Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Τα γωνιακά σπίτια του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

Τα γωνιακά σπίτια του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

του Μάριο Βάργκας Γιόσα


Το κείμενο που ακολουθεί θα δημοσιευθεί σε ένα από τα προσεχή τεύχη του Δέντρου.


Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι έζησε σε πολλά, ανόμοια μεταξύ τους, σπίτια και σε πολλές, διαφορετικές μεταξύ τους τοποθεσίες- ποτέ δεν έζησε περισσότερο από τρία χρόνια στην ίδια περιοχή– και είχε πάντοτε την έμμονη συνήθεια να κατοικεί σε γωνιακά διαμερίσματα, με τα παράθυρά τους να έχουν θέα σε δύο δρόμους, και να είναι κοντά σε μια εκκλησία, ώστε να μπορεί να ακούει τις καμπάνες: αυτή η μουσική καταπράυνε το πνεύμα του. Το τελευταίο σπίτι, όπου έζησε και πέθανε το 1881, λίγους μήνες πριν συμπληρώσει τα εξήντα, ανάμεσα στην Προσπεκτίβα Κουζνέκνυ και την παλιά οδό Γιάμσκαγια, σήμερα οδό Ντοστογιέφσκι, ικανοποιούσε όλες αυτές τις απαιτήσεις του. Ακόμα και σήμερα όσοι το επισκέπτονται μπορούν να ακούσουν τους χτύπους της καμπάνας της ορθόδοξης εκκλησίας του Βλαδίμηρου, εκεί κοντά, να καλούν τους πιστούς σε προσευχή.

Αυτή η περιοχή της Αγίας Πετρούπολης, γνωστή ως η «συνοικία των αγορών», είναι σήμερα γεμάτη Τσετσένους και άλλους φτωχούς αλλοδαπούς και γι' αυτό το λόγο θεωρείται επικίνδυνη για τους τουρίστες. Όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά το σπίτι, πριν σαράντα χρόνια, ήταν ένα μέρος μάλλον καταθλιπτικό και μοναχικό, πολύ διαφορετικό από αυτό που είναι σήμερα, θορυβώδες, λαϊκό, πολυφυλετικό, ιδιαίτερα ζωντανό. Τότε δεν υπήρχε το μουσείο με τις αναπαραστάσεις των έξι δωματίων στα οποία είχαν μετακομίσει ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, η Άννα Γκριγκόρεβνα και τα παιδιά τους Λιούμποβ και Φιοντόρ, τον Οκτώβρη του 1878, για να ξεφύγουν από το διαμέρισμα όπου είχε πεθάνει ο μικρός Αλεξέι: Αυτή ήταν, ίσως, η πιο μεγάλη από τις πολλές τραγωδίες της ζωής του βασανισμένου συγγραφέα των Δαιμονισμένων. Το σπίτι απλό, αν και λιγότερο ασκητικό από τα προηγούμενα, περιέχει και ορισμένα πολυτελή αντικείμενα, όπως το σερβίτσιο τσαγιού από πορσελάνη, διακριτό στη βιτρίνα ενός μπουφέ ή τον αναπαυτικό, αγγλικό καναπέ του γραφείου, όπου ο Ντοστογιέφσκι μπορούσε να ξαπλώσει για μια σύντομη ανάπαυση ανάμεσα στις ατελείωτες και πυρετώδεις αγρυπνίες του, κατά τη διάρκεια της εκστατικής γραφής των Αδερφών Καραμαζόφ, ενός από τα βασικά του έργα. Ήταν ήδη πολύ άρρωστος. Το διαμέρισμα βρίσκεται στον 2ο όροφο και κάθε φορά που ανέβαινε τις σκάλες ο διάσημος ενοικιαστής έπρεπε να σταματήσει ένα λεπτό, για να αναπνεύσει. Ο γιατρός του είχε απαγορεύσει το κάπνισμα, όμως εκείνος υπάκουε στην εντολή μόνον κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το βράδυ κάπνιζε ακατάπαυστα γράφοντας. Στο γραφείο του υπάρχει ακόμα το κουτί με τα τσιγάρα που έστριβε με τα ίδια του τα νευρικά χέρια ενώ ξαναδιάβαζε τις τελευταίες σελίδες των γραπτών του.

Στο τέλος Ιανουαρίου του 1881 έκανε την πρώτη αιμόπτυση. Ζήτησε από τη Άννα να του διαβάσει ένα από τα αγαπημένα του αποσπάσματα της Βίβλου, που είχε πάντοτε μαζί του, επί 31 χρόνια: δώρο των συζύγων των «Δεκεμβριστών» (πρωταγωνιστών της συνωμοσίας κατά του Τσάρου Νικολάου του 1ου) στο σταθμό του Τόμπολσκ, όταν όδευε προς τη Σιβηρία, καταδικασμένος σε τετραετή εξορία. Η Άννα ήταν η δεύτερη γυναίκα του, εικοσιπέντε χρόνια νεώτερή του. Την είχε παντρευτεί πριν από 11 χρόνια. Εκείνη, με την ενεργητικότητα, την αφοσίωση και το ταλέντο της, είχε βάλει κάποια τάξη στην πάντοτε άτακτη, στα όρια της αυτοκαταστροφής, ζωή του Φιόντορ. Χάρη σ' αυτή τη νέα και μαχητική γυναίκα, τα οικονομικά του είχαν καλυτερέψει, εκείνη κέρδιζε κάτι πουλώντας βιβλία και εκείνος δεν είχε πλέον ανάγκη να υποφέρει τον καταναγκασμό τής κατά παραγγελίαν συγγραφής. Είχε κατανικήσει το βίτσιο του τζόγου, που του είχε προκαλέσει τόσες χρεωκοπίες. Μετά την πρώτη αδιαθεσία, είχε και άλλες δύο αιμοπτύσεις. Η δεύτερη του στοίχισε τη ζωή. Η ίδια η χήρα του ή κάποιος επισκέπτης σταμάτησε το ρολόι του γραφείου τη στιγμή του θανάτου του: στις οκτώ και τριάντα μία το βράδυ. Το ρολόι είναι ακόμα εκεί, εκατόν είκοσι χρόνια αργότερα, να δείχνει την οδυνηρή ώρα.

Τον έθαψαν στο νεκροταφείο Τίτσβιν, της μονής Αλεξάντερ Νιέφσκι, στα περίχωρα της Αγίας Πετρούπολης, ευχάριστο τόπο, με τον τάφο του Ντοστογιέφσκι περιτριγυρισμένο από δέντρα και άνθη. Ένα ωραίο άγαλμα, που αναπαριστά πιστά τα αυστηρά χαρακτηριστικά και το βαθύ, πυρετώδες βλέμμα του, βρίσκεται δίπλα στους τάφους άλλων εκφραστών του δημιουργικού ρωσικού πνεύματος: του Ρίμσκι-Κόρσακοφ, του Αλεξάντερ Μποροντίν, του Μόντεστ Μουσόργκσκι, του Π. Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, του Γκλίνκα. Το πρωί που πήγα να δω τον τάφο έβρεχε, και κάποιοι επισκέπτες εναπόθεταν άνθη στο μνημείο. Εγώ είχα μαζί μου έξι κόκκινα τριαντάφυλλα.

Παρότι ο Ντοστογιέφσκι δεν είχε γεννηθεί στην Αγία Πετρούπολη αλλά στη Μόσχα, αυτή είναι η πόλη που τον σημάδεψε περισσότερο. Εδώ ολοκληρώθηκε δημιουργικά, έγινε γνωστός, και από εδώ, μετά από δέκα χρόνια σιωπής στην οποία είχε υποβληθεί διότι δεν είχε γίνει μέλος της επαναστατικής λέσχης των «Δεκεμβριστών», χρειάστηκε να ξαναρχίσει ως συγγραφέας. Στην Αγία Πετρούπολη έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Εξάλλου καμία άλλη πόλη δεν είναι τόσο σφραγισμένη από τις ιστορίες του, τους ήρωες του, από αυτό το μείγμα σκληρότητας, δράματος, πνευματικότητας, διανοητικής διασάλευσης και μυστηρίου, χαρακτηριστικά του έργου του, τα οποία νιώθεις καθώς περπατάς στα παραμελημένα σοκάκια της γειτονιάς Σενάγια κατά μήκος του καναλιού Γκριμποέντοβα: σκηνικά των κυρίων επεισοδίων του Εγκλήματος και Τιμωρίας. Είναι το πιο ρεαλιστικό από τα μυθιστορήματά του. Τουλάχιστον όσον αφορά τους χώρους που περιγράφει, μπορούν όλοι να αναγνωριστούν. Ορισμένοι έχουν και αναμνηστικές πινακίδες. Το σπίτι όπου ο Ρασκόλνικοφ σκοτώνει την Αλιόνα Ιβάνοβνα, στον αριθμό 104 του Καναλιού Γκριμποέντοβα, έχει παραμείνει ανέπαφο όπως το περιγράφει εκείνος, με τα ανόμοια πλακάκια, τους ξεβαμμένους τοίχους και τα σκουριασμένα κάγκελα, συγγενικά με τους μελαγχολικούς και απόκληρους ήρωές του. Ακόμα και το σκοτεινό, βροχερό, πηχτό πρωινό γεμάτο σκοτεινές προειδοποιήσεις μοιάζει ντοστογιεφκικό. Όμως ακόμα πιο εντυπωσιακοί είναι οι χώροι που συνδέονται με τη ζωή του Ρασκόλνικοφ, οι οποίοι μοιάζουν να έχουν μόλις βγει από τις σελίδες του μυθιστορήματος: ας πούμε, η πνιγηρή ταβέρνα όπου ο ήρωας ομολογεί το πρώτο έγκλημα στον Ζαμέτοφ, ή το σπίτι του. Είναι και αυτό γωνιακό, και μια προτομή του Ντοστογιέφσκι, φαλακρού και καμπούρη, κοσμεί την πρόσοψη. Εκνευρισμένη από τους επισκέπτες μια ενοικιάστρια, η οποία κουβαλάει με δυσκολία το πάχος και το μίσος της για τη ζωή, μας γεμίζει βρισιές. Κάπου νιαουρίζει μια γάτα. Είναι αδύνατον να μην έχεις την εντύπωση ότι ένας δολοφόνος κατατρεγμένος από τις μεταφυσικές του ανησυχίες δεν περιφέρεται εκεί γύρω.

Το σπίτι-μουσείο του Ντοστογιέφσκι επιμένει, ενάντια στο θρύλο, ότι ο συγγραφέας του Σωσία δεν ήταν καθόλου ένας μελαγχολικός, πικραμένος άνθρωπος. Του άρεσε να παίζει με τα παιδιά και επινοούσε διηγήματα που τους διάβαζε. Τους έδειχνε τη συλλογή του από φωτογραφίες διάσημων συγγραφέων και καλλιτεχνών, οι οποίες, σήμερα είναι εκτεθειμένες στο δωμάτιο όπου η Άννα φύλαγε τα βιβλία που πουλούσε. Οι περισσότερες φωτογραφίες απεικονίζουν ρώσους συγγραφείς. Ανάμεσα στις εικόνες των Ευρωπαίων υπάρχει ένας Δον Κιχώτης σλαβικής εκδοχής, κάποια έργα του Σαρλ Φουρνιέ και του Χόφμαν, οι φωτογραφίες του Βικτόρ Ουγκό σε νεανική ηλικία, και της Γεωργίας Σάνδη: μιας συγγραφέως η οποία εξ αιτίας μιας φοβερής παρεξήγησης, έγινε υπερβολικά δημοφιλής μεταξύ των νέων φιλελεύθερων Ρώσων της γενιάς του Ντοστογιέφσκι, όχι τόσο ως μυθιστοριογράφος, αλλά ως προοδευτική ιδεολόγος και κοινωνική ακτιβίστρια. Στον ίδιο χώρο, κάποια αποσπάσματα αλληλογραφίας μας αποκαλύπτουν τη γνώμη που είχε σχηματίσει ο οικοδεσπότης για ορισμένες δυτικές ευρωπαϊκές πόλεις, κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του. Η πιο απροσδόκητη: ότι το Παρίσι ήταν μια πολύ βαρετή πόλη όπου δεν είχε κανείς τι να κάνει.

Μετά από αυτή την περιήγηση στους ντοστογιεφσκικούς χώρους, είναι σχεδόν υποχρεωτικό να κλείσει η ημέρα στο Θέατρο Μαριίνσκι, για να παραστείς σε μια όπερα βασισμένη στον Παίκτη, σε λιμπρέτο και μουσική του Σεργκέι Προκόβιεφ. Παρότι η ιστορία και τα πρόσωπα είναι τα ίδια, αυτά που συμβαίνουν στη σκηνή δεν έχουν καμία σχέση με το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι, τουλάχιστον από όσο θυμάμαι, αφού υπάρχει πληθώρα φαρσικών στοιχείων, περίπλοκων, γκροτέσκο καταστάσεων, ενώ το δράμα καταλήγει με γέλιο. Η μουσική όμως είναι υπέροχη, οι φωνές καταπληκτικές, η ορχήστρα τέλεια και ο χώρος ταιριάζει στο θέαμα.


Απόδοση για το "Δ": ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ

Μάριο Βάργκας Γιόσα (1936). Περουβιανός συγγραφέας, πολιτικός, δημοσιογράφος και δοκιμιογράφος. Είχε βάλει υποψηφιότητα για την Προεδρία του Περού αλλά απέτυχε. Από το 1994 είναι Ισπανός υπήκοος. Έχει πάρει το βραβείο Θερβάντες και το Γκρινζάν Καβούρ. Το 2010 του απενεμήθη το βραβείο Νόμπελ.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Γοητευτικό και ευανάγνωστο κείμενο. Αληθινή ευρωπαική αύρα από Αμερικανό

gaetano