεν κρύβεται. Ζήσαμε σε μια χώρα που από την αρχή της ήταν πείραμα. Εκείνοι (ξένοι και ημεδαποί) που αποφάσισαν τη δημιουργία της σχεδίασαν στο κενό τον χάρτη της συντεταγμένης ζωής. Η ζύμωση του αιώνα, η εκατονταετία, είναι ανεπαρκής για τις κοινωνικές ωριμάνσεις, εκτός αν υπάρχει η δάνεια παράδοση, όπως η αγγλοσαξονική στην Αμερική ή η ευρωπαϊκή του Ισραήλ.
Στις προηγούμενες «Αντιθέσεις» μίλησα για την άμορφη Αθήνα του '50 και του '60, καθώς και την ασχεδίαστη γένεσή της. Ελεγα πως μολονότι η άρχουσα τάξη και εξουσία είχε πεπαιδευμένους εκπροσώπους και άνεση χειρισμών, η εικόνα που δημιούργησε είναι αξιοθρήνητη και δυσοίωνη. Πολιτισμός είναι ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τον δημόσιο χώρο κι αυτό που εκδηλώνουμε εκεί.
«...Η Αθήνα με τον ανεκδιήγητο σταθμό Λαρίσης. Είναι ο μόνος σταθμός στην Ευρώπη όπου δεν μπορείς ούτε να περπατήσεις ούτε να σταθείς. Ενας ξένος έδωσε τις αποσκευές του, αλλά πού θάμενε μέχρι να μπει στο βαγόνι; Αίθουσα δεν υπάρχει. [...] Οι ταξιδιώτες στριμώχνονται σ' ένα δωματιάκι γεμάτο καπνούς, χνώτα κι οξύτατη μυρωδιά ανθρωπίλας. Ο ξένος αρνήθηκε να μπει σ' αυτό το κοτέτσι. Ρώτησε πού είναι το μπαρ του σταθμού. Του έδειξαν την πόρτα: «Καφενείον». [...] Ζήτησε να φάει κάτι. Το γκαρσόνι τον τράβηξε απ' το χέρι. «Βλέπεις το μαγέρικο, απέναντι; Εχει τζιεράκια. Τώρα τα τηγάνισε». «Εσείς δεν έχετε τίποτα»; «Πώς δεν έχουμε». «Φασκόμηλο, χαμομήλι, σάντουιτς με μορταδέλα». Ο ξένος κάθισε με ύφος απογνώσεως. Πόσο θα νοσταλγούσε αυτό το βράδυ τα μπαρ της πατρίδας του. Την άνεση, τα καλοβαλμένα γκαρσόνια [...] Πριν από χρόνια είχα ρωτήσει για την εγκατάλειψη. Μου απάντησαν ότι είναι έτσι γιατί θα κτιστεί ο μεγάλος σταθμός. Την ίδια απάντηση, είμαι βέβαιος, θα μου δώσουν και μετά από δέκα χρόνια». («Ελευθερία», 7.3.1959)
Η γνωστή φράση «Πάντα κάπου αλλού είναι καλύτερα» θέλει να εμφανίσει τη δυσανεξία μας σαν πλήξη. Δεν είναι έτσι. Τα μισά μας λόγια, καθημερινά, είναι κάποιο είδος ελέγχου, άμουσου δυστυχώς, χωρίς τη ραφινάτη οξυδέρκεια. Το λέω γιατί καθώς η ενόχληση είναι η δαπάνη μας για το ασήμαντο, οδηγεί συχνά σε έκφραση πληθωριστική. Η κριτική πρέπει να ξέρει να πληρώνει το αντικείμενό της μ' αυτό που αξίζει. Δείχνοντας πάντα την υπεροχή του ταμείου της.

Κ.Μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: