Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Facebook 2

-

Πάσχα των Ελλήνων. Ο φίλος μου που κατοικεί στην Επίδαυρο, προσπάθησε λέει να φέρει δύο αλλοδαπούς για δουλειές στο περιβόλι του σπιτιού. Το πρότεινε στο δρόμο όπου τους είδε τη Μεγάλη Πέμπτη. «Δεν προλαβαίνουμε κ. Βασίλη», του είπαν. «Σφάζουμε συνεχώς. Αρχίζουμε απ' το πρωί και φτάνουμε ως το βράδυ». Φορούσαν, μου είπε, μεγάλες ματωμένες ποδιές και τα χέρια τους ήταν μέχρι τους αγκώνες στο αίμα.

Το πολιτικό κιτς της Αριστεράς δεν έχει όριο. Το ίδιο και η ανοχή αυτής της ανύπαρκτης Πολιτείας. Δέκα άνθρωποι μπορούν εν ονόματι των «λαϊκών αγώνων» να κλείνουν ξενοδοχεία, δρόμους, πλατείες, να εμποδίζουν τον απόπλου των πλοίων. Δεν είμαι βέβαιος αν έχει νόημα πλέον και η οργή. Η ανοχή της αναίδειας είναι θεσμός.

Το είχαμε συναντήσει στις προσωπικές μας σχέσεις. Το βλέπουμε τώρα, με μια δραματική αφορμή, στις διεθνείς. Όταν κάποιος αρνείται να σου δώσει πλέον χρήματα, γιατί μέχρι τώρα τα κατασπατάλησες ανόητα και προκλητικά, δέχεται επιθέσεις, ασύστατη «κριτική», ύβρεις. Και στο συλλογικό και στο προσωπικό επίπεδο τα αίτια είναι ίδια. Η απληστία και η αναίδεια.

O θεολόγος έμπαινε στην αίθουσα (δεύτερη ώρα του δίωρου των Θρησκευτικών) και με την αθωότερη βεβαιότητα ανακοίνωνε: «Την προηγούμενη ώρα καταρρίψαμε τον Καντ. Τώρα θα καταρρίψουμε τον Νίτσε».

Οι σύγχρονοι ζηλωτές του ελληνοκεντρισμού, παλαιοί και όψιμοι, ποικίλων βαθμίδων σοβαρότητας, κάπως έτσι, μηδενίζοντας και αποθεώνοντας, ξεκαθαρίζουν το τοπίο των ιδεών. «Μπαχ; Εμείς (η Ανατολή) είχαμε τον Κουκουζέλη». «Πιάνο; Τι μπορεί να πει σε σχέση με το δικό μας τουμπελέκι;».

Η ιστορία είναι παλιά, όμως μόνο τώρα ακούγεται επίκαιρη. Σε μια ψηλή καρέκλα χωρίς ράχη, στο πεζοδρόμιο της πλατείας Συντάγματος, καθόταν ένας άνδρας και διάβαζε εφημερίδα. Οι περαστικοί, θεωρώντας τον εκκεντρικό, δεν έδιναν σημασία, ώσπου κάποιος αποφάσισε να τον ρωτήσει. «Γιατί κάθεστε στην ψηλή καρέκλα πάνω στο πεζοδρόμιο;» Ο άνδρας σήκωσε το κεφάλι και κοιτάζοντας γύρω είπε: «Γαμώ το, μου έκλεψαν το περίπτερο»

Αυτή η γάτα που χάθηκε στη Σκοτία και τελικά, μετά από μέρες, βρέθηκε στην Ισπανία, είναι πρωταγωνιστής ενός από τα θαύματα του ψηφιακού μας πολιτισμού. Διότι ανακαλύφθηκε χάρις στο τσιπάκι που είχε. Χάρις στο 666 δηλαδή, το συναρπαστικό Δαιμόνιο της εποχής, που δεν την κάνει μόνο απρόβλεπτη, αλλά της δίνει νέο ανθρωπισμό και δυνατότητες για εμπράγματες σωτηρίες.

Ο γνωστός ζωγράφος Νταβίντ, επίτροπος δημόσιας Ασφάλειας στη Γαλλική Επανάσταση, άτομο κυνικό και έτοιμο να συνταχθεί όπου τον εξυπηρετούσε, έφθασε στο σημείο να σκιτσάρει ετοιμοθάνατους, καθισμένος απέναντι στην γκιλοτίνα. «Τι κάνεις εδώ;», τον ρώτησε κάποιος γνωστός του που τον είδε. «Αιχμαλωτίζω τις τελευταίες κινήσεις αυτών των κακοποιών», ήταν η απάντηση. Αργότερα έγινε ο πορτρετίστας του Ναπολέοντα.

Μετά τον Βοναπάρτη, ο Νταβίντ ζωγραφίζει την αριστοκρατία. Σαν κάθε καλλιτέχνης (που μετρά με ανασφάλεια τη σημασία του, όπως ο υπερτασικός την πίεσή του), δηλώνει «Θα γλυστρήσω στην Ιστορία πίσω απ' τις σκιές των ηρώων μου». Όντως, θυμόμαστε τον πίνακα του Μαρά, πορτρέτα του Ναπολέοντα, συνθέσεις από την κλασική αρχαιότητα. Αυτά τα τελευταία σκηνικά έγιναν, όμως, έμμονος και πληκτικός εικονογραφικός μύθος.

«[...] Χρόνια αργότερα, ξαναβρέθηκαν σε κείνο το σημείο του βουνού που τους είχε κάνει τόσο ευτυχισμένους την πρώτη φορά. Ύστερα σταμάτησαν να συχνάζουν στα μέρη εκείνα, πέρασαν χρόνια παραμένοντας φίλοι κι αφήνοντας άλλους να πάρουν τη θέση τους». (Η τελευταία φράση από το διήγημα «Φιλία». Αλφαβητάριο, του Goffredo Parise)

Ποιος είχε πει, αλήθεια, ότι έχουμε δύο ειδών φίλους, εκείνους που τους είμαστε αδιάφοροι κι εκείνους που μας μισούν;

Σήμερα το πρωί στην Ακρόπολη. Κανείς δεν μου βγάζει απ' το μυαλό ότι το πανό των «επαναστατών» με το σύνθημα «Ξεσηκωθείτε», πλάι στο οποίο έπαιρναν υπομονετικά σειρά και φωτογραφίζονται ιάπωνες τουρίστες, είναι εικόνα αντιγραμμένη από τους Μόντυ Πάιθον.

Είδα μια συζήτηση στην ΕΤ3 για το βιβλίο του τούρκου υπουργού Εξωτερικών. Καλεσμένοι,τουρκολόγοι,ελληνοκεντρικοί,θεολογοφιλόσοφοι. Το μέγα τραύμα. Γιατί η γείτων είναι μεγάλη, γιατί είναι ισχυρή, γιατί έχει όραμα και διαρκώς σημαντικότερο διεθνή ρόλο. Μια σύναξη επαρχιακών ειδημόνων. Με ματιά μεταφορική, θύμιζε μικρούς παντοπώλες του ’80, αιφνιδιασμένους για το γιγαντιαίο Σούπερ μάρκετ που άνοιξε στη γειτονιά.

Ενώ όλοι προσπαθούμε να βρούμε μια σοφία για ανάρτηση (ή ένα αίσθημα που συχνά είναι γλυκερό), είδα, περιερχόμενος ξένες σελίδες, μια διακριτική ανακοίνωση. Σχεδόν ψίθυρο: «Βρέχει».

Διαβάζω επιστολές του Καζαντζάκη. Δεκαετία του ’20, στην Ιταλία. Περιηγητής ωριμότερος από πεζογράφος. Το βλέμμα του, πραγματικό Σχολείο. «Γύρω από τον ποιητή Μαρινέτι, φανατικοί αφοσιωμένοι μαθητές με αξία. Ζωγράφοι, ποιητές, μουσικοί. Ανώτεροι από τον αρχηγό. Είχαμε απέραντες συζητήσεις. Άφριζε, μη μπορώντας να απαντήσει. Είναι επιπόλαιος μα τον θαυμάζω, γιατί αντέχει ηρωικά στο γελοίο».

Στην Ασίζη γράφει: «Οι καμπάνες έχουν βαθιά αρμονία. Αρχίζει η βαρειά του Αγίου Ρουφίνου και σε λίγο περιπλέκεται, μέσα στα ρωμαλέα αντρίκια μέλη του ήχου τούτου, η λυγερή, ψιλή, ασημένια καμπάνα της Αγίας Κλάρας. Ξεχωρίζουν τέλεια μέσα στην ένωση, σαν μελαψός με άσπρη γυναίκα».

Το ίδιο πυκνός, αποδίδοντας τα χαρακτηριστικά των ανέμελων και ξένοιαστων κατοίκων της Πομπηίας, μετά από επίσκεψή του στην αρχαία πόλη: «Όλοι ήσαν raffines, κουρασμένοι, elegantes, ειρωνικοί». Και πιο κάτω: «Όλη μέρα στα στενά σοκάκια, έμπαινα στα σπίτια. Οι αυλές, τα δωμάτια, οι τοιχογραφίες, τα περιβολάκια. Μόνο οι νοικοκύρηδες έλειπαν».

Σε γράμματα της ίδιας εποχής, μιλάει για τον δανό συγγραφέα Joergensen, του οποίου o Kαζ. μετέφρασε ένα βιβλίο-βιογραφία για τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, πριν γράψει ο ίδιος τον Φτωχούλη του Θεού. Σπάνια έχω δει πρόσωπο να αποκαλύπτεται πίσω από τρεις λέξεις με τόση πληρότητα: «Είναι 60 ετών. Έξυπνος, πικραμένος, μέτριος».

Την Κυριακή, βρήκα στο Μοναστηράκι μια σχισμένη σελίδα από την Ελευθερία της 28ης, Ιουνίου του 1964. «Τα σύγχρονα κωδωνοστάσια της Ευρώπης, δεν έχουν πια χώρο για μεγάλες καμπάνες. Ούτε το παλιό πάθος υπάρχει », έλεγε, «που έφτιαχνε καμπάνες, με χαριτωμένες, συχνά, επιγραφές στην επιφάνειά τους». Παράδειγμα, μια του 1776, στην Αγγλία, με τη σαρδόνια φράση : «Η φωνή μου θα ήταν βαθύτερη, αν η συνεισφορά σας ήταν μεγαλύτερη».

«[...] Νομίζαμε ότι ήμασταν οι πρώτοι που μπορούσαμε να καταλάβουμε ορισμένα πράγματα, γιατί δεν ξέραμε πως ο έρωτας είναι σαν την ποίηση και πως όλοι οι εραστές, ακόμα και οι πιο μέτριοι, πιστεύουν πως καινοτομούν». Raymond Radiguet, Με το διάβολο στο κορμί.

O Σιοράν δεν έγραψε μόνον πράγματα που αφορούν το θεό, την ύπαρξη, την Ιστορία. Ήξερε το παιχνίδι του χιούμορ και τις χάριτες του παράδοξου. Θυμάμαι την εξής επισήμανση: «Οι δύο που μίλησαν καλύτερα για τον έρωτα και τη μουσική (ο Σοπενχάουερ και ο Νίτσε), ήταν πρόσωπα που η ερωτική εμπειρία τους περιορίζονταν στα πορνεία. Όσον αφορά τη μουσική, ο πρώτος θαύμαζε τον Ροσίνι ενώ ο δεύτερος τρελαινόταν για τον Μπιζέ!

«O τελευταίος σπουδαίος ποιητής της Ρώμης, ο Γιουβενάλης, ο τελευταίος αξιόλογος συγγραφέας της Ελλάδας, ο Λουκιανός, έγραψαν με ειρωνεία. Δύο λογοτεχνίες που τελειώνουν μ' αυτήν. Όπως θα έπρεπε να τελειώνει το κάθε τι, είτε λογοτεχνία είναι αυτό είτε όχι». (Ε.Μ.Σιοράν, Εξομολογήσεις)

Δεν μπορεί, κάποιος ευφάνταστος πρωτόγονος θα ονειρεύτηκε κάποτε αυτόν το χώρο, σκεπτόμουν σήμερα στο σούπερ μάρκετ. Να βαδίζει μπροστά σε συγκεντρωμένους καρπούς, γδαρμένα ζώα και αλιευμένα ψάρια, να περιέρχεται φωτισμένους -χωρίς δαυλούς- διαδρόμους, όπου το γάλα θα υπάρχει χωρίς το κοπάδι και τα άπειρα τυριά θα εισάγουν δύο άγνωστες και δαιμονικές (για την αρχαϊκότητα) έννοιες: την παραλλαγή και την ποικιλία.

Eπί μέρες, περιμένοντας για τον καφέ που έπαιρνα μαζί μου, άκουγα τα στερεότυπα για το σύστημα («να πληρώσουν αυτοί που έφαγαν»), για την απάτη των πολιτικών («φέρτε πίσω τα κλεμμένα») και για τη λεηλασία του ΔΝΤ. Σήμερα, για πρώτη φορά αποφάσισα να περιμένω. «Θες απόδειξη»; με ρώτησε. Έψαξε πίσω από τον πάγκο και μου έδωσε ένα λιγνό χαρτάκι , που η ταμειακή του είχε γεννήσει (με πόνους, φαντάζομαι) από τον περασμένο Απρίλιο.

Καλοί, ή συζητήσιμοι, οι αγώνες για τον 13ο, για τον 14ο, για το 65ο, για τις άγιες προσόδους σας, αλλά οι οργανώσεις σας θυμίζουν βίαιο στρατό, οι κινητοποιήσεις σας μυρίζουν νεκροτομείο, και οι απολογισμοί σας απροκάλυπτο κυνισμό.

Περίεργο. Μια λιτή αφισούλα, ανάμεσα στην επιθετικότητα των συνθημάτων που σαλπίζουν βία και επίθεση. Προσέγγιση στην έννοια «Ήττα». Εγκώμιο, θα λέγαμε: «Μονάχα η ήττα προκαλεί τη σκέψη, την αναθεώρηση και την περισυλλογή. Με την ήττα ξαναγεννιόμαστε και ξαναζούμε απ' την αρχή νέες φόρμες. Ενώ η νίκη είναι πανωλεθρία του αισθήματος. Η νίκη οδεύει τους νικητές στα ταβερνεία και τα πορνεία». Υπογραφή, Μάνος Χατζιδάκις.

Ο σατιρικός του 19ου αιώνα μιλούσε για τα « δύο δικαιώματα που ο Ελλην ασκεί πανελευθέρως. Του Σ υ ν έ ρ χ ε σ θ α ι και του Ο υ ρ ε ί ν εις όποιο θέλει μέρος ». Αν απομακρυνθείς από τα πλήθη (που συνέρχονται και αποκλείουν ό,τι θέλουν, όποτε θέλουν), οι δρόμοι από το κέντρο προς τα Εξάρχεια (με τον επικό τους ρύπο και τη δημοκρατία τής ούρησης) υποκλίνονται στην αδιάψευστη και ανθεκτική επισήμανση του Σουρή.

[...] Εκτός απ' την Σεζ λονγκ, που μένει για αιώνες ανεξέλικτη αλλά τέλεια, μόνον η ποίηση δείχνει τα ίδια χαρακτηριστικά. Ιδού πόσο σύγχρονο είναι το εικονιστικό παιχνίδι μιας ποιητικής μινιατούρας του Πλάτωνα. «Πέντε βόδια παρίστανε η μικρή πέτρα από ίασπι/ κι ήταν όλα σαν να βοσκούσαν ζωντανά./Θα μπορούσαν να φύγουν / όμως η μικρή τους αγέλη κρατιέται σε χρυσό μαντρί».

[...] ύστερα, μια ωραία μέρα, εκείνη δεν ξανάρθε πια κι αυτός δεν κατάφερε να μάθει τίποτα πια για κείνη. (Η τελευταία φράση από το διήγημα «Καρδιά». Αλφαβητάριο, του Goffredo Parise)

6 σχόλια:

Babis Dermitzakis είπε...

Πολύ ωραία όλα

Ανώνυμος είπε...

Xαίρομαι να συμμετέχω στην λεπτεπίλεπτη παρατήρηση, την νοήμονα προσέγγιση των πραγμάτων και την καλλιεργημένη ματιά σας. Ακόμα και τα σύντομα σχόλια του Φέισ-μπουκ γίνονται οχήματα ποιητικής και στάσης.

Αναγνώστρια

Ανώνυμος είπε...

Opos leei kapou o Kazantzakis, ke to tsitaris:"Itan Raffines, kourasmenoi,elegantes, eironikoi". Kapoia synggenia me ta haraktiristika afta, se kanei na sou aresei to apospasma. Kano lathos;

Ed. Raeger

Ανώνυμος είπε...

Το "Αλφαβητάριο" του Γκοφρέντο Παρίζε, απ' όπου ανθολογείτε δύο αναρτήσεις σας, είναι μάλλον το "Sillabario",ένα βιβλίο με διηγήματα που ακολουθούν τη σειρά των γραμμάτων της αλαφαβήτου. Είχε βγεί από τον Μονταντόρι, λίγα χρόνια πριν από τις σπουδές μου στην Ιταλία, θυμάμαι. Δηλαδή γύρω στο ΄84 ή '85. Πείτε μου, σας παρακαλώ, αν υπάρχει στα ελληνικά (και μάλλον θα υπάρχει για να βάζετε τα απόσπασμάτα), και σε ποιες εκδόσεις κυκλοφορεί. Ήταν πολύ τρυφερό βιβλίο, που θα μπορουσε να το ξαναδιαβάσει ή να το συστήσει κανείς.

φιλικά
Ελένη Σωτηροπούλου

Ανώνυμος είπε...

Εχει κυκλοφορήσει ή από τις αλήστου μνήμης εκδόσεις "Γνώση" ή, πιθανόν, από τον "Κέδρο". Το θυμαμαι πολλά χρόνια πριν, με ένα άσπρο εξώφυλλο.

Παυλίνα Π.

Ανώνυμος είπε...

Εκδόσεις Κέδρος,1984. Μετάφραση Βαγγ. Ηλιόπουλος

Gaetano