Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Λόγος επικαιρότητας και λόγος αφιερωματικός

Το κείμενο είναι το Εντιτόριαλ του προσεχούς τεύχους του ΔΕΝΤΡΟΥ (νο 177-178). Θα κυκλοφορήσει στις αρχές Νοεμβρίου.


H ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΜΑΖΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΣΤΟ ΝΕΟΤΕΡΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ σφραγισε σε μεγάλο βαθμό το μεταμοντέρνο, τουλάχιστον όσον αφορά την πρόσμιξη και επαναξιολόγηση των ειδών. Μπορεί το φαινόμενο να υπήρξε θετικό, αλλά συνολικά ημάρτησε αντικαθιστώντας πολλές μορφές «σοβαρής» τέχνης με το μοντέλο της διασκεδαστικής έκφρασης (entertaining). Την έννοια, άγνωστη μέχρι τότε στο χώρο της αστικής αισθητικής, θα τη συναντήσουμε έκτοτε σε αναβαθμισμένες διατυπώσεις (στο μιούζικ χολ, στο ελαφρό θέατρο και στο σινεμά). Θα απευθυνθούν άνευ όρων στο ευρύ κοινό. Φυσικά η λογοτεχνία δεν έλειψε από το χορό, προτείνοντας ανάμεσα σε κάποιες αξιόλογες, λαϊκές εκφράσεις της και άλλες εντελώς καταναλωτικές πλευρές της. Η διαφημιστική και η μιντιακή μεσολάβηση διευκόλυνε τη σύγχυση μεγεθών, ανοίγοντας το δρόμο στο σημερινό δρώμενο: δηλαδή στο φαινόμενο κατά το οποίο η κοινωνική εικόνα των συγγραφέων υπερβαίνει το έργο τους. Στην Ελλάδα το φαινόμενο θριαμβεύει: η ανάγκη των πολλών για «θέαμα» τροφοδοτείται, δυστυχώς και με την αυτουργία συντελεστών της πνευματικής ζωής. Σε πολιτιστικές σελίδες εφημερίδων, εκτός των άλλων, υπάρχει πια ένα μέρος της ύλης αφιερωμένο στη «μικροπολιτική» της καλλιτεχνικής αγοράς, σε ένα, στην ουσία, life-style. Στο κοντινό παρελθόν μπορεί ο Τύπος να συναγωνιζόταν τα σοβαρά περιοδικά. Σήμερα, παρακολουθώντας την εποχή και το ύφος της, είναι αναπόφευκτο να παίζει και το ρόλο του «διασκεδαστή».


ΑΝΑΛΟΓΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟΣΤΕΙ ΜΕΓΑΛΑ, κεντρικα βιβλιοπωλεία, τα οποία, ξένα προς οποιονδήποτε πνευματικό χαρακτήρα, προτείνουν ένα θεαματικό πρόσωπο, συγγενικό με αυτό του εμπορικού πολυκαταστήματος. Πριν από λίγες 10ετίες, ο ιδιοκτήτης νέου, κεντρικού βιβλιοπωλείου αναρωτιόταν γιατί το κατάστημά του δεν είχε κίνηση. Απάντηση πήρε από κάποιον βιβλιόφιλο, ο οποίος παρατήρησε ότι η απουσία περσίδων στις μεγάλες τζαμαρίες επέτρεπε στους διερχόμενους να βλέπουν στο εσωτερικό όσους πελάτες έσκυβαν με κατάνυξη πάνω από τα βιβλία για να διαλέξουν, παραβιάζοντας τη μυστικότητα μιας προσωπικής ευγενούς πράξης... Σήμερα, οι παρουσίες στο χώρο των must βιβλιοπωλείων δεν θυμίζουν καθόλου «σκιές» στο άβατο του τυπωμένου χαρτιού, ούτε υποψήφιους χρυσοθήρες. Αυτοί που κινούνται εκεί είναι κυρίως ανέμελοι και αδιάκριτοι καταναλωτές ενός τυχαίου εμπορεύματος. To προϊόν των βιβλιοπωλείων αυτών «συνομιλεί» με την ποιότητα που συρρέει, και βέβαια με τη συνολική εικόνα που μας περιβάλλει: το επιφανειακό και το προφανές, οι παρουσιάσεις βιβλίων στο χώρο τους θυμίζουν κοσμικό γεγονός, ενώ το best seller και η ιδεολογία του δίνουν ταυτότητα και υπογράφουν το σκηνικό. Έτσι, η υποβάθμιση του ιδιαίτερου και ο συμφυρμός του με το «δημοφιλές» συντελούν ώστε η μαζική ελαφρότητα να έχει την τελευταία λέξη.


Η ΝEΑ ΑΥΤH ΤAΞΗ ΠΡΑΓΜAΤΩΝ, ΚΑΙ Η ΑΝAΓΚΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡAΣ ΝΑ ΠΡΟΣΑΡμοστεί στις καταναλωτικές συνθήκες της εποχής, οδήγησαν και στην εκδοτική κρίση. Το τέλος κάποιων «οίκων» και το οικονομικό αδιέξοδο ορισμένων παραδοσιακών επιχειρήσεων, που άλλοτε ήσαν δημιουργικοί θύλακες, είναι συνέπεια της σύγχρονης «συναίνεσης» απέναντι στα δεδομένα της «δημοφιλίας» και της μετανεοτερικότητας. Ο ανειδοποίητος αναγνώστης, μεταπράτης και κομιστής των τηλεοπτικών και παραδημοσιογραφικών αξιών, είναι πλέον ο πιο ισχυρός συνομιλητής του εκδοτικού χώρου. Κι αυτός ο τελευταίος υποχρεώνεται να ανταποκριθεί στις περιστάσεις, παράγοντας (ή μη αποκλείοντας) προγραμματικά το ευτελές.


TO ΑΦΙEΡΩΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟY ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟYΖΟ (1926-1990) Εδωσε αφορμή να ξαναδούμε το εύρος και το βάθος μιας ποιητικής, η οποία υποχρεώνει σε εγρήγορση και στη βεβαιότητα μιας αδυναμίας συστηματικής αποκρυπτογράφησής της. Οι προτάσεις του δημιουργού είναι κρυπτικές και μυστικές, αλλά ουδέποτε θα προσληφθούν ως χειρονομίες κατασκευής ενός ηθελημένα ασαφούς λόγου που σκοπεύει σε άκαρπη λεξιθηρία. Εάν κάποιος χάνει την ισορροπία και τον προσανατολισμό του με αυτό το έργο, μπορεί να σκεφθεί ότι εισέρχεται σε μια μεγάλη αναγνωστική περιπέτεια. Αυτό συμβαίνει γιατί ο αιφνιδιαστικός συνειρμός και η αλχημεία των λέξεων υπηρετούν μιαν εμφανή ανάγκη εξωτερίκευσης της αγωνίας απέναντι στο προσωπικό και καθολικό πρόβλημα. Οι χειρονομίες του Καρούζου προσκαλούν στην εμπειρία μιας παράδοξης ανάφλεξης. Η φράση, πριν αγγίξει το πλήρες νόημα, μας θυμίζει το φαινόμενο της θαυμαστής καταστροφής ενός «ξένου» σώματος κατά την επαφή του με την ατμόσφαιρα. Εάν το δει κανείς από την αντίθετη γωνία, η ποίησή του δίνει την εντύπωση ότι βρέθηκε στο κέντρο του Θαύματος, έτσι που να εκλύει ένα λόγο σχεδόν εκστατικό, λίγο πριν από τη σιωπή.


εικόνα: Isadore Weiner

Δεν υπάρχουν σχόλια: